Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει

Θα 'θελε να μείνει κι άλλο στο κρεβάτι, όμως ένα από τα πιο θαυμαστά χαρακτηριστικά του μεσημεριανού ύπνου είναι ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει: σαν να ξεκολλάνε απότομα πάγοι, σαν να χύνεται ένα ζεστό ρεύμα νερού στο κοιμισμένο σώμα. Επιπλέον, ο Σιγισμούνδος γνωρίζει ότι η κραυγή που έρχεται ανά τακτά διαστήματα από το δρομάκι σε λίγο θα γίνει αφόρητη και πως, αν θέλει να γλιτώσει απ' αυτήν, ο μόνος τρόπος είναι να καταλάβει τι σημαίνει (πράγμα που δεν είναι στο χέρι του) ή να φύγει μακριά αποκεί. Έτσι τραβάει το σεντόνι, κάτω από το οποίο ήταν γυμνός, και πετάγεται από το χαμηλό κρεβάτι.

André Pieyre de Mandiargues, "Το Περιθώριο", Μεταίχμιο 2004 (μετάφραση Γιώργος Ξενάριος)

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

"ενδημικά" κακά της εποχής

Η πολιτική κατάσταση στη χώρα δεν εξομαλύνθηκε ούτε με την εκδίωξη των Γάλλων και την παλινόρθωση του Φερδινάρδου Ζ' (1814-1833). Μπροστά στη διαμάχη μεταξύ συντηρητικών και φιλελευθέρων, ο μονάρχης επέδειξε την πιο συμφέρουσα γι' αυτόν λύση: την αποκατάσταση της απολυταρχίας στην πιο γνήσια μορφή της. Ο βασιλιάς δε θέλησε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των φιλελευθέρων (εκείνη τη στιγμή ήταν το πιο λογικό που μπορούσε να πράξει) ούτε ακολούθησε τις ρεαλιστικές υποδείξεις των Περσών (persas)*, οι οποίοι δεν έκρυψαν ποτέ τις μοναρχικές πεποιθήσες τους, υποστηρίζοντας, όμως, πως θα ήταν αναγκαίες κάποιες μεταρρυθμίσεις ώστε να αποφευχθούν τα φαινόμενα δεσποτισμού που είχαν παρατηρηθεί κατά το παρελθόν. Η απόφαση του μονάρχη ανάγκασε τους φιλελεύθερους να σχηματίσουν παράνομες οργανώσεις. Σ' αυτές συμμετείχαν αξιωματικοί του στρατού, άρτι αφιχθέντες στην Ισπανία μετά την αποφυλάκισή τους από τα γαλλικά κρατητήρια, και πρώην αρχηγοί των ατάκτων (guerilleros). Και οι μεν και οι δε είχαν πλήρως απογοητεύθει βλέποντας πως είχαν περάσει στο περιθώριο, τη στιγμή που επιβραβεύοταν με τις καλύτερες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό οι ακραιφνείς οπαδοί του Γκοντού και στυλοβάτες του παλιού πολιτεύματος. Έτσι, μέσα από τις οργανώσεις των μασόνων και των καρμπονάρων, "ενδημικά" κακά της εποχής, προετοιμάστηκε η επέμβαση του φιλελεύθερου στρατού στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Και ο στρατός παρέμεινε για μεγάλο διάστημα ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων.

*Πέρσες ονομάστηκαν οι υπογράψαντες το 1814 ένα μανιφέστο με το οποίο στήριζαν το καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας. Το μανιφέστο αυτό άρχιζε με τη φράση: "Ήταν συνήθεια των αρχαίων Περσών"...".

J. Vicens Vives, "Σύντομη Ιστορία της Ισπανίας", Αίολος 1997 (μετάφραση Δημήτρης Φιλιππής)

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

γεμίζουν την καρδιά με μια θλιμμένη ευτυχία

Είναι ανώφελο να τον παρακαλάει κανείς να διηγηθεί με λεπτομέρειες όσα συνέβησαν μετά: η ιπποτική του εχεμύθεια, δοκιμασμένη με επιτυχία στο επαγγελματικό απόρρητο, που είναι η πρώτη επιταγή της δημοσιογραφίας, σ' αυτό το θέμα αποδεικνύεται ακλόνητη. Στο παχουλό του πρόσωπο, συνήθως πολύ σοβαρό, κυρίως από τότε που επέστρεψε από τη Μαδρίτη, ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο, και το βλέμμα του, χαμογελαστό και μελαγχολικό μαζί, χάνεται στο άπειρο ή στο βάθος του ποτηριού με το κρασί από κίνα που εξακολουθεί να πίνει ανελλιπώς κάθε βράδυ στις εννιά. Από τότε, τα πιο σαχλά τραγουδάκια που ακούει στο ραδιόφωνό του γεμίζουν την καρδιά με μια θλιμμένη ευτυχία, σαν να είναι δεκάξι χρονών. Διηγείται μόνο πως κοιμήθηκε πολύ αργά, πως η Όλγα δεν ήθελε να σβήσει το φως γιατί φοβόταν, πως μετά από λίγη ώρα που μοιράζονταν το στενό υπνοδωμάτιο στο πατάρι μιλούσαν πια στον ενικό, πως εκείνη άρχισε να τον φωνάζει Λώρεν, πως κοιμήθηκε σαν κούτσουρο -αν κι αυτή η παρομοίωση του φαινόταν λίγο άκομψη- περισσότερες από οχτώ ώρες και πως όταν ξύπνησε θυμόταν ότι έβλεπε πολύ ζωντανά έγχρωμα όνειρα κι ένιωθε στα μέλη του μια θεραπευτική ηρεμία και μια ελαφράδα σαν να 'χε ξαναβρεί τη νιότη του, και ταυτόχρονα μια περηφάνια που έμοιαζε με ματαιοδοξία και την οποία, όπως φαίνεται, θεμελίωνε με τη θεσπέσια αναπόληση ορισμένων αριθμητικών στοιχείων.

Antonio Muñoz Molina, "Τα Μυστήρια της Μαδρίτης", Σέλας 1994 (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου)

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

μια πομπή από φαντάσματα!

Στις επανειλημμένες μου απόπειρες να θυμηθώ, στις σκληρές μου προσπάθειες να διαφωτισθώ για κείνη την κατάσταση φαινομενικής ανυπαρξίας, στην οποία είχα βυθιστεί, έρχονταν συχνά στιγμές που έλπιζα να τα καταφέρω, έρχονταν σύντομες, πολύ σύντομες στιγμές, που ξανάφερνα στη μνήμη μου κάποια θύμηση, που , όπως συχνά με διαβεβαίωνε μετά το λογικό μου, όταν έγινε πιο λαγαρό, δεν μπορούσε ν’ αναφέρεται πουθενά αλλού παρά σ’ εκείνη την κατάσταση φαινομενικής ανυπαρξίας. Αυτές οι φευγαλέες αναμνήσεις μιλούσαν αβέβαια για μεγάλες μορφές που με σήκωναν και με κουβαλούσαν προς τα κάτω –σιωπηλά, όλο και βαθύτερα- ώσπου με τη σκέψη της απύθμενης αβύσσου στην οποία βυθιζόμουν, μ’ έπιασε ένας φοβερός ίλιγγος. Μιλούσαν, ακόμα, για μια ακαθόριστη ανατριχίλα που διαπέρασε την καρδία μου, επειδή η καρδιά αυτή είχε γίνει τόσο αφύσικα ήρεμη. Ακολούθησε μια αίσθηση σαν να είχε πετρώσει το καθετί ολόγυρά μου• σαν εκείνοι που με κουβαλούσαν –μια πομπή από φαντάσματα!- να είχαν φτάσει κατεβαίνοντας ως τα σύνορα του απείρου και τώρα είχαν σταματήσει και ξαπόσταιναν. Τότε ακριβώς πρέπει να ένιωσα ένα αίσθημα μούχλας και υγρασίας• κι έπειτα όλα είναι παραλογισμός – ο παραλογισμός μιας θέλησης που θέλει να θυμηθεί το υπεράνθρωπο, το απαγορευμένο.

Edgar Allan Poe, "Το πηγάδι και το Εκκρεμές", Αιγόκερως 1999 (μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ)

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

η τέχνη μπορεί να περιμένει

Τα χέρια σου μοιάζουν με πτερύγια χήνας. Λεπτές μεμβράνες συνδέουν τα δάχτυλα. Αργότερα τα δάχτυλα θα ελευθερωθούν. Θα βγουν νύχια. Θα μπορείς να σκαλίζεις ιερογλυφικά στα τοιχώματα του αμνιακού σάκου. Τα πρώτα σου ποιήματα. Τι κρίμα να μην τα θυμάσαι μετά. Ένα παιδί-θαύμα. Ένας ποιητής!
Ίσως ακόμα και μια νουβέλα να προλάβεις να γράψεις στους μήνες που απομένουν. Ίσως πάλι έχεις πιει υπερβολικά απ' αυτή την μπίρα που στέλνει η μάνα σου να στροβιλιστεί αφρίζοντας μεσ' απ' το λώρο. Υποστέλλεις τη σημαία.
Η τέχνη μπορεί να περιμένει.

Άρης Σφακιανάκης, "Δεν ήξερες... δεν ρώταγες", Κέδρος 1998