Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

κάτι που μπορεί να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα

Η έκφραση της χοντρής γυναίκας υπονοούσε πως ήταν έτοιμη να τρελαθεί επιτόπου αν κάποιος σκεφτόταν λίγο περισσότερο.
«Πιστεύω πως θ’ ανακαλύψεις», είπε ο δρ. Μπριντ, «πως όλοι κάνουμε την ίδια ποσότητα σκέψεων. Απλώς οι επιστήμονες σκέφτονται τα πράγματα με ένα συγκεκριμένο τρόπο, και οι υπόλοιποι άνθρωποι σκέφτονται με άλλους τρόπους».
«Αχ», κελάρυσε κενά η δεσποινίς Πέφκο. «Ο δρ. Χόρβαθ μού υπαγορεύει κι εγώ νομίζω ότι μου μιλάει σε ξένη γλώσσα. Δεν πιστεύω ότι θα καταλάβαινα – ακόμη και αν πήγαινα στο κολέγιο. Κι εκείνος μπορεί να μου μιλάει για κάτι που μπορεί να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, να φέρει τα πάνω κάτω, όπως η ατομική βόμβα.
Όταν επέστρεφα απ’ το σχολείο η μητέρα μου με ρωτούσε τι έγινε εκείνη την ημέρα, κι εγώ της απαντούσα», είπε η δεσποινίς Πέφκο. «Τώρα επιστρέφω από τη δουλειά και μου κάνει την ίδια ερώτηση, και το μόνο που μπορώ να της πω είναι…» Η δεσποινίς Πέφκο κούνησε το κεφάλι πλαταγίζοντας τα ολοπόρφυρα χείλη της – «δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω».
«Αν είναι κάτι που δεν καταλαβαίνεις», την προέτρεψε ο δρ. Μπριντ, «ζήτησε από τον δρα Χόρβαθ να σου το εξηγήσει. Είναι πολύ καλός στο να εξηγεί πράγματα». Γύρισε προς το μέρος μου, «Ο δρ. Χένικερ έλεγε πως όποιος επιστήμονας δεν μπορεί να εξηγήσει τι κάνει σε ένα οκτάχρονο παιδί, είναι τσαρλατάνος».
«Τότε εγώ είμαι πιο χαζή από ένα οκτάχρονο», κλαψούρισε η δεσποινίς Πέφκο. «Δεν ξέρω καν τι είναι τσαρλατάνος».

Kurt Vonnegut, «Η Φωλιά της Γάτας», Κέδρος 2007 (μετάφραση Φίλιππος Χρυσόπουλος)

σκέψου ένα πράγμα και πες μου το

«Μου αρέσει αυτό το βιβλιοπωλείο. Και ξέρεις γιατί;» είπε εκείνη. «Γιατί είναι ημιυπόγειο.» «Αισθάνεσαι κρυμμένη. Σου αρέσει να κρύβεσαι. Από τι;» Τριγύρω, οι άντρες συζητούσαν για δουλειές με κοφτό ρυθμό και αποσπασματικές φράσεις, μια επίσημη συνθηματολογία με υπόκρουση πιατικών. «Μερικές φορές μόνο από το θόρυβο», είπε σκύβοντας πάνω του και ψιθυρίζοντας κεφάτα τις λέξεις. «Ήσουν ένα από εκείνα τα σιωπηλά, μελαγχολικά παιδιά. Κολλημένη στη σκιά.» «Κι εσύ;» «Δεν ξέρω. Δεν το σκέφτομαι.» «Σκέψου ένα πράγμα και πες μου το.» «Εντάξει. Ένα πράγμα. Όταν ήμουν τεσσάρων», είπε, υπολόγιζα πόσο θα ζύγιζα σε καθένα από τους πλανήτες του ηλιακού συστήματος.» «Καλό αυτό. Α, αυτό μου αρέσει», είπε εκείνη και τον φίλησε στον κρόταφο κάπως μητρικά. «Επιστημοσύνη και εγωισμός συνδυασμένα». Τώρα γελούσε παρατεταμένα καθώς εκείνος έδινε στο γκαρσόνι την παραγγελία τους.

