Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

κανένα σημάδι, καμιά πληγή

Εδώ, στον τόπο που γεννήθηκα, λίγα μέτρα από τις τάφρους που άνοιξαν οι αρχαιολόγοι, λίγα μέτρα από την κούνια μου, κι οι τάρφοι είναι τάφοι ανοιχτοί που περιμένουν νήπια. Είναι εδώ, στο σταυροδρόμι που άνοιγε απ' τη μια τις κορφές των κυπαρισσιών κι από την άλλη σάλπιζε τις αναχωρήσεις είχαν τότε κίτρινο χρώμα μαργαρίτας, ίσως και λίγο άσπρο χαμομηλιού, είχανε έναν χαρταετό που ετοίμαζε το γυρισμό κι ο χρόνος ξέφτιζε πάνω στην ουρά του που σκορπιζόταν στον αέρα και δεν άφηνε κανένα σημάδι, καμιά πληγή.
Σ' αυτόν τον τόπο οι Μεγάλες Παρασκευές κι οι επιτάφιοι, της Αγιάς Μαρίνας το πανηγύρι, η τσίκνα του γύρου, η γεύση του ούζου και του κλεφτού φιλιού, η μυρωδιά του υπογείου που ανακάλυψα για πρώτη φορά απόψε, η μυρωδιά του περασμένου που είναι πιο έντονη, πιο διαπεραστική, που είναι η μόνη αλήθεια, το μόνο βέβαιο "έχω", τώρα που τίποτα πια δε θα μπορώ να έχω απ' όλα αυτά.

Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, "Αναδρομές", Θεμέλιο 1982

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

λευκή και παχύρρευστη

Όταν ανακάλυψα επιτέλους τα βιβλία, ούτε κι αυτά έγιναν τρόπος διαφυγής, αλλά μάλλον μια γλυκιά συμπύκνωση της πλήξης. Μπορούσα σχεδόν να την οπτικοποιήσω, λευκή και παχύρρευστη: το διάβασμα ήταν σαν να βυθιζόσουν σ' έναν γαλακτερό βάλτο. Έμενα με τις ώρες βουτηγμένη εκεί μέσα, μέχρι που ακόμα και το σώμα μου λυνόταν τελείως, και το στάσιμο υγρό εισχωρούσε στους πόρους μου. Ένιωθα πως ξαφνικά όλα αποκτούσαν νόημα, ήταν κάτι σαν μεταστοιχείωση, η ίδια η σάρκα μου μετουσιωνόταν σε πλήξη. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ένα βιβλίο μού άρεσε ή δεν μου άρεσε. Αλλά ποτέ δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Άλλωστε, και μόνο η ιδέα ότι το διάβασμα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε απόλαυση ήταν τελείως σατανική. Πού να μπλέκεις τώρα σε περιπέτειες; Ένα μόνο πράγμα φοβόταν η οικογένειά μου περισσότερο κι από το τοξικό νέφος του Τσερνόμπιλ: την απόλαυση.

Veronica Raimo, "Ας Πούμε πως Είμαι Εγώ", Δώμα 2024 (μετάφραση Δήμητρα Δότση)  


 

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024

ένα κάποιο σχέδιο

Το περίεργο είναι ότι εάν κάποιος διανοούνταν τότε να με αποκαλέσει "ονειροπαρμένο", εγώ θύμωνα. Είναι παράλογο. Έχω ζήσει σχεδόν όσα και οποιοσδήποτε άλλος, μην πω και περισσότερα. Εάν σήμερα θέλω να μιλήσω για τα όνειρα, δεν είναι επειδή δεν έχω τι άλλο να διηγηθώ. Είναι γιατί έτσι θέλω, τόσο απλά. Και το ότι διαλέγω ειδικά το όνειρο της καλύβας από κορμούς δέντρων, δεν είναι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Υπάρχουν κι άλλες περιπέτειες, πιο πλήρεις, πιο ενδιαφέρουσες, πιο καλά δομημένες μέσα στο μυαλό μου. Όμως εγώ διαλέγω αυτή με την καλύβα, γιατί έτσι θα υποχρεωθώ να διηγηθώ κατ' αρχάς έναν πρόλογο, κάτι το οποίο πραγματικά συνέβη στον κόσμο των πραγματικών γεγονότων πριν από αρκετά χρόνια. Θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει κι ένα κάποιο σχέδιο: να διηγούμαι παράλληλα ένα "συμβάν" κι ένα όνειρο. Όλοι μας θα μέναμε ευχαριστημένοι.

Juan carlos Onetti, "Το Πηγάδι", Μάγμα 2024 (μετάφραση Λευτέρης Μακεδόνας) 

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2024

ένας καλός κι αγαπητός δρόμος

Μια κηλίδα σταμάτησε μες στη νύχτα, μια ζωή ξεστράτισε απ' τον κανονισμένο της δρόμο σύνοδα με τον μικρότατο θόρυβο που κάνει ένα μαχαίρι σ' ένα εχτρικό κορμί. Ένα σκοπός έγειρε πίσω από τα κλώνια δίχως να βγάνει άχνα. Αυτό είναι μια άλλη ιστορία, αν τους καταλάβαινε, μερικές σφαίρες αυτομάτου θα τους έκαναν να ξεχάσουνε για πάντα την ασχολία τους, να συζητούνε για κείνα που γίνονται και για τ' άλλα που δεν γίνονται.
Τα μάτια έχουνε κάπως λευτερωθεί από την εγκαρτέρηση αυτού που πρόκειται ν' ακολουθήσει και φέρνουν περιγυριά, τα χέρια δουλεύουνε με βιασύνη κι ανυπόμονα. - Ιδού το τέρμα. Πληροφορίες, πολλές πληροφορίες για τις θέσεις του εχτρού. Και το σώμα αυτό που κείτεται μπρος στα πόδια τους; Υπήρχε ένας παλιός μύθος που σε κάνει να τον πιστεύεις, τούτο το άψυχό πια σώμα: οι νεκροί σ' ακολουθούν...
Ο δρόμος του γυρισμού είναι πάντα ένας καλός κι αγαπητός δρόμος.
Οι φυλλάδες του μοντέρνου συγγραφέα θα εξάντλησαν την τελευταία τους υπομονή να περιμένουν το καινούριο γεγονός που θα τις φωτίσει και δεν θα τις αφήσει παραπεταμένες να δέρνονται με τη σκόνη ή με τον κίντυνο να τις σκορπίσει το ανέμελο χέρι της καθαρίστριας.

Τηλέμαχος Αλαβέρας "Τ' Αγρίμια του Άλλου Δάσους", Τόπος 2024   


Κυριακή 18 Αυγούστου 2024

το αγωνιώδες και το ζωτικό

Έτσι, όλα είναι βαριά από νόημα, όλα φέρουν ένα μήνυμα που αρμόζει να ξέρουμε να διαβάσουμε: μια ξαφνική βροχή, το πέταγμα ενός κραυγαλέου πουλιού, το φίδι που διασχίζει έναν δρόμο, κρέατα που αρνούνται να ψηθούν πάνω στον βωμό, ως κι ένα απλό φτάρνισμα την ώρα μιας τελετής - που ως και σήμερα χαιρετίζει η προσφώνηση γεια σου, προς κάποιον που φταρνίζεται. Λόγος ατέλειωτος, άμετρος, λόγος που φέρνει σκοτοδίνη και που απευθύνει το σύμπαν στον άνθρωπο, και που απαιτεί, για ν' αποκρυπτογραφηθεί -αφού τα λόγια εδώ γίνονται τα ίδια τα πράγματα- τον πίνακα των συγγενειών, τη γραμματική αυτής της ρεαλιστικής γλώσσας. Δεν νομίζω ότι έχομε αντιληφθεί (τώρα που ζούμε μέσα σ' ένα σύμπαν που μας μιλάει αλλιώτικα ή που το κάνουμε να μας μιλάει αλλιώτικα) τι το αγωνιώδες και το ζωτικό αντιπροσωπεύει αυτή η ανάγκη να καταλάβουμε πάση θυσία την αινιγματική γλώσσα, την πάντα καλυμμένη, πάντα αναλογική, αυτού του σύμπαντος που εκπέμπει, σε κάθε στιγμή, κρίσιμα μηνύματα για τον άνθρωπο. Γιατί πού, πώς να βρεις, πώς ν' ανακαλύψεις -και να σιγουρευτείς πως είναι το σωστό- το κλειδί που θα κάνει φωτεινό το σκοτάδι, διάφανο το θαμπό; 

Jacques Lacarrière, "Το Ελληνικό Καλοκαίρι", Χατζηνικολή 1980 (μετάφραση Ι. Δ. Χατζηνικολή)

Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

φαγούρα στο χέρι·

Είναι περίεργο όμως να σας ζητάω συγγνώμη. Δεν έχω ιδέα ποιοι είσαστε· ούτε αν νοιάζεστε καθόλου για τον Χιου Λόνγκφορντ, ούτε αν είστε κάποιος που τον γνωρίζει στ' αλήθεια και τον αγαπάει. Απευθύνομαι σε σας επί τόσες σελίδες και το πρόσωπό σας είναι ένα κενό για μένα. Μπορεί να είστε απλώς αποκυήματα της ανάγκης μου να γράψω για όλα αυτά. Κάθισα κάτω το πρωί με μια φαγούρα στο χέρι· με μια ανάγκη να ξορκίσω κάποια πράγματα γράφοντάς τα σε ένα χαρτί. Δεν μπορούσα να γράψω στον αέρα, κι έτσι σας δημιούργησα, αλλά τι επαφή έχω μαζί σας; Κατεβάστε το χέρι σας κατά μήκος του σβέρκου σας, όπως κάνω κι εγώ αυτή τη στιγμή: και τώρα νιώθουμε κι οι δυο το ίδιο πράγμα ταυτόχρονα, έχουμε έρθει σε κάποιου είδους κοινωνία εσείς κι εγώ. Αλλά και πάλι, δεν έχω ιδέα ποιοι είσαστε.

Frank Ronan, "Οι Άνδρες που Αγάπησαν την Ήβλυν Κόττον", Άγρα 1994 (μετάφραση Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου)