Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019

μου προκύπτουν εκατό ελέφαντες

Μ' αρέσουν οι απλές ιστορίες, όταν αρχίζω ένα σενάριο, υπάρχει ένας άνθρωπος που περπατάει, μέχρι εκεί κανένα πρόβλημα, έπειτα συναντάει μια κοπέλα, και πάλι ουδέν πρόβλημα, σε δυο λεπτά όμως μου προκύπτουν εκατό ελέφαντες, όλος ο στόλος του Νέλσονα και οι στρατιές του τσάρου, γι' αυτό δυσκολεύομαι πάντα να τελειώσω τις ταινίες που αρχίζω, αλλά τώρα με βοηθάει η Πολίν μου, μου ράβει τα κουστούμια, παραιτήθηκε απ' το σχολείο, μένουμε σ' ένα σπίτι που μας δάνεισε ένας φίλος απ' το Εθνικό Θέατρο, όπου επί τρεις μήνες τραγούδησαν τουλάχιστον καμιά εκατοστή άτομα στη χορωδία χωρίς να πάρουνε δεκάρα, εκείνη την εποχή ήταν το χειρότερο να είσαι νέος απ' το να 'χεις σκοτσέζικο όνομα στη γηραιά Αλβιόνα. Τώρα, αντίθετα, μόλις φτάνεις τα τριάντα σού λένε πως πρέπει να κάνεις τόπο στους νέους, εσύ παίρνεις την κατιούσα ενώ τα μικρά αναρριχώνται, μόλις βγαίνουν απ' την κούνια μάς σπρώχνουν στον γκρεμό, αλλά καθώς φτάνουμε στο χείλος, πιανόμαστε με τα δάχτυλα των ποδιών γιατί δεν έχουμε καμιά διάθεση να πηδήξουμε, τουλάχιστον όχι αμέσως... 

David McNeil, "Όλα τα Μπαρ της Ζανζιμπάρ", Πατάκης 1996 (μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου)

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

πωλείται

Πωλείται: Μονοκατοικία πλήρως ανακαινισμένων αισθημάτων, 60 τ.μ. στη Βροχή (κέντρο), λόγω δυσανεξίας στο συναίσθημα.
Τιμή πώλησης: ένα τίποτα για όσους διαθέτουν ομπρέλα από σιδηροπαγές σκυρόδεμα. Δεκτές και δόσεις απ’ το μέλλον.
Έτος κατασκευής: αιχμάλωτο στο χρόνο.
Κύριοι χώροι: σαλόνι (γέμισε σκόνη ο καναπές / λουστράρισμα θέλει ο μπουφές / ήπιαμε όλο το βερμούτ),
τραπεζαρία (αχνίζει το αρνάκι στο ταψί / δακρύζει ο σοβάς την Κυριακή / πήραμε γράμμα από την Κύπρο),
κουζίνα (το χαμομήλι βράζει στην γκαζιέρα / τον πήρε ο ύπνος στην μπερζέρα / μια φρυγανιά για τον παππού),
ένα υπνοδωμάτιο (τα τζάμια ραγίζουν οι σκιές / νότια ντουβάρια από σουβλιές / μαμά, μου πήρε την κουβέρτα),
ένα μπάνιο (αλεύκαντες μορφές στους ρουμπινέδες / λαδώσαμε ξανά τους μεντεσέδες / μακάρι να είχαμε ντουζιέρα).
Βοηθητικοί χώροι: κελάρι (στριμώχνονται στη σκάλα οι φωνές / πλημμύρισε το σακί με τις φακές / έλα να παίξουμε κρυφτό).

Λίλια Κυρίτση, "Σε Χρόνο Σύντομο", Όστρια 2019

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

μπορεί από βλακεία

Τα εκατοντάδες πράγματα στη ζωή σου που τα 'κανες λάθος. Όχι, κατ' ανάγκην, επίτηδες, μπορεί από βλακεία, αδεξιότητα, απερισκεψία, λάθος, από αβουλία, χωρίς καμία πρόθεση.
Ενίοτε μια μισητή ανάμνηση παρεισφρέει ξαφνικά στο μυαλό σου, σαν διαρρήκτης που ρίχνει μια χορδή πιάνου πάνω από το κεφάλι σου και τη σφίγγει γύρω από το λαιμό σου.
Σε τέτοιες αναμνήσεις μου 'ρχεται να βγάλω μια πολύ δυνατή και παρατεταμένη κραυγή, για να διώξω μ' αυτό τον τρόπο τις σκηνές από το μυαλό μου, όπως την άνοιξη προσπαθεί να διώξει κανείς τα τρωκτικά από το φρεσκοσπαρμένο χωράφι του ή τη φτερωτή αλητεία από τον οπωρώνα του με ριπές από κανονάκια.
Στην ουσία δεν εννοώ καν τις ίδιες τις οδυνηρές αναμνήσεις, αλλά την ντροπή που προκαλούν. Όσο μεγαλύτερος γίνεσαι, τόσο μεγαλύτερη η ντροπή.

Joroen Brouwers, "Μέρες Αδέσποτες", Μεταίχμια 2009 (μετάφραση Ινώ βαν Ντάικ-Μπαλτά)

Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

τα καταφύγια

Ήμασταν έτοιμα για την Αποκάλυψη όμως η Αποκάλυψη δεν ήρθε ποτέ. Χαμάληδες μας βύζαξαν με οπλισμένο σκυρόδεμα μέχρι την ενηλικίωση του τσιμέντου. Σε γενικές γραμμές περάσαμε γαλήνια παιδικά χρόνια με πρωτοποριακά συστήματα εξαερισμού κι άφθονες προμήθειες στο πλευρό μας. Απ' όλους τους Ιωάννηδες που γνωρίσαμε ούτε ένας δεν υπήρξε αποκεφαλιστής. Συλλαβιστήκαμε μέσα στα ακούσια αντανακλαστικά μιας γενικευμένης παραφωνίας. Δεν χάλασε ο κόσμος. Μια ανορθόγραφη ζωή μας περιέλαβε, ταξινομώντας μας μες στους δικούς της συντακτικούς κανόνες, την ώρα που ο χρόνος σφύριζε αδιάφορα, κάτι αδιάφορα σύμφωνα συριστικά, πότε της φρενοβλάβειας και πότε της νοσταλγίας. Υπάρχει άφθονη θαλπωρή μέσα στην υπόσχεση του ολοκαυτώματος, άφθονη θαλπωρή μέσα στην καρδιά της θεομηνίας. Όμως αυτή δεν έρχεται. Τα σημεία σπανίως επαληθεύονται απ' τα τέρατα κι έτσι εμείς παραμένουμε κρύα δωμάτια που χάσκουν, κρύα δωμάτια εκκρεμή. Δεν χάλασε ο κόσμος. Κι ας μαίνεται το γινόμενο, κι ας άγεται το πηλίκο, κι ας κράζουν τα μεγάφωνα, τα εξώφυλλα κάποιον ατέρμονο πνιγμό, οι αίθουσες σύνταξης, τα ληξιαρχεία, κι ας κάνουν τζούφιο σαματά τα κουφάρια σας μέσα στη λέξη «πληροφορία ». Κι ας εξυφαίνεται μονίμως η απειλή. Δίκιο έχει μόνο όποιος επιζεί.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, "Οδός Ρόδων", Πανοπτικόν 2018

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

με τη βαρβάρα πέτροβνα

Να σας πω το πρόβλημά μου: δε γαμάω αρκετά! Μα καθόλου αρκετά! Ονειρεύομαι να κάνω έρωτα μ' ένα σωρό γυναίκες: με τη γειτόνισσα του επάνω ορόφου και με τη φίλη της, που είναι και οι δύο παντρεμένες, με τη γυναίκα του αρχισυντάκτη μου, μια μελαχρινή με γαμψή μύτη (έχω την εντύπωση ότι αρέσω περισσότερο στις γυναίκες που έχουν γαμψή μύτη), με τη σερβιτόρα ενός μπαρ, που βρίσκεται κοντά σ' έναν παλιό εκδοτικό οίκο, με τη Βαρβάρα Πέτροβνα, με τη μνηστή του Σούπερμαν, με τη μαρκησία των αγγέλων, με τη Νίκη της Σαμοθράκης, με την εκφωνήτρια του αεροδρομίου του Ορλύ, με τη θαμμένη ζωντανή, με την κυρία Ρενώ, τη δεσποινίδα Χέννινγκερ, με τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ...
Δεν έχω επιτυχία στις γυναίκες. Είναι βέβαια μερικές που αποζητούν τη συντροφιά μου γιατί τις ακούω προσεκτικά και τις συμβουλεύω επωφελώς, αλλά όσον αφορά το πήδημα...

Βασίλης Αλεξάκης, "Τα Κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ", Εξάντας 1985