Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

με το τόξο του κέρδιζε πολέμους

Ο κριτικός Έντμουντ Ουίλσον δανείστηκε μια αρχαία εικόνα για να περιγράψει τον ποιητή. Μοιάζει, λέει ο Ουίλσον με τον Φιλοκτήτη στην Ιλιάδα. Ο Φιλοκτήτης ήταν ο καλύτερος τοξότης στον κόσμο. Με το τόξο του κέρδιζε πολέμους. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για τους Έλληνες που πολιορκούσαν την Τροία. Χρειάζονταν τον Φιλοκτήτη. Αλλά το είχαν εξορίσει σε ένα νησί. Γιατί; Διότι είχε μια πληγή που βρομούσε τόσο πολύ, ώστε κανείς δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Ο Οδυσσέας ανέλαβε να τον φέρει στην πολιορκημένη Τροία. Αν όμως οι Έλληνες ήθελαν το τόξο, έπρεπε να υπομείνουν και τη δυσωδία. Αυτό, πιστεύει ο Ουίλσον είναι η εικόνα του ποιητή - είναι απαραίτητος, αλλά δεν μπορεί να ζει κανείς μαζί του.

John Sutherland, "Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας", Πατάκης 2014 (μετάφραση Γιώργος Λαμπράκος)

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

η δύναμη που μέσα απ'το πράσινο φιτίλι το άνθος οδηγεί

Η δύναμη που μέσα απ'το φιτίλι το άνθος οδηγεί
Οδηγεί την πράσινη ηλικία μου, τις ρίζες των δέντρων ταράζει,
Είναι ο καταστροφέας μου.
Και δεν έχω φωνή για να ομολογήσω στο τσακισμένο ρόδο
Πως από τον ίδιο χειμέριο πυρετό λυγίσανε τα νάτια μου.

Η δύναμη που το νερό οδηγεί ανάμεσα από τα βράχια
Οδηγεί το κόκκινο αίμα μου, στεγνώνει τα στόμια των πηγών
Κερώνει το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή για να ιστορήσω στις φλέβες μου
Πως από την πηγή του βουνού το ίδιο στόμα ρουφά.

Το χέρι που στη στέρνα περιστρέφει το νερό
Ταράζει και τη σύρτη, δένει τον άνεμο ενώ φυσά
Ορτσάρει τα άρνενά μου.
Και δεν έχω φωνή να πω στον κρεμασμένο
Πως από τον πηλό μου έγινε του δήμιου ο ασβέστης.

Κολλούν σα βδέλλα στην πηγή τα χείλη του χρόνου
Η αγάπη στάζει και μαζεύεται όμως το χυμένο αίμα
Θα απαλύνει τις πληγές της.
Και δεν έχω φωνή να πω στον άνεμο μιας εποχής
Πως έχει ο χρόνος χαράξει έναν πυρανό γύρω απ' τ' αστέρια.

Και δεν έχω φωνή να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου το ίδιο έρχεται κυρτό σκουλήκι.

Dylan Thomas, "Ποιήματα", Βιβλιοβάρδια 2008 (μετάφραση Μαρία Αρχιμανδρίτου)

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

έγινε ησυχία, ο μαέστρος ξερόβηξε

Σαν να έσφιγγα ένα κομμάτι σαπούνι, ανοίγω την παλάμη και από μέσα της ξεχύνεται ένα γαλαζωπό φως. Το χέρι μου λούζεται από τους φανοστάτες μιας άλλης εποχής. Η λάμψη τους ζωγραφίζει μπροστά μου τη μορφή του Έντι. Έχει το ένα χέρι στην τσόχα και με το άλλο πιάνει την άσπρη μπάλα, έτοιμος να δοκιμάσει μια δύσκολη στεκιά. Τον ζωγραφίζει ακόμα σκυμμένο σε ένα διαγώνισμα Μαθηματικών, να σκεπάζει το μολύβι του για να κρύψει τις απαντήσεις. Στο γαλάζιο φως, τη μια βλέπω το χέρι του να γραπώνει ένα βέλος και την άλλη να ξεβιδώνει ένα μπουλόνι, όμως το πρόσωπό του παραμένει θαμπό.
Πριν από χρόνια, την Ημέρα των Πεσόντων, ο πατέρας μου και άλλοι βετεράνοι παρήλαυναν φορώντας τα στρατιωτικά τους χιτώνια. Εγώ έπαιζα στην μπάντα. Διασχίσαμε συντεταγμένοι το χωριό και φτάσαμε στο νεκροταφείο. Έβρεχε. Απ' τη θέση μου χάζευα τους οπλίτες που εκτελούσαν τα παραγγέλματα αγέρωχοι και καμαρωτοί. Τα διαστήματα ανάμεσα στις βολές ήταν χρονομετρημένα στην εντέλεια. Τέσσερις φορές άστραψαν τα όπλα τους και άλλες τόσες αντήχησε ο ουρανός. Η βροχή μύριζε απ' την αψάδα των πυρών και απ' το νοτισμένο μαλλί των στολών μας. Έγινε ησυχία, ο μαέστρος ξερόβηξε. Έκανα ένα βήμα μπροστά και άρχισα να παίζω -κάπως παράφωνα, είν' η αλήθεια- κι ένα παιδί απ' τον απέναντι λόφο απάντησε στα σαλπίσματά μου. Τέλειωσα πρώτος και κατέβασα τη σάλπιγγα. Μόλις έσβησε στην ομίχλη η τελευταία νότα, ένιωσα ένα ξαφνικό τίναγμα και -μα τον Θεό- άκουσα τα ακρωτηριασμένα χέρια του Έντι να χτυπούν μέσ' από το φέρετρο για να πάψουμε.

Breece D'J Pancake, "Τριλοβίτες", Μεταίχμιο 2015 (μετάφραση Γιάννης Παλαβός)

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

δεν με προσέχουν·

Οι θόρυβοι δυναμώνουν· πλατεία Κλισύ· ας βιαστούμε· αδιάκοπα, μακριοί θλιμμένοι τοίχοι· μια πιο παχιά σκιά στην άσφαλτο· και τώρα κάτι κοπέλες, τρεις κοπέλες που κουβεντιάζουν· δεν με προσέχουν· η μία, πολύ νέα, εύθραυστη, με μάτια που κοιτούν χωρίς ντροπή, και τι χείλη! σ' ένα δωμάτιο γυμνό, σκοτεινό, ψηλοτάβανο, γυμνό και γκρίζο, κάτω από το φως των κεριών, μέσα στον λήθαργο που προκαλεί ο θόρυβος από τους κατάμεστους δρόμους· ναι, σ' ένα ψηλοτάβανο, στενό δωμάτιο, με ένα φτηνοκρέβατο, μια καρέκλα, ένα τραπέζι και γκρίζους τοίχους, θα γονατίσει, αυτό το αγριμάκι, στο κρεβάτι, και θα ανεβοκατεβαίνουν τα ακόλαστα χείλη της καθώς θα βογγά και θα λαχανιάζει... Νάτη, αυτή η κοπέλα· κουβεντιάζει· και οι τρεις στο πεζοδρόμιο, αγνοώντας τους διαβάτες· όσο για μένα, αύριο έχω μάθημα στη βαρετή σχολή, και σε τρεις μήνες εξετάσεις· θα πετύχω· αντίο, τότε, καθημερινή ανεμελιά, θα πρέπει να βρω δουλειά· τέλος πάντων· τώρα, κορίτσια παντού· το καφέ· κάτι νεαροί μπαίνουν μέσα· ένας κύριος που μοιάζει στον ράφτη μου· αν συναντούσα έναν φίλο· βέβαια, είναι καλύτερα να είσαι μόνος ένα τέτοιο όμορφο βράδυ, να περπατάς ελεύθερα και άσκοπα στους δρόμους· η σκιά από τις φυλλωσιές κυματίζει πάνω στην άσφαλτο, ένα σύντομο, δροσερό αεράκι, τα πολύ στεγνά και λευκά πεζοδρόμια λάμπουν· εκεί, μια παρέα από στητά, πολύ ψηλά και αδύνατα κορίτσια, με γοητευτικούς τρόπους· εκεί, κάτι παιδιά· οι προσόψεις τρεμοφέγγουν· το φεγγάρι χάθηκε· ολόγυρα ένα θρόισμα· τι; ήχοι συγκεχυμένοι, διάσπαρτοι, ενωμένοι, ένα θρόισμα... μπράβο, Απρίλη! ω! τι όμορφο, το όμορφο βράδυ, έτσι ελεύθερο, δίχως σκέψεις, έτσι πολύ μοναχικό βράδυ.

Eduard Dujardin, "Έδρεψε Δάφνες", Νησίδες 2001 (μετάφραση Μιχάλης Αρβανίτης)

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

εάλω

Κάπου κοντά στην Άνω Πόλη
Ανάμεσα σε σκυφτές πολυκατοικίες
Ένα μικρό κομμάτι των τειχών
Στριμωγμένο, αγέρωχο
Αντιστεκότανε ακόμα στον εχθρό

Ήξερα σύντομα
Λάβαρα στις πολεμίστρες
Θ' ανέμιζαν ξανά

Ρούχα απλωμένα
Και κάτι γάτες κατακτητές

Πάνος Παπαπαναγιώτου, "Εάλω". Ιωλκός 2015

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

η ματιά

της έδωσα ένα φιλί κι έφυγε
τάχα είχα δουλειά
ένας σκύλος γύρισε και με κοίταξε
τέτοια πούστικη ματιά
δε μου 'χει ρίξει άνθρωπος

Μιχαήλ Σιώνας, "έγγειος", Καπάνι 2007

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

στρατός ολόκληρος

Το πρωί δεν έβλεπα την ώρα να πάω σκολιό και το βράδυ, όταν έπειτ' από τη μεσημεριάτικη διακοπή τέλειωναν τα μαθήματα, την συνώδευα μαζί μ' άλλες μαθήτριες πολύ δρόμο, κατά το σπίτι της, με τη σιδερένια πόρτα που ήτανε ντυμένη χοντρά καρφιά.
Είχαμ' αρχίσει να γράφωμε στον μαυροπίνακα: Α. Β. Γ. όλα τα κεφαλαία γράμματα κατά σειρά. Το καθένα αιδί σηκωνότανε με τη σειρά του και μαθαίναμε, πρώτ' απ' όλα πώς να πιάνουμε την κιμωλία. Με πολλή τρομάρα πήγα κ' εγώ για τη δοκιμασία, μα μόλις έπιασα την κιμωλία ήτανε τόση η ανατριχίλα που αιστάνθηκα από τη σκόνη όσο τρύφτηκε στα δάχτυλά μου, ώστε λίγο και θα τρελλαινόμουνα. Η τάξη όλη στριφογύριζε σα σβούρα. Ο μαυροπίνακας είχε γίνει ένα έρεβος όπου εγώ σαν κολασμένος ήμουνα προσαρμοσμένες με δεσμά από γραμμές κιμωλίας, εν ω δασκάλες πυρότριχες και κιτρινιάρες, μού τίναζαν αγριεμένες κατάμουτρα σπόγγους, λουρίδες από τσόχα τυλιγμένη, βουτηγμένους μέσα στην απαίσια σκόνη που με στράβονε και μ' έπνιγε.
Άλλα ίχνη δεν μπορώ να διακρίνω σ' αυτό το μονοπάτι της ηλικίας μου, οπούθε πέρασαν αργότερα στρατός ολόκληρος, οι αναμνήσεις των ερχόμενων χρόνων της ζωής μου, ρίχνοντας, τσακίζοντας, εξαφανίζοντας, τα σημάδια τα δειλά και ταβέβαια, που άφηκαν οι αναμνήσεις-πρόσκοποι, όσες τώρα μ' απασχολούν.

Πλάτωνας Ροδοκανάκης, "Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο", Πελεκάνος 2006

