Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

τότε το ψέμα δεν υπάρχει

Περπατούσαμε στην παραλία. Ο άνεμος φυσούσε από την Ελλάδα και έφερνε μαζί του το μελένιο άρωμα των ελληνικών λόφων και των ελληνικών ρεικιών. Ο ήλιος είχε βασιλέψει, είχε απλωθεί σιωπή. ένα και μοναδικό αστέρι έλαμπε στη σκοτεινιά και το φεγγάρι σηκώθηκε από τη θάλασσα, πονηρό και καχύποπτο, φευγαλέο σαν τον υδράργυρο.
Είπα: "Πρέπει να μου υποσχεθείς ότι δεν θα μου πεις ποτέ ψέματα, Λουκά".
Γέλασε και με κοίταξε περιπαικτικά. "Πείτε μου, Υψηλότατε, τι είναι τα ψέματα;"
Ε λοιπόν, ναι, σκέφτηκα θλιβερά, αν η αλήθεια δεν υπάρχει, ή αν τουλάχιστον δεν μπορεί ποτέ να προσδιοριστεί με σαφήνεια ως αλήθεια, τότε το ψέμα δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον δεν μπορεί ποτέ να προσδιοριστεί με σαφήνεια. Γύρισα την πλάτη μου στο φεγγάρι και κοίταξα τα άστρα, που εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν φιλικά και ζωντανά, σχεδόν ανθρώπινα. ποια ήταν τα ονόματά τους: Αίγα, Βετελγέζης, Κασσιόπεια και ούτω καθεξής; Ω λευκή Αίγα, ω Βετελγέζη με τα παγωμένα μάτια, ω μελωδική Κασσιόπεια! Όχι πλέον άστρα, όχι πλέον φωτιά, όχι πλέον χαμένα μέσα στις απεραντοσύνες που βρυχώνται, αλλά στραμμένα στη Γη με κινήσεις ήρεμες και ευσπλαχνικές, η Κασσιόπεια που γυρίζει το αδράχτι της, η Αίγα που απλώνει την μπουγάδα και ο Βετελγέζης με τα γαλάζια μπράτσα που καθαρίζει πατάτες στην κουζίνα.

Frederic Prokosch, "Τα Χειρόγραφα του Μεσολογγίου", Αστάρτη 2003 (μετάφραση Παναγιώτης Σκόνδρας)

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

η ανάπαυλα

Έχουμε ανάγκη την ιστορία, γιατί μας χρειάζεται η ανάπαυλα. Μια παύση για να καταλαγιάσει η συνείδησή μας, για να διατηρήσουμε τη δυνατότητα να έχουμε συνείδηση - ως έδρα όχι μόνο της σκέψης, αλλά και ενός πρακτικού λόγου που θα μας δίνει κάθε ελευθερία δράσης. Σε αυτό το έργο αφοσιώνονται με απόλυτη συνέπεια οι ποιητές: να διασώσουν το παρελθόν, να διασώσουν τον χρόνο από τους φρενήρεις ρυθμούς του παρόντος. Για να το πετύχουμε, λοιπόν, πρέπει να εργαστούμε ώστε να ατονήσει, να αδρανήσει, να εξουδετερωθεί ο κίνδυνος που απειλεί τη χρονικότητα και ο οποίος λεηλατεί την εμπειρία και περιφρονεί την παιδικότητα. "Να εκπλήσσουμε την καταστροφή", όπως έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ ή, καθώς θα έλεγε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, να ρισκάρουμε τη ζωή μας απέναντι σε αυτή την καταστροφή που πλησιάζει αργά και μοιάζει μάλλον με συνέχεια παρά με αιφνίδια ρήξη.
Patrick Boucheron, "Τι Μπορεί να Κάνει η Ιστορία", Πόλις 2017 (μετάφραση Γιάννης Μπαλαμπανίδης)

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

άδειο

Όπως όταν χτυπάς την σήμερον
Και αύριο ο αγκώνας σου τον πόνο μαρτυράει
Στο μέγεθος του, έτσι η αγάπη

Νιώθεις τον ήχο της όταν κρυώσει λίγο
Και απομακρυνθεί

Το χέρι μόνο του απομένει
Μες στον δικό της μισεμό. Πονάει. 

Τη θέρμη της αρπαγής του άλλου
Χεριού
Ακόμα
Όταν θυμάται

Ανοιγοκλείνει άδειο

Θανάσης Χατζόπουλος, "Φιλί της Ζωής", Κίχλη 2016

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

τα πιόνια

Είχαν στρωθεί η Μνήμη και η Θέληση να παίξουν σκάκι.
"Το παιχνίδι αυτό δεν είναι δίκαιο!..." σχολίασε ενοχλημένος ένας περαστικός. "Η Μνήμη δεν έχει στρατιώτες και η Θέληση δεν έχει βασίλισσα".
"Και ποιος είπε ότι ήρθαμε εδώ για να παίξουμε ένα δίκαιο παιχνίδι;" απάντησαν μ' ένα στόμα οι δυο έμπειρες κυρίες.

Γιώργος Παπαδόπουλος, "Διώροφοι Μύθοι", Κίχλη 2015

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

παραδομένος στις ονειροφαντασίες του

Είχα τη δυσάρεστη αίσθηση ότι είχα ξαναζήσει την ίδια ιστορία. Παρ' όλα αυτά, πρώτη φορά μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ύστερα, θυμήθηκα. Οι λευκές νύχτες. Το είχα λατρέψει αυτό το βιβλίο. Ο άτολμος αισθηματίας που γνωρίζει μιαν άγνωστη στο κατώφλι της απελπισίας, ζει σ' έναν δικό του κόσμο ψευδαισθήσεων, περιπλανιέται στην έρημη Αγία Πετρούπολη παραδομένος στις ονειροφαντασίες του, για να τον συντρίψει τελικά η αδυσώπητη πραγματικότητα. Η διαφορά ανάμεσά μας ήταν η σιγουριά που ένιωθα. Εγώ δεν ήμουν ονειροπόλος. Περίμενα. Χιλιάδες άνθρωποι περνούσαν κάθε απόγευμα απ' την περιοχή του Κήπου του Λουξεμβούργου. Έβαζα στόχους που ήξερα πως ήταν ανέφικτοι: η ενδέκατη που θα ξεμύτιζε απ' την οδό Μεσιέ-λε-Πρενς, η όγδοη που θα έβγαινε από το μετρό, η δέκατη τρίτη που θα κατέβει απ' τη γραμμή 38 του λεωφορείου: αυτή θα είναι. Ανόητες προκλήσεις. Μπορεί να άλλαζε δρόμο, στα είκοσι μέτρα από μένα, ή να ζούσε σε άλλη χώρα. Δυο-τρεις φορές νόμισα ότι την είδα. Τη σιλουέτα της, τα μαλλιά της. Θα της αναγνώριζα, άραγε, αν είχε αλλάξει χτένισμα; Δεν καλοθυμόμουν το σχήμα του προσώπου της. Κι αν η ανάμνησή της ξεθώριαζε σιγά σιγά; Κι αν έσβηνε; Υπήρχαν φορές που αναρωτιόμουν αν ήταν όνειρο, αν πράγματι την είχα συναντήσει ή ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, αν με περιέπαιζε ο ήρωας των Λευκών Νυχτών. Σαν να 'ψαχνα ψύλλο στ' άχυρα. Αποφάσισα να βάλω στον εαυτό μου μια τελευταία πρόκληση: "Αν δεν εμφανιστεί σε πέντε λεπτά, θα φύγω".

Jean-Michel Guenassia, "Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων", Πόλις 2011 (μετάφραση Φωτεινή Βλαχοπούλου)