Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

διατί υπάρχουσιν οι άνθρωποι;

Ερωτήσεις διάφοραι αιφνιδίως ανέθρωσκον εν τη κεφαλή του όλως ακουσίως:
Διατί υπάρχουσιν οι άνθρωποι;
Διατί περιστρέφεται το σύμπαν;
Ποιος είμαι;
Διατί κάθημαι επί της καρέκλας ταύτης;
Τι σημαίνει η καρέκλα ταύτη και πόσο κοστίζει;
Διατί τα παράθυρα να έχωσι τοιούτον σχήμα και όχι άλλο;
Διατί να υπάρχει μία Σελήνη και όχι δύο;
Διατί οι άνθρωποι να μη ώσιν υψηλοί όσον και αι οικίαι;
Τι συζητούν μεταξύ των τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος;
Αν ο Θεός εγένετο άνθρωπος, ηδύνατο επίσης να γίνη και κάνθαρος ή κολοκύνθη;
Εφαντάζετο ότι αι ιδέαι του εξερχόμεναι του εγκεφάλου ίσταντο προ αυτού υπό μορφήν μελισσών και πτηνών. Είχε διατάξει να του κατασκευάσουν κινητόν οίκημα περιστρεφόμενον περί έναν άξονα, κατά βούλησιν, εν τω οποίω διήρχετο όλην την ημέραν κρατών σάρωθρον εις την χείρα και ενασχολούμενος να διασκορπίζη δι' αυτού τας περιιπταμένας ιδέας του.

Διονύσης Γ. Μεντζενιώτης, "Επίτομος Πολυλογία", Εκάτη 1997

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018

το κενό γεωμετρείται και πάλι

"Θαυμάσιο να είσαι αστροναύτης!" πρόφτασε να σκεφτεί, κι ένας τεράστιος καταιγισμός από πλανήτες έστειλε καταπάνω-του την έλξη-τους. Παραπατάει... Φτάνει ως το γραφείο, σηκώνει τ' ακουστικό "ένα κονιάκ!", η φωνή-του αλλόκοτη, σαν μακρινή. "Θα βάλω την Ελένη να με τρίψει. Θαρρώ την άρπαξα", και στηλώνει τα μάτια-του στην πόρτα. Η πόρτα ανοίξει σιγά σιγά, μια ρωγμή στο διάστημα - κανείς δεν μπαίνει. Ο Κρόνος πάνω απ' το κεφάλι-του, μικροσκοπικός, μοιάζει ν' απέχει εκατομμύρια έτη φωτός. "Κι όμως, έτσι να κάνω θα τον φτάσω..." πέρα απ' αυτόν, ο Δίας, κι ο Κένταυρος, κι ο Ερμής, κι η Ελένη ξαπλωμένη ανάσκελα σε μια συστοιχία υδρατμών. Το φεγγάρι αναζήτησε. Το φεγγάρι πούναι χλωμό και στρογγυλό σαν κεφάλι ανθρώπου. Σηκώνεται, και το βήμα-του δρασκελάει ουράνια σώματα. Αφήνεται στο κενό, κι η πτώση-του παρασέρνει μετεωρίτες. Φτάνει στις εσχατιές τ' ουρανού, και κει το βλέπει... Είναι κάτασπρο σαν κιμωλία και χλωμό. Χλωμό και λυπημένο. "Ένα κεφάλι ανθρώπου!" του ξεφεύγει από τα δόντια, κι ο νους-του τρέχει στο παράθυρο, να πάρει αέρα. "Πάψε να πίνεις!" θα του έλεγε η Ελένη αν ήταν εδώ. Ορμάει στο παράθυρο, τ' ανοίγει, κι ο δροσερός αέρας διαλύει τους Κρόνους, διαλύει τους Δίες. Το διάστημα ξαναπαίρνει τις γνωστές-του διαστάσεις. Το κενό γεωμετρείται και πάλι, αρχίζουν και πάλι τ' αντικείμενα να το κατοικούν. Η λογική θριαμβεύει και πάλι. Η φύση δαμάζεται.

Φώντας Κονδύλης, "Χαίρε, ω Χαίρε", Θεωρία 1983

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

εις εαυτόν

Η αλήθεια είναι πως έχασα πρώτα το δάσος και ύστερα το δέντρο, αλλά δεν έχει σημασία η σειρά. Με το που ανοίγω τα μάτια, βλέπω στην απέναντι ταράτσα έναν ελεύθερο σκοπευτή. Οπλίζω κι εγώ και μπαίνω στο παιχνίδι. Μετά βλέπω αίματα. Σατανάδες και αίματα. Κάποια στιγμή, βρίσκω τον πύργο. Από το πιο ψηλό σημείο κάποιος με σημαδεύει. Κλείνω τα μάτια αμέσως, πολύ σφιχτά. Ξέρω πως, αν τα ξανανοίξω, θα επιστρέψουν οι εφιάλτες.

Γιώτα Τεμπρίδου, "Διαδοχικές Ασυνέχειες", Ακυβέρνητες Πολιτείες 2018

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

η ποίηση

Η ποίηση δεν έρχεται από πουθενά.
Είτε το θέλεις, είτε όχι υπάρχει
χωρίς όμως και να 'σαι σίγουρος για την παρουσία της.
Ίσως μοιάζει με κομμένο χέρι. Σύριζα.
Ή ίσως ακόμα καλλίτερα, με την αφή,
με την αφή των πολλών κορμιών
εκεί στις αποθήκες στο λιμάνι του Μανχάταν:
τίποτα δε μένει μετά την εκσπερμάτωση
κι όμως δεν είσαι πια ο ίδιος,
έχεις αλλάξει, παραμορφωθεί.
Η ποίηση μοιάζει με το έρεβος του Μάινσαφτ,
σβησμένος χρόνος, πρόσωπα κι ανάσες.
Η ποίηση έρχεται καταπάνω μου
τα πλοκάμια της με τραβάνε προς τα κάτω
βυθίζομαι,
βυθίζομαι.

Ανδρέας Αγγελάκης, "Τα Ποιήματα του Δολοφόνου μου", Νεφέλη 1986