Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

ας μην ξαφνιάζεται

Τον συνέλαβαν αμέσως, το σπίτι του ερευνήθηκε και το ημερολόγιό του μελετήθηκε. Σύντομα όλος ο κόσμος έμαθε ότι έγραφε τα εξής: "Πόσο θέλω να σκοτώσω κάποιον - αλλά κάποιον σημαντικό για να το γράψουν οι εφημερίδες".
Θα μπορούσε να διάλεγε τον Φίλιππο, το δούκα της Ορλεάνης, που βρισκόταν κι αυτός για επίσκεψη στη Γενεύη, όμως εκεί βρισκόταν ήδη η όμορφη Σίσσυ - η αυτοκράτειρα Ελισάβετ. Ήξερα ότι η Σίσσυ μετρούσε περισσότερο. Όπως ακριβώς έσυρα από τη μύτη τον αφοριστικό ιερέα μέχρι την πύλη όπου κάπνιζε ο Άντι, έτσι ακριβώς οδήγησα και τον Λουτσένι στην αυτοκράτειρα Ελισάβετ.
Εάν ο αναγνώστης προβληματίζεται που, ενώ συνήθως εμφανίζομαι ως ήρεμος παρατηρητής, ικανός για μια ισορροπημένη αφήγηση, είμαι παράλληλα ικανός να υποκινώ τόσο ποταπές πράξεις δίχως καθόλου τύψεις, ας μην ξαφνιάζεται. Οι δαίμονες διαθέτουν δύο φύσεις. Εν μέρει είμαστε πολιτισμένοι. Εκείνο που κατά κανόνα γίνεται λιγότερο εμφανές είναι πως υπέρτατος στόχος μας παραμένει η καταστροφή της ανθρωπότητας ως πρώτο βήμα για την ανατροπή του Θεού και ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί να είσαι έτοιμος για όλα - μια ωραία έκφραση που την άκουσα πολλά χρόνια αργότερα από έναν ασήμαντο πελάτη που εργαζόταν σε κάποιο κινηματογραφικό συνεργείο.
Πάντως το άμεσο αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πράξης ήταν εξαιρετικό. Θα αφήσω όμως την περιγραφή στον Μαρκ Τουέιν.

Norman Mailer, "Το Κάστρο στο Δάσος", Καστανιώτης 2007 (μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου)

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

ένας αγνώριστος

Ένας από τους Δόλους εκίνησε να πάει εις εν' άλλο χωριό. Εκεί στο δρόμο τον απανταίνει ένας αγνώριστος. "Γεια σου!" "Καλώς τον". Για πού;" "Για το τάδε μέρος". "Κι εγώ εκεί πάου. Πάμε μαζί". Τραβάν λοιπόν, πάνε, πάνε, ο άνθρωπος τον ακολουθούσε σα σαστισμένος, χωρίς να ξέρει και αυτός πού πήγαινε, αλλ' ούτε είχε το μυαλό του να μπορέσει να φύγει. Σάμπως να είχε μαγνήτη ο άλλος. Επέρασαν λόγγους, βουνά, εκεί περνούν και από 'να ερημοκλήσι. Κατά τη συνήθειά του έκαμε το σταυρό του και ήρθε κάπως στα σύγκαλά του. "Βρε πού πάου;" λέει. επήρε και μία πρέζα ταμπάκο, που είχε λησμονήσει να πάρει όλην την ώρα. Γυρίζει να ιδεί το σύντροφό του, πού να τον ιδεί; Άμα έκαμε το σταυρό του, τον έχασε από εμπρός του.

Νικόλας Γ. Πολίτης, "Οι Παραδόσεις του Ελληνικού Λαού", Το Βήμα 2015

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

τέτοιες μαλακίες

Ο Λούκα έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και το καλοφτιαγμένο του προσωπάκι συσπάστηκε από έναν μορφασμό απελπισίας. Έτσι μεγαλώνει κανείς, έτσι γίνεται άντρας; Αν το να γίνεις άντρας σημαίνει να μεταμορφωθείς σε έναν κουρασμένο και απογοητευμένο άνθρωπο, καλύτερα να μείνεις για πάντα παιδί: ένας Πήτερ Παν που παίζει στους κήπους του Κένσινγκτον ψάχνοντας τη Never, Never Land, την Ανύπαρκτη Χώρα. Ας όψεται ο Χέμινγουεϊ, ο καταραμένος Χέμινγουεϊ με την κομπορρημοσύνη του περί ανδρισμού και θάρρους, ο παππούς που, επειδή είχε κάνει φίλος του, παράσερνε τον κόσμο να διαβάζει τα βιβλία του, να τον παίρνει δηλαδή στα σοβαρά. "Μάθε, μάθε." Τι να μάθεις, δηλαδή; Να στέκεσαι στο παρατηρητήριο της Εισοσιπέντε Άλφα και να κοιτάς μια σημαία που θέλεις να δεις, αλλά δεν τη βλέπεις κι ένα παράθυρο που δεν θέλεις να δεις, αλλά το βλέπεις;!; Τους συγγραφείς δεν θα 'πρεπε να τους παίρνουμε στα σοβαρά, ποτέ. Φλυαρούν για να φλυαρούν, για να συνθέτουν λέξεις, επωφελούνται από το τυπωμένο χαρτί ξέροντας ότι οποιαδήποτε αερολογία τυπωμένη πάνω στο χαρτί φαντάζει σαν ακλόνητη αλήθεια. Να γίνεις άντρας, να γνωρίσεις τον πόλεμο, να έρθεις αντιμέτωπος με τον φόβο και το θάνατο, τέτοιες μαλακίες.

Oriana Fallaci, "Ινχαλλάχ", Εξάντας 1992 (μετάφραση Κούλα Καφετζή)

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

κάποια στιγμή

-Ζούμε ιστορικές στιγμές.
-Ναι. Κάποια στιγμή θα καταγράψουμε ό,τι καταλάβαμε.
-Πώς θα γίνει, αν απλά ξαπλώνουμε σ' αυτή τη ζεστή γωνιά;
-Είναι δική μας.
-Ζούμε ιστορικές στιγμές, έτσι δεν είναι;
-Θα περάσουμε δύσκολα και κάποια στιγμή θα καταγράψουμε.
-Μην το πεις ποτέ αυτό που σκέφτεσαι όσο και να μου άρεσε.
-Δεν θα το πω.
-Σήμερα σφάχτηκαν πάλι. Αίματα.
-Θες να χαμηλώσω τη φλόγα;
-Ο μικρός που σου έλεγα τις προάλλες κουτούλαγε στον τοίχο.
-Τι νιώθεις;
-Θέλω να φύγω. Να πάω κάπου που να μιλάνε τη γλώσσα μου.
-Θα επιστρέψεις;
-Θα έρθεις καμιά βόλτα από εκεί;
-Θυμάσαι εκείνο το πρωινό;
-Πες μου τι θέλεις τώρα.
-Κάποια στιγμή θα καταγράψουμε.
-Θα καταγραφούμε. Προς το παρόν πάρε με αγκαλιά.
-Γιατί φοράς τις πυτζάμες μου;
-Για να σε μυρίζω.

παναγιώτης κ., "Συναρμογές", αυτοέκδοση 2017