Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

τα βαποράκια

Η Ελλάδα είναι μια χώρα γκαμπριολέ. Καλοκαιρινή. Το χειμώνα υποφέρει. Οι μουσαμάδες της μπάζουν. Το καλοφιφέρ της ζεσταίνει μόνο τους μπροστινούς. Τα γυναικόπαιδα στα πίσω καθίσματα βρέχονται και τουρτουρίζουν. Όσο για μας, στο πορτ-μπαγκάζ, που προσπαθούμε να περάσουμε τα σύνορα, έχουμε πολύ λίγες πιθανότητες, αλλά δεν το βάζουμε κάτω. Εμείς, τα βαποράκια του ελληνισμού, θα την παραδώσουμε την παραμυθένια βαλίτσα έστω κι αν χρειαστεί να διασχίσουμε ολόκληρη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Κι αν ακόμα είσαι ένας απ' αυτούς που ξεφτιλίστηκαν σήμερα στα πεζοδρόμια της Συγγρού περιμένοντας τον Κολόμπο σοσιαλιστή που πέρασε για να εισπράξει το νταβατζηλίκι του παραθυρένιου διορισμού των παιδιών σου, μην απελπίζεσαι και δεν θ' αργήσεις κοντά μου να 'ρθεις μια χαραυγή. Καινούρια αγάπη να μου ζητήσεις. Κάνε λιγάκι υπομονή.

Τζίμης Πανούσης, "Η Ζάλη των Τάξεων", Γνώσεις 1989

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

το κλουβί

Η πόρτα ανοίγει και μου ορμά. Με κολλά στον γεμάτο συνθήματα τοίχο. Το δέρμα του μυρίζει πηλό. Καλύπτει την οσμή της τουαλέτας. Χώνει τη γλώσσα του στο στόμα μου. Γεύομαι πηλό. Πιέζει με το κορμί του το δικό μου και χουφτώνει τον κώλο μου.
Φέρνω τα χέρια μου στα ασημένια, μακριά μαλλιά. Η μαύρη μάσκα καλύπτει το περίγραμμα των ματιών του, ένα μέρος της μύτης του και τους κροτάφους του. Σταμάτια του λάμπουν κυπαρίσσια. Ένα μοναδικό χρώμα. Ανοίγει το τζιν του και το όργανό του πετάγεται με ορμή έξω. Ανοίγω τα πόδια και εκείνος με σηκώνει ψηλά. Τραβάει το εσώρουχό μου στο πλάι και χώνεται μέσα μου. 
Παράδεισος. Αυτός είναι ο παράδεισος που ψάχνω. Το μυαλό μου δραπετεύει από το κλουβί όπου είχα κλειστεί. Η νέα μου θρησκεία, θα γίνει αυτός. Όσο σπρώχνει μέσα μου βαθύτερα, μου μεταφέρει την καύλα του και η νέα μου πίστη δυναμώνει.

Αφροδίτη Καριοφύλλη, "Σκοτεινό Ερωτικό Ξέσπασμα", Πηγή 2020

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

να υγροποιείται και να γίνεται πηγή

Νιώθω ανούσια τα πάντα. Ακούω τουθς χτύπους της καρδιάς μου υποτονικούς κι ανησυχώ. Η ψυχή μου, το κορμί μου ποθούσε να αγκαλιάσει το σταρένιο της δέρμα, που είχε την αθωότητα της ηδονής. Δεν ήθελα ν' ανοίξω διάλογο με τη δική μου φλογέρα αναρωτώντας την γιατί δεν ησυχάζεις. Να κάνω περιττές ερωτήσεις που θα φλόγιζαν τη στιχουργική μου ευκολία. Τ' έχεις, καημένη και βογκάς, και κλαις και αναστενάζεις σ' όλη αυτή την ερημιά, σ' όλη αυτή τη νύχτα, και λες τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο. Διψούσα λέξεις φλογισμένες που θα δρόσιζαν την έξαψη του σώματος. Άρχισα να απαγγέλω τον Σταυραετό, παρακαλώ σε... Αργά οι στίχοι, βασανιστικά. Προσδοκούσα πως κάθε στίχος θα δυνάμωνε την επιθυμία μου, που θα έφτανε στην Τσουκαρέλα. Να την ακούσει ο Σταυραετός, να με πάρει κι εμένα στα φτερά του, να κοιμηθώ μια νύχτα πλάι της, να νιώθω τον πόθο να εξατμίζεται στο τέλος της διαδρομής, να υγροποιείται και να γίνεται πηγή που να υγραίνει τη ζωή μου.

Εύαγγελος Αυδίκος, "Οδός Οφθαλμιατρείου", Εστία 2019

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

the scene becomes clear

Η πλάτη του ακουμπάει απαλά στην άμμο του βυθού. Δεν τρομάζει. Είναι πλήρως χαλαρωμένος. Το κορμί του παραμένει ακίνητο να κοιτάζει ψηλά. Στην εικόνα της επιφάνειας που λαμπυρίζει παρεμβάλλονται ημιδιάφανες μορφές σαν ανθρώπινες μέδουσες, που το περίγραμμά τους αλλάζει σε κάθε τους κίνηση μέσα στο νερό. Οι ηλιαχτίδες περνούν πια και μέσα από το δικό τους πρίσμα και αλλοιώνονται όλο και περισσότερο. Όλα είναι διάφανα εκεί κάτω... ακόμη και ο ίδιος.
Κοιτάζει το χέρι του με κάποιον τρόπο χωρίς να κουνηθεί. Είναι κι εκείνο διάφανο. Το βλέμμα του ταξιδεύει σε όλο του το κορμί. Είναι κι εκείνο διάφανο. Είναι ολόκληρος ένα ζελατινώδες πλάσμα που προσπαθεί να κρατήσει την ανθρώπινη υπόστασή του. Μπορεί και κοιτάζει τον εαυτό του ολόκληρο. Δεν ξέρει πώς, αλλά μπορεί. Χωρίς να έχει βγει από το σώμα του. Διατηρώντας ακόμη αυτή την παράξενη μορφή.

And as I draw near
The scene becomes clear
Like watching my life on a screen

Δεν ξέρει πού είναι ούτε πώς βρέθηκε εκεί, αλλά νιώθει υπέροχα. Οποιαδήποτε ανάμνηση έχει χαθεί.

Μάριος Δημητριάδης, "Φωνές από την Άβυσσο", Bell 2020

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

ακατάπαυστα

Το πήρε έτσι όπως ήταν ανοιχτό και άρχισε να το διαβάζει. Στην αρχή δεν κατάλαβε πολλά, αλλά συνέχισε γιατί ήταν περίεργος. Ήταν ένα βιβλίο με ποιήματα. Διαβάζοντας, άλλα καταλάβαινε και άλλα όχι. Γυρνούσε τις σελίδες και διάβαζε κομματιαστά. πέρασε πολλή ώρα και σήκωσε απορημένο το βλέμμα του κοιτάζοντας γύρω.
-Βρε-βρε, μονολόγησε, για δες, που ήταν όλα αυτά και εγώ δεν τα έβλεπα;
Να τα ψηλά χορτάρια, σαν ξανθά μαλλιά κυμάτιζαν ανατριχιάζοντας. Το αεράκι σαν χέρι απαλό του χάιδευε το πρόσωπο. τα τζιτζίκια παίζαν τα βιολιά τους και οι πεταλούδες διάφανες και μαύρες του έγνεφαν κουνώντας τα φτερά τους. Οι σηταρήθρες είχαν στήσει χορό πιο πέρα, όχι πια τσιρίζοντας, αλλά τραγουδώντας φέρνοντάς του παιδικές ξεχασμένες μνήμες.
Στα πόδια του ακατάπαυστα δούλευαν τα μυρμήγκια και χίλια δυο μικρολούλουδα μοσχοβολούσαν. Τι χρώματα που είχαν! Υπήρχαν και πριν; Τα πατούσε χωρίς να τα βλέπει; Ακολούθησε μια αλυσίδα πράσινες κάμπιες που από ένα πεύκο πιο πέρα, πήγαιναν άραγε για πού;

Λιλή Χ. Τσουρνάβα, "Ο Δρόμος της Αλόννησος", Αυτοέκδοση 2020

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

χρειάζομαι μια λέξη

Ζήτησες ένα ρήμα
Χρειάζομαι μια λέξη, είπες, για να στεγάσει τα αισθήματα
Πώς να πορεύομαι ακαθοδήγητος;
"Ζούμε" είναι το ρήμα, η λέξη είναι "Ζωή"
Αυτή μας ζήτησε να τη δεξιωθούμε
Με ό,τι μαζέψαμε χρόνους πολλούς,
ψιμύθια και υπάρχοντα, έτσι απλά, να τη δεχθούμε
Αποδεχθήκαμε την πρόσκληση με την ψυχή ανοιχτή, άδολη
την καρδιά,
ακμαία το όνειρα, το σώμα έτοιμο
Τώρα, όλα είναι πιθανά

Έλενα Ψαραλίδου, "Θυμητάρι Ενός Ερημοναύτη", Αυτοέκδοση 2014