Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

τσόφλι

Όμως τη στιγμή που 'παιρνε την απόφαση, ήδη κάτι μέσα σκιζόταν, κομματιαζόταν. Δίβουλος, μάζευε όλο το κουράγιο που χρειάζεται κανείς για να δειλιάσει, κι οι δυο βαλίτσες έμειναν άδειες μες στην ντουλάπα στην παιδική του κάμαρα, όπου κοιμόταν ξανά. Στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι ήταν ένα τασάκι. Τη νύχτα κάπνιζε μερικές φορές ξαπλωμένος. Έξω από το παράθυρό του, αντίκρυ, υπήρχε ένα χάλασμα. Στην καμινάδα του φώλιαζε το καλοκαίρι ένας γκιόνης. Παραπίσω, η Μπολιάντσα, η Ρονίτσα. Νεκροσκούτια σιωπής έντυναν το χειμερινό χωριό, που τα 'σκιζε αραιά και πού το αλύχτημα κάποιου σκύλου. Ένιωθε άυλος τότε, κείνες τις νύχτες που κάπνιζε μες στη σιωπή. Ένιωθε ότι δεν ήταν ένα με το κορμί του, ότι μπορούσε να τ' αφήσει εκεί, να καπνίζει ξαπλωμένο κι άψυχο, τσόφλι, κι αυτός να πλανηθεί. Σαν καπνός, σαν σύννεφο. Να μπει, από χαραμάδες και κλειδωνιές, σε κάμαρες όπου γέροι κοιμούνταν, αντρόγυνα αγαπιούνταν, παιδιά ονειρεύονταν. Τα παιδιά του. Να φτάσει, σύννεφο, ως την Αγγελική και τη Μαρία. Να δώσει μια σε τούτο το θραψερό τσόφλι που κάπνιζε μες στο βουβό σκοτάδι, για να λευτερωθεί για πάντα η ψυχή.

Μιχάλης Μακρόπουλος, "Το Δέντρο του Ιούδα", Κίχλη 2014 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

μικρός και εύθραυστος

Από όλους τους ξένους που συνάντησε στο ξενοδοχείο θα τον θυμάται για πάντα τον Γιούρι, το χλωμό του πρόσωπο, τα μικρά του χέρια, τα λεπτά του δάχτυλα, το πόσο μικρός και εύθραυστος έμοιαζε και το πόσο του άρεσε τη νύχτα να κάθεται μόνος σε μια γωνιά και να πίνει το αρχαίο κρασί. Κουμανταρία. Ο Γκαγκάριν δεν πίνει κοκτέιλ. Ζητά με επιμονή τη γλυκιά κουμανταρία. Σε ψηλό ποτήρι με πολλά παγάκια, τόσα ώστε σχεδόν να νερώνει, η κουμανταρία του Γκαγκάριν δεν θυμίζει σε τίποτα τη Θεία Κοινωνία του παπά στο χωριό της, το θείο κρασί με το κουταλάκι, το λάβετε και φάγετε, το πιείτε εξ αυτού πάντες, το τούτο εστί το αίμα μου, σε τίποτα δεν θυμίζει η κουμανταρία του Γκαγκάριν τον Θεό, κι αυτή το μόνο που μετανιώνει είναι που δεν πρόλαβε και δεν τον ρώτησε, δεν βρήκε τρόπο να τον ρωτήσει αν, όταν ταξίδεψε εκεί ψηλά στα αστέρια και είδε το φεγγάρι, τα κατάφερε να δει και τον Θεό.

Κωνσταντία Σωτηρίου, "Brandy Sour", Πατάκης 2022   

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

να μην ανοίγονται πολύ

Ήταν όλοι γεωργοί, γιοι και κόρες γεωργών, που θα γεννούσαν κι άλλους γεωργούς για να παντρευτούν νέες κόρες γεωργών, με μανάδες "οικιακά", που θα έκαναν παιδιά για να γεμίζουν σακιά πατάτες με τα χέρια τους. Κι όσοι έφυγαν, γεωργοί παρέμειναν κι αυτοί, γενιές αργότερα, γιατί οι φόβοι του γεωργού είχαν ποτίσει το δέρμα τους: κάθε καλή σοδιά ήταν συγκυριακή και κάθε συμφορά κρεμόταν πάνω απ' το κεφάλι τους, έτοιμη να τους πλακώσει. Γι' αυτό, έπρεπε να μη λένε πολλά, να μην ανοίγονται πολύ και πάντα να φοβούνται, να φοβούνται, να φοβούνται.

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, "Ραδιοκασετόφωνο", Πατάκης 2023

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ο εχθρός είναι μέσα

Ήρθαν τα πάνω κάτω από τη μια στιγμή στην άλλη. Η αγάπη; Όχι, η αγάπη δεν κάνει τέτοια πράγματα. Είναι το μίσος. Είμαι γεμάτος μίσος και αποζητώ εκδίκηση. Ο εχθρός μου είναι μέσα μου, και οφείλω να τον αντιμετωπίσω. Ακόμα κι έτσι, όμως, στο μυαλό μου, με όση πνευματική διαύγεια μου απέμεινε, είμαι σε θέση να αντιληφθώ την ειρωνεία της κατάστασης. Πιάνω το νήμα από εκεί που το άφησε ο Μουσταφά Σαΐντ. Εκείνος, τουλάχιστον, είχε την πολυτέλεια της επιλογής, ενώ εγώ δεν διάλεξα τίποτα. Ο δίσκος του ήλιου έμεινε για λίγο ακίνητος στον δυτικό ορίζοντα, κι έπειτα χάθηκε βιαστικά. Οι στρατιές της νύχτας, που παραφυλάνε λίγο παραπέρα, όρμησαν μεμιάς και κατακυρίευσαν τον κόσμο. Αν της είχα εξομολογηθεί την αλήθεια, ίσως να μην έκανε ό,τι έκανε. Έχασα τον πόλεμο γιατί δεν ήξερα και γιατί δεν διάλεξα. Στάθηκα πολλή ώρα μπρος στη σιδερένια πόρτα. Τώρα είμαι μόνος, δίχως διέξοδο, καταφύγιο και ασφάλεια. Ο κόσμος μου έξω, που άλλοτε ανοιγόταν απέραντος μπροστά μου, τώρα είχε συρρικνωθεί, είχε αποσυρθεί στα ενδότερα. Ο κόσμος έγινα πια εγώ, δεν υπάρχει άλλος κόσμος εκτός από εμένα. Πού είναι, λοιπόν, οι ρίζες που βυθίζονται στα έγκατα του χρόνου; Πού είναι οι μνήμες του θανάτου και της ζωής; Τι απέγιναν το καραβάνι και η φυλή; Πού χάθηκαν οι εύθυμες ζαγρούτες των γυναικών στους δεκάδες γάμους, οι πλημμύρες του Νείλου, οι άνεμοι, που φυσούν χειμώνα καλοκαίρι από τον Βορρά και τον Νότο, και η αγάπη; Η αγάπη δεν τα κάνει αυτά. Είναι το μίσος. Και τώρα, να 'μαι εδώ, έξω από το σπίτι του Μουσταφά Σαΐντ, μπροστά από τη "σιδερένια πόρτα". Την πόρτα του ορθογώνιου δωματίου με την τριγωνική στέγη και τα πράσινα παράθυρα. Το κλειδί είναι στην τσέπη μου. Ο εχθρός είναι μέσα, σίγουρα με μια σατανική αγαλλίαση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Εγώ είμαι ο φύλακας, ο εραστής, ο εχθρός.

الطيب صالح, "Η Εποχή της Μετανάστευσης στον Βορρά", Κάλλιστος 2025 (μετάφραση Βίκη Μπουτάρη) 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

μπερδεύτηκαν οι οχιές

Πίσω απ' τις ξερολιθιές, το κλαρίνο μέλωσε τον άνεμο. Ο βοσκός δεν ήταν βεζίρης, μπερδεύτηκαν οι οχιές και βγήκαν απ' τις πέτρες.

Γ. Φ. Καλόγερος, "Φαρμακείο",  Δώμα 2025