Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

άδειο

Όπως όταν χτυπάς την σήμερον
Και αύριο ο αγκώνας σου τον πόνο μαρτυράει
Στο μέγεθος του, έτσι η αγάπη

Νιώθεις τον ήχο της όταν κρυώσει λίγο
Και απομακρυνθεί

Το χέρι μόνο του απομένει
Μες στον δικό της μισεμό. Πονάει. 

Τη θέρμη της αρπαγής του άλλου
Χεριού
Ακόμα
Όταν θυμάται

Ανοιγοκλείνει άδειο

Θανάσης Χατζόπουλος, "Φιλί της Ζωής", Κίχλη 2016

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

τα πιόνια

Είχαν στρωθεί η Μνήμη και η Θέληση να παίξουν σκάκι.
"Το παιχνίδι αυτό δεν είναι δίκαιο!..." σχολίασε ενοχλημένος ένας περαστικός. "Η Μνήμη δεν έχει στρατιώτες και η Θέληση δεν έχει βασίλισσα".
"Και ποιος είπε ότι ήρθαμε εδώ για να παίξουμε ένα δίκαιο παιχνίδι;" απάντησαν μ' ένα στόμα οι δυο έμπειρες κυρίες.

Γιώργος Παπαδόπουλος, "Διώροφοι Μύθοι", Κίχλη 2015

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

παραδομένος στις ονειροφαντασίες του

Είχα τη δυσάρεστη αίσθηση ότι είχα ξαναζήσει την ίδια ιστορία. Παρ' όλα αυτά, πρώτη φορά μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ύστερα, θυμήθηκα. Οι λευκές νύχτες. Το είχα λατρέψει αυτό το βιβλίο. Ο άτολμος αισθηματίας που γνωρίζει μιαν άγνωστη στο κατώφλι της απελπισίας, ζει σ' έναν δικό του κόσμο ψευδαισθήσεων, περιπλανιέται στην έρημη Αγία Πετρούπολη παραδομένος στις ονειροφαντασίες του, για να τον συντρίψει τελικά η αδυσώπητη πραγματικότητα. Η διαφορά ανάμεσά μας ήταν η σιγουριά που ένιωθα. Εγώ δεν ήμουν ονειροπόλος. Περίμενα. Χιλιάδες άνθρωποι περνούσαν κάθε απόγευμα απ' την περιοχή του Κήπου του Λουξεμβούργου. Έβαζα στόχους που ήξερα πως ήταν ανέφικτοι: η ενδέκατη που θα ξεμύτιζε απ' την οδό Μεσιέ-λε-Πρενς, η όγδοη που θα έβγαινε από το μετρό, η δέκατη τρίτη που θα κατέβει απ' τη γραμμή 38 του λεωφορείου: αυτή θα είναι. Ανόητες προκλήσεις. Μπορεί να άλλαζε δρόμο, στα είκοσι μέτρα από μένα, ή να ζούσε σε άλλη χώρα. Δυο-τρεις φορές νόμισα ότι την είδα. Τη σιλουέτα της, τα μαλλιά της. Θα της αναγνώριζα, άραγε, αν είχε αλλάξει χτένισμα; Δεν καλοθυμόμουν το σχήμα του προσώπου της. Κι αν η ανάμνησή της ξεθώριαζε σιγά σιγά; Κι αν έσβηνε; Υπήρχαν φορές που αναρωτιόμουν αν ήταν όνειρο, αν πράγματι την είχα συναντήσει ή ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, αν με περιέπαιζε ο ήρωας των Λευκών Νυχτών. Σαν να 'ψαχνα ψύλλο στ' άχυρα. Αποφάσισα να βάλω στον εαυτό μου μια τελευταία πρόκληση: "Αν δεν εμφανιστεί σε πέντε λεπτά, θα φύγω".

Jean-Michel Guenassia, "Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων", Πόλις 2011 (μετάφραση Φωτεινή Βλαχοπούλου)

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

μια μέρα που ήταν καγκελάριος

Προ ετών υπήρχε ένας άνθρωπος που ήταν πολύ άτυχος στη ζωή του γιατί είχε αποτύχει εις τις σπουδές του και αναγκάστηκε να δέχεται ό,τι δουλειά εύρισκε διότι δεν είχε αρκετά προσόντα να προκόψει.
Μια μέρα που ήταν Καγκελάριος του Κράτους, ήταν σε κακό κέφι και αποφάσισε να κάνει έναν μικρό περίπατο στα περιβόλια και έτσι σκεφτόταν τη σκληρή μοίρα του όταν έξαφνα είδε έναν γεράκο καθισμένο σ' έναν κορμό από πεύκο που είχε μια ξύλινη κασετίνα και μέσα είχε πολλά διαφορετικά χόρτα ξερά και καλοτριμμένα και έβαζε απ' αυτά σε μια πίππα και τα κάπνιζε και όταν κάπνισε και ο ίδιος αυτομάτως πίστεψε πως δεν είχε διόλου δίκαιο με τις γκρίνιες του και πήγαν κάτω τα φαρμάκια.

Πάνος Κουτρουμπούσης, "Εν Αγκαλιά de Κρισγιαούρτι", Απόπειρα 1987

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

μέσα απ' τα παράσιτα

Κάποια βράδια ξεχνάνε να κουρδίσουν τα ρολόγια στα καμπαναριά των εκκλησιών του Βόλου και να βάλουν λάδι στα καντήλια, ενώ αφήνουν τους πετεινούς ατάιστους. Μια τέτοια νύχτα πριν λίγα χρόνια, στάθηκε στον ουρανό πάνω από την Επισκοπή ο καβαλάρης που διαφεντεύει τον Βόλο. Ο τόρνος του υπογείου λίγα μέτρα παραδίπλα δούλευε υπερωρίες. Κάποιος είχε απλώσει τραχανά να στεγνώσει από το αίμα που τον είχε ραντίσει. Για ακόμη μια φορά οι βελόνες των τρανζίστορ ήταν κολλημένες ανάμεσα στις συχνότητες, εκεί ακριβώς που μέσα απ' τα παράσιτα ακούγονται οι κατηχήσεις του χαζο-Λευτέρη. Ο καβαλάρης καμτσίκωσε το άλογό του με έναν φλεγόμενο αστερισμό κι εξαφανίστηκε πίσω από τα σύννεφα που σκέπαζαν το λιμάνι.

Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, "Παγανιστικές Δοξασίες της Θεσσαλικής Επαρχίας", Αντίποδες 2017

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

σύμπτωμα απεριόριστων δυνατοτήτων

Ο Σιμωνίδης προοδευτικά προχώρησε σε ένα σύμπαν όπου απάτη και προβοκάτσια δεν είναι πρόθεση παρά σύμπτωμα απεριόριστων δυνατοτήτων ενός γνήσια μεταιχμιακού λόγου, ενός λόγου αδάμαστου και ισχυρότερου από τη λογοτεχνία, τη φιλολογία ή το γράμμα του νόμου. Στην γκρίζα ζώνη μεταξύ φιλολογίας και αντι-φιλολογίας έκανε πράξη το ελευθεριακό πρόταγμα του Μαρκήσιου ντε Σαντ: "Τα πράγματα έχουν την αξία που τους δίνει η φαντασία μας". Κάπου σε αυτές τις μυστικές εσχατιές του λόγου και της φαντασίας ο Σιμωνίδης αυτοκιβδηλεύτηκε, ώσπου εντέλει τα ίχνη του χάθηκαν εντελώς. Ήταν το πέρας της διαδρομής και ο πραγματικός θάνατος του ψευδολόγου. Στα τρίσβαθα της πλαστολογίας ανήλθε στα ύψη της ατομικής του γνησιότητας.

Κυριάκος Σινιόσογλου, "Αλλόκοτος Ελληνισμός", Κίχλη 2016