Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

μια επιδημία παραφροσύνης

Ο ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, κατά τη μεταπολίτευση, θα εξακολουθήσει να θεωρείται ο "πόλεμος των τρελών", η κατεξοχήν περίοδος "συλλογικής τρέλας" στην ιστορία της Ισπανίας. Τη δεκαετία του '60 πολλοί ήταν εκείνοι που απέδιδαν τον πόλεμο στην αλλοφροσύνη που κατέβαλε τους Ισπανούς για τρία ολόκληρα χρόνια. Επρόκειτο βεβαίως για μεταφορά, οι συνέπειές της όμως δεν ήταν καθόλου αμελητέες.
Η αντιμετώπιση του Εμφυλίου ως περιόδου συλλογικής τρέλας επιτρέπει την αντίληψη της εξέλιξης και των επιπτώσεών του από μια πολύ διαφορετική οπτική, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το ακανθώδες θέμα των ευθυνών. Στην Ισπανία, όπως και στις περισσότερες χώρες, για το ποινικό δίκαιο η "διατάραξη πνευματικών λειτουργιών" και η "παροδική σύγχυση φρενών" εξασφαλίζει στο δράστη το ακαταλόγιστο. Με άλλα λόγια, αν κάποιος διαπράξει ένα έγκλημα σε κατάσταση διαταραχής πνευματικών λειτουργιών, μόνιμης ή παροδικής, δεν υπέχει ποινική ευθύνη, αφού θεωρείται ότι, αν δεν βρισκόταν υπό την επήρεια της τρέλας, δεν θα το είχε διαπράξει ποτέ.
Έτσι και στην περίπτωση του Εμφυλίου: σαν να είχε πλήξει τη χώρα ολόκληρη μια επιδημία παραφροσύνης, προσβάλλοντας, επί τρία χρόνια, την πλειονότητα του πληθυσμού. Στο τέλος, αυτός ήταν ο μόνος τρόπος κατανόησης της στάσης των Ισπανών όλο αυτό το διάστημα, ίσως επειδή μόνον έτσι ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτή μια τραγωδία παρόμοιων διαστάσεων, η οποία δύσκολα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αυστηρά ορθολογικά κριτήρια. Παράλληλα, αυτή η ερμηνεία αποδίδει την ευθύνη συλλογικά στην κοινωνία, αφού αποδέχεται ότι όλοι ήταν το ίδιο τρελοί. Από το "όλοι φταίξαμε" περνά στο "κανένας δεν έχει την ευθύνη", αφού κανείς δεν είχε συνείδηση και, κατά συνέπεια, ευθύνη των πράξεών του.

Paloma Aguilar Fernández, "Μνήμη και Λήθη του Ισπανικού Εμφυλίου", Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2005 (μετάφραση Σπύρος Κακουριώτης, Χάρης Παπαγεωργίου)

όταν δεν υπήρχαν διέταζε να κατασκευαστούν

Στις αρχές του φθινοπώρου του 1577, λίγο μετά την ενθρόνισή του, άρχισε να συρρέει στην Πράγα, πρωτεύουσα του βασιλείου του, μια ολόκληρη Αυλή από απατεωνίσκους, πλαστογράφους, χρυσοχόους, χειρομάντεις, μάγους, προφήτες, οιωνοσκόπους, ψυχοσκόπους, αυροσκόπους, σπαγυριστές, τηλεπαθητικούς, σατανιστές, τυχοδιώκτες αγνώστου μοίρας, αστρολόγους, μικρογράφους, κομπογιαννίτες βοτανολόγους, εφευρέτες και κατασκευαστές ευρεσιτεχνιών. Απ' όλους αυτούς τους τσαρλατάνους περιστοιχιζόταν ο Ροδόλφος. Το πάθος του για την πολιτική ήταν μηδαμινό, προφανώς, αντίθετα με το θείο του Φίλιππο, επίσης πνευματιστή, από τον οποίο είχε μάθει να κυβερνά. Αληθινό πάθος ένιωθε μόνο για την εξουσία, η οποία μόνο ένα πράγμα σήμαινε γι' αυτόν: κατοχή, κατοχή ανθρώπων, κατοχή αντικειμένων, κατοχή παράξενων και μοναδικών αντικειμένων. Όταν δεν υπήρχαν διέταζε να κατασκευαστούν, σύμφωνα με τα κριτήρια του διασαλευμένου και εγωλατρικού νου του. Ως εκ τούτου, η εμμονή του με τις συλλογές είχε μετατραπεί σε εμμονή για το απόλυτο. Δεν του αρκούσε να έχει στην κατοχή του έναν μεγάλο αριθμό από πράγματα τα οποία ήταν ιδιόρρυθμα, είχαν ουσιαστική αξία ή που ήταν προικισμένα με παράξενες ιδιότητες, παρά φιλοδοξούσε αδιάλειπτα να τα αποκτήσει όλα, τα πάντα, και γι' αυτό δεν υπολόγιζε κανένα έξοδο, αντίθετα διέθετε υπέρογκα ποσά, βάζοντας τεράστια χρέη και εξαντλώντας τα θησαυροφυλάκια της αυτοκρατορίας του.

