Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

μια εκδοτική τρέλα

Μόνο όταν απόχτησαν το πρώτο τους παιδί κατάλαβαν, σε μια τυχαία συζήτηση, πως τα γράμματα και των δυο τους ήταν γραμμένα από τον ίδιο γραφιά και, για πρώτη φορά, πήγαν μαζί στην Πύλη να του ζητήσουν να γίνει νονός του παιδιού. Ο Φλορεντίνο Αρίσα ενθουσιάστηκε τόσο με τη χειροπιαστή απόδειξη των ονείρων του, που βρήκε το χρόνο, τον οποίο συνήθως δεν είχε, για να γράψει έναν Οδηγό των Ερωτευμένων, πολύ πιο πλούσιο και ποιητικό από κείνον που πουλιόταν μέχρι τότε στα καροτσάκια για είκοσι σεντάβος και που η μισή πόλη γνώριζε απ’ έξω κι ανακατωτά. Έβαλε σε μια σειρά όλες τις καταστάσεις στις οποίες θα μπορούσαν να βρεθούν η Φερμίνα Δάσα κι εκείνος και για όλες έγραψε τόσα δείγματα, όσες και οι εναλλακτικές λύσεις που μπορούσε να σκεφτεί. Στο τέλος μάζεψε γύρω στα χίλια γράμματα, σε τρεις τόμους τόσο ογκώδεις όσο και το λεξικό της Κοβαρούμπιας, αλλά κανένας εκδότης στην πόλη δε θέλησε να διακινδυνεύσει να τα τυπώσει κι έτσι κατέληξε σε κάποιο πατάρι στο σπίτι, μ’ άλλα χαρτιά από το παρελθόν, αφού κι η Τράνσιτο Αρίσα αρνήθηκε ορθά κοφτά να ξεθάψει τα πήλινα δοχεία της και να ξοδέψει τις οικονομίες ολόκληρης ζωής σε μια εκδοτική τρέλα. Χρόνια αργότερα, όταν ο Φλορεντίνο Αρίσα είχε τα δικά του μέσα για να εκδώσει το βιβλίο, δυσκολεύτηκε πολύ να παραδεχτεί πως τα ερωτικά γράμματα δεν ήταν πια της μόδας.

Gabriel Garcia Marquez, «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας», Λιβάνης 1986 (μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας)

την ανηφόρα τη λένε salizada και το σοκάκι ruga

Αυτό το καλντερίμι με ταξιδεύει μακριά από τον κόσμο που γνώρισα μέχρι τώρα. Κάποιες φορές μύρισα την ευωδιά των μπαχαρικών, άλλες εισέπνευσα τον καπνό των καπνόφυλλων, μα ποτέ δεν ένιωσα όπως τώρα, ότι βρίσκομαι σ’ ένα σταυροδρόμι με διάφορους τόπου ν’ απλώνονται ταυτοχρόνως στα πόδια μου. Ένα suk της Κωνσταντινούπολης, ένα λιμάνι της Κίνας, ένα χάνι της Σαμαρκάνδης, μια γιορτή στους δρόμους της Γρανάδας.
-Καλέ μου κύριε, ώστε θέλεις λοιπόν ν’ αγοράσεις κάτι; Ρώτα με για να σε καθοδηγήσω.
Ο ξεναγός μου είναι ξανά κοντά μου και μου τραντάζει δυνατά το μπράτσο. Με κοιτάζει απ’ την κορφή ως τα νύχια μ’ ένα περίεργο βλέμμα και μου φαίνεται πως αρχίζει ν’ αμφιβάλλει για τις διανοητικές μου ικανότητες.
-Βλέπεις εξοχότατε; Την πλατεία που σε όλες τις πόλεις της Ιταλίας τη λένε piazza, εδώ στη Βενετία τη λένε campo, και τους δρόμους μικρούς-μεγάλους δεν τους λένε vie και strade, αλλά τα μικρά calle, και τους δρόμους δίπλα στα κανάλια fondamenta, την ανηφόρα τη λένε salizada και το σοκάκι ruga…
Ο υδάτινος δρόμος προβάλλει ξανά, στην ίδια ευθεία με το στόμιο μιας επιβλητικής ξύλινης γέφυρας. Οι αναρίθμητες αγκυροβολημένες βάρκες στις δυο όχθες του καναλιού, δεξιά της γέφυρας, και η ακατάπαυστη κίνηση στη φόρτωση και εκφόρτωση των εμπορευμάτων δείχνουν ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του εμπορικού κέντρου της Γαληνοτάτης.
-Ιδού το Ριάλτο, κύριε!

Luther Blisset, «Εκκλησιαστής», Τραυλός 2001 (μετάφραση Χρυσή Κακατσάκη)

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

σκλάβοι της σκέψης

-Είδες; Ψιθύρισε ο Χωλ. Οι αγαπητοί μας δολοφόνοι, αξιολάτρευτοι φιλόσοφοι. Πιστεύεις τώρα πως είναι μάλλον τρελοί, παρά βάρβαροι και κτηνώδεις δολοφόνοι;
Η Γκράνια σήκωσε τους ώμους. «Μπορεί να ορίζουν την ομορφιά μ’ όποιο τρόπο τους αρέσει, αλλά εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω πως έχουν βάλει σκοπό να σκοτώσουν το θείο Σέργιο… τον πατέρα μου».
-Μα δεν βλέπεις; Κατέχονται από ιδέες. Δεν λογαριάζουν την ανθρώπινη ζωή – ούτε καν τη δική τους. Είναι σκλάβοι της σκέψης. Ζουν σε έναν κόσμο ιδεών.
-Με πενήντα χιλιάδες δολάρια, αποκρίθηκε εκείνη.
Ήταν η σειρά του να σηκώσει τους ώμους.

Jack London, «Γραφείο Δολοφονιών Ε.Π.Ε.», Πλέθρον 1997 (μετάφραση Νανά Τσόγκα)

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

ανάμεσα σε δυο κόσμους

Ποιος αμφισβητεί την εντιμότητα και την ειλικρίνεια των περισσότερων μελών τούτων των κομμάτων; Ποιος αμφισβητεί την αφοσίωσή τους στην επανάσταση ή την «ψυχική ανάταση»; Μα αυτά είναι άστοχα. Μια μηχανή, που δεν δουλεύει επειδή είναι κακώς κατασκευασμένη, είναι εξ ίσου άχρηστη με μια μηχανή, που δεν δουλεύει επειδή ο κατασκευαστής της είναι συνειδητός απατεώνας. Και όλη η ειλικρίνεια, η καλή θέληση και η εντιμότητα δεν κάνουν τον άνθρωπο ούτε κατά ένα χαμόγελο ευτυχέστερον. Είναι καιρός ν’ αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο τα γεγονότα και να συνειδητοποιήσουμε ότι, σ’ όλους τους ποικίλους μεταρρυθμιστικούς μηχανισμούς μας, «κάπου έχει λασκάρει μια βίδα». Αυτή η γόνιμη μεταφορά της βιομηχανικής εποχής εφαρμόζεται συνήθως στην νευρωτική διαταραχή, και την χρησιμοποιώ στο παρόν πλαίσιο με άγριες προθέσεις. Θέλω να πω ότι η ουτοπία του μεροληπτικού είναι, από ψυχολογική άποψη, ένα φετίχ, δηλαδή, είναι μια απόπειρα ν’ αντικαταστήσουμε το όλον με το μέρος, και να χύσουμε μέσα στο μέρος ολόκληρο το συγκινησιακό περιεχόμενο που ανήκει στο όλον. Όταν ένας άνδρας παίρνει στην κατοχή του το μαντήλι ή την καλτσοδέτα μιας γυναίκας, και συμπεριφέρεται προς το αντικείμενο αυτό με την ίδια ένταση και το ίδιο ενδιαφέρον που θα έδειχνε και προς την κάτοχό του με σάρκα και οστά, το μαντήλι ή η καλτσοδέτα ονομάζονται φετίχ. Αποτολμώ να υποστηρίξω ότι Σοσιαλισμός, Ποτοαπαγόρευση, Αναλογική Αντιπροσώπευση και διάφοροι αφηρημένοι «–ισμοι» είναι τα φετίχ του οπαδού: είναι απόπειρες ν’ αντικαταστήσουμε το όλον μ’ ένα επί μέρους όργανο ή μιαν επί μέρους λειτουργία της κοινότητας. Είναι αναμφίβολα πολύ ευκολότερο να κλέψεις ένα μαντήλι απ’ το να κατακτήσεις μια κοπέλα. Παρόμοια, είναι ευκολότερο να εστιάσεις το ενδιαφέρον σου στη χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή στην ιδιοκτησία του μηχανολογικού εξοπλισμού και της γης, παρά στην ολότητα των δραστηριοτήτων μιας κοινότητας. Είναι όντως ευκολότερο, μα είναι μοιραίο, γιατί το αποτέλεσμα του φετιχισμού αυτού είναι πιθανόν ότι η κοπέλα μένει ανέραστη, η δε κοινωνία δεν υφίσταται καμιά θεμελιώδη αλλαγή. Επί πλέον, τα μεταρρυθμιστικά στοιχεία μέσα στην κοινωνία αχρηστεύονται με τον φετιχισμό και δεν συμμετέχουν φυσιολογικά στις δραστηριότητες της κοινότητας, και παραμένουν άχρηστοι – στην καλύτερη περίπτωση, περιπλανιούνται ανάμεσα σε δυο κόσμους, «έναν νεκρό, και τον άλλον ανήμπορο να γεννηθεί».