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

όλην την κλίµακα των δυνάµεων και των ατονιών

Αήρ, ουρανός, όρη, θάλασσα είναι κυανά. Εις οιονδήποτε υψηλόν σηµείον σταθή κανείς, βλέπει εις τον τελευταίον στέφανον των υψηλων ορέων - Υµηττός, Πεντελικόν, Πάρνης - και εις τας απωτάτας κορυφάς των όπισθεν αυτών φαινοµένων ορέων, πάντοτε δεσπόζον το κυανούν. Και το αιθέριον αυτό κυανούν διέρχεται όλων των τόνων, όλην την κλίµακα των δυνάµεων και των ατονιών, από των βαθυτάτων βρεµένων σταφιδοσωρών µέχρι των ασυλληπτοτάτων γαλανοτήτων ηλιορρύτου οφθαλµικής κόρης γάτας, από των πυκνοτάτων µέχρι των αραιοτάτων, από των τονωτικωτάτων αγαλλιάσεων µέχρι των ατονωτάτων µελαγχολιών, από τα ελπιδοφόρα ροδαυγήµατα και τα µεσηµερινά ενθουσιάσµατα έως τα δειλινά κρυώµατα των µελών και τα ηδυπαθέστατα κλεισίµατα κουρασµένων µατιών. Και το ένα αυτό κύριον χαρακτηριστικόν Χρώµα, το απλούµενον εις αέρα, όρη, νερά, δέχεται τους καταιωνισµούς του Αργύρου, αργυρονεφούται, αργυροσκονίζεται, αργυρανθίζεται, αργυροβρέχεται, αργυροφλεβούται, ή αργυρορροή διακλαδούται εις συρµατένια ρυάκια επί των ορέων, εις µεγάλα αργυρά ρεύµατα επί της θαλάσσης και τα µαργαριταρόχροα θωπεύµατα από των µαυροτέρων, µαύρον µαργαριταριού, µέχρι των φωτεινοτάτων και υελοδεστάτων αργυρορρευµάτων σεληνοφωτίστων θαλασσών, τρέχουν απαλύνοντα, βελουδίζοντα και στιλπνώνοντα.
Και το ένα αυτό, απώτατον, ορεινότατον χαρακτηριστικόν Χρωµα, δέχεται εις τον υπεράvω αυτού αέρα και την προ των ποδώv του γηίvηv ύληv τους καταιωνισµούς του Χρυσού, άνωθεν και κάτωθεν, χρυσοφιλείται, χρυσογραµµίζεται, χρυσακτινούται, χρυσολούεται, χρυσανθίζεl, χρυσοκαίεται εις χρυσοστέµµατα νεφών, εις εκρερηγµένα πυροτεχνήµατα χρυσοβελωνωτών πευκώνων, εις χρυσόρροα ρεύµατα χρυσοτυφλούντος έρωτος θαλασσών. Και τα χρυσόχροα φιλήµατα από των βαθυτέρων χρυσοβυσινοφλόγων και χρυσοκοκκινοπύρων µέχρι των φωτεινοτάτων χρυσαναµµάτων των αέρων, τρέχουν παντού, χρυσογράφοντα, χρυσοξανθίζοντα, χρυσονεκρούντα ή χρυσογυαλίζοντα.

Περικλής Γιαννόπουλος, "Η Ελληνική Γραμμή και το Ελληνικό Χρώμα", Πελεκάνος 2005

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

η θάλασσα αποκτούσε έτσι ένα νόημα

Πουτάνες. Η ζωή του, εδώ και τέσσερα χρόνια που είχε φύγει, μπορούσε να συμπεριληφθεί σ' αυτό. Γιατί ο πατέρας του συμφώνησε με τον Εμινέ. Εντάξει, δεν μετάνιωσε ο Νεντίμ που έφυγε, είχε ξεπετάξει κορίτσια απ' όλα τα χρώματα και τις φυλές, εξίσου όμορφα, πιο όμορφα από την Αϊζέλ αναμφίβολα, καμιά τους όμως δεν είχε στο βάθος των ματιών της αυτό το φως που έκαιγε στα μάτια της Αϊζέλ. Πηδούσαν και τις πήδαγε, χωρίς συναίσθημα, έτσι κενά.
Ο Εμινέ τού είχε δώσει προθεσμία τριών χρόνων. Τα δύο πρώτα χρόνια δεν σκεφτόταν παρά μόνο την Αϊζέλ. Την Αϊζέλ κι εκείνον. Το γάμο τους. Το σώμα της Αϊζέλ. Την Αϊζέλ μόνο για εκείνον. Αυτό τον απασχολούσε σε όλα του τα ταξίδια. Η θάλασσα αποκτούσε έτσι ένα νόημα. Την αγάπη του για την Αϊζέλ. Σε κάθε λιμάνι που έπιανε το πλοίο, έστελνε χρήματα στην οικογένειά του. Σχεδόν όλα. Κρατούσε μόνο όσα του χρειάζονταν για να γίνει τύφλα και να δωθεί σε μια γυναίκα για τη νύχτα. Το οινόπνευμα και οι γυναίκες, με το που άφηνες την Ευρώπη, δεν κόστιζαν ακριβά. Στη Σαϊγκόν βρήκε μία για όλη τη βδομάδα. Με δέκα δολάρια. Ήταν η καλύτερη εμπειρία που είχε. Γουόνγκ λεγότανε. Έκανε ό,τι της ζητούσε.Για δέκα δολάρια. Ακόμα και οργασμό. Οργασμό και πλύσιμο ρούχων.

Jean-Claude Izzo, "Οι Βατσιμάνηδες της Μασσαλίας", Μεταίχμιο 2000 (μετάφραση Μαριλένα Κοραντζάνη)

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

τρία

μπορώ να κάνω τρία πράγματα ταυτόχρονα:
να σε σκέφτομαι
καπνίζοντας
και να καυλώνω

Γιώργος Δομιανός, "Δεν Είναι η Εποχή των Κερασιών", Χαραμάδα 2015

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

το θέμα της ώρας

Το προνόμιο της παιδικής ηλικίας: η ανεμπόδιστη κίνηση από τη μαγεία στο χυλό, από φρίκη χωρίς όρια στην εκρηκτική χαρά. Άλλα σύνορα δεν υπήρχαν πέρα από τις απαγορεύσεις και τους κανόνες, τα όρια ήταν σκιές, συχνά ακατανόητα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, παραδείγματος χάρη, το θέμα της ώρας: πρέπει να έρχεσαι στην ώρα σου, σου πήραμε ρολόι, ξέρεις την ώρα. Εντούτοις, η ώρα δεν υπήρχε. Περιδιάβαζα ξέγνοιαστα στο πάρκο του νοσοκομείου, κοίταζα και χάζευα, ο χρόνος σταματούσε, κάτι μου θύμιζε ότι πεινούσα και να ο καυγάς.
Ο διαχωρισμός ανάμεσα στη φαντασία και αυτό που εθεωρείτο πραγματικότητα ήταν δύσκολος. Αν έβαζα τα δυνατά μου μπορούσα ίσως να κρατήσω την πραγματικότητα πραγματική αλλά να υπήρχαν, παραδείγματος χάρη, και φαντάσματα και βρυκόλακες. Τι θα 'κανα μ' αυτά; Και τα παραμύθια, ήταν αληθινά; Ο Θεός και οι άγγελοι; Ο Ιησούς Χριστός; Ο Αδάμ και η Εύα; Ο κατακλυσμός; Τι έγινε με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ, είχε πραγματικά την πρόθεση να κόψει τον λαιμό του γιου του; Κοίταζα ερεθισμένος την εικόνα του Ντορέ, έπαιρνα τη θέση του Ισαάκ, αυτό είναι πραγματικό: ο πατέρας είχε αποφασίσει να αποκεφαλίσει τον Ίνγκμαρ, σκέψου τι γίνεται αν ο Άγγελος έρθει καθυστερημένος. Τότε θα κλάψουν. Το αίμα τρέχει και ο Ίνγκμαρ χαμογελάει χλωμά. Πραγματικότητα.
Και τότε ήρθε ο κινηματογράφος.

Ingmar Bergman, "Η Μαγική Κάμερα", Κάκτος 1989 (μετάφραση Θόδωρος Καλλιφατίδης)

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

η κάθε νότα κομήτης

Έτοιμα τα πουλιά, πανέτοιμα να ξαναχαθούν.
Μπορεί και να μετάνιωσε που είχε διανυκτερεύσει σαν Ιούδας στο παραλιακό μοτέλ, που είχε αγοράσει εισιτήριο για να δει την Παναγιά της σε μουσείο, που είχε χαμογελάσει με αποκρουστική ψευτιά, βγάζοντας τον εαυτό της φωτογραφίες με φόντο τη Σαλαμίνα. Γαντζωμένη στο πίσω κάθισμα παλλόταν με κάθε κίνηση του τιμονιού. Ο πόνος στο κορμί συνέχιζε οξύς, διαπεραστικός, ενοχλητικά σιωπηλός. Ζεστά δάκρυα έβρεχαν τις άκρες των βλεφάρων της, μούσκευαν οι νεανικές της παλάμες. Το ραδιόφωνο του βαν σφύριζε ένα ακαταλαβίστικο τραγούδι. Μοιρολόι έγινε στη σκέψη της. Η κάθε νότα κομήτης, ν’ ανοίγει τρύπες στο μυαλό της, να την κάνει να νιώθει θνητή.
Τρεμούλιαζαν τα καθίσματα με βία, ο δρόμος γνώριμος μα και ξένος, μύριζε λάστιχο απ’ τα φρένα, μπαρούτι απ’ τα παλιά.

