Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

γέλασε ο σατανάς

Σκύλιασε ο διοικητής. Πήδησε με τ’ άλογό του το χαντάκι που μας χώριζε κι ήρθε κοντά μας.
«Oυλέν γκιαούρηδες βλέπετε πως σκοτωνόσαστε γιαμπανά; Nα το ξέρετε. Kανείς δε θα προφτάσει να πάει ως το γκιόλι! Aν είναι κανένας που θέλει να πεθάνει ας έρθει εδώ. Θα τον αφήσω να πιει νερό κι απέ θα τον σκοτώσω με το χέρι μου». Γέλασε ο σατανάς. Ήτανε βέβαιος πως κανείς δεν θα τ’ αποφάσιζε. Σκύλιασε σαν είδε τον πρώτο, ένας μεσόκοπος, με κρεμασμένα τα χέρια πήγε κοντά του. 
«Bαλλαά;» ρώτησε.
«Mπιλλαά», του ’πε και του ’δειξε το νερό.
Kίνησε αποφασιστικά. Πέρασε το χαντάκι, το δρόμο κι έφτασε στο γκιόλι. Mπήκε ως τα γόνατα μες στο νερό, παραμέρισε με τα χέρια του τα γράμπανα κι άρχισε να πίνει.
Tρεις φορές πήρε ανάσα. Kαι κείνος τον περίμενε. Kαι σαν τον είδε πως ετοιμάστηκε να βγει, πήρε το τουφέκι από το διπλανό του στρατιώτη, σκόπευσε και μόλις πάτησε όξω, πυροβόλησε. Έπιασε ο όμηρος με τα δυο χέρια του το στήθος του και ξαπλώθηκε μισός μες στο νερό και μισός έξω.
Δεν το περιμέναμε. Tο μίσος του όμως για τους «γκιαούρηδες» του ’σβηνε κάθε ανθρωπιά. Γέλασε πάλι. Nόμισε πως αυτή τη φορά είχε τσακίσει το ηθικό του κοπαδιού. Kρατούσε το τουφέκι που κάπνιζε ακόμα και ξαναφώναξε: «Ποιος άλλος θέλει να πιει νερό; Άντε ουλέν». Ήτανε βέβαιος πια πως κανείς δε θα τολμήσει.
Ένας άλλος νέος βγήκε στο δρόμο. Δεν πήγε κοντά του. Tου ’κανε νόημα πως συμφωνεί με τον όρο και τράβηξε για το νερό. Ήπιε κι αυτός και με τον ίδιο τρόπο ξαπλώθηκε μες στα καλάμια.
Γύρισε να μας πει: Mπασκά; (άλλος;) μα είδε πως τον περιμένανε τρεις! Άφρισε. «Mπιρέ μπιρέ» (ένας ένας), φώναξε. Kι αυτούς το μάουζερ τους ξάπλωσε στα καλάμια. Kαι σαν είδε πως η σειρά μεγάλωνε έγινε άσπρος. «Γιετέρ γκαρί», φώναξε (φτάνει πια). «Kάλι, γιουρού», κι η φάλαγα κίνησε για την Mαγνησιά.
Στο δρόμο μακαρίζαμε αυτούς που ’χανε μείνει ξαπλωμένοι ξεδιψασμένοι μες στα καλάμια. Eίχανε πιει νερό… Εμάς το μαρτύριό μας πότε θα τέλειωνε;
Ένας φόβος μάς βασάνιζε πως αν πεθάνουμε διψασμένοι το μαρτύριο της δίψας θα συνεχιστεί και μετά το θάνατο.

Έλλη Παπαδημητρίου, «O Κοινός Λόγος», Ερμής 2003

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

το βόλι

Όταν σε βλέπει
καρδιά του λες θα σπάσεις:
δεν ξέρει ακόμη...

Το μικρό πουλί
ρίχνει πίσω το βόλι
στον κυνηγό του.

Το μικρό πουλί
στου κυνηγού την καρδιά
γυρνά το βόλι.

Δ. Ι. Αντωνίου, "Χάι-Κάι και Τάνκα", Ερμής 1972

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

δεν έπρεπε να με σκοτώσετε γι’ αφτό!

Την ίδια γνώμη την είπα κι αλλιώς: «Ουδείς εκών κακός». Αφτό θα πει: μην τιμωρείτε τους αδικητάδες, γατί θαν τους… αδικήσετε. Είναι αθώοι! Δεν ξέρουν ότι κάνουνε κακό! Υπομονή! Άμα τους διδάξουμε τι ναι καλό και κακό, θα λείψουν από τον κόσμο κάκητα κι αδικεμός και θα βασιλέψ’ η καλοσύνη… Χρειάζονται σκολειά. Και τα σκολειά θαν τα χτίζουν οι αδικητάδες. Ξέρετε γιατί; Καλό και δίκιο και χρέος είναι η σακούλα τους. Θα μαθαίνουνε λοιπόν οι ίδιοι στα παιδιά του λαού να μην αντιστέκονται στην αδικία, όταν μεγαλώσουν.
Έτσ’ η φιλοσοφία μου στύλωνε το καθεστός της ανισότητας, «το του κρείττονος συμφέρον». Φυσικά δεν έπρεπε να με σκοτώσετε γι’ αφτό! Οι μελλούμενες πολιτείες θα ξέρουνε καλύτερα τη δουλειά τους. Άμπωνας, Θρανίο, Εφημερίδα και Κλομπ θα δουλεύουνε αδερφικά να χωρίζουνε τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα και να ταιριάζουνε τα’ αταίριαστα με την «αρμονία των τάξεων». Αφτηνής της αρμονίας στάθηκα πρώτος μαέστρος. Κι ας με σκοτώνετε γι’ άθεο. Τα δικά μου τα μαθήματα θαν τα κάνουνε μεθάβριο θρησκεία τους οι Χριστιανοί. Θα με τιμήσουνε για προφήτη του Θεού τους και θα ζωγραφίζουνε τα μούτρα μου στις εκκλησίες τους με πλατύ χρυσοστέφανο γύρω στα τσουλούφια μου.

Κώστας Βάρναλης, «Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη», Κέδρος 1991

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

ξανά και ξανά και ξανά

Έχω μια μαύρη όψη που καθόλου
δε μ' αρέσει. Είναι μια μάσκα που δοκιμάζω.
Μετακινούμαι προς αυτή κι ο βάτραχός της
κάθεται στα χείλη μου και αφοδεύει.
Γέρικος είναι κι εξαθλιωμένος.
Προσπάθησα να τον κρατώ σε δίαιτα.
Δεν του δίνω άγιο μύρο.

Έχω μια καλή όψη που φορώ
σαν θρόμβο αίματος. Την έχω ράψει
πάνω απ' το αριστερό μου στήθος.
Είναι η υψηλή μου αποστολή.
Ο πόθος ρίζωσε εκεί
κι εγώ εσένα έβαλα και το παιδί σου
πάνω στην άκρη του που έσταζε γάλα.

Ω, η μαυρίλα είναι δολοφονική
και η άκρη έχει ξεχειλίσει από γάλα
κι η κάθε μηχανή δουλεύει
και θα σε φιλήσω όταν κόψω
καμιά ντουζίνα νέους άντρες κομματάκια
κι εσύ θα πεθάνεις κατά κάποιον τρόπο
ξανά και ξανά.

Anne Sexton, "Ποιήματα", Printa 2010 (μετάφραση Δήμητρα Σταυρίδου)

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

οι κυριακές πια περνούν όπως φιλμάκι γκραν γκινιόλ

Το Τοτέμ κείται ημιθανές μπροστά στα μάτια τους. Καμώνονται πως δεν το βλέπουν. Το προ-σπερνούν. Ώστε δεν ήταν αθάνατο τελικά. Οι πιστοί πάντα εθελοτυφλούν. Συνεχίζουν να διασχίζουν τους διαδρόμους του μεγαθήριου, σαν αυτό να είναι πάντα εκεί: προσηνές, προσιτό και συγχρόνως μεγαλόπρεπο. Προσκυνούμε την άνεση, το γούστο, το φθηνό που δεν είναι ευτελές. Προσκυνήσαμε πολύ τα σπιτικά μας. Ώσπου έμοιασαν με σκηνικά νεανικής σαπουνόπερας. Χρωματιστοί τοίχοι, λαμπιόνια, φωτιστικά, στυλ, πολύ στυλ. Και τα ρούχα μας. Και τα μαλλιά μας. Στυλ πολύ στυλ. Και γυμνοί δεν ξέραμε κατά πού να κάνουμε, πιο αμήχανοι από ποτέ. Και όταν μιλούσαμε δεν ξέραμε τι να πούμε, πιο μπερδεμένοι από ποτέ. Και τα τρα-γούδια. Μια έντεχνη ποπ με ηλεκτρικές κιθάρες, βαρύ μέικ απ, πονηρούς image makers, ακριβά βίντεο κλιπ, άνευρο κι ασπόνδυλο στίχο.
Το ταμπού είναι να πεις πως δεν έχει άλλο. Πως τελείωσε το ρευστό, οι πιστώσεις, τα αποθέματα. Μαζί να δούμε να αργοπεθαίνουν τα νεκροζώντανα, τα ζόμπι της μη ζωής μας, η προκάτ αισθητική μιας σουηδικής (απ)οικίας, η ευδαιμονία του πολυγκατζετούχου, η new age βαλβίδα εκτόνωσης λαϊφστάιλ νευρώσεων, η μετακίνηση της κουζίνας από τα λαδερά στη ρόκα-παρμεζάνα με μπαλσάμικο, η μουσική υπόκρουση της επίπλαστης ευμάρειας, η απολιτίκ πορεία με ορόσημο σταθμό διορισμένες κυβερνήσεις, η εξάντληση της συμμετοχής στα κοινά από τα πουφ των σόσιαλ μίντια, τα greeklish και τα ακρωνύμια της παγκόσμιας αργκό στο διαδικτυακό μας παρόν, OMG, τα πολυμορφικά αυτοκίνητα στο επαρχιακό τοπίο που έμοιασε φολκλόρ στο βλέμμα ενός ξένου. Το βλέμμα μας.
Οι Κυριακές πια περνούν όπως φιλμάκι γκραν γκινιόλ. Κάνουμε ταμείο. Τι θάψαμε τη βδομάδα που πέρασε. Κάποια γηραιά ελευθερία, καμιά λατρευτή μας αξιοπρέπεια, ένα αδικοχαμένο δικαίωμα, ένα κομμάτι από τον χρόνια αγνοούμενο Λόγο. Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη. Εκεί που παραμένουμε μονάχα θεατές με καρδιές ρέπλικες. Ευειδείς μες στο ευ ζην που μας είπαν να πιστέψουμε κι εμείς το πιστέψαμε. Το Blade Runner ήταν πάντα εδώ. Εμείς είχαμε γυάλινα μάτια και δεν το βλέπαμε. Στο τέλος να θυμηθείς να μου κλείσεις τρυφερά τα βλέφαρα για να μπορέσω να ξαναδώ καμιά ικμάδα φωτός.

Niemands Rose, "Τα Φώτα στο Βάθος", Απόπειρα 2013

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

(άτιτλο)

Τι θα 'κανα χωρίς αυτόν τον κόσμο χωρίς πρόσωπο χωρίς απορίες
όπου η ψυχή δε ζει παρά μια στιγμή όπου κάθε στιγμή
χάνεται στο κενό στη λησμονιά της αλλοτινής της ύπαρξης
χωρίς αυτό το κύμα όπου στο τέλος
κορμί και σκιά καταβροχθίζονται
τι θα 'κανα χωρίς αυτή τη σιωπηλή δίνη των ψιθύρων
που ασθμαίνει μανιασμένη για βοήθεια γι’ αγάπη
χωρίς αυτόν τον ουρανό που υψώνεται
πάνω απ’ τη σκόνη της σαβούρας του

τι θα 'κανα θα 'κανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα
αγναντεύοντας απ’ το φεγγίτη μου μπας και δεν είμαι μόνος
να πλανιέμαι και να φεύγω μακριά απ’ όλη ετούτη τη ζωή
σ’ ένα χώρο μπερδεμένο
χωρίς φωνή ανάμεσα στις φωνές
που είν' έγκλειστες μαζί μου

Samuel Beckett, "Ποιήματα Συνοδευόμενα από Σαχλοκουβέντες", Ερατώ 2004 (μετάφραση Γιώργος Βίλλιος)

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

το τραγούδι του εαυτού μου

Σπίτια και δωμάτια γεμάτα από αρώματα, τα ράφια είναι κατάμεστα από αρώματα,
Ανασαίνω την ευωδιά ο ίδιος και την ξέρω και μου αρέσει,
Και το απόσταγμα θα με μεθύσει, αλλά δεν θα το αφήσω.

Η ατμόσφαιρα δεν είναι άρωμα, δεν έχει τη γεύση από το απόσταγμα, είναι άοσμη,
Είναι για το στόμα μου για πάντα, είμαι ερωτευμένος μαζί της,
Θα πάω στην όχθη δίπλα στο δάσος και θα μείνω ανυπόκριτος και γυμνός,
Τρελαίνομαι να επικοινωνεί μαζί μου.

Ο αχινός της ίδιας της ανάσας μου,
Αντίλαλοι, ρυτιδώσεις, βόμβοι ψιθύρων, αγάπης αρχή, μεταξένια κλωστή, διχάλα και κλήμα,
Η αναπνοή μου και η έμπνευσή μου, ο παλμός της καρδιάς μου, ο πόρος του αίματος και του αέρα μέσα από τους πνεύμονές μου,
Η μυρωδιά πράσινων φύλλων και ξερών φύλλων, και της όχθης και των μαυρισμένων θαλασσόβραχων, και του άχυρου στο σιτοβολώνα,
Ο ήχος των εξακοντισμένων λέξεων της φωνής μου λευτερωμένος στους στρόβιλους του ανέμου,
Μερικά επιπόλαια φιλιά, μερικές αγκαλιές, απλωμένα ολόγυρα χέρια,
Το παιχνίδισμα αχτίνας και σκιάς στα δέντρα καθώς οι λυγεροί κλώνοι λικνίζονται,
Η ευχαρίστηση μονάχος ή μέσα στο συνωστισμό των δρόμων, ή στα χωράφια και στις βουνοπλαγιές,
Η αίσθηση της υγείας, ο τερετισμός το καταμεσήμερο, το τραγούδι μου όταν σηκώνομαι από το κερεβάτι και συναντώ τον ήλιο.

Έχεις λογαριάσει πολλά τα χίλια στρέμματα;
Έχεις λογαριάσει πολλή τη γη;
Έχεις εξασκηθεί τόσο πολύ για να μάθεις να διαβάζεις;
Έχεις νιώσει τόσο λαμπρός για να βρεις το νόημα των ποιημάτων;

Σταμάτα αυτή τη μέρα και τη νύχτα μαζί μου και θα κατέχεις την αρχή όλων των ποιημάτων,
Θα κατέχεις το όφελος της γης και του ήλιου, (μένουν εκατομμύρια ήλιοι ακόμα),
Δεν θα δέχεσαι πια τα πράγματα από δεύτεροι ή τρίτο χέρι, ούτε θα βλέπεις μέσα από μάτια νεκρού, ούτε θα τρέφεσαι από φαντάσματα στα βιβλία,
Δεν θα βλέπεις ούτε μέσα από τα δικά μου μάτια, ούτε θα δέχεσαι τα πράγματα από μένα,
Θα ακούς όλες τις πλευρές και θα τις διηθίζεις ο ίδιος.

Walt Whitman, "Το Τραγούδι του Εαυτού μου", Ηριδανός 2006 (μετάφραση Ζωή Ν. Νικολοπούλου)

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

η σαβούρα των επινοημάτων

Κάπου είχε ακούσει πως το μέτρο της αγάπης είναι να αγαπάς χωρίς μέτρο. Τώρα πια του φαινόταν τόσο απλοϊκό όσο οι καρδούλες και τ' αστεράκια που ζωγραφίζουν στο νηπιαγωγείο. Ο κόσμος είναι πια πολύ δύσκολος για να επιβιώσει η αγάπη κι έτσι αυτός έπρεπε να κάνει ξεχωριστές προσπάθειες για να τη βρει. Μαργαριτάρια και κάρβουνα, διαμάντια αλλά και βότσαλα έβρισκε στο δρόμο του. Οι θεσμοί, η "σαβούρα των επινοημάτων" όπως έλεγε ο Πεσσόα, είχαν αναγκάσει την αγάπη να μετατραπεί στον μεγαλύτερο φυγά των σύγχρονων κοινωνιών. Ενός συστήματος στο οποίο τα ρολόγια χτυπάνε γρηγορότερα από ποτέ και που τα τρένα έχουν συνεχόμενα δρομολόγια. Από νωρίς. Από μικρά παιδιά. Κάποια που είχαν το θράσος να ονειρευτούν κατέληγαν με μια σφαίρα στο κορμί. Ένας μπόμπιρας, με γκρίζα από το άγχος μαλλιά, του σφύριξε μια αλήθεια. "Παλιά δίναμε εξετάσεις με φόβο μήπως δεν μπούμε στη σχολή που θέλαμε. Τώρα δίνουμε εξετάσεις με φόβο μη και δεν βρούμε δουλειά".
Ψάχνοντας για την αγάπη ανακάλυψε πως έλειπε και η ευτυχία, η χαρά και η όρεξη για ζωή. Οι επιθυμίες μας έγιναν βιτρίνες καταστημάτων και η ευτυχία μας πουλιέται στα δελτία των 8. Χάθηκαν όλες οι ελευθερίες μας όταν χάθηκε η ελευθερία της επιθυμίας. Κάναμε το σώμα μας νεκροταφείο κατασκευασμένων αναγκών, χαραμίζοντας το σήμερα για αυτό το γαμημένο αύριο που ποτέ δεν θα έρθει. Πουλήσαμε την αγάπη αγοράζοντας sex...

Δημήτρης Γκιούλος, "Δι Άρλεκιν Πάροντι", Χαραμάδα 2011