Lewis Mumford, «Η Ιστορία των Ουτοπιών», Νησίδες 1998, (μετάφραση Βασίλης Τομανάς)

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

από κείνους τους φόβους που μας αδειάζουν το μυαλό

Και μια μέρα, μια συνηθισμένη φθινοπωρινή μέρα, βγήκε ένας άνεμος που όσο πήγαινε δυνάμωνε. Κάποια στιγμή άρχισαν ν’ ανοιγοκλείνουν πόρτες-παράθυρα σαν να μάλωναν μεταξύ τους, ποτιστήρια και σκούπες να τρέχουν στις αυλές, τα ρούχα να φεύγουν μαζί με τα σύρματα, κι όσοι βρέθηκαν στους δρόμους, διαβάτες εν αιθρία, κολλούσαν πάνω στα ντουβάρια –αν προλάβαιναν- για να μην τους πάρει κι αυτούς η ανεμοζάλη.
Η Πέρσα είπε στον αδερφό της τον Γιακώβ να μην κουνηθεί ούτε απ’ τη μια κάμαρα στην άλλη γιατί δεν είχε όρεξη να τον κυνηγάει στον αέρα, μα ενώ το ‘λεγε, άνοιξε πίσω της ένα παράθυρο και το ρεύμα την προσγείωσε στα πόδια του.
«Για να σκέφτεσαι τι λες!» της είπε εκείνος με σαρδόνιο μορφασμό.
Και η Φεβρωνία, ψάχνοντας κάτι σ’ ένα παράπηγμα πίσω απ’ το σπίτι, ανάμεσα σε ξύλα και κασσόνια, άφησε το ψάξιμο και πήγε να βγει, μα μόλις έσπρωξε την πόρτα, ο αέρας της την γύρισε στο πρόσωπο. Την ξανάσπρωξε, κι εκείνος της την ξαναγύρισε.
«Α – αέρα, θα μαλώσουμε», του είπε.
Πήρε μια βαθειά ανάσα κι έσπρωξε την πόρτα με τα δυο της χέρια. Και πάλι ο αέρας της την έφερε στο πρόσωπο.
«Μα τι θες τώρα; Να τσακωθούμε;» του είπε πάλι. Και ταραγμένη, θυμωμένη, άρπαξε ένα ξύλο κι έσπρωξε μ’ αυτό την πόρτα – καταφέρνοντας έτσι (αρκετά ανέτοιμη παρ’ όλα αυτά) να πεταχτεί έξω στον άνεμο που λυσσομανούσε…
Μπήκε στο σπίτι σαν μαστιγωμένη. Κι ανήσυχη έσπευσε για επάνω, εκεί που είχαν την Ιουλία, κι όσο να φτάσει, όσο ν’ ανέβει ένα-ένα εκείνα τα σκαλοπάτια που άλλοτε τα έτρεχε και δεν την έφτανε κανένας, έμεινε το στήθος της δίχως ανάσα: απ’ το φόβο, τον άκρατο φόβο πως, αν τυχόν άνοιξε απ’ τον αέρα το παράθυρο που ήταν δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της, δεν θα ξανάβλεπε την κόρη της, θα έβρισκε το κρεβάτι άδειο… Από κείνους τους φόβους που μας αδειάζουν το μυαλό κι ας μην έχουν μεγάλη βάση: είναι δυνατόν, είναι και τόσο εφικτό, να πάρει ο αέρας μια δωδεκάχρονη παιδούλα απ’ το κρεββάτι της; Κι όμως η δύστυχη γυναίκα το σκέφτηκε κι αυτό εκεί στις σκάλες: αν δεν την πήρε σήμερα, θα ζήσει άλλα τριάντα χρόνια!

Ζυράννα Ζατέλη, «Και με το φως των λύκων επανέρχονται», Καστανιώτης 1993

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

η νυχτοπεταλούδα

Σήμερα ο Όσκαρ λέει απλώς: η πεταλούδα έπαιζε ταμπούρλο. Έχω ακούσει λαγούς, αλεπούδες και ασβούς να παίζουν ταμπούρλο με τα μπροστινά τους πόδια καθώς οσμίζονται τον κίνδυνο. Για τα βατράχια λένε πως όταν χαλούν τον κόσμο σαν μικροί τυμπανιστές προμηνύεται κακοκαιρία. Για τον δρυοκολάπτη πως χτυπώντας το ξύλο με το ράμφος του βγάζει τα έντομα απ'την κρυψώνα τους. Τέλος ο άνθρωπος χτυπά νταούλια, τύμπανα, μεταλλικά τύμπανα, κύμβαλα, ταμπούρλα. Μιλά για τουμπανιασμένα πτώματα, για περίστροφα που ο κύλινδρος τους θυμίζει τύμπανο, για επαναληπτικά πυρά όμοια με σφυροκόπημα τυμπάνου ή για τυμπανοκρουσίες και εννοεί επιδεικτική και θορυβώδη διαφήμιση. Τύμπανα συνάζουν τον κόσμο, κρουστά τον συνοδεύουν στον τάφο. Υπάρχουν μικροί και μεγάλοι τυμπανιστές. Υπάρχουν συνθέτες που γράφουν κοντσέρτα για έγχορδα και κρουστά. Σας θυμίζω και τις μέχρι τούδε απόπειρες του Όσκαρ. Μα όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στο ρεσιτάλ που έδωσε η νυχτοπεταλούδα κρούοντας δυο απλούς ηλεκτρικούς λαμπτήρες των εξήντα βατ επ' ευκαιρία της γέννησης μου. Ίσως υπάρχουν μαύροι στην πιο μαύρη Αφρική, όπως επίσης και στην Αμερική, που δεν έχουν λησμονήσει ακόμα την Αφρική, ίσως αυτοί οι ρυθμικά οργανωμένοι άνθρωποι να έχουν το χάρισμα, με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο με της πεταλούδας μου ή μιμούμενοι αφρικάνικες πεταλούδες -οι οποίες ως γνωστόν είναι μεγαλύτερες και λαμπρότερες από τις πεταλούδες της ανατολικής Ευρώπης- να παίζουν τύμπανο πειθαρχημένα και συνάμα αχαλίνωτα. Εγώ μπορώ να κρίνω τη μετρίου μεγέθους, πασπαλισμένη με καφετιά πούδρα νυχτοπεταλούδα την ώρα της γέννησής μου μόνο με βάση τα ανατολικοευρωπαϊκά μου μέτρα. Αυτή η πεταλούδα υπήρξε δασκάλα του Όσκαρ.

Günter Grass, "Το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο", Οδυσσέας 2008 (μετάφραση Τούλα Σιετή)