Don DeLillo, «Κοσμόπολις», Εστία 2004 (μετάφραση Θωμάς Σκάσσης)

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

αυτό θέλει ο Θεός

Κουμαντάριζε από τη σκιά, με σοφία θα μπορούσε να πει κανείς, μια και μέχρι τώρα στα όρια της περιοχής του όλα ήταν ισορροπημένα. Κομμουνιστές, κεντρώοι, δεξιοί, είχε ο καθένας ελεύθερα το καφενείο του, την πιάτσα του, το αλισβερίσι του, τους μικροκαβγάδες του, και η ζωή κυλούσε, η αγορά δούλευε και δεν μπερδευόταν ο ένας στα πόδια του άλλου. «Οι ιδέες και οι θεωρίες που δεν είναι για την κονόμα, είτε κόκκινες είτε μαύρες είτε μπλε», έλεγε, «είναι καλές μόνο για να γυμνάζεται η γκλάβα κάτω από το καύκαλο να παίζεις τρίλιζα και πικέτο, κι όχι για να βγάζει ο ένας το μάτι του άλλου χωρίς κέρδος. Βέβαια, για να ‘χεις κέρδος πρέπει να ‘χεις πάντα το πάνω χέρι εσύ. Και πώς το κατορθώνεις αυτό; Με το να κόβεις σε μικρές ομάδες τους ανθρώπους, να τους αφήνεις να πιστεύουν άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς κι άλλοι παραλλιώς, για να μπορείς να τους κουλαντρίζεις. Κομμουνιστές, δεξιοί, χριστιανοί, παναθηναϊκοί, ολυμπιακοί, μόνο γι’ αυτό είναι χρήσιμες αυτές οι ιδέες, για να ‘χεις το κουμάντο εσύ και να τους κρατάς στο κουρμπέτι και μαζί και χώρια, για να τσουλάει η αγορά και να ‘χεις το ανάλογο κέρδος. Αυτό θέλει ο Θεός, το κέρδος, αλλιώς θα μας κρατούσε ακόμη στον παράδεισο, αιώνιους, αθάνατους, άφραγκους και απονήρευτους.

Θανάσης Σκρουμπέλος, «Μπλε Καστόρινα Παπούτσια», Τόπος 2007

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

φαίνεται ότι κι ο Θεός έχει περίεργη νοοτροπία

ΜΙΧΑΗΛ: Λοιπόν, είχατε δεν είχατε, το κάνατε το θάμα σας!
ΣΕΡΓΙΟΣ (πολύ ψύχραιμος): Ας πάρουμε το ζήτημα ab ovo. Τι εστί θάμα;
ΜΙΧΑΗΛ: Θάμα εστί γεγονός ή φαινόμενο υπερφυσικό, γινόμενο κατ’ επιταγή του Υψίστου.
ΣΕΡΓΙΟΣ (συμπληρώνει): Του οποίου φαινόμενου ή γεγονότος η υπερφυσικότητα γίνηκε αντιληπτή απ’ τους ανθρώπους. Στην προκείμενη περίπτωση ουδέν το τοιούτο. Δυο καλόγεροι έκλεψαν απ’ την Κίνα κι έφεραν στη Βασιλεύουσα σπόρια μεταξοσκώληκα. Τι τούτου φυσικότερο;
ΜΙΧΑΗΛ (κλονισμένος): Βέβαια, κατ’ επίφαση θάμα δεν υπάρχει. Στην ουσία όμως…
ΒΑΚΧΟΣ: Στην ουσία, ο Ύψιστος δεν μπορεί να ΄χει αντίρρηση. Για ποιο λόγο μονάχα οι ειδωλολάτρες της Κίνας να πλουταίνουν απ’ το μετάξι, κι όχι κι οι χριστιανοί της Ρώμης;
ΣΕΡΓΙΟΣ: Όσο για τον τύπο, μας αρέσει να κάνουμε το καλό για το καλό, κι όχι για το μάταιο έπαινο. Είμαστε εχθροί της δημοσιότητας…
ΒΑΚΧΟΣ: Της επιλεγόμενης ρεκλάμας.
ΜΙΧΑΗΛ: Έχτε περίεργη νοοτροπία, που πολύ ερεθίζει τους αρμόδιους κύκλους. Το περιεργότερο όμως είναι πως ο Πανάγαθος δεν δυσφορεί καθόλου με τα καμώματά σας…
ΣΕΡΓΙΟΣ: Φαίνεται ότι κι ο Θεός έχει περίεργη νοοτροπία. Πώς οι αρμόδιοι δεν έκαναν ακόμα πραξικόπημα να τον εκθρονίσουν!
ΒΑΚΧΟΣ: Και να τον αντικαταστήσουν με τον Εωσφόρο.
ΣΕΡΓΙΟΣ: Τον Εωσφόρο; Αδύνατο! Είναι το ίδιο νοήμων με το Σαβαώθ… Εδώ χρειάζεται ένας Θεός που να συνδυάζει ιδιότητες αγράμματου καλόγερου, σχολαστικού θεολόγου κι ευνούχου χωροφύλακα του Τμήματος Ηθών…

Μ. Καραγάτσης, «Σέργιος και Βάκχος», Εστία 2007

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

μα, δεν ήθελα να εκθέσω τον κύριο Ωνάση…

Ο χειρισμός της υπόθεσης Ωνάση-Νιάρχου έκανε ακόμη πιο ανυπόληπτο το καθεστώς της Χούντας. Ήταν πολύ δύσκολο για την κοινή γνώμη –ελληνική και διεθνή- να παραδεχτεί ότι η προτίμηση προς την ασύμφορη προσφορά είχε ανιδιοτελή ελατήρια! Θερμός υποστηρικτής του Ωνάση ήταν ο ίδιος ο Παπαδόπουλος, αλλά πίσω από τον Νιάρχο ήταν αφανώς ο Μακαρέζος και εμφανέστατα μια ομάδα εξαγορασμένων υπουργών. Κάποια μέρα ο Ωνάσης κατήγγειλε στον πρωθυπουργό ότι ο αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού Ορλάνδος-Ροδινός είχε δεχτεί να συζητήσει μαζί του το ύψος της αμοιβής του για να μετατραπεί από υποστηρικτής του Νιάρχου σε υπέρμαχο της προσφοράς Ωνάση. Ο Παπαδόπουλος κάλεσε στο γραφείο του τον Ορλάνδο-Ροδινό και παρουσία του Ωνάση τον ρώτησε αν είναι ακριβής η καταγγελία. «Ναι», είπε ο υπουργός, «ο κύριος Ωνάσης μου προσέφερε ένα σημαντικό ποσό…». «Και γιατί δεν μου το είπες;» ρώτησε ο Παπαδόπουλος. «Μα, δεν ήθελα να εκθέσω τον κύριο Ωνάση…».
Στο σημείο αυτό παρενέβη ο Ωνάσης: «Ρε συ, είπε απευθυνόμενος στον Ορλάνδο-Ροδινό, εγώ είμαι επιχειρηματίας και χρησιμοποιώ όλα τα μέσα για να επιτύχω τη δουλειά μου. Εσύ όμως είσαι υπουργός. Γιατί δέχτηκες να συζητήσεις πόσα θα πάρεις;»

Γιάννης Κατρής, «Η Γέννηση του Νεοφασισμού στην Ελλάδα», Παπαζήσης 1974

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

εξαιτίας της ζέστης

Στις έξι και μισή βρισκόταν στη Γλυφάδα. Πάρκαρε τα’ αμάξι του ακριβώς στο ίδιο μέρος που το είχε αφήσει όταν πήγε να δει την κυρία Κατσαρού. Τα μαγαζιά στο εμπορικό κέντρο Colosseum είχαν ανοίξει, αλλά ήταν άδεια από πελάτες. Ίσως λόγω της ώρας ή εξαιτίας της ζέστης. Κάθισε σ’ ένα από τα ξύλινα τραπέζια της στοάς, κι όταν ήρθε ο σερβιτόρος, παρήγγειλε ένα νεσκαφέ. Πάνω στα τραπέζια και στους ξύλινους πάγκους υπήρχαν χαραγμένα ονόματα. Ξεχώρισε το «Σοφία-Γιάννης» κι αμέσως παραπέρα το «Σοφία-Λευτέρης». Πιο πέρα διάβασε «Σοφία-Βασίλης». Κάπου ανάμεσα στα ονόματα ήταν χαραγμένη μια καρδούλα μ’ ένα βέλος. Κάποια Σοφία είχε ερωτευτεί ταυτόχρονα τρεις άντρες; Ή μήπως επρόκειτο για τρεις διαφορετικές Σοφίες; Έριξε μια ματιά προς το μαγαζί της κυρίας Κατσαρού. Ήταν ανοιχτό.

Φίλιππος Φιλίππου, «Το χαμόγελο της Τζοκόντας», Το Βήμα 2011