Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

το δωμάτιο

Μες στο κλειστό δωμάτιο, μπορείς να βρεις
ό,τι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς,
και ό,τι μέσα σου βαθιά αγάπησες
κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό.

Όλα είν' εκεί, εκεί υπάρχουν όλα
μες το κλειστό δωμάτιο όλα ή τίποτα.
Αγάλματα Θεών λησμονημένων
και της Ελένης το πουκάμισο.
Όλα είν' εκεί κι άλλα πολλά, που κάποτε φαντάστηκες.

Ο φόβος του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανής,
τα βήματα της θλίψης του, της αίγλης του το φως,
το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους,
το ψύχος το δριμύ των χωρισμών. 

Το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας,
σινιάλα από φάρους που σβηστήκαν
και μαγικά τοτέμ απ' άγνωστες φυλές.
Κι εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά,
θάνατοι και φωτιές κι αόρατη ομορφιά.

Μες στο κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα,
αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τα αγγίξεις.
Μπορείς να βρεις κλειδί να ξεκλειδώσεις τη σιωπή τους.
Αρκεί να πας ολάνοιχτος γυρεύοντάς τα.

Λένα Παπά, "Αρτεσιανά", Εκδόσεις των Φίλων 1988

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

σαν συγγενείς

Θέλουμε βιβλία χρήσιμα, βιβλία που να μπορούμε να τα διαβάσουμε την επομένη μιας κηδείας, όταν δεν έχουμε πια άλλα δάκρυα, όταν δεν μπορούμε ούτε να σταθούμε στα πόδια μας, έτσι όπως μας έχει απανθρακώσει ο πόνος, βιβλία που να είναι εκεί σαν συγγενείς όταν έχουμε συγυρίσει το δωμάτιο του νεκρού παιδιού, έχουμε αντιγράψει το ημερολόγιό του για να το έχουμε πάντα μαζί μας, έχουμε μυρίσει χιλιάδες φορές τα ρούχα του στη στεγνώστρα, κι όταν δεν μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα, βιβλία για τις νύχτες όπου, παρά την εξάντλησή μας, δεν μπορούμε να κοιμηθούμε, και δεν θέλουμε άλλο απ' το να μπορέσουμε να απαλλαγούμε από εικόνες που μας στοιχειώνουν, βιβλία που να έχουν ειδικό βάρος και να μην μπορούμε να τ' αφήσουμε απ' τα χέρια μας όταν συνέχεια αντηχεί στ' αυτιά μας η ψιθυριστή φωνή του αστυνομικού: "δε θα ξαναδείτε ζωντανή την κόρη σας", όταν δεν μπορούμε πια να θυμόμαστε που ψάχναμε τον μικρό Ζαν παντού στο σπίτι, κι ύστερα σαν τρελοί στον κήπο, όταν είκοσι φορές τη νύχτα τον βρίσκουμε στη μικρή γούρνα, μπρούμυτα σε τριάντα εκατοστά νερό, βιβλία που να μπορούμε να τα δώσουμε σε αυτή τη φίλη που ο γιος της κρεμάστηκε στην κάμαρά του πριν από δύο μήνες κι είναι σαν να μην πέρασε ούτε ώρα, στον αδερφό που η αρρώστια τον έχει κάνει αγνώριστο.

Laurence Cossé, "Στο καλό μυθιστόρημα", Πόλις 2011 (μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης)

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

ερωτικό κάλεσμα

Έλα κοντά μου, δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι, δεν είμαι η φωτιά.

Έλα κοντά μου δεν είμαι άνεμος.
Τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος.

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν' ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις, έλα να τ' ακούσουμε μαζί.

Μενέλαος Λουντέμης, "Τα ποιητικά του", Ελληνικά Γράμματα 1999

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

η ομορφιά

Ελάχιστη αίσθηση είχα τότε για το τι θα πει απόσταση, χρόνος, διάστημα. Έλπιζα, στην παράφορη εκείνη στιγμή, πως είτανε κατορθωτό ν' ανέβω έτσι, κυνηγημένος, στο Παλαμήδι. Ούτε το βράδι που πύκνωνε γύρω συλλογίστηκα. Ο πατέρας μου με τσάκωσε πιο πέρα, περισσότερο απορώντας παρά οργισμένος... Θάθελα να ήμουν πνεύμα πλατύ, κάποιος από εκείνους τους μεγάλους ραψωδούς που τραγούδησαν σε παλιότερες εποχές τη ζωή, τα σύμβολά της και τους ανθρώπους.
Θάθελα νάχω, δωρισμένο από τη Μοίρα, ένα κοντύλι χάλκινο, από μέταλλο ζεστό, για να χαράξω σ' άσπρο μάρμαρο το τραγούδι της θάλασσας που φέρνει στην ανάσα της οράματα εξαίσια και μυστικά μύρα, τον ύμνο των μεγάλων βράχων που κρατάνε πηγμένη, σε μνημεία αιώνια, την εποποιία της γης. Είταν ένας καιρός, εκεί κοντά στα πρώτα νιάτα μου, που ξεκίνησα κι εγώ, καβαλάρης του Ροσσινάντη, με ξεδιπλωμένο το φλάμπουρο κάποιας αλόγιστης φιλοδοξίας. Μη γελάσεις, παιδί μου, τα όνειρα των ανθρώπων είναι ιερά. Και δε θάξερε να πει κανένας αν αυτά είναι η αδυναμία τους ή η δύναμή τους. Αργότερα, πολύ γρήγορα ωστόσο, ξύπνησα. Κέρδισα έτσι την κοινή αξιοπρέπεια κι έχασα το μεγάλο μεθύσι.
Κάνω και τώρα κάπου-κάπου εξόδους, όχι για τίποτ' άλλο αλλά γιατί νιώθω σκοτεινά μέσα μου πως τέτοια είναι, τέτοια πρέπει να είναι, η εντολή της ζωής. Η ομορφιά της ανθρώπινης μοίρας το κάτω-κάτω μπορεί και να μη βρίσκεται μονάχα στην εκπλήρωση. Μπορεί να είναι -ψέματα;- και τ' ασυλλόγιστο φτεροκόπημα του Ικάρου.

Άγγελος Τερζάκης, "Απρίλης", Εστία 1946

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

το πείσμα

Δεν θυμάμαι την τελευταία μου δήλωση. Υποθέτω πως δεν ξέφευγε από τα πεπατημένα. Δεν έπεφτε με τον γδούπο μιας ταφόπλακας ή με την οργή μιας θεομηνίας. Ίσως να ήταν κάπως οξύτερη απ' όσο συνήθως -μα και πάλι, ίσως όχι, δεν θυμάμαι. Εκείνο που θυμάμαι καθαρά, λες και το βλέπω τώρα, ήταν πως σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου, ενόσω ακόμη μιλούσα, και κατευθύνθηκα προς την κρεβατοκάμαρα. Δεν φανταζόμουν πως με την απλή αυτή κίνηση -εν μέρει αυθόρμητη, εν μέρει προσποιητή- θα έμπηγα έναν πάσσαλο ανάμεσά μας. Περίμενα να κυλήσουν λίγα λεπτά κι έπειτα ν' ακούσω τα βήματά της. Να την αντικρύσω και -προτού προλάβω να τραβηχτώ- να πέσει στην αγκαλιά μου. Τότε ο μετρητής θα μηδένιζε όλη την ένταση. Τα σκληρά μας λόγια θα έτρεχαν να συναντήσουν όσα παρόμοια ανταλλάξαμε στο παρελθόν. Να αρχειοθετηθούν και να λησμονηθούν. Ν' αφήσουν μονάχα μια μικρή ουλή, δίπλα στις τόσες άλλες.
Άκουσα τα βήματά της, πράγματι, αλλά δεν τα άκουσα να πλησιάζουν. Τα άκουσα να ξεμακραίνουν. Βρόντηξε την πόρτα πίσω της. Κι εν τούτοις δεν κουνήθηκα. Υπολόγισα πως είχε μερικά ακόμη δευτερόλεπτα στη διάθεσή της, έως ότου καλέσει το ασανσέρ, έως ότου το ασανσέρ ανέβει στον έκτο όροφο. Θα μπορούσε να μου χτυπήσει ξανά το κουδούνι. Τότε θα πεταγόμουν από το κρεβάτι μου. Πάλι ο μετρητής θα μηδένιζε. Ίσως και η ουλή -ούτε καν η ουλή- δεν θα έμενε. Θα την σκέπαζε η λήθη.
Παρ' όλο που έχουν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από τη μέρα που έφυγε, δεν έχω πάψει να αναρωτιέμαι μήπως κι εκείνη περίμενε, πότε θα επιστρέψω στο σαλόνι, πότε θα πέσω στην αγκαλιά της. Μήπως κι εκείνη ήταν βέβαιη -όσο το ασανσέρ πλησίαζε- πως θα ανοίξω την πόρτα μου και θα την τραβήξω ξανά κοντά μου. Μήπως οι δρόμοι μας χώρισαν, επειδή -μόνο και μόνο- η σκέψη μας ακολούθησε την ίδια διαδρομή.

Πέτρος Τατσόπουλος, "Ανάλαφρες Ιστορίες", Εστία 1995

madrid