Adolfo García Ortega, "Αυτόματο", Πάπυρος 2009 (μετάφραση Ιφιγένεια Ντούμη)

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

και όλα τα υπόλοιπα

Μια μέρα μου πρότεινε να πάμε να δούμε το Ροκαμπόλ, ταινία με κάμποσες σκηνές βίας και τρόμου, που παιζόταν στα πλαίσια μιας εβδομάδας καλού γαλλικού κινηματογράφου, με τη χορηγία της Alliance Française, νομίζω.
Με κάλεσε με το επιχείρημα πως οι ταινίες δεν ήταν μεταγλωτισμένες στα ισπανικά. Ήξερε πόσο πολύ απεχθανόμουν τη λογοκρισία του Φράνκο, που μεταγλωττίζοντας τον ξένο κινηματογράφο άλλαζε όποιον διάλογο θεωρούσε ανήθικο ή αντίθετο με την καθολική πίστη.
Από τη στιγμή που μπήκαμε στην αίθουσα, έβαλα τα δυνατά μου να μην την αγγίζω καθόλου, ούτε με τους αγκώνες, ούτε με τα πόδια.
Στα μισά του έργου, με πλησίασε και μου έπιασε το χέρι. Τα δάχτυλα και τα νύχια της μετέδωσαν ηλεκτρικό ρεύμα στο δέρμα μου. Σηκώθηκαν οι τρίχες στο χέρι μου, μου ανέβηκε η πίεση και όλα τα υπόλοιπα.
Έκανα να της χαϊδέψω το πόδι.
"Άφησέ με" διαμαρτυρήθηκε. "Μην κάνεις τίποτα, μη με χαϊδεύεις. Θέλω μόνο να σου πιάσω το χέρι. Δεν μπορώ να σου κρατάω το χέρι χωρίς να αναστατωθείς;"
Στην οθόνη ξαφνικά προβλήθηκε μια σκηνή τρόμου. Για να μην τη δει, γύρισε και έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος μου.
Τη φίλησα.
Σήκωσε το κεφάλι, μα έμεινε κοντά μου.
"Βάλε το χέρι σου στον ώμο μου."
Όταν το έκανα, σφίχτηκε δίπλα μου και κρέμασε το άλλο της χέρι στο δικό μου, που το είχα περάσει στους ώμους της.
Δεν ξέρω αν το έκανε για να μου ακινητοποιήσει τα χέρια ή για να έχει καλύτερη επαφή μαζί μου. 

Daniel Chavarria, "Κάποτε στη Μαδρίτη", Opera 2000 (μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος)

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

αν υπάρχει κάποια πρόοδος στην κλινική κατάσταση της Ιστορίας

Θα φτάσω σε κάποιο συμπέρασμα χωρίς βιασύνη, χωρίς κραυγές, χωρίς ανώφελους συναισθηματισμούς. Θα φτάσω εκεί ρασιοναλιστικά, με στάθμιση, λογική και αλληλουχία. Τίποτα δημιουργικό, αυθόρμητο ή αυτοσχέδιο. Είμαι γιατρός, έχω εργαλεία, έμαθα να σκέφτομαι με έναν τρόπο, έχω ένα σχέδιο, σου το είπα: πρώτα να συλλέξω όλη τη δυνατή τεκμηρίωση ούτως ώστε να φτάσω σε ένα γράφημα της κατανομής της φρίκης διαμέσου των αιώνων: δεν ξέρω τι αποτελέσματα θα βρω, κάτι όμως με κάνει να προβλέπω μια κανονική κατανομή σε καμπύλες που επαναλαμβάνονται όπως στο ανθρώπινο ηλεκτροκαρδιογράφημα , αυτό ακριβώς, όπως στη διαδρομή της καρδιάς ενός φυσιολογικού ανθρώπου, αυτή είναι η καμπύλη κατανομής που περιμένω να βρω, η κανονικότητα της καρδιάς της Ιστορίας, σαν να ήταν η άλλη όψη της κανονικότητας της καρδιάς ενός ανθρώπου, και τα δυο γραφήματα με τις ανυψώσεις, με τις πτώσεις τους, πάνω απ΄ όλα όμως με τις επαναλήψεις τους, με την προβλεψιμότητα, με την ομαλότητά τους. Η ιστορία της φρίκης είναι η καθοριστική ουσία της Ιστορίας. Και κάθε Ιστορία έχει μια ομαλότητα, τίποτα δεν υπάρχει χωρίς ομαλότητα. Όπως ακριβώς βλέπουμε στο μιλιμετρέ χαρτί ενός ηλεκτροκαρδιογραφήματος την υγεία και την αρρώστια, όχι ενός και μόνο άντρα, όχι ενός και μόνο ατόμου, αλλά των ανθρώπων στο σύνολό τους. Του συλλογικού, της ολότητας της προεξάρχουσας και πλέον άθλιας ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με το γράφημα θα καταλάβω επιτέλους αυτό που τόσοι θέλησαν να καταλάβουν, το εξής απλό: αν η Ιστορία είναι άρρωστη ή υγιής, αν η Ιστορία βαδίζει σε καλό δρόμο ή σε κακό, αν υπάρχει κάποια πρόοδος στην κλινική κατάσταση της Ιστορίας, ή αν, αντίθετα, η συνθήκη του κόσμου χειροτερεύει, υποβαθμίζεται, αναπτύσσει μολύνσεις, αδυναμίες: αν η Ιστορία, τέλος πάντων, είναι ετοιμοθάνατη ή όχι, αν βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας νέας αρχής, μιας δεύτερης Ιστορίας, της αρχής ενός δεύτερου ηλεκτροκαρδιογραφήματος στης ανθρώπινη Ιστορία.

Gonçalo M. Tavares, "Ιερουσαλήμ", Καστανιώτης 2012 (μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά)

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

μπαλλάντα της ψηλής σκάλας

Σε κάθε πόλη, συνήθιζε να λέη ο ποιητής Aπολλιναίρ, υπάρχουν, οπωσδήποτε, και μερικοί αθάνατοι.
Δυνατόν να είσαστε σεις, κύριε, μεταξύ αυτών, ή, ακόμα, κι' εσείς, κύριε. Δεν ξέρω. Πάντως για ένα είμαι σε θέση να σας βεβαιώσω: ότι υπάρχουν. Δεν αποκλείεται ελάχιστοι. Όμως υπάρχουν.

ο Θεόφιλος κάποτες ανέβηκε
σε μια ψηλή σκάλα
-αυτόπτες μάρτυρες το λεν-
ίσως να ζωγραφίση μιαν επιγραφή
ίσως ακόμη για να συμπληρώση
το πάνω μέρος
μιας συνθέσεώς του ηρωικής

αλητόπαιδες
-αλητόπαιδες που με τον καιρό
(ως είναι φυσικό)
ανδρωθήκανε και γεράσαν
(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)
κι' επεθάναν
ευυπόληπτοι και
"φιλήσυχοι αστοί"-
αλητόπαιδες -ξαναλέω-
για να παίξουνε και να γελάσουν
ετραβήξανε την σκάλα την ψηλή

κι' ως γκρεμοτσακιζόντανε
έντρομος
ο Θεόφιλος από τα ύψη
επρόσμεν' ελεεινός σακάτης
θέλεις κι ακόμη
λιώμα
στο χώμα
να βρεθή

αλλ' -ω του θαύματος!-
προσεγειώθη
απόλυτα σώος κι' αβλαβής
(πάντως κάτι σαν νάπαθε το ένα του πόδι:
χώλαινε ελαφρυά μέχρι το τέλος της ζωής)

μα ναι σας λέω
ακέργιος
απ' την κορφή ώς τα νύχια
από την πτώση
μόνο που τα σεμνά φορέματά του
είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο
το πρόσωπό του
σαν τη Σελήνη -είτανε λεν χλωμός-
σαν τη Σελήνη φωτεινό
-αυτά τα δυο αστέρια
είθισται να συνυπάρχουν
στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής

-και αν κατόπι επήγε να κρυφτή στη Mυτιλήνη
είχ' έμπει στην αθανασία πια:
επέπρωτο πλέον να υπάρχη αιώνια

αθάνατος
-πιθανόν μαζύ με τον αείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του
Γεώργιο ντε Kήρυκο
και με τον Mπεναρόγια-
ανάμεσα σε τόσους
και τόσους
και τόσους Bολιώτες
που εζήσανε και πριν
και κατά τη διάρκεια
κι ύστερα
από του
τραβήγματος της ψηλής της σκάλας
τον καιρό

Νίκος Εγγονόπουλος, "Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες", Ίκαρος 1992