Σάββατο 30 Ιουνίου 2012
Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012
να μη βραχεί
Σε τρεις μέρες φιλιώσαμε. Να με κρεμούσαν, δεν ανέβαινα να τηνε βρω, μα περνούσα και ξαναπερνούσα από το στενό, όσο που μ’ είδε και με πρόφτασε. Γυρίσαμε ώρες στα χωράφια, κι ας ψιχάλιζε, της φόρεσα το δίκωχο, να μη βραχεί, έβγαλα το χιτώνιο κάτω από τη χλαίνη και το ‘ριξα στις πλάτες της. Για να μην πατήσει λάσπες, τη σήκωνα στα χέρια.
Κι ύστερα βρήκα έναν αχερώνα παλιό και κάτσαμε, έστρωσα χόρτο καταγής. Κι ήθελα να την πάρω στο χωριό, στο σπίτι μου, να βουλώσω τα στόματα ολωνών, να την έχω μονάχος, να μου κάμει παιδιά και να τα στέλνουμε στο σκολείο. Και μου ‘πε να μαζέψει λεφτά για να βάλουμε μύλο στο χωράφι, να μην κοψομεσιαζόμαστε στο γεράνι. Και θύμωσα για τα λεφτά, γιατί δεν είναι βγαλμένα με ιδρό που να σταλάζει στον καθαρό αγέρα και να τονε στεγνώνει ο ήλιος, μόνο ανακατώθηκε με ξένον και πήρε από την μπόχα του. Κι η μυρουδιά της δε μ’ αρέσει, και δεν ξέρω αν είναι η δικιά της. Κι έκλαψε, γιατί δε με καταλάβαινε καλά, κι ήμουν και θυμωμένος. Έσκυψα στα μάτια της κι ήπια τα δάκρυά της, και σύχασε.
Νίκος Κάσδαγλης, «Οι Κεκαρμένοι», Bell 1997
Νίκος Κάσδαγλης, «Οι Κεκαρμένοι», Bell 1997
ξέρουμε μόνο τα όρια που συνορεύουν με τα δικά μας
Η εντύπωση αυτή ήταν μέρος μιας γενικότερης παράξενης αίσθησης που τον έκανε να νιώθει σαν άνθρωπος που ξυπνά ύστερα από έναν ατελείωτο ύπνο, για να βρεθεί σε μιαν άγνωστη χώρα, ανάμεσα σε ανθρώπους με άγνωστη γλώσσα. Ζούμε μέσα στις ψυχές μας σαν σε αχαρτογράφητη περιοχή όπου έχουμε καθαρίσει μερικά στρέμματα για να κατοικήσουμε – ενώ για τη φύση των πλησιέστερων γειτόνων μας ξέρουμε μόνο τα όρια που συνορεύουν με τα δικά μας. Για τα στοιχεία του χαρακτήρα της γυναίκας του που δεν ήταν σε άμεση επαφή με τα δικά του, ο Γκλέναρντ διαπίστωνε τώρα την άγνοιά του – και η αίσθηση ότι ήταν μακριά του γινόταν πιο έντονη από την ανακάλυψη ότι, κατά έναν τρόπο, ήταν πιο κοντά του από κάθε άλλη φορά. Όπως μπορεί να ζήσει κάποιος αγνοώντας μακάρια ότι έχει ένα ευαίσθητο σημείο, έτσι έζησε κι αυτός δίπλα στη γυναίκα του χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι η προσωπικότητά της είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής του, ριζωμένο βαθιά σαν ένα ζωτικό όργανο – και τώρα ένιωθε τον εαυτό του ανίκανο να προβλέψει την κρίση της κι ανίσχυρο να αποφύγει τις συνέπειές της.
Edith Wharton, «Η Λυδία Λίθος», Το Ποντίκι 2006 (μετάφραση Καίτη Οικονόμου)
Edith Wharton, «Η Λυδία Λίθος», Το Ποντίκι 2006 (μετάφραση Καίτη Οικονόμου)
Τρίτη 26 Ιουνίου 2012
η αντικειμενική πραγματικότητα φαινόταν απροσμέτρητα μακρινή
Για μια ακόμη φορά ήταν έκδηλη εκείνη η σαγηνευτική και κινητήρια δύναμη της αδυσώπητης μοίρας, που φαινόταν να κατευθύνει ευθύς εξαρχής όλα τα βήματά μου. Σβήνοντας κατά διαστήματα το φακό μου για να κάνω οικονομία στην μπαταρία του, άρχισα μιαν εξωφρενική κατάβαση στο καταχθόνιο, κυκλώπειο πρανές που έχασκε κάτω από το άνοιγμα – μερικές φορές, όταν έβρισκα τα κατάλληλα στηρίγματα για τα χέρια και τα πόδια μου, έστρεφα το βλέμμα προς τα κάτω ενώ άλλες φορές, καθώς ήμουν προσκολλημένος και ψηλαφούσα γύρω μου με περισσότερη αβεβαιότητα, το έστρεφα στο σωρό των μεγαλίθων.
Δεξιά και αριστερά μου, μπροστά από την ευθύγραμμη φωτεινή δέσμη του φανού μου, διακρίνονταν αμυδρά και απόμακρα λαξευμένοι τοίχοι μιας καταρρέουσας λιθοδομής. Παρακάτω, όμως, υπήρχε μαύρο σκοτάδι.
Δεν είχα την αίσθηση του χρόνου κατά τη διάρκεια της κατάβασής μου. Ο νους μου έβριθε από εικόνες και αινιγματικές νύξεις σε τέτοιο σημείο, που η αντικειμενική πραγματικότητα φαινόταν απροσμέτρητα μακρινή. Οι αισθήσεις του κορμιού μου είχαν απονεκρωθεί, ενώ ακόμη και ο φόβος παρέμενε ένα φασματώδες, ανενεργό τέρας που με κοιτούσε ανίσχυρο.
Howard Phillips Lovecraft, «Η Σκιά πέρα από τον Χρόνο», Ερατώ 2005 (μετάφραση Γιώργος Κυριαζής)
Δεξιά και αριστερά μου, μπροστά από την ευθύγραμμη φωτεινή δέσμη του φανού μου, διακρίνονταν αμυδρά και απόμακρα λαξευμένοι τοίχοι μιας καταρρέουσας λιθοδομής. Παρακάτω, όμως, υπήρχε μαύρο σκοτάδι.
Δεν είχα την αίσθηση του χρόνου κατά τη διάρκεια της κατάβασής μου. Ο νους μου έβριθε από εικόνες και αινιγματικές νύξεις σε τέτοιο σημείο, που η αντικειμενική πραγματικότητα φαινόταν απροσμέτρητα μακρινή. Οι αισθήσεις του κορμιού μου είχαν απονεκρωθεί, ενώ ακόμη και ο φόβος παρέμενε ένα φασματώδες, ανενεργό τέρας που με κοιτούσε ανίσχυρο.
Howard Phillips Lovecraft, «Η Σκιά πέρα από τον Χρόνο», Ερατώ 2005 (μετάφραση Γιώργος Κυριαζής)
απολάμβανε διακριτικά τα υπάρχοντά του
Αγοράζοντας και πουλώντας μεταξοσκώληκες, ο Εβρέ Ζονκούρ κέρδιζε κάθε χρόνο ένα ποσό που αρκούσε να εξασφαλίσει στον ίδιο και στη γυναίκα του εκείνες τις ανέσεις που στην επαρχία έχουμε την τάση να τις θεωρούμε πολυτέλειες. Απολάμβανε διακριτικά τα υπάρχοντά του και η προοπτική –αληθοφανής- να γίνει πραγματικά πλούσιος τον άφηνε τελείως αδιάφορο. Ήταν, άλλωστε, από τους ανθρώπους που αγαπούν να παρευρίσκονται στη ζωή τους, θεωρώντας ανάρμοστη οποιαδήποτε φιλοδοξία να τη ζήσουν.
Θα έχετε παρατηρήσει πως αυτοί οι άνθρωποι παρατηρούν τη μοίρα τους με τον τρόπο που, οι περισσότεροι, συνηθίζουν να παρατηρούν μια βροχερή μέρα.
Alessandro Baricco, «Μετάξι», Πατάκης 1997 (μετάφραση Λένα Ταχμαζίδου)
Alessandro Baricco, «Μετάξι», Πατάκης 1997 (μετάφραση Λένα Ταχμαζίδου)
Σάββατο 23 Ιουνίου 2012
τότε δεν χρειάζονταν λεφτά
«Τίποτα δεν ξέρουν τα παιδιά σήμερα». Ο Καφόλα κούνησε το κεφάλι του. «Όταν ήμασταν μικροί, θα είχαμε ήδη διαλύσει το μέρος. Μολότοφ, τσιμεντένιες πλάκες, σφεντόνες με ρουλεμάν». Χαμογέλασε και έδειξε προς τα Land Rover. «Και αυτά τα μουνόπανα μας έριχναν πλαστικές σφαίρες. Αλλάξανε οι καιροί, Τζέρι».
«Ναι» είπε ο Φέγκαν. «Αλλάξανε οι καιροί».
Αυτοί οι δρόμοι είχαν δει περισσότερες ταραχές από οποιοδήποτε μέρος στον κόσμο. Από τις διαμαρτυρίες για τα πολιτικά δικαιώματα στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν ο Φέγκαν ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει τι σήμαιναν, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και τις ολοένα περισσότερες αντιδράσεις για τις φυλακίσεις νεαρών χωρίς δίκη. Οι δημοσιογράφοι έδιναν πεντόλιρα στα απιδιά για να πετάνε πέτρες και μπουκάλια στους Βρετανούς, ελπίζοντας να ξεκινήσουν άλλη μια μάχη για τις κάμερες. Έπειτα, το μαρτύριο των απεργιών πείνας στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν δέκα άνθρωποι πέθαναν της πείνας στη Μέιζ και αναζωπυρώθηκαν τα πάθη στους δρόμους. Τότε δεν χρειάζονταν λεφτά. Η οργή κόχλαζε στην πόλη, και οτιδήποτε μπορούσε να πυροδοτήσει τη φωτιά. Η βία του όχλου και τα παιδιά ως όπλα: αυτές ήταν οι τακτικές της εποχής. Μια φωτογραφία ενός παιδιού που αιμορραγούσε, χωρίς να έχει σημασία πώς είχε τραυματιστεί, είχε περισσότερη δύναμη από μια ντουζίνα βόμβες. Πολιτικά όντα όπως ο Πολ ΜακΓκίντι το είχαν καταλάβει νωρίς αυτό και έπρατταν ανάλογα. Ο Φέγκαν είχε ξαναδεί τόσες φορές αυτό τον αλόγιστο θυμό που ξεσπούσε βίαια. Τον κούραζε και τον ξεσήκωνε ταυτόχρονα.
Stuart Neville, «Τα Φαντάσματα του Μπέλφαστ», Μεταίχμιο 2010 (μετάφραση Βάσια Τζανακάρη)
«Ναι» είπε ο Φέγκαν. «Αλλάξανε οι καιροί».
Αυτοί οι δρόμοι είχαν δει περισσότερες ταραχές από οποιοδήποτε μέρος στον κόσμο. Από τις διαμαρτυρίες για τα πολιτικά δικαιώματα στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν ο Φέγκαν ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει τι σήμαιναν, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και τις ολοένα περισσότερες αντιδράσεις για τις φυλακίσεις νεαρών χωρίς δίκη. Οι δημοσιογράφοι έδιναν πεντόλιρα στα απιδιά για να πετάνε πέτρες και μπουκάλια στους Βρετανούς, ελπίζοντας να ξεκινήσουν άλλη μια μάχη για τις κάμερες. Έπειτα, το μαρτύριο των απεργιών πείνας στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν δέκα άνθρωποι πέθαναν της πείνας στη Μέιζ και αναζωπυρώθηκαν τα πάθη στους δρόμους. Τότε δεν χρειάζονταν λεφτά. Η οργή κόχλαζε στην πόλη, και οτιδήποτε μπορούσε να πυροδοτήσει τη φωτιά. Η βία του όχλου και τα παιδιά ως όπλα: αυτές ήταν οι τακτικές της εποχής. Μια φωτογραφία ενός παιδιού που αιμορραγούσε, χωρίς να έχει σημασία πώς είχε τραυματιστεί, είχε περισσότερη δύναμη από μια ντουζίνα βόμβες. Πολιτικά όντα όπως ο Πολ ΜακΓκίντι το είχαν καταλάβει νωρίς αυτό και έπρατταν ανάλογα. Ο Φέγκαν είχε ξαναδεί τόσες φορές αυτό τον αλόγιστο θυμό που ξεσπούσε βίαια. Τον κούραζε και τον ξεσήκωνε ταυτόχρονα.
Stuart Neville, «Τα Φαντάσματα του Μπέλφαστ», Μεταίχμιο 2010 (μετάφραση Βάσια Τζανακάρη)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
