Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

μου μιλάς για συγκυρίες

Δυο δεκαετίες ψέματα, κρυφτούλι που καμιά φορά γινόταν εξευτελιστικό, ώρες ξεκλεμμένες απ’ τη βαμβακερή ανυπαρξία της καθημερινότητας, υπό τον καταναγκασμό μιας ζωής επίσημα ρυθμισμένης, σε πλήρη διαφάνεια, η δική του συγκεκριμένα, σχέδια για ταξίδια που ακυρώνονταν την τελευταία στιγμή: όλο αυτό του φαινόταν ανεμπόδιστο, επιτυχημένο;
«Μου μιλάς για συγκυρίες», της είχε πει στεγνά. «Εγώ σου μιλάω για την ίδια την ιστορία της σχέσης μας, για τη σάρκινη της υπόσταση. Απ’ αυτή την άποψη, κι όποια κι αν είναι η περιοδικότητα των συναντήσεών μας, ακόμη κι αν τις χωρίζει κάποια απόσταση, κάθε μια τους είναι κι ένα θαύμα».
Την κοιτούσε, τα δάχτυλά του χάιδευαν για μια στιγμή το λοβό του αυτιού της, το περίγραμμα του ζυγωματικού της. Έτρεμε η ψυχή της.

Jorge Semprun, «Τα σανδάλια», Εξάντας 2003 (μετάφραση Αύγουστος Κορτώ)

παντού πόρνες... σχεδόν σε αγγίζουν

«Σε αγαπώ», μου έλεγε. «Σε αγαπώ γιατί μου θυμίζεις Ευρώπη, και συγκεκριμένα Παρίσι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκεί ο αισθησιασμός είναι διάχυτος στον αέρα και μεταδοτικός. Ίσως επειδή βλέπεις διαρκώς ζευγαράκια να φιλιούνται στο δρόμο, στα τραπεζάκια των καφενείων, στους κινηματογράφους, στα πάρκα. Τα βλέπεις να αγκαλιάζονται ελεύθερα και να φιλιούνται ατέλειωτα στη μέση του δρόμου, στους σταθμούς του μετρό. Δεν ξέρω, ίσως αυτός είναι ο λόγος. Στην είσοδο κάθε σπιτιού τα βράδια υπάρχει κι από ένα ζευγαράκι, λιωμένοι ο ένας μέσα στον άλλο. Παντού πόρνες... σχεδόν σε αγγίζουν.
Κάποτε, περιμένοντας στη στάση του λεωφορείου, κοίταγα αφηρημένα γύρω μου και είδα μέσα από ένα ακοιχτό παράθυρο έναν άντρα και μια γυναίκα στο κρεβάτι. Η γυναίκα ήταν πάνω στον άνδρα.
Στις πέντε το απόγευμα η κατάσταση γίνεται αφόρητη. Ο αέρας γεμίζει έρωτα και πόθο. Όλοι βγαίνουν στους δρόμους. Τα καφενεία είναι γεμάτα. Στους κινηματογράφους υπάρχουν μικρά θεωρεία εντελώς σκοτείνα. Κλείνεις την κουρτίνα και κάνεις έρωτα στο πάτωμα, χωρίς να σε βλέπουν. Όλα είναι ανοιχτά κι εύκολα. Η αστυνομία δεν ανακατεύεται. Κάποτε ενόχλησε μια φίλη μου κάποιος στο δρόμο κι εκείνη παραπονέθηκε στον αστυνομικό που έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά. Όταν άκουσε τα παράπονά της, γέλασε και είπε: Να λυπάσαι την ημέρα που δεν θα σε ενοχλεί πια κανένας άντρας στο δρόμο. Θα έπρεπε να ευχαριστιέσαι αντί να θυμώνεις.»

Anaïs Nin, «Τα ερωτικά», Εξάντας 1987 (μετάφραση Γεράσιμος Μάρκου, Γιάννης Σταύρου)

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

πρέπει να διαλέξει κανείς

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Πρέπει να διαλέξει κανείς, να μείνει άνθρωπος, ή να γίνει νους. Ο άνθρωπος μπορεί κ’ ενεργεί μόνο γιατί μπορεί και αγνοεί, και ικανοποιείται μ’ ένα μέρος από τη γνώση αυτή, που αποτελεί το ιδιαίτερο παράξενο γνώρισμά του, τη γνώση που είναι λίγο περισσότερη απ’ όσο πρέπει.
ΦΑΙΔΡΟΣ: Κι όμως αυτό το κάτι παραπάνω μας κάνει και είμαστε άνθρωποι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Άνθρωποι!;... Νομίζεις λοιπόν πως οι σκύλοι δε βλέπουν τ’ αστέρια, που δεν έχουν καμιά χρησιμότητα γι’ αυτούς; Θα τους αρκούσε να διακρίνει το μάτι τους τα επίγεια πράματα. Δεν είναι όμως τόσο ακριβώς προσαρμοσμένο στην καθαρήν ωφέλεια, ώστε να μην είναι άξιο μολαταύτα να φτάσει τα ουράνια σώματα και τη μεγαλόπρεπη παράταξη της νύχτας.
ΦΑΙΔΡΟΣ: Γαβγίζουν προς το φεγγάρι ακούραστα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και οι άνθρωποι; Δεν αγωνίζονται με χίλιους τρόπους να γεμίσουν, ή να διασπάσουν την αιώνια σιωπή των απέραντων εκτάσεων που τους τρομάζει;

Paul Valéry, «Ευπαλίνος ή Ο αρχιτέκτων», Άγρα 2005 (μετάφραση Έλλη Λαμπρίδου)

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

σειρά μου

Σειρά μου. Θα ιστορήσω μια τρέλα μου.
Χρόνια κόμπαζα πως δεν υπήρχε εικόνα που να μην τη γνωρίζω και χλεύαζα τις διασημότητες της σύγχρονης ζωγραφικής και της σύγχρονης ποίησης.
Μου άρεσαν οι γελοίες ζωγραφιές, τα υπέρθυρα, τα σκηνικά, οι μπερντέδες των σαλτιμπάγκων, οι επιγραφές, η λαϊκή εικονογράφηση των βιβλίων, η παλιομοδίτικη λογοτεχνία, τα λατινικά της εκκλησίας, οι ανορθόγραφες ερωτικές φυλλάδες, τα ρομάντζα των γιαγιάδων μας, τα παραμύθια με νεράιδες, τα παιδικά βιβλιαράκια, οι παλιές όπερες, τα σαχλά ρεφρέν, οι απλοϊκοί σκοποί.
Ονειρευόμουν σταυροφορίες, ταξίδια εξερευνητών που χάνονται τα ίχνη τους, δημοκρατίες έξω από την ιστορία, θρησκευτικούς πολέμους που καταπνίγηκαν πριν ξεσπάσουν, επαναστάσεις ηθών, μετακινήσεις ηπείρων και φυλών: σ’ όλα τα μάγια πίστευα.
Επινόησα το χρώμα των φωνηέντων! – Α μαύρο, Ε λευκό, Ι κόκκινο, Ο γαλάζιο, ΟΥ πράσινο. – Ρύθμισα τη μορφή και την κίνηση κάθε συμφώνου και καυχήθηκα πως με ένστικτους ρυθμούς ανακάλυψα έναν ποιητικό λόγο που κάποια μέρα θα είναι προσιτός σε όλες τις αισθήσεις. Τα δικαιώματα της μετάφρασης δικά μου.
Στην αρχή ήταν μια άσκηση: κατέγραφα σιωπές, αποτύπωνα το άφατο. Καθήλωνα ιλίγγους.

Arthur Rimbaud, «Μια εποχή στην κόλαση», Γαβριηλίδης 2004 (μετάφραση Χριστόφορος Λιόντακης)

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

παλιά ήταν καλύτερα

Πρέπει να το παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου. Δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα. Οι εικόνες έρχονται ξανά και ξανά στη μνήμη, πολλές ανεπανάληπτες στιγμές. Ακόμη και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα. Ιδίως οι Γάλλοι που αποτελούσαν μάλιστα παραδοσιακά το ένα τρίτο της πελατείας του Ξενοδοχείου. Οι Γάλλοι που έρχονταν από την επαρχία πολλές φορές το χρόνο για σύντομη κάθε φορά διαμονή, και όταν τους έλεγες καλημέρα, την ανταπέδιδαν ευγενικά, ενώ σήμερα δεν μπαίνουν καν στον κόπο να απαντήσουν. Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα. Οι σερβιτόροι φορούσαν λευκό σακάκι με χρυσά σιρίτια. Έκοβαν το ψητό και καθάριζαν τα ψάρια μπροστά στον πελάτη. Το σερβίρισμα γινόταν κατά το ρωσικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο τα φαγητά τοποθετούνταν πρώτα σε ένα βοηθητικό τραπεζάκι μπροστά από τον πελάτη πριν περάσουν στο πιάτο του, και όχι κατά το γαλλικό, που θέλει τον πελάτη να σερβίρεται μόνος του από την πιατέλα την οποία κρατά ο σερβιτόρος, και λιγότερο ακόμη κατά το αγγλικό, οπότε το γκαρσόν κρατά με το ένα χέρι την πιατέλα και με το άλλο σερβίρει τον πελάτη με ένα μαχαιροπίρουνο που το χρησιμοποιεί σαν λαβίδα. Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα. Υπήρχε ένας φρακοφορεμένος μετρ ντ’ οτέλ, ένας αρχικαμαριέρης ανά όροφο και ένα ζευγάρι από έναν βαλέ και μια καμαριέρα ανά σουίτα. Ο καθένας είχε τις αρμοδιότητές του. Στους ορόφους υπήρχε διαρκώς κόσμος. Ένας κλητήρας στην είσοδο του Ξενοδοχείου ανήγγειλε τους επισκέπτες ουρλιάζοντας τα ονόματά τους. Φορούσε μια αλυσίδα στο λαιμό και φράκο με ουρά, όπως οι συνάδελφοί του στο Κοινοβούλιο, κοντά στους οποίους είχε συνήθως μάθει τη δουλειά. Παλιά οι πελάτες περνούσαν περισσότερο χρόνο στο δωμάτιό τους. Ήταν πιο πολλοί εκείνοι που έμεναν στο Ξενοδοχείο σε ετήσια βάση. Τα Χριστούγεννα χάριζαν δώρα στο προσωπικό. Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το Ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι.
Παλιά οι άνθρωποι έκαναν ό,τι έκαναν με το πάσο τους.

Pierre Assouline, «Ξενοδοχείο Lutetia», Πόλις 2006 (μετάφραση Σπύρος Παντελάκης)