Μαρία Α. Ιωάννου, «Η Γιγαντιαία Πτώση μιας Βλεφαρίδας», Γαβριηλίδης 2011

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

σκοτεινοί εκατόγχειρες

Την ώρα π’ ανάβουν τα λυχνάρια ο απαλός ζέφυρος φέρνει από τις πέρα γειτονιές μια λεπτή οσμή φρυγμένου χόρτου. Πέφτει το σκοτάδι ανοίγοντας τη λιτανεία των πραγμάτων της νύχτας. Το προζύμι σκεπασμένο μες στη σκάφη φουσκώνει αργά ρουφώντας τη σιωπή. Πίσω απ’ τον μαντρότοιχο, οι φραγκοσυκιές απλώνουν τα δυνατά τους χέρια, σκοτεινοί εκατόγχειρες μες στη νύχτα κι οι ρίζες τους προχωρούν αργά μες στον άργιλο. Οι τοίχοι σιγομουρμουρίζουν, εκμυστηρεύονται μυστικά, αναθυμούνται τη ζεστασιά μιας παλάμης που ακούμπησε πάνω τους για να ξαποστάσει, την καλοσύνη των άστρων, μια ριπή του ανέμου που τους έκανε ν’ ανατριχιάσουν. 

Γιώργος Χρ. Κυθραιώτης, «Περίπατος στα Τείχη», Αρμός 2005

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

όσο περισσότερο κατανοεί

Η επιθυμία, ο πόθος για ζωή, είναι τόσο ισχυρά στο ζώο, όσο είναι και στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο μεγαλύτερη είναι η κατανόηση . Όσο περισσότερο κατανοεί, τόσο λιγότερο ποθεί. Αυτό είναι λογικό, και –επιπλέον– επαληθεύεται από την πραγματικότητα. Η όρεξη για γνώση αφυπνίζεται στα άτομα που εμφανίζονται στα τέλη μιας εξέλιξης, όταν ατονεί το ένστικτο για ζωή. Ο άνθρωπος, του οποίου η ανάγκη είναι η γνώση, είναι σαν την πεταλούδα που σπάζει την χρυσαλίδα για να πεθάνει. Το υγιές, ζωντανό, δυνατό άτομο δεν βλέπει τα πράγματα όπως είναι, επειδή δεν το συμφέρει. Βρίσκεται μέσα σε μια παραίσθηση. Ο Δον Κιχώτης, στον οποίον ο Θερβάντες θέλησε να προσδώσει έναν αρνητικό χαρακτήρα, αποτελεί ένα σύμβολο κατάφασης προς την ζωή. Ο Δον Κιχώτης ζει περισσότερο από όλα τα γνωστικά άτομα που τον περιτριγυρίζουν, ζει περισσότερο και με περισσότερη ένταση από τους άλλους. Το άτομο ή ο λαός, που θέλει να ζήσει, τυλίγεται στα σύννεφα όπως οι αρχαίοι θεοί όταν εμφανίζονταν στους θνητούς. Το ένστικτο τής ζωής χρειάζεται την φαντασία για να επιβεβαιωθεί. Η επιστήμη, τότε, το ένστικτο της κριτικής, το ένστικτο της επαλήθευσης, οφείλει να βρει μια αλήθεια: την ποσότητα ψεύδους που είναι απαραίτητη για την ζωή. Γελάτε;

Pio Baroja, "Ανθολόγιο Στοχασμών", 24grammata.com (μετάφραση Αθανάσιος Τσακνάκης)

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

τα ίχνη της μες στα βιβλία

Δεν δυσκολεύτηκε να ξαναβρεί τα ίχνη της μες στα βιβλία του Γκρανπρέ. Το τάνκα ήταν η κλασική φόρμα, η αρχαιότερη κι υψηλότερη, της ιαπωνικής ποιητικής παράδοσης, και η τέχνη του εξασκούνταν αποκλειστικά στην αυτοκρατορική Αυλή. Ήταν ο πρόδρομος του χαϊκού, ο τιμημένος πρόγονος από τον οποίο είχε προέλθει. Συνιστούσε ένα πιο αναπτυγμένο ποίημα, που περιλάμβανε πέντε στίχους αντί για τρεις κι αποτελούνταν από δύο μέρη: το πρώτο, ένα τρίστιχο με δεκαεπτά συλλαβές, δεν ήταν άλλο απ' το παλιό καλό χαϊκού, στο οποίο πρόσθεταν ένα δίστιχο, χωρισμένο σε δύο στίχους των επτά συλλαβών, που ερχόταν σε απάντηση του πρότερου και του ξανάδινε ορμή. Ο Μπιλοντό έμαθε ότι καθεμιά από τις δύο φόρμες είχε ξεχωριστό προορισμό. Η διαφορά από το χαϊκού, ποίημα σύντομο που επικαλούνταν τις αισθήσεις κι ενδιαφερόταν για την παρατήρηση της φύσης, ήταν ότι το τάνκα φιλοδοξούσε να είναι λυρικό, εξαίσιο, περίτεχνο. Είχε για σκοπό του την εξερεύνηση ευγενών θεμάτων κι αισθημάτων όπως ο έρωτας, η μοναξιά, ο θάνατος, κι ήταν ταγμένο στην έκφραση περίπλοκων συγκινήσεων.
Ο Μπιλοντό αναρρίγησε. Πώς να ερμηνεύσει τον υπαινιγμό της Σεγκολέν για το τάνκα; Περιείχε άραγε κάποιο δυσδιάκριτο μήνυμα, κάποια έμμεση έκκληση;

Denis Thériault, "Η Παράξενη Ζωή ενός Μοναχικού Ταχυδρόμου", Χαραμάδα 2015 (μετάφραση Μαρία Χρηστίδου)

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

με τέτοιες ιδέες στο κεφάλι

Όχι, σίγουρα δε θα τον πάρει ο ύπνος, με τέτοιες ιδέες στο κεφάλι. Σκέφτηκε τότε τα παιδιάτικά του. Θυμήθηκε τη μητέρα του, μια ψηλή και αδύνατη γυναίκα με αντρίκιο πρόσωπο, μεγάλο μέτωπο, που την είχε χάσει από πολύ καιρό. Τούτη η εικόνα τον ηρέμησε και ένιωσε τα νεύρα του να χαλαρώνονται. Ξαναείδε το σπιτάκι του στο Λοζένετς, με την χωριάτικη αυλίτσα του γεμάτη λουλούδια ταπεινά και μερικά αραποσίτια που ξεπετάγονται πάνω από μια κολοκυθιά σκαρφαλωμένη στον πίσω τοίχο. Έτσι όλα του τα περασμένα παρελάσανε μπρος στα μάτια του: πρώτα το πατρικό του σπίτι, ύστερα οι κρυφές συγκεντρώσεις που γίνονταν στο βουνό της Βίτοσα ή στα δωμάτια των συμμαθητών του. Τέλος ήταν όλος εκείνος ο κόσμος που ήταν ένα μ' αυτόν, εκεί όπου μεγάλωσε, που είχε σχηματιστεί, ο κόσμος του κόμματος και της πάλης των τάξεων. Μόλις ερχόταν σ' επαφή μ' αυτόν τον κόσμο, ένιωθε σίγουρος για τον εαυτό του και έτοιμος για κάθε θυσία. Σ' αυτόν τον κόσμο άλλωστε ήσαν περισσότεροι οι νεκροί παρά οι ζωντανοί. Νεκροί πεσμένοι στον αγώνα και που ίσως οι σκιές τους να δεχτούνε και τη δική του τη σκιά αύριο...
Πριν αποκοιμηθεί λυπήθηκε που δεν είχε το ρολόι του μαζί, που τώρα θα σκορπούσε τα τικ-τακ του μέσα στο συρτάρι του αστυνόμου. Λυπόταν που το αποχωρίστηκε, καθώς λυπόταν και για την ανεπανόρθωτη απώλεια των χαρτιών του που τα είχε προμηθευτεί χάρη σε ένα σύντροφο υπάλληλο σε μια δημαρχία.
Το παλιό τούρκικο ρολόι χτυπούσε μία όταν τον πήρε πάλι ο ύπνος.

Емилиян Станев, "Κλέφτης στις Ροδακινιές", Φέξης 1964 (μετάφραση Γαλάτεια Σαράντη)

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

ένα κεραυνοβόλο μοντάζ

Είναι, λοιπόν, απολύτως αναγκαίο να πεθάνουμε γιατί ενόσω βρισκόμαστε στη ζωή δεν έχουμε νόημα και η "γλώσσα" της ζωής μας (με την οποία εκφραζόμαστε κι ως εκ τούτου της δίνουμε τη μεγαλύτερη σημασία) παραμένει ανερμήνευτη: ένα χάος πιθανοτήτων, μια αναζήτηση σχέσεων και σημασιών χωρίς τέλος. Ο θάνατος πραγματοποιεί ένα κεραυνοβόλο μοντάζ της ζωής μας: επιλέγει, δηλαδή, τις αληθινά σημαντικές στιγμές της (που δεν μπορούν, πλέον, ν' αλλοιωθούν από την παρέμβαση άλλων στιγμών, που πιθανώς θα έρχονταν σε αντίθεση με τις πρώτες), και τις βάζει σε σειρά, μετατρέποντας το ατελείωτο, ασταθές και αβέβαιο, άρα γλωσσολογικά μη περιγράψιμο παρόν μας, σε ένα καθαρό, στέρεο και βέβαιο, άρα γλωσσολογικά περιγράψιμο (στο πλαίσιο ακριβώς μιας Γενικής Σημειολογίας) παρελθόν. Χάρη στο θάνατο και μόνο, η ζωή μάς χρησιμεύει για να εκφραστούμε.
Το μοντάζ, λοιπόν, πραγματοποιεί πάνω στο υλικό της ταινίας (το οποίο αποτελείται από πολλά, πολύ μεγάλα ή πολύ μικρά πλάνα-σεκάνς που ισοδυναμούν με ατέλειωτες εκδοχές υποκειμενικών πλάνων) αυτό που ο θάνατος επιτελεί στη ζωή.

Pier Paolo Pasolini, "Ο Κινηματογράφος της Ποίησης", Αιγόκερως 1989 (μετάφραση Βασίλης Μωϋσίδης)

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

παντού νύχτα

Βραδιάζει σε κατοικημένες χαράδρες κι άγρια πολλά ακούγονται για τις λαστιχένιες κούνιες της εξουσίας.
Τραβάς το δρόμο σου κοσμάκη, πηδηχτός πηδηχτός, και δε σου βρίσκω τίποτα να υπάρχει, έξω από τυρόψωμο, στην καρουδωτή πετσέτα του φαγιού.
Και όποιος παίζει στα χέρια του το τσεκούρι ποτίζει τα πράγματα με το ίδιο θολό νερό που του φέρνουν άγνωστες πηγές κι εμείς τι κάνουμε:
Η χώρα μικρή κι ο χορός μεγάλος.

Μανόλης Ξεκάκης, "Ο Θάνατος του Ιππικού", Μπαρμπουνάκης 1980

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

ο άλλος δεν είναι πιο βλάκας από σένα

Πάντοτε με εξαγρίωνε η στερεότυπη φράση: "δεν τα καταλαβαίνει αυτά ο κόσμος". Τι θέλει να πει; Ποιοι είν' αυτοί που αναλαμβάνουν να εκφράσουν τη "γνώμη του λαού", προβαίνοντας σε δηλώσεις για λογαριασμό του, σαν να εκπροσωπούν την πλειονότητα του πληθυσμού; Ποιοι είν' αυτοί που ξέρουν τι καταλαβαίνει ο κόσμος και τι όχι; τι χρειάζεται και τι θέλει; Έκανε ποτέ κανείς καμιά μελέτη ή την παραμικρή ενσυνείδητη προσπάθεια να ανακαλύψει τα αληθινά ενδιαφέροντα του λαού, τον τρόπο σκέψης του, τις προσδοκίες, τις ελπίδες ή τις απογοητεύσεις του; Είμαι κομμάτι του λαού μου. Έζησα μαζί με τους συμπολίτες μου, γεύτηκα το ίδιο μερίδιο της ιστορίας με όλους τους συνομηλίκους μου, είδα τα ίδια συμβάντα και τις ίδιες διαδικασίες, και σκέφτηκα πάνω σ' όλα αυτά. Ακόμα και τώρα, στη Δύση, παραμένω τέκνο του τόπου μου. Είμαι κομμάτι του, μόριο του, και ελπίζω ότι εκφράζω ιδέες που πηγάζουν βαθιά από τις πολιτισμικές και ιστορικές μας παραδόσεις.
Όταν κάνεις μια ταινία είσαι βέβαιος ότι τα πράγματα που σε διεγείρουν και σε αφορούν, