Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

υπό έναν όρο

"Πολύ επικίνδυνη γυναίκα!..."
"Ναι, υπερβολικά επικίνδυνη. Είχαμε ανέβει κάποτε σ' ένα βράχο κι εγώ ήθελα να τη φιλήσω. Εκείνη δεν ήθελε. Όποτε την πλησίαζα τραβιόταν. Τελικά δέχτηκε να με φιλήσει υπό έναν όρο. Να καίει μ' ένα τσιγάρο το χέρι μου όσο διαρκούσε το φιλί!"
"Και το 'κανες;"
"Ναι, ιδού το αποτέλεσμα!" Και ο Μενέλαος μού έδειξε ένα στρογγυλό σημάδι πάνω στο χέρι του. "Εκείνη ην εβδομάδα κάναμε τόσο συχνά έρωτα, που άρχισα να έχω παραισθήσεις".
"Τι είδους παραισθήσεις;"
"Έβλεπα ότι με πυροβολούσαν άνθρωποι φτιαγμένοι από τσουβάλια κι ότι εγώ γέμιζα αίματα... Από τις πληγές μου φύτρωναν ιβίσκοι".

Αλέξανδρος Ίσαρης, "Βίνκελμαν ή το Πεπρωμένο", Κίχλη 2010


Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

μια συναρπαστική λέξη

Ξυπόλυτη· να μια συναρπαστική λέξη. Πολλές λέξεις καθίστανται στον νου μας συναρπαστικές επειδή σημαίνουν κάτι εντελώς προσωπικά υπέροχο, νοσταλγικό κι αγαπημένο· αυτή είναι φυσικά και η περίπτωση τούτης της λέξης για τον ποδολάτρη, αλλά η επιφανειακή και πρωτογενής αυτή αγάπη δεν πρέπει να μας εμποδίζει να αναζητήσουμε την ξεχασμένη ετυμολογία της. Προέρχεται από το αρχαίο εξυπολύω που θα πει λύνω από κάτω, χαλαρώνω/λύνω τα σανδάλια. Είναι λοιπόν σαν να εμπεριέχεται η κίνηση του γδυσίματος (του λυσίματος) στη γύμνια, σαν να ενδυναμώνεται η ηδονή του γυμνού από τούτη την κίνηση του ξεγυμνώματος - κι έτσι, σύμφωνα με τη λέξη, ένα κορίτσι με τα ποδαράκια του γυμνά μόλις λίγο πριν έλυσε τα σανδάλια του· αρχέγονα ξυπόλυτη ήταν η μελαχρινή κοπέλα του πλοίου που μπροστά στα μάτια μου έλυσε τα λουριά των σανδαλιών της.

Σπύρος Μαντζαβίνος, "Ποδολάτρες". Πατάκης 2025

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

κιθ

Και τώρα που μου τελειώνει η ανάσα, Κιθ, τώρα που όλα γύρω μαυρίζουν, σε βλέπω μπροστά μου ολοκάθαρα, να βγαίνεις μέσα απ' τις σκιές, και σου ψιθυρίζω: Δεν θ' αργήσω.

Βασιλική Πέτσα, "Δεν θ' Αργήσω", Πόλις 2014

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

να πάρω το όπλο μου

Πέρα από το πεδίο της επιστημονικής φαντασίας, είναι αξιοσημείωτο πως σχεδόν κάθε ταινία για ενήλικες σήμερα -εξαιρουμένων ειδών όπως η ρομαντική κομεντί- περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα: πότε μια πράξη βίας είναι δικαιολογημένη; Είναι πιο εύκολο να βρούμε αντιπαραδείγματα παρά παραδείγματα, ακριβώς γιατί είναι παντού. Σε ποιο σημείο μπορεί ένας άντρας ή μια γυναίκα να σκοτώσει; Πότε είναι δικαιολογημένη η εκδίκηση; Πότε πρέπει κανείς να προχωρήσει πέρα από τη συγχώρεση; Πότε είναι επιτρεπτό να προστατεύσει κανείς την οικογένειά του; Ιστορικά, μπορεί κανείς να χαρτογραφήσει το νήμα που συνδέει το παλιό ερώτημα του "πιστολά" -πότε πρέπει να πάρω το όπλο μου;- με το ερώτημα του σύγχρονου χειριστή drone - πότε πρέπει να πατήσω το κουμπί (και πότε να αρνηθώ); 

Darian Leader, "Τα Χέρια, τι Κάνουμε με Αυτά και Γιατί", Periplaneta 2025 (μετάφραση Χρήστος Πάλλας)    

Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

μακαντάμ

Όταν είναι φρεσκοστρωμένο μοιάζει με χαβιάρι, ηχεί σαν σπασμένο γυαλί, σαν να μασουλάς παγάκια.
Μασούσα τα παγάκια όταν τελείωσε η λεμονάδα· λικνιζόμουν μαζί με τη γιαγιά μου στην κούνια της βεράντας. Ατενίζαμε τους αλυσοδεμένους κατάδικους που έστρωναν την οδό Άπσον. Ένας εργοδηγός έχυνε το ασφαλτόμειγμα· οι κατάδικοι το πατίκωναν βαδίζοντας πάνω του με βαριά, ρυθμικά βήματα. Οι αλυσίδες κροτάλιζαν· το ασφαλτόμειγμα έβγαζε έναν ήχο σαν χειροκρότημα.
Οι τρεις μας λέγαμε τη λέξη "μακαντάμ" συχνά. Η μητέρα μου επειδή μισούσε το μέρος όπου ζούσαμε, μέσα στην αθλιότητα - τουλάχιστον τώρα θα είχαμε ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Η γιαγιά μου απλώς ήθελε καθαριότητα - το ασφαλτόμειγμα θα μας απάλλασσε από τη σκόνη. Κόκκινη σκόνη του Τέξας από το χυτήριο, που τρύπωνε στο σπίτι με την γκρίζα της ουρά και κατακαθόταν σε αμμόλοφους στο παρκέ του προθαλάμου, πάνω στο τραπέζι της από μαόνι.  
Συνήθιζα να επαναλαμβάνω τη λέξη "μακαντάμ" δυνατά, στον εαυτό μου, επειδή ηχούσε όπως το όνομα ενός φίλου.

Lucia Berlin, "Οδηγίες για Οικιακές Βοηθούς", Στερέωμα 2018 (μετάφραση Κατερίνα Σχινά)

Κυριακή 11 Μαΐου 2025

χρονοκτήμονας

Παλιότερα έμπαινα μέσα τους, τώρα είμαι αναγκασμένος να αγοράζω. Το φαντάζομαι και ως εξής: είμαι ο άνθρωπος που εξαγοράζει παρελθόν. Έμπορος ιστοριών. Άλλοι εμπορεύονται τσάι, κορίανδρο, μετοχές, χρυσά ρολόγια, γη... Εγώ τριγυρνάω και αγοράζω παρελθόν στη χονδρική. Πείτε με ό,τι θέλετε, ονομάστε με. Εκείνοι που κατέχουν γη είναι γαιοκτήμονες, εγώ είμαι χρονοκτήμονας, κτήτορας ξένου χρόνου, κάτοχος ξένων ιστοριών και ξένου παρελθόντος. Είμαι αξιοπρεπής έμπορος, ποτέ δεν κάνω παζάρια στην τιμή. Εξαγοράζω μόνο ιδιωτικό παρελθόν, το παρελθόν συγκεκριμένων ανθρώπων. Κάποτε προσπάθησαν να μου πουλήσουν το παρελθόν ενός ολόκληρου κράτους, αρνήθηκα.
Αγοράζω κάθε είδους ιστορίες - για εγκαταλείψεις, για άπιστες συζύγους, για παιδικά χρόνια, για ταξίδια και για την απώλεια προσανατολισμού, για λύπες και ξαφνικές λύσεις... Αγοράζω και ευτυχισμένες ιστορίες, αλλά δεν έχει πολλούς πωλητές ιστοριών τέτοιου είδους. Από την πρώτη λέξη είμαι σε θέση να ξεχωρίσω το μπαγιάτικο από το φρέσκο εμπόρευμα, το αυθεντικό από εκείνο κάποιων απατεώνων που επινοούν ιστορίες και προσπαθούν απλώς να εξοικονομήσουν κάτι επιπλέον. 
Οι περισσότεροι άνθρωποι πουλάνε τις ιστορίες τους για μηδαμινά ποσά, κάποιοι άλλοι απορούν κιόλας που τους προτείνουν λεφτά για κάτι που δεν κοστίζει τίποτα. Άλλοι είναι ικανοποιημένοι μόνο και μόνο που υπάρχει κάποιος να μοιραστεί το βάρος που μέχρι τότε σήκωναν μόνοι τους.
Ποια είναι η δική μου αμοιβή; Χάρη σε μια παλιότερη ασθένειά μου και χάρη στις αγορασμένες ιστορίες μπορώ τώρα να κινηθώ στους διαδρόμους διαφόρων εποχών. Να έχω τα παιδικά χρόνια όλων απ' όσους αγόρασα, να μοιράζομαι τις γυναίκες και τις λύπες τους. Να τα αποθηκεύω όλα στα κιβώτια του Νώε, σ' εκείνο το υπόγειο.

Georgi Gospodinov, "Περί Φυσικής της Μελαγχολίας", Ίκαρος 2018 (μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου)