Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

ακαθάριστη εθνική ευτυχία

Ο Βιλλιέ ντε Λ’ Ιλ Αντάμ φαντάστηκε μια συσκευή που θα συνέλεγε τους τελευταίους στεναγμούς του ετοιμοθάνατου, για να υποφέρουν λιγότερο οι οικείοι του. Ο Ράιχ είχε κατασκευάσει μια μηχανή που θα συσσώρευε «την ενέργεια της οργόνης». Στοιχηματίζουμε πως αυτή τη στιγμή κάποια ομάδα επιστημόνων κατασκευάζει ένα ηδονόμετρο που θα μετράει την ΑΕΕ (Ακαθάριστη Εθνική Ευτυχία)*, το ποσοστό της ευδαιμονίας σε έναν δεδομένο πληθυσμό, έτσι καθώς μετράμε το ποσοστό υγρασίας στην ατμόσφαιρα. Όσο αποτελεσματικά κι αν θα λειτουργεί μια τέτοια μηχανή, μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως οι αριθμοί θα έχουν μια πολύ ελάχιστη σχέση με την «ευτυχία» η οποία δεν ανήκει στην τάξη της στατιστικής ή της ανάγκης.

*Σύμφωνα με τον όρο που υιοθέτησε η Λέσχη της Ρώμης, σε αντίθεση προς το ΑΕΠ.

Pascal Bruckner, «Η Αέναη Ευφορία», Αστάρτη 2001 (μετάφραση Λόισκα Αβαγιανού)

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

και ο πανικός σταμάτησε μόνο όταν κλήθηκε ένας Τούρκος μάγος και έκανε τη δουλειά σωστά

Λοιμοί, ξηρασίες, πλημμύρες, σεισμοί, πειρατές, πόλεμοι και φωτιές –όλα τα κακά και οι συμφορές του επίγειου βίου στα οθωμανικά Βαλκάνια- επέβαλλαν το σεβασμό των επουράνιων δυνάμεων και των ανθρώπων που ήταν σοφοί και γνώστες του θείου, σεβασμό που αψηφούσε τις θρησκευτικές ταξινομήσεις. Διάφοροι άγιοι, λόγου χάρη, ήταν γνωστοί ως προστάτες συγκεκριμένων πόλεων και η ικανότητά τους να αποσοβούν κινδύνους αναγνωριζόταν από χριστιανούς και μουσουλμάνους. «Και αυτοί οι Τούρκοι μένουν εκστατικοί» όταν τα λείψανα του αγίου Νικολάου του Μετσοβίτη δαμάζουν το θανατικό στα Τρίκαλα και κρατούν μακριά τις ακρίδες. Μια άλλη επιδρομή ακρίδων –«σαν σκοτεινό σύννεφο, που σχεδόν δεν το διαπερνούσαν οι αχτίδες του ήλιου»- νικήθηκε στην Κύπρο χάρη στο δεξί χέρι του αγίου Μιχαήλ, και πάλι προς γενική ανακούφιση. Λέγεται ότι, όταν εκτέλεσαν κάποιο μάρτυρα της ορθόδοξης πίστης, τα γνωρίσματα της αγιότητας –τη γλυκεία «απερίγραπτη» ευωδία που ανέδιδε το σκήνωμα, την υπερφυή λάμψη , τη μη αποσύνθεση του λειψάνου- τα αναγνώριζαν όχι μόνο οι χριστιανοί μα και οι μουσουλμάνοι. Τέλος, η θρησκεία δεν ανέκοπτε τον τρόμο που μπορούσε να κυριέψει πόλεις όπου εμφανίζονταν ξαφνικά οι βρικόλακες, όπως συνέβη στην Αγιά, όπου τους είδαν «να γλιστρούν εδώ κι εκεί με μεγάλα φανάρια στα χέρια τους». Στην Αδριανούπολη το 1872 ένας μουσουλμάνος χότζας και ένας χριστιανός παπάς δεν κατάφεραν να ξορκίσουν τους βρικόλακες και να τους διώξουν από την πόλη, και ο πανικός σταμάτησε μόνο όταν κλήθηκε ένας Τούρκος μάγος και έκανε τη δουλειά σωστά.

Mark Mazower, «Τα Βαλκάνια», Πατάκης 2002 (μετάφραση Κωνσταντίνος Ν. Κουρεμένος)

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

εάν απουσιάζει τέτοιος κυβερνήτης

Κατά το 10ο αιώνα, ο φιλόσοφος αλ-Φαράμπι όρισε τα πρότυπα με τα οποία τα κράτη έπρεπε να κρίνονται, στο βιβλίο του «αλ-Μαντίνα αλ-φαντίλα» (Οι ιδέες των πολιτών της ενάρετης πόλης). Το καλύτερο από τα κράτη είναι εκείνο που κυβερνάται από κάποιον ο οποίος είναι και φιλόσοφος και προφήτης, σε επαφή μέσω της νοημοσύνης του και της φαντασίας του με την Ενεργό Διάνοια, η οποία πηγάζει από το Θεό. Εάν απουσιάζει τέτοιος κυβερνήτης, το κράτος μπορεί να είναι ενάρετο, εάν κυβερνάται από το συνδυασμό αυτών οι οποίοι συλλογικά κατέχουν τα αναγκαία χαρακτηριστικά, ή από κυβερνήτες οι οποίοι διατηρούν και ερμηνεύουν τους νόμους που παραδόθηκαν από τον ιδρυτή (τέτοιο θα ήταν το πρώιμο χαλιφάτο). Στο άλλο άκρο υπάρχουν κοινωνίες, των οποίων το κυρίαρχο στοιχείο δεν κατέχει τη γνώση του καλού. Αυτές οι κοινωνίες στερούνται κοινού αγαθού και διατηρούνται ενωμένες με τη βία, ή με κάποιο φυσικό χαρακτηριστικό, όπως η κοινή καταγωγή, ο χαρακτήρας ή η γλώσσα.

Albert Hourani, «Ιστορία των Αραβικών Λαών», Λιβάνης 1994 (μετάφραση Βύρων Ματαράγκας)

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

εδώ και τώρα

Ουσιαστικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και ιδίως κατά την κρίσιμη πρώτη πενταετία του 1980 η πολιτική προσδοκία γνωρίζει μια τεχνητή απογείωση, για να συρρικνωθεί απότομα στη συνέχεια ακολουθώντας τους ρυθμούς ενός πολιτικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από τον «εκρουτινισμό» των χαρισματικών του πόλων. Η ανάσχεση του πολιτικού ριζοσπαστισμού συντελείται ως ιστορική και πολιτική απομάγευση, ως βαθιά καταπόνηση κάθε πολιτικού-αξιακού ενδιαφέροντος. Το ίδιο το βαρυφορτωμένο συμβολικά παρελθόν γίνεται όχι απλώς πιο ακατανόητο για τις νεότερες γενιές αλλά περισσότερο ξένο και αδιάφορο για τους μεγαλύτερους. Νέες ευαισθησίες διαπνέουν τους βιωματικούς κόσμους: ένας ηδονιστικός παροντισμός για τα μεσαία αστικά στρώματα και μια αίσθηση αδυναμίας και κοινωνικής αποκαρδίωσης για τις λαϊκές τάξεις. Το γνωστό σύνθημα, επί παραδείγματι, «εδώ και τώρα» συμπυκνώνει καίρια την επιθυμία για λυτρωτική αποδέσμευση μιας καινούριας εθνικής πλειοψηφίας από τη βία του αυταρχικού κράτους («παραδοσιακή Δεξιά») αλλά και τις ουτοπικές υποσχέσεις ενός απόμακρου –και ολοένα πιο αμφίβολου και λιγότερου ελκυστικού μέλλοντος- («παραδοσιακή Αριστερά»). Στην ουσία, το «εδώ και τώρα» της δεκαετίας του 1980 είναι ήδη ένα αντι-ιδεολογικό πρόσταγμα, ένα μεταπαραδοσιακό κέλευσμα με μια ιδιαίτερη έννοια. Ως σύνθημα υπόσχεται αυτό που ήδη υπάρχει, προσφέρει στον αποδέκτη του ό,τι ήδη συντελείται και τεκμαίρεται στο ενεργό παρόν και στη συγχρονία: εθνική ενότητα, πολιτική συμφιλίωση, άνοδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος, ιδιόκτητη στέγη, εξοχικό κ.λπ. Η αποδέσμευση από τον κλοιό του παρελθόντος απαιτεί έτσι συγχρόνως την πλήρη απορρόφηση του μέλλοντος από ένα διεσταλμένο παρόν. Ακόμα και αν τούτη η διεργασία εκφράζεται με πολιτικά λεξιλόγια, όπως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980, προαναγγέλλει σαφώς την περιστολή και αποσύνθεση του πολιτικού φαντασιακού. Αυτή η στιγμή συμπυκνώθηκε, με τρόπο επιτυχημένο, στο γνωστό ηδονιστικό σλόγκαν του περιοδικού ΚΛΙΚ: «Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή».

Νικόλαος Σεβαστάκης, «Κοινότοπη Χώρα», Σαββάλας 2004