Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

στον ουρανό τού τίποτα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα», Καστανιώτης 2005

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

πάντα είναι απόγευμα

Άνθισαν οι γαριφαλιές κι επάνω...ένα φεγγάρι! Απόψε 
ακόμη και οι πόρνες το έριξαν στον ύπνο. 

∆εν πέθανα. Πάντα είναι απόγευμα, όταν τελειώνουν 
τα ταξίδια.

Στο βάθος της κοιλάδας, ο κορυδαλλός κελαηδάει τη 
διακήρυξη της ελευθερίας του. 

Το άλογό µου καλπάζει στα χωράφια. Είμαι κι εγώ µεσ’ 
στην εικόνα! Ακούτε;


松尾芭蕉, Μόνο τα Όνειρά µου Συνεχίζουν., Ερατώ 2002 (μεταφραση Γιώργος Μπλάνας)

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

σε μια θάλασσα λέξεων

 Μες στο σκοτάδι του σαλονιού της (που σύντομα δεν θα 'ταν πια δικό της), μια Κυριακή απόγευμα, η Ρόουζ έψαχνε σ' ένα γιγαντιαίο άτλαντα κάποιο νησί της Ινδονησίας με έξι γράμματα, γνωστό για τις δρακόμορφες σαύρες του - κενό-κενό-κενό-όμικρον-κενό-κενό. Μέχρι στιγμής είχε βρει το "Τιδόρε" και το "Μισούλ", που και τα δύο, ταιριάζοντάς τα στο σταυρόλεξο, της δημιουργούσαν περισσότερα προβλήματα απ' όσα της έλυναν. Μα υπήρχαν ένα σωρό νησάκια στα βόρεια της Ινδονησίας που δεν τα είχε ψάξει ακόμη. Συνέχισε την εξερεύνησή της. Φαντάστηκε τον εαυτό της καπετάνιο σε κινούμενα σχέδια να οδηγεί το καράβι-σταυρόλεξο σε μια θάλασσα λέξεων. Είχε τελειώσει με τα οριζόντια τετράγωνα κι άρχιζε τώρα τα κάθετα. Αναρωτήθηκε ξαφνικά αν όλοι οι επιμελητές εκδόσεων, οι διορθωτές, οι εγκυκλοπαιδιστές, οι χαρτογράφοι, οι συντάκτες σταυρόλεξων ήταν άνθρωποι που διάλεξαν αυτό το επάγγελμα και αφοσιώθηκαν σ' αυτό ολοκληρωτικά, γιατί χρειάζονταν απεγνωσμένα κάτι να απορροφά συνεχώς τη σκέψη τους. "Τα αρπακτικά του σκεπτόμενου κόσμου", τους είχε αποκαλέσει ο Όουεν, αυτοί που τρέφονταν με τα υπολείμματα της σκέψης, ό,τι είχε απομείνει απ' τη στιγμή που τα μεγάλα ντοκουμέντα της ιστορίας και της επιστήμης είχαν περικοπεί σ' ένα λογικό μέγεθος. Κι όπως η Ρόουζ άρχιζε να μαθαίνει, ο εθισμός αυτός ήταν καλύτερος απ' το αλκοόλ. Αυτή η υγιής και άχρηστη απασχόληση ξεκαθάριζε κυριολεκτικά το μυαλό. Έβαζε στο περιθώριο τη λύπη, το άγχος, τον πανικό. Μέσα στην έκρηξη της ενεργητικότητάς της, η Ρόουζ έφερνε αντιμέτωπους τον Τόμας Μαν και τον Τίμωνα τον Αθηναίο. Πετούσε τα συνώνυμα σαν σφαίρες. Μα στο τέλος ένοιωθε το κεφάλι της να πονά δαιμονισμένα, λες και το κρανίο της ήταν ένα κούφιο και άδειο πράγμα. Το σταυρόλεξο απορροφούσε όλη της την ενεργητικότητα· η ζωή της περέμενε απαράλλαχτη.

David Leavitt, "Η Χαμένη Γλώσσα των Γερανών", Aquarius 1988 (μετάφραση Γιάννης Τζώρτζης)

 

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

σαπουνόφουσκες

Ω Μεγαλιότατε! Πώς τα πάντα περιδινούνται και αποσυντίθενται μπροστά στα μάτια μου! Προχωρημένος πια στα χρόνια, ο θάνατος δεν με φοβίζει. Μα με φοβίζει να νιώθω δόλωμα στον στρόβιλο της ιστορίας που δεν καταλαβαίνω. Εκείνους βεβαίως τους γνώρισα. Αξιοθαύμαστοι, ναι, δημιουργοί μεγαλόψυχων και μεγαλόπρεπων παρανομιών, και πώς υπέμειναν με ατσάλινη ψυχή τις πιέσεις της ανάκρισης, και πώς ανέβηκαν στο ικρίωμα σαν γενναίοι. Έστω κι αν, την τελευταία νύχτα, αμφέβαλαν ανθρώπινα για τον εαυτό τους και προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από ψευδείς ευφημισμούς· έστω κι αν, σ' όλη τους τη ζωή, σκέφτονταν περισσότερο τις αλυσίδες παρά τη φήμη τους ως αθλίων, κατά τρόπον ώστε ο Κύριλλος τους επετίμησε δια στόματός μου. Με τον οποίον, αλίμονο, είναι και ο έσχατος εξευτελισμός μου: από την ώρα που μεταμφιέστηκα με τα ρούχα του, μου έτυχε να ταυτίζομαι τόσο, που συχνά να λέω τα λόγια του και να νιώθω τα συναισθήματά του... Συγχυσμένος από τον ίδιο μου τον εαυτό και διεφθαρμένος από τη συναναστροφή μαζί τους, αναρωτιέμαι: Εμείς, οι άνθρωποι, ποιοι είμαστε; Είμαστε πραγματικοί, είμαστε ζωγραφιές; Χάρτινες μεταφορές, αδημιούργητα ομοιώματα, ανύπαρκτες οπτασίες στη σκηνή μιας παντομίμας από στάχτες, σαπουνόφουσκες που βγαίνουν από το καλάμι ενός ταχυδακτυλουργού εχθρού;

Gesualdo Bufalino, "Τα Ψέματα της Νύχτας", Γνώση 1990 (μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη)