Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ένα εύφλεκτο όνειρο

Μαζί κι οι δυο, μ' ένα και μοναδικό άλμα, θα 'ρχιζαν να κολυμπούν στο κενό, να κυνηγούν τον άνεμο, να πηδούν πιο ψηλά, ν' αρμενίζουν και να γλιστρούν με τα νώτα στραμμένα στον ήλιο, στο φεγγάρι, στ' αστέρια πάνω από τον Ατλαντικό, πάνω από τη Μεσόγειο. Πάνω από εξοχές, αγριότοπους, πάνω από πόλεις και πολιτείες. Μέσα σ' αέρινη σιγή, πούπουλο που θροΐζει, παρασυρμένοι από τα κύματα ηφαιστείου που σκάει, ψηλά, κι όλο ψηλότερα ανεβαίνοντας, θα γελούσαν και θα φώναζαν ο ένας του άλλου τ' όνομά του. Ή άλλων ονόματα, αγέννητων ακόμα, ή άλλων που πέθαναν από παλιά και χάθηκαν από φθινοπωρινούς ανέμους, απ' τους ανέμους της θάλασσας ή απ' τη σιωπηλή ερημιά ενός ανέμου από αερόστατο, ενός ανέμου χημικής φωτιάς. Και θα 'νιωθε ο καθένας να σαλεύουν τ' ανάλαφρα πούπουλα των φτερών του, και να βλασταίνουν βαθιά θαμμένα και να ξεπροβάλλουν τρυπώντας τις ωμοπλάτες! Και θα 'φηνε ο καθένας πίσω του τον απόηχο του πετάγματός του, έναν ήχο που θα περικύκλωνε τη γη με τους ανέμους, και πάλι θα την περικύκλωνε, και θα ξαναμιλούσε σ' άλλα χρόνια στα παιδιά των παιδιών τους, που θα 'ταν βυθισμένα στον ύπνο, κι όμως θ' άκουγαν καθαρά τον ακοίμητο ουρανό του μεσονυχτίου.
Ψηλά, ακόμα πιο ψηλά πατέρα! Μια ανοιξιάτικη παλίρροια, μια καλοκαιρινή φουσκοθαλασσιά, ένας αστείρευτος ποταμός από φτερά!
Ένα κουδούνι χτύπησε σιγά.
Όχι, ψιθύρισε. Θα ξυπνήσω σε λίγο. Περίμενε...
Το Αιγαίο γλίστρησε κάτω από το παράθυρο και χάθηκε. Οι δίνες του Ατλαντικού, η γαλλική εξοχή, διαλύθηκαν κάτω στην έρημο του Νέου Μεξικού. Μες στο δωμάτιο του, πλάι στο κρεβάτι που κοιμόταν, δε σάλεψε κανένα πούπουλο κολλημένο με κερί. Απέξω, δεν ταλαντεύτηκε κανένα αχλάδι στον άνεμο, δεν μπήκε μπρος καμιά μηχανή πεταλούδας. Απέξω, μονάχα ένας πύραυλος, ένα εύφλεκτο όνειρο, που περίμενε την αφή των χεριών του για να υψωθεί στα ουράνια.
Την τελευταία στιγμή μέσα στον ύπνο του, κάποιος ρώτησε το όνομά του.

Ray Bradbury, "Το Δ του Διαστήματος", Αντικόσμοι 1975 (μετάφραση Φώντας Κονδύλης)

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ήξιζε να χάνη τις τον καιρόν του

Ότε ο Βενδέρ εβεβαιώθη ότι ήτο θήλεια ίππος, λέγεται ότι εκ της μεγάλης χαράς του έδειρε κατά την εσπέραν εκείνην την γυναίκα του!
Τρία παρήλθον έτη από της γεννήσεως της Μόχρας και η μοναδική καλλονή της, η πτερωτή ταχύτης και η έκτακτος θυμοσοφία της έκαμναν κρότον και εις αυτάς τας ακατοικήτους ερήμους.
Και πράγματι· ότε ανύψου την κεφαλήν της και την ουράν της εις ευθείαν γραμμήν, έδιδε σχήμα τόξου εις τον κατάστιλπνον λαιμόν της, και ανετίνασσε μετά χάριτος την πυκνήν χαίτην της, ήξιζε να χάνη τις τον καιρόν του μόνον διά να την βλέπῃ. Τας απεράντους αποστάσεις διεξήλαυνε με την ταχύτητα αστραπής, και διήρχετο επί των κινδυνωδεστέρων χαραδρών ως όνειρον τον πρωϊνόν ύπνον.
Καθώς εγεννάτο υποψία τις εν τη φυλή των Δελφί, ήτις εκαλλιέργει απωτάτην μεταξύ Περσίας και Μεσοποταμίας έρημον, βόσκουσα κυρίως πολυπληθή ποίμνια, καθώς λοιπόν η φυλή υπώπτευέ τι από μέρους τινών προβατοκλεπτών, εν μια φωνή άπασα έλεγεν.
−Ας καβαλλικεύση την Μόχραν ο Βενδέρ και ας υπάγη ως το Αέθε.

Κωνσταντίνος Μεταξάς Βοσπορίτης, "Σκηναί της Ερήμου", Νεφέλη 1988

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

έπεφτα, έπεφτα

...Βρέθηκα πάνω σ' ένα βαπόρι που πήγαινε στο Πορτ Σάιντ. Θα γύριζα ένα φιλμ στη Σαχάρα. Ήμουν διάσημος κι είχα πολλά λεφτά. Ήμουν ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου. Μεγαλύτερος ακόμα κι από τον Σέργιο Αϊζενστάιν. Οι κριτικοί του "Βάνιτυ Φαίρ" και του "Εσκουάιρ" συμφωνούσαν μάλιστα στο ότι ήμουν μεγαλοφυΐα. Σουλατσέρνοντας πάνω στη γέφυρα, ξαναθυμόμουν εκείνον τον μαραθώνιο όπου είχα λάβει μέρος κάποτε κι αναρωτιόμουν τι να 'χαν γίνει όλα εκείνα τα αγόρια και τα κορίτσια, όταν ξαφνικά έφαγα μια κατακέφαλα και είδα τον ουρανό με τ' άστρα... Έπεφτα, έπεφτα...
Μόλις έπεσα στη θάλασσα, άρχισα να χτυπιέμαι σαν διάολος, γιατί φοβόμουν τους καρχαρίες. Κάτι με άγγιξε κι ούρλιαξα από τον τρόμο μου...

Horace McCoy, "Σκοτώνουν τα Άλογα όταν Γεράσουν", Μπογιάτης 1985 (μετάφραση Δην. Α. Ζορμπαλάς)

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

γιατί σιώπησαν όλοι;

Όχι, πρόφερε ο Ιόλκνις με φωνή σιγανή, αλλά με εξαιρετική σοβαρότητα και πόνο. Όχι. Μιας και καταπιαστήκαμε και ξεσκονίσαμε τις ψυχές μας, πρέπει να φτάσουμε ως το τέλος, όποιο και αν είναι το κόστος. Είμαι παλιά καραβάνα και ξέρω πως μας αρέσει να βρίσκουμε πάντοτε κάποιον για να του φορτώσουμε όλες τις ασχήμιας. Κάποιον, απαραίτητα, αρκεί μόνο να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι. Συγχωρούμε στον εαυτό μας τα πάντα, είμαστε, βλέπεις, το άλας της γης. Ο δε συνάδελφος μας δεν υψώνει τη φωνή του για να κριτικάρει, λόγου χάριν, την υγειονομική υπηρεσία της πόλης, γιατί φοβάται τις συνέπειες, τις επιπτώσεις, που αυτό θα έχει στις "προοπτικές" της υπηρεσιακής του εξέλιξης. Και αν κάποιος συνάδελφος ασκήσει την πιο υγιή, την πιο κανονική και φυσική κριτική, τότε οι άλλοι του συνάδελφοι, "το άλας της γης", παρόλο που ξέρουν το πόσο δίκαιη είναι η κριτική αυτή, δεν θα τον υποστηρίξουν, θα σιωπήσουν. Γιατί, λοιπόν, καθηγητή Σερμπίτσκι, σιωπήσατε; Γιατί σιώπησαν όλοι, όσοι γνώριζαν την ιστορία αυτή; Συντεχνία;... Κλίκα;... Διαφύλαξη της "τιμής της διανόησης"; Μα ύστερα απ' όλα αυτά μπορούμε να λεγόμαστε διανόηση;

Юрий Павлович Герман, "Ας Ουρλιάζει ο Σκύλος", Θεμέλιο 1988 (μετάφραση Πάνος Δημητρίου)

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

μπορεί να κανονιστεί

"Πώς είναι οι νότιοι στη χώρα σου;"
"Έχουν τη φήμη πως είναι πολύ ευγενικοί και χαλαροί. Μεταξύ οικογένειας και φίλων η στοργή είναι πρόδηλη. Αντιθέτως, στον Βορρά θεωρούμαστε πιο σφιχτοί, πιο προσεχτικοί, δίνουμε λιγότερα. Αυτή τη φήμη έχουμε. Αλλά υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο γενέθλιος τόπος ενός ανθρώπου δε σ' τα λέει όλα. Και, ξέρεις, είχαμε κι εμείς εμφύλιο. Οι Βόρειοι ενάντια στους Νότιους".
"Ναι, την ξέρουμε την Ιστορία σας. Τη μελετάμε την Ιστορία σας, τα μυθιστορήματα σας, τα ποιήματά σας".
"Αλήθεια;"
"Βεβαίως. Πριν καν έρθει ο στρατός σας στο Βιετνάμ, η Αμερική είχε σημαντικό μερίδιο στον κόσμο. Το πιο σπουδαίο καπιταλιστικό κράτος. Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε μου αρέσει πολύ".
Κατόπιν μίλησαν για το σφάλμα του πολέμου, δίχως να θίξουν ποιανού σφάλμα ήταν.
"Στο Βιετνάμ" είπε ο Τραγκ έχουμε την κομφουκιανή μέθοδο σε καιρούς σταθερότητας - για τη σοφία, την κοινωνική συμπεριφορά, και λοιπά. Έχουμε τη βουδιστική μέθοδο για περιόδους τραγωδίας και πολέμου - για την αποδοχή των γεγονότων, και για να μη μας στρίψει".
"Ναι, το έχω ξανακούσει αυτό".
"Ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ".
"Κάποια στιγμή".
"Δεν μπορώ να περιμένω να δω την κατάληξη. Θέλω να πάω στις Ηνωμένες Πολιτείες".
"Αυτό το κατανοούμε. Και μπορεί να κανονιστεί." Φαντάστηκε αυτόν εδώ τον άντρα να στέκεται σε μια γωνιά στο σαν Φρανσίσκο περιμένοντας το φανάρι ν' ανάψει πράσινο.

Denis Johnson, "Δέντρο από Καπνό", Πατάκης 2011 (μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης)