Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

αι λυσσαλέαι υλακαί των σκύλων

Μετ’ ολίγον εισηρχόμην εις την κωμόπολιν, συρόμενος υπό του αγωγιάτου μου από το καπίστρι, διά της μεσολαβήσεως, εννοείται, του λαιμού του υπ’ εμέ ημιόνου.
Μοι επεφυλάσσετο δε ενθουσιώδης υποδοχή, ως προεδήλουν αι λυσσαλέαι υλακαί των σκύλων και οι εμμανείς λιθοβολισμοί της τρυφεράς γενεάς της Φθειρίας, των νεαρών αυτής βλαστών και χρηστών ελπίδων, ήτις έπαιζε την ώραν εκείνην εις τα πρόθυρα της κωμοπόλεως.
Απετελείτο δε η νέα αύτη γενεά από εσμόν μικρών δαιμόνων ανυποδήτων, το πρόσωπον, τας χείρας και τους πόδας των οποίων ουδέποτε περιύβρισε του ύδατος η επαφή, ενώ η κόμη των κατά γλοιώδεις τολύπας επιστέφει τας μικράς κεφαλάς των.
Επειδή δε ο λόγος περί ύδατος, σημειώ εν παρόδω ότι, αν και τούτο διαθέει άφθονον, κελαρύζον και παφλάζον την κωμόπολιν και τα πέριξ, δύο μόνον τρόποι χρήσεως αυτού είναι έτι γνωστοί εν Φθειρία. Εν πρώτοις στρέφει τον τροχόν του υδρομύλου του μπαρμπα-Γιδιά, και κατά δεύτερον λόγον ποτίζονται δι’ αυτού τα ζουντανά, αι γυναίκες και τα παιδιά, αλλά και οι άνδρες εξαιρετικώς, όταν σπανίζει ο ρητινίτης.
Ως προς πάσαν άλλην χρήσιν του ύδατος ισχυρά υδροφοβία κατέχει τους Φθειριώτας, ευτυχώς άνευ εκδηλώσεως άλλων συμπτωμάτων λύσσης, πλην εν τούτοις των λυσσωδών κατ’ εμού λιθοβολισμών της νέας γενεάς, περί ων ανωτέρω ελάλησα και ων η αιτία διαφεύγει έτι και σήμερον την εκτίμησίν μου.
Με ελιθοβόλουν άραγε ως ετεροδημότην ή διότι εφόρουν στενά; Δεν ηδυνήθην να εννοήσω.

Εμμανουήλ Λυκούδης, "Η Κωμόπολις Φθειρία", Στιγμή 1987

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

κλοπιμαία κι αυτή

Πάρεξ σφάλμα και ύβρις αλλού ομολόγησα. Έχιδνα αλήθεια μέσα μου με ονομάζει κλέφτη. Τα φίδια λέω, που δυο φορές τα χώρισε η εσκεμμένη βία μου, άλλο δεν ήταν παρά ο φερτός σπορέας μου ο Κάδμος και θεόδοτη Αρμονία η γυναίκα του, που ενδύθηκαν μορφή ερπετού όταν έληξε η ανθρώπινη μοίρα τους και πλανήθηκαν έτη πολλά προτού στα Ηλύσια ακινητήσουν πεδία. Δυο φορές τον δεσμό τους κατέλυσα, δυο φορές την ιερή ηδονή τους υπέκλεψα, αυτοκέλευθος να δεσπόσω στον κλήρο μου, ν' αποσπάσω όσα δεν προορίζονταν να εντείνουν τη γεύση μου. Κι η φωνή των πουλιών, κλοπιμαία κι αυτή, μουσική που τον κόσμο ερύθμιζε σε δρόμο άλλο από κείνον που οι φύτορες θέσπιζαν ερήμην του γένους μου. Αηδόνα αλήθεια μέσα μου με ονομάζει κλέφτη.

Παντελής Μπουκάλας, "Ο Μάντης", Άγρα 2025

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

τσόφλι

Όμως τη στιγμή που 'παιρνε την απόφαση, ήδη κάτι μέσα σκιζόταν, κομματιαζόταν. Δίβουλος, μάζευε όλο το κουράγιο που χρειάζεται κανείς για να δειλιάσει, κι οι δυο βαλίτσες έμειναν άδειες μες στην ντουλάπα στην παιδική του κάμαρα, όπου κοιμόταν ξανά. Στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι ήταν ένα τασάκι. Τη νύχτα κάπνιζε μερικές φορές ξαπλωμένος. Έξω από το παράθυρό του, αντίκρυ, υπήρχε ένα χάλασμα. Στην καμινάδα του φώλιαζε το καλοκαίρι ένας γκιόνης. Παραπίσω, η Μπολιάντσα, η Ρονίτσα. Νεκροσκούτια σιωπής έντυναν το χειμερινό χωριό, που τα 'σκιζε αραιά και πού το αλύχτημα κάποιου σκύλου. Ένιωθε άυλος τότε, κείνες τις νύχτες που κάπνιζε μες στη σιωπή. Ένιωθε ότι δεν ήταν ένα με το κορμί του, ότι μπορούσε να τ' αφήσει εκεί, να καπνίζει ξαπλωμένο κι άψυχο, τσόφλι, κι αυτός να πλανηθεί. Σαν καπνός, σαν σύννεφο. Να μπει, από χαραμάδες και κλειδωνιές, σε κάμαρες όπου γέροι κοιμούνταν, αντρόγυνα αγαπιούνταν, παιδιά ονειρεύονταν. Τα παιδιά του. Να φτάσει, σύννεφο, ως την Αγγελική και τη Μαρία. Να δώσει μια σε τούτο το θραψερό τσόφλι που κάπνιζε μες στο βουβό σκοτάδι, για να λευτερωθεί για πάντα η ψυχή.

Μιχάλης Μακρόπουλος, "Το Δέντρο του Ιούδα", Κίχλη 2014 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

μικρός και εύθραυστος

Από όλους τους ξένους που συνάντησε στο ξενοδοχείο θα τον θυμάται για πάντα τον Γιούρι, το χλωμό του πρόσωπο, τα μικρά του χέρια, τα λεπτά του δάχτυλα, το πόσο μικρός και εύθραυστος έμοιαζε και το πόσο του άρεσε τη νύχτα να κάθεται μόνος σε μια γωνιά και να πίνει το αρχαίο κρασί. Κουμανταρία. Ο Γκαγκάριν δεν πίνει κοκτέιλ. Ζητά με επιμονή τη γλυκιά κουμανταρία. Σε ψηλό ποτήρι με πολλά παγάκια, τόσα ώστε σχεδόν να νερώνει, η κουμανταρία του Γκαγκάριν δεν θυμίζει σε τίποτα τη Θεία Κοινωνία του παπά στο χωριό της, το θείο κρασί με το κουταλάκι, το λάβετε και φάγετε, το πιείτε εξ αυτού πάντες, το τούτο εστί το αίμα μου, σε τίποτα δεν θυμίζει η κουμανταρία του Γκαγκάριν τον Θεό, κι αυτή το μόνο που μετανιώνει είναι που δεν πρόλαβε και δεν τον ρώτησε, δεν βρήκε τρόπο να τον ρωτήσει αν, όταν ταξίδεψε εκεί ψηλά στα αστέρια και είδε το φεγγάρι, τα κατάφερε να δει και τον Θεό.

Κωνσταντία Σωτηρίου, "Brandy Sour", Πατάκης 2022