Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

να μην ανοίγονται πολύ

Ήταν όλοι γεωργοί, γιοι και κόρες γεωργών, που θα γεννούσαν κι άλλους γεωργούς για να παντρευτούν νέες κόρες γεωργών, με μανάδες "οικιακά", που θα έκαναν παιδιά για να γεμίζουν σακιά πατάτες με τα χέρια τους. Κι όσοι έφυγαν, γεωργοί παρέμειναν κι αυτοί, γενιές αργότερα, γιατί οι φόβοι του γεωργού είχαν ποτίσει το δέρμα τους: κάθε καλή σοδιά ήταν συγκυριακή και κάθε συμφορά κρεμόταν πάνω απ' το κεφάλι τους, έτοιμη να τους πλακώσει. Γι' αυτό, έπρεπε να μη λένε πολλά, να μην ανοίγονται πολύ και πάντα να φοβούνται, να φοβούνται, να φοβούνται.

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, "Ραδιοκασετόφωνο", Πατάκης 2023

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ο εχθρός είναι μέσα

Ήρθαν τα πάνω κάτω από τη μια στιγμή στην άλλη. Η αγάπη; Όχι, η αγάπη δεν κάνει τέτοια πράγματα. Είναι το μίσος. Είμαι γεμάτος μίσος και αποζητώ εκδίκηση. Ο εχθρός μου είναι μέσα μου, και οφείλω να τον αντιμετωπίσω. Ακόμα κι έτσι, όμως, στο μυαλό μου, με όση πνευματική διαύγεια μου απέμεινε, είμαι σε θέση να αντιληφθώ την ειρωνεία της κατάστασης. Πιάνω το νήμα από εκεί που το άφησε ο Μουσταφά Σαΐντ. Εκείνος, τουλάχιστον, είχε την πολυτέλεια της επιλογής, ενώ εγώ δεν διάλεξα τίποτα. Ο δίσκος του ήλιου έμεινε για λίγο ακίνητος στον δυτικό ορίζοντα, κι έπειτα χάθηκε βιαστικά. Οι στρατιές της νύχτας, που παραφυλάνε λίγο παραπέρα, όρμησαν μεμιάς και κατακυρίευσαν τον κόσμο. Αν της είχα εξομολογηθεί την αλήθεια, ίσως να μην έκανε ό,τι έκανε. Έχασα τον πόλεμο γιατί δεν ήξερα και γιατί δεν διάλεξα. Στάθηκα πολλή ώρα μπρος στη σιδερένια πόρτα. Τώρα είμαι μόνος, δίχως διέξοδο, καταφύγιο και ασφάλεια. Ο κόσμος μου έξω, που άλλοτε ανοιγόταν απέραντος μπροστά μου, τώρα είχε συρρικνωθεί, είχε αποσυρθεί στα ενδότερα. Ο κόσμος έγινα πια εγώ, δεν υπάρχει άλλος κόσμος εκτός από εμένα. Πού είναι, λοιπόν, οι ρίζες που βυθίζονται στα έγκατα του χρόνου; Πού είναι οι μνήμες του θανάτου και της ζωής; Τι απέγιναν το καραβάνι και η φυλή; Πού χάθηκαν οι εύθυμες ζαγρούτες των γυναικών στους δεκάδες γάμους, οι πλημμύρες του Νείλου, οι άνεμοι, που φυσούν χειμώνα καλοκαίρι από τον Βορρά και τον Νότο, και η αγάπη; Η αγάπη δεν τα κάνει αυτά. Είναι το μίσος. Και τώρα, να 'μαι εδώ, έξω από το σπίτι του Μουσταφά Σαΐντ, μπροστά από τη "σιδερένια πόρτα". Την πόρτα του ορθογώνιου δωματίου με την τριγωνική στέγη και τα πράσινα παράθυρα. Το κλειδί είναι στην τσέπη μου. Ο εχθρός είναι μέσα, σίγουρα με μια σατανική αγαλλίαση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Εγώ είμαι ο φύλακας, ο εραστής, ο εχθρός.

الطيب صالح, "Η Εποχή της Μετανάστευσης στον Βορρά", Κάλλιστος 2025 (μετάφραση Βίκη Μπουτάρη) 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

μπερδεύτηκαν οι οχιές

Πίσω απ' τις ξερολιθιές, το κλαρίνο μέλωσε τον άνεμο. Ο βοσκός δεν ήταν βεζίρης, μπερδεύτηκαν οι οχιές και βγήκαν απ' τις πέτρες.

Γ. Φ. Καλόγερος, "Φαρμακείο",  Δώμα 2025

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

κάποιες ασυγχρόνιστες σκιές

Το φτηνά ξενοδοχεία έχουν μια απόκοσμη ομορφιά. Μια ησυχία πολύ ύπουλη. Δεν κυκλοφορεί ουδείς σε κανένα όροφο. Τα δωμάτια είναι σκοτεινά. Δεν έχουν λαγνεία. Είναι σαν σφαγεία του έρωτα. Ίσως έχω λάθος αντίληψη των πραγμάτων. Φταίει η αίσθηση του ρομαντισμού, που με διακατέχει από μικρή για κακή μου τύχη.
ξύλινα κρεβάτια με μια ψεύτικη αίσθηση πολυτέλειας. τα σεντόνια γλιστερά σατέν, πετσέτες με κορδέλες στα φινιρίσματα, γλυκερά αρωματικά χώρου. Εμετικό.
Για κάδρα στον υπόλευκους τοίχους, γυναίκες γυμνές της δεκαετίας του ογδόντα. Οι κρυφοί φθορίζοντες φωτισμοί θυμίζουν λούνα παρκ επαρχίας.
Ωχ, Λίνα. Δεν αισθανόσουν ασφαλής ούτε καθήμενη στη γωνιά του κρεβατιού σαν θεατής. Το μπάνιο γδαρμένο από τις χλωρίνες με τα ασθενικά φώτα του, αποκαρδιωτικό.
Με τον Ωμέγα συναντιόμασταν σε ένα τετραώροφο ξενοδοχείο στην καρδιά της πόλης, απέναντι από μια καντίνα.
Όλοι οι δρόμοι ήταν γύρω σκοτεινοί. Σαν να μην έφτανε ποτέ το φως του ήλιου εκεί. Κάτι ξερακιανές νεραντζιές στα παρτέρια του δρόμου κόντευαν να λιποθυμήσουν. Οι μάλλινες κουρτίνες που τσιμπούσαν ήταν παντού τραβηγμένες, θωρακίζοντας το σκοτάδι στο δωμάτιο. Δεν άφηναν παρά κάποιες ασυγχρόνιστες σκιές να φανούν από έξω προς τα μέσα από τα φώτα των αυτοκινήτων.
Ήταν μια διαστροφή του Ωμέγα. Δεν την απολάμβανα. Εκείνος φαινόταν συνηθισμένος στα μέρη.
Μια μέρα μου είπε: "Τι μουσική θες να βάλω;"
"Σοπέν, τα Νυχτερινά".
Αποκοιμήθηκα για δυο ώρες σε έναν βαθύ και ιδρωμένο ύπνο. Όταν ξύπνησα, τον αποχαιρέτησα και εκείνος κατάλαβε.
Η μουσική είχε φυσικά σταματήσει.

Βέρα Φραντζή, "Η Πωλήτρια", Ψυχογιός 2025