Πέμπτη 31 Μαΐου 2012
Τετάρτη 30 Μαΐου 2012
να τελειώνουν και να φεύγουν
Έτσι πήγε το πράγμα, μέχρι που πλησίασαν στην Καραϊβική, όπου πάντα φυσάνε οι εποχικοί άνεμοι, οι «trade winds», και δρόσισε κάπως. Η «Αγία Μαρκέλλα» σταμάτησε ξανά για κάρβουνο στο Κουρασάο, απ’ όπου πήρα και λίγα φρούτα και σαλατικά, ενώ βγήκαν και μερικοί για να κάνουν έρωτα στα γρήγορα όπου θα τους πήγαινε ο ταξιτζής. Αυτός ο έρωτας ήταν τόσο μηχανικός, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα έμβολα της μηχανής καθώς μπαινόβγαιναν παλινδρομικά μέσα στους κυλίνδρους ήταν πιο ερωτικά. Αναστέναζαν κιόλας από την πίεση του ατμού κατά έναν τρόπο πολύ παρόμοιο με τους ανθρώπους, υπό την πίεση του ίμερου, στην τελική ευθεία προς τον οργασμό τους. Η διαδικασία αυτή τόσο στις μηχανές όσο και στους ανθρώπους καλείται «εκτόνωση». Από την πλευρά των ναυτικών ο έρωτας αυτός δεν ήταν πάντοτε χωρίς συναίσθημα. Όχι πως ερωτεύονταν μια γυναίκα που δεν είχαν ξαναδεί και μάλλον δεν επρόκειτο να ξαναδούν. Γλιστρούσαν όμως σε μια φαντασίωση που ασφαλώς επηρέαζε την ψυχική κατάστασή τους πριν και μετά το συμβάν. Το μετά ήταν σχεδόν πάντοτε η post coitum tristitia, η μικρή κατάθλιψη μετά τον οργασμό. Αυτή προερχόταν αναπόφευκτα από την επαγγελματική συμπεριφορά της γυναίκας, που μετά φερόταν απροκάλυπτα ως πόρνη, χωρίς τα προσχήματα των προκαταρκτικών, ματιές, χαμόγελα, κομπλιμέντα και τα λοιπά. Αντιθέτως, προχωρούσε στο πλύσιμο και στο ντύσιμο σαν να μην ήταν ο άλλος καν εκεί. Λένε ότι η πόρνη είναι η ιδεώδης ερωμένη, γιατί άμα τελειώσεις… φεύγει. Αυτοί που το λένε βέβαια δεν έχουν κάνει έρωτα, όσες φορές κι αν έχουν συνουσιαστεί ή, μάλλον, αυνανιστεί επί γυναικός. Περιέργως εκεί συμπίπτουν οι πόρνες με τους πελάτες. Γιατί και αυτές θέλουν ακριβώς το ίδιο: να τελειώνουν και να φεύγουν. Πριν συμβούν αυτά όμως, ο ναυτικός περνάει από μια σειρά ψυχικών διακυμάνσεων. Ανάμεσα σ’ αυτές συγκαταλέγεται και η ενοχή απέναντι στη γυναίκα που έχει αφήσει πίσω και που αγαπάει – και από την οποία απαιτεί φυσικά απόλυτη πίστη. Οι πιο ναρκισσιστές φαντάζονται ότι αυτή με την οποία πλαγιάζουν ηδονίζεται. Αυτό βέβαια δεν είναι αδύνατον – εφόσον κοιμηθούν ή περάσουν πολλές ώρες μαζί και έχει προηγηθεί και έξοδος με χορό και τα λοιπά. Αλλά είναι περίπου τόσο σπάνιο όσο και το να σου πέσει το λαχείο. Είναι πιθανόν όμως, εάν και οι δύο είναι πρωτάρηδες στη διαδικασία αυτή, τόσο εκείνη όσο και εκείνος να παρασυρθούν σε μια φαντασίωση ότι εκείνη τη στιγμή βρίσκονται με κάποιον άλλον, του αλκοόλ βοηθούντος.
Τηλέμαχος Μαράτος, «Μιγέλ Θαλασσινός», Κέδρος 2003
Τηλέμαχος Μαράτος, «Μιγέλ Θαλασσινός», Κέδρος 2003
Τρίτη 29 Μαΐου 2012
στου χαμογέλιου της, που νάχα «μπει» γω, την έννοια;
Ω διάολε!.. Νάχεις συ βρει έναν καιρό και να λυσσάν γύρω σου οι άλλοι. Με τις αντλίες πυρός, είχαν δυο μούτσοι βαλθεί πως ν’ αποπλύνουν το πλοίο. Βλέπεις, η άμμος απ’ τα Σιμούν του Σουδάν μας είχε κάμει… ως αρχαίους. Τα φαγητά μας κριτσάναγαν. Ποιος να μου τόλεγε ότι το κρίτσι-κρίτσι (που αυτή έλεγε) δεν ήταν ότι τα φαγιά κριτσανάγαν, αλλά, ότι εννοούσε ποντίκια; «Πως έφαγε (πρωί-πρωί, μου παράστησε) πολύ-πολύ κρίτσι-κρίτσι!» - «Αμ’ εγώ; αμ’ εγώ, (της κάνω εγώ με νοήματα) – εννοόντας ότι στα τέτοια είμαι τσίφτης): εγώ –λέω- να ιδείς κρίτσι-κρίτσι!». Και «τυμπάνισα» για.. «το του λόγου ασφαλές» την κοιλιά μου. Τότ’ αυτή χαμογέλασε. Που νάξερα ότι είχα φάει ποντικούς; Στου χαμογέλιου της, που νάχα «μπει» γω, την έννοια; (Με το να με λέει δε κειος ο χαλές «κουκουβάγια» του, αντικατάστησα το πηλίκιό μου, με κάσκα.. Δεν μ’ απόλειπε, παρά να βάψω μωβ και τα δόντια μου!. Μην –τώρα- θ’ απόχταγα, ως ο κύριος Δεφτάς, και «καρούμπαλο»; - Γι’ αυτό άλλωστε, αυτός, φόραε «μπομπέ»* για να, ο καρούμπαλός του, μη «βρίσκει»!...): Ω φαρδομάνικη των τεμενάδων!... μουρμούρισα – ω πλακομούτσουνη Κίρκη!...
*Γλομποειδές –αυτό- καπέλλο, σκληρό, το και «σκληρό» -για τούτο- ειπωθέντο.
Γιάννης Σκαρίμπας, «Η Μαθητευομένη των Τακουνιών», Νεφέλη 1995
*Γλομποειδές –αυτό- καπέλλο, σκληρό, το και «σκληρό» -για τούτο- ειπωθέντο.
Γιάννης Σκαρίμπας, «Η Μαθητευομένη των Τακουνιών», Νεφέλη 1995
Δευτέρα 28 Μαΐου 2012
Σάββατο 26 Μαΐου 2012
δεν το λες καλά, δεν θα περάσεις!
«Σ’ ακούω, φίλε», έλεγε σιγανά αυτός, «πες κι άλλα, όλα πες τα. Βγάλ’ τα, βγάλ’ τα, πες τα όλα, μοναχοί είμαστε, πες τα όλα», καθώς ο νους του και το χέρι έτρεχε με σβελτάδα, σε άλλες εικόνες, ανομολόγητες, πλασμένες όμως εκ του μηδενός, μια και από εμπειρία δεν είχε καμία, όπως καταλάβαινε κι ο λοχίας του, κι αυτές οι πνιγμένες κραυγές που άκουγε εκεί κοντά του, το αντρίκιο αυτό βαριανάσεμα, ήταν γι’ αυτόν τα πρώτα καταδεχτικά κουβεντιάσματα των ανθρώπων της καρδιάς του πάνω στο θέμα. «Πες μας κι εσύ τώρα τι βλέπεις;» του λέει με τη σειρά του της πρώτης Μοίρας ο σκοπός και γέλασε, σαν να του έλεγε· «πρόσεξα, μη νομίζεις, τη φράση σου». Τα ’χασε αυτός για μια στιγμή, αλίμονο αν έλεγε τι βλέπει, θα έμενε το παιδί κατάπληκτο· «βλέπω φως του» του λέει. «Τι φως βλέπεις; τι λες;». «Βλέπω φακό, η έφοδος, κουμπώσου». Και, να, σε λίγο ήρθε κοντά η έφοδος. Ήταν εκείνη η μουστόγρια ο ανθύπας, μόνιμος ανθυπασπιστής, πλάσμα στριμμένο και ανέραστο. «Αλτ! το σύνθημα!» του λέει αυτός. «Πάφος!» του λέγει εκείνος. «Το παρασύνθημα!» «Κυτίον!» λέει ο ανθυπασπιστής. «Δεν το λες καλά, δεν θα περάσεις!». Βγάζει ο ανθύπας το χαρτάκι, το διαβάζει με το φακό. Έτσι, όπως φώτιζε αποκάτω το μούτρο του, σαν τέρας. «Κυτίον!» ξαναλέει. Τότε λέγει αυτώ· «Κυτίον θα πει Κουτί. Άκουσες ποτέ σου τέτοιο σύνθημα; Πέρνα όμως τώρα και μάθε πως Κίτιον, πόλη της Κύπρου, Κίτιον. Δεν άκουσες ποτέ σου, ο Κιτίου;». Και ταυτόχρονα να σπαρταράει μέσα του, καθώς έπιανε τον εαυτό του με το όπλο προτεταμένο να κάνει μες στα άγρια σκοτάδια μάθημα στον ανθυπασπιστή. Πάντως, τον καθυστέρησε και μάλιστα με πολύ επιτυχημένο τρόπο. «Θα σε διορθώσω αύριο στην αναφορά!» του λέγει η κομπλεξική μουστόγρια. «Θα μας τα κλάσεις!» ακούγεται μια άγρια φωνή μέσα απ’ τα σκότη και τα χάνει η μουστόγρια. «Πέρνα τώρα και τα λόγια λίγα!» του λέγει η σωφεράντζα με το αυτόματο. «Θα σας διορθώσω εγώ!». «Σου είπα τι θα μας διορθώσεις!» «Αύριο αρπάζουμε φυλάκα». «Τόσο το καλύτερο θα τα λέμε από πιο κοντά». «Ακούς, εκεί, Κυτίον!». «Της μάνας σου, ρε!». Και γυρνώντας ο της πρώτης Μοίρας του λέγει γλυκά: «Συνάδελφε, άσε τις ντροπές και πες μας τι βλέπεις». Λέγει αυτώ εκείνος· «βλέπω τους ουρανούς ανεωγμένους και τους αγγέλους αναβαίνοντας και καταβαίνοντας εν τω δεσμωτηρίω». Λέγει· «αμήν, αμήν, αμήν».
Γιώργος Ιωάννου, "Επιτάφειος Θρήνος", Κέδρος 1980
Γιώργος Ιωάννου, "Επιτάφειος Θρήνος", Κέδρος 1980
σχεδόν καλοί
Μέσ' στην απαλότατη νύχτα, που τ' άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, μέσ' στο νωθρό παράξενο φεγγάρι - το βράδυ εκείνο κι οι άνθρωποι ήταν σχεδόν καλοί.-
Ναπολέων Λαπαθιώτης, "Κάπου περνούσε μια φωνή", Ερατώ 2011
Ναπολέων Λαπαθιώτης, "Κάπου περνούσε μια φωνή", Ερατώ 2011
και όλο βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος
Τότες έγινε κάτι φοβερό. Ήταν ο πανικός. Κείνος ο αρχαίος πανικός με το ανατριχιαστικό του σκούξιμο, που χούγιαξε πάνω από το στρατό μας με τη βραχνή φωνή του. Είναι μια στριγκιά, ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό ξερασμένο από τα τεντωμένα λαρύγγια χιλιάδων τρελών που ξεχύθηκαν από τα κελιά τους, παραλοϊσμένοι από την ίδια τους την τρομάρα. Αυτό το σκούξιμο ξεχύνεται, απλώνεται, κυματίζει, συνεπαίρνει στο σίφουνα της μανίας του κορμιά και ψυχές. Ο πανικός φρουμάζει από μέσα σου κι απ’ έξω, από ψηλά, από χάμου, δεξά, ζερβά. Τότες το μυαλό παγώνει μέσα στ’ αυλάκια των κοκάλων, οι αίστησες ξεκόβουν από το χαλινάρι του αφέντη εγκέφαλου, και όλα τα μέλη επαναστατημένα, απειθάρχητα, ενεργούν παρζαβλά, δίχως σκοπό. Ο πανικός φυσάει την κραυγή του μέσα στις ψυχές, θεόσταλτη αρρώστια, κυνηγάει τους ανθρώπους με τη βουκέντρα του σαν ένα κοπάδι άγρια ζα. Τον είδα και τον άκουσα εγώ κείνη τη νύχτα να μας προγκάει μέσα στους πλατιούς, λασπωμένους κάμπους, που κρεμιούνται με όλο το μουσκεμένο χώμα τους στα άρβυλα να σε κρατήσουν. Άκουσα τη φωνή του να ξεχειλίζει, ν’ αντιλαλεί από ρεματιά σε ρεματιά, ν’ αντιχτυπιέται στους βράχους μέσα στις βουερές λαγκαδιές που αφήναμε πίσω στ’ αλαφιασμένο μας φευγιό. Μας πρόφταινε ολούθε. Φώναζε μέσ’ από τα νερά, μέσα από τα δέντρα, μέσ’ από τη λάσπη, από τις κουφάλες και τις σπηλιές. Η μούρη του είναι πλατιά, χλωμή σαν το θειάφι, με τρίχες όρθιες, με μάτια αλλήθωρα, διάπλατα τεντωμένα. Μέσα απ’ εκεί σε κοιτάζει επίμονα η τρέλα. Κι αυτό το φριχτό πράμα, που έχει χίλιες φωνές, χίλια χέρια από μαλακόν ίσκιο, τρέχει καταπόδι σου, πίσω από το τρέκλισμά σου να σε πιάσει. Οι βράχοι μορφάζουν, παραμορφώνουν τα σχήματά τους σπασμωδικά, κουνούν τερατώδικα τα μέλη καταπάνω σου. Τα χαμόδεντρα ψιθυρίζουν συνωμοτικά ενάντιά σου, στριμώχνουνται στις περασιές σου, λουφάζουν και παραμονεύουν καταλαγιασμένα μπρούμυτα, με τα μαλλιαρά τους κεφάλια σμιχτά. Έχουν ευκίνητα χέρια λυγερά, μακριά, με νύχια γαμψά και παραφυλάνε να περάσεις. Τότες τινάζουν ξαφνικά τα νευρωμένα τους πλοκάμια και σε αγκιστρώνουν από το πόδι, από την άκρη της μαντύας. Πέφτεις χάμου και χτυπάς και ματώνεσαι δίχως να μιλήσεις. Ξανασηκώνεσαι πάλι και τρέχεις ολοένα με την ψυχή στο στόμα, και όλο βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος, στο χώρο του πανικού. Σκοντάφτεις σε μια σειρά μισοκαμένα βαγόνια και αλλάζεις δρόμο να τους ξεφύγεις, γιατί σου φτύνουνε σκοτάδι γεμάτο υπονοούμενα φοβερά. Βουίζουν μέσα στη νύχτα με τ’ ανοιχτά τους στόματα, βρικολακιάζουν και σέρνουν τους στρεβλωμένους, τους σκουριασμένους σκελετούς των πίσω σου, σαν τερατώδικα προκατακλυσμικά λείψανα. Δώδεκα χιλιάδες ξετρελαμένοι φυγάδες χιμήξαμε έτσι μέσα στη φαρδιά στράτα του λυτρωμού που δεν είχε σύνορα, να γλιτώσουμε. Περνούσαμε ανάμεσα από τα Σταροχώρια. Και οι χωριάτες, μόλο που δεν είχαμε αγγίξει τρίχα σαν πήραμε τα χωριά τους, παραφύλαγαν το πέρασμά μας. Βγήκανε μέσ’ από το σκοτάδι, κι από τις δυο μεριές, και μας ντουφεκάγανε, κόβανε με τσεκούρια τα πόδια των φαντάρων, ξεριζώνανε με τανάλιες τις γλώσσες τους. Σιδερένια φκυάρια και αξίνες σκίζανε τα παιδιάτικα πρόσωπα των φαντάρων δυο στη μέση.
Στράτης Μυριβήλης, "Το κόκκινο βιβλίο", Εστία 1997
Στράτης Μυριβήλης, "Το κόκκινο βιβλίο", Εστία 1997
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
