Όμως τη στιγμή που 'παιρνε την απόφαση, ήδη κάτι μέσα σκιζόταν, κομματιαζόταν. Δίβουλος, μάζευε όλο το κουράγιο που χρειάζεται κανείς για να δειλιάσει, κι οι δυο βαλίτσες έμειναν άδειες μες στην ντουλάπα στην παιδική του κάμαρα, όπου κοιμόταν ξανά. Στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι ήταν ένα τασάκι. Τη νύχτα κάπνιζε μερικές φορές ξαπλωμένος. Έξω από το παράθυρό του, αντίκρυ, υπήρχε ένα χάλασμα. Στην καμινάδα του φώλιαζε το καλοκαίρι ένας γκιόνης. Παραπίσω, η Μπολιάντσα, η Ρονίτσα. Νεκροσκούτια σιωπής έντυναν το χειμερινό χωριό, που τα 'σκιζε αραιά και πού το αλύχτημα κάποιου σκύλου. Ένιωθε άυλος τότε, κείνες τις νύχτες που κάπνιζε μες στη σιωπή. Ένιωθε ότι δεν ήταν ένα με το κορμί του, ότι μπορούσε να τ' αφήσει εκεί, να καπνίζει ξαπλωμένο κι άψυχο, τσόφλι, κι αυτός να πλανηθεί. Σαν καπνός, σαν σύννεφο. Να μπει, από χαραμάδες και κλειδωνιές, σε κάμαρες όπου γέροι κοιμούνταν, αντρόγυνα αγαπιούνταν, παιδιά ονειρεύονταν. Τα παιδιά του. Να φτάσει, σύννεφο, ως την Αγγελική και τη Μαρία. Να δώσει μια σε τούτο το θραψερό τσόφλι που κάπνιζε μες στο βουβό σκοτάδι, για να λευτερωθεί για πάντα η ψυχή.
Μιχάλης Μακρόπουλος, "Το Δέντρο του Ιούδα", Κίχλη 2014

