Τρίτη 11 Μαΐου 2021

κυρίαρχα βασίλεια του πιθανού

Παρόλο που η Σημαντική των Πιθανών Κόσμων εμμένει στην αρχή της ότι οι μυθοπλαστικοί κόσμοι δεν είναι απομιμήσεις ή αναπαραστάσεις του πραγματικού (realia) αλλά κυρίαρχα βασίλεια του πιθανού (possibilia) και ως τέτοια εγκαθιδρύουν διαφοροποιημένες και διαφορετικού βαθμού απόστασης σχέσεις με τον πραγματικό κόσμο, δέχεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι πρόσωπα, τοποθεσίες, γεγονότα που αναφέρονται σε πραγματικά ή ιστορικά αντίστοιχά τους συνιστούν μια ιδιαίτερη σημασιακή τάξη υπό συγκεκριμένη έννοια: υπάρχει πράγματι κάποια σχέση μεταξύ ενός ιστορικού προσώπου, για παράδειγμα της βασίλισσας Ελισάβετ, με όλα τα μυθοπλαστικά (μυθιστορηματικά, δραματικά, σκηνικά) πρόσωπα της "Ελισάβετ", μια σχέση, ωστόσο, που υπερβαίνει τα όρια του πραγματικού μας κόσμου.
Μυθοπλαστικά πρόσωπα-ομοιώματα και ιστορικό πρωτότυπο βρίσκονται εξίσου δέσμια της διακοσμικής ταυτότητας (transworld identity - identité à travers les mondes): Πρόκειται για μια έννοια που συνιστά έναν από τους βασικούς τόπους με τον οποίον προσεγγίζει το αντικείμενό της η Σημειωτική Θεωρία των Πιθανών Κόσμων. Και τούτο διότι το συγκεκριμένο πεδίο είναι συνυφασμένο αφενός με την αποδοχή ότι οι Πιθανοί Κόσμοι δεν είναι άδειες θεωρητικές οντότητες και, αφετέρου, με το ότι τα άτομα που τους κατοικούν διαθέτουν μία ταυτότητα που τα συνδέει με τον συγκεκριμένο μυθοπλαστικό κόσμο όπου δρουν, αλλά ταυτόχρονα και με πιθανά πραγματικά ή μυθοπλαστικά (διακειμενικά) τους πρότυπα τα οποία κατοικούν σε εναλλακτικούς προς τον δικό τους Κόσμους. Υπό αυτή την οπτική, ακόμη και αν μυθοπλαστικά ή ιστορικά πρόσωπα διαφοροποιούνται ως προς κάποια, ακόμη και ουσιαστικά τους χαρακτηριστικά, αποτελούν όλα τους πιθανά ομοιώματα που κατοικούν σε εναλλακτικούς πιθανούς κόσμους.

Δημήτρης Τσατσούλης, "Η Θεωρία των Πιθανών Κόσμων και η Δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη", Σοκόλης 2019  

Κυριακή 2 Μαΐου 2021

σε μια γιορτή μοναχική και απέραντη

Ένα νυχτερινό μπαρ είναι το αντηχείο της γειτονιάς σας, για την οποία αντιλαμβάνεστε σύντομα ότι είναι κατοικημένη από πλήθος πότες. Στο δρόμο δεν διασταυρώνεστε πια με τους ανθρώπους όπως πριν. Η νεαρή με το ταγέρ, που τραβάει χρήματα από το αυτόματο μηχάνημα, δεν είναι ό,τι ακριβώς δείχνει. Ο ηλικιωμένος, που περπατάει με μικρά λαίμαργα βήματα και με το διχτάκι του για τα ψώνια, οδεύει σε μια γιορτή μοναχική και απέραντη. Αν έχετε τη ματιά του πότη, θα διαβάσετε τη γειτονιά σας με μεγαλύτερη οξυδέρκεια, ιδιαίτερα τις Κυριακές. Τα κυριακάτικα απογεύματα θυμίζουν γενικώς την επαύριο μεγάλης καταστροφής. Δίπλα στις οικογένειες που βγήκαν να πάρουν αέρα στους ερημωμένους δρόμους, στα ίδια πεζοδρόμια αλλά σε μιαν άλλη διάσταση, σε άλλους διαδρόμους του χωροχρόνου, μέσα σε σάρκινα περιβλήματα αδιανόητα για τον κοινό θνητό, σε σάβανα οδύνης, διαβαίνουν μερικά φαντάσματα που τα γνωρίζετε καλά. Ορισμένοι κατόρθωσαν να πάνε για ύπνο, άλλοι όχι, κι ανηφορίζουν προς το βράδυ ανηφορίζοντας, λες, προς κάποια αφηρημένη αυγή. 

Pierre Mérot, "Θηλαστικά", Εστία 2005 (μετάφραση Εύα Καραταΐδη)

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

μικρή τραγωδία δικής τους επινόησης

Ήταν καλοκαίρι και δυο μικρά παιδιά έτρεχαν προς έναν άντρα που πλησίαζε από μακριά. Ο άντρας τούς κουνούσε το χέρι και τα παιδιά παράβγαιναν ποιο θα τον έφτανε πρώτο.
Ήταν ακόμα καλοκαίρι, και τα παιδιά ζύγωναν πιο κοντά. Ένα αγόρι κατηφόριζε στο πεζοδρόμιο σέρνοντας ξοπίσω του ένα καλάμι για ψάρεμα. Ένας άντρας έστεκε και περίμενε με τα χέρια στερεωμένα στη μέση. Καλοκαίρι, και τα παιδιά του έπαιζαν στην μπροστινή αυλή, μαζί με το φίλο τους, μια παράξενη μικρή τραγωδία δικής τους επινόησης.
Ήταν φθινόπωρο, και τα παιδιά του πιάνονταν στα χέρια στο πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι της κυρίας Ντιμπόζ. Το αγόρι βοηθούσε την αδερφή του να σηκωθεί κι έφευγαν για το σπίτι τους. Φθινόπωρο, και τα παιδιά του έτρεχαν πάνω κάτω στο τετράγωνο, με τις χαρές και τις λύπες της μέρας γραμμένες στα πρόσωπά τους. Κοντοστέκονταν μπρος σε μια βελανιδιά, κατευχαριστημένα, έκπληκτα, ανήσυχα.
Χειμώνας, και τα παιδιά του ριγούσαν έξω από το φράχτη της αυλής, με φόντο ένα φλεγόμενο σπίτι. Χειμώνας, κι ένας άντρας έβγαινε στο δρόμο του· τα γυαλιά του του 'πεφταν και πυροβολούσε ένα σκυλί.
Καλοκαίρι, κι έβλεπε την καρδιά των παιδιών του να ραγίζει.

Harper Lee, "Όταν Σκοτώνουν τα Κοτσύφια", Bell 1984 (μετάφραση Βικτώρια Τράπαλη)

 

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

και τέλος μια χυδαιότητα

Ο λόγιος Μουχτάρ ιμπν-Άχμαντ μού διηγήθηκε κάποτε γελώντας ότι στα αραβικά κάθε λέξη έχει τέσσερις διαφορετικές σημασίες: χαρακτηρίζει καταρχάς ένα πράγμα, κατόπιν το αντίθετό του, επιπροσθέτως κάτι που έχει να κάνει με τις καμήλες, και τέλος μια χυδαιότητα. Από την άποψη της τελευταίας, η γλώσσα αυτού του λαού πηγαίνει ακόμα μακρύτερα. Από τις εγκλίσεις του ρήματος γνωρίζει μόνον την υποτακτική που χαρακτηρίζει την επιθυμία: καμία πρόταση που να μην πιστοποιεί τον πόθο· ακόμη και οι ηλικιωμένοι περνούν τη μέρα τους με φιλήδονες συζητήσεις. Οι Γραμματολόγοι της χώρας καταγγέλλουν την ιταμότητα της γλώσσας τους· λέγεται ότι κάποιος που για χάρη της ευνουχίστηκε, ανακάλυψε πολύ αργά ότι και αυτός ακόμη δεν ήταν σε θέση, ούτε με τον τρόπο αυτό, να της ξεφύγει.

Jürgen Buchmann, "Γραμματική των Γλωσσών της Βαβέλ", Gutenberg 2019 (μετάφραση Συμεών Γρ. Σταμπουλού)

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

καπέλα που λένε

Η αίσθηση που αφήνει ένα δολάριο στην καρδιά,    
χαρούμενο ζεστό κόκκινο φως,   
ρόδινες ανταύγειες απ’ το τζάκι στο λευκό   
τραπεζομάντηλο και ήρεμες βελούδινες σκιές   
που αργοσαλεύουν στην πόρτα κρεμασμένες.   

Η αίσθηση που αφήνει ένα εκατομμύριο δολάρια: 
κουρελόπανα φτιαγμένα από λακέδες  
με χαοτικά περσικά σχέδια, 
δίπλα στη δρυ, τους κρίνους και το ξίφος, 
ομορφιά εξευτελισμένη,   
εκπορνευμένη από προαγωγούς εμπόρους   
σε συναλλαγές μεταξύ κρασιού και ευθυμίας.   
Ανόητοι χωριάτες φτιάχνουν τα χαλιά του κόσμου,   
νεκροί που ονειρεύτηκαν άρωμα και φως   
στο υφαντό της ζωής τους.   
Το απομεινάρι μιας αθώας αρκούδας   
κάτω από τα πόδια ενός μυστικοπαθή σκλάβου   
που ασχολείται αιωνίως με μικροπράγματα,   
Ξεχνώντας κράτος, πλήθος, εργασία, κοινωνική γαλήνη,   
καπέλα που λένε, λένε, λένε,   
καπέλα που τσιρίζουν σαν ποντίκια,   
καπέλα.

Stephen Crane, «Άπαντα τα Ποιήματα», independent.academia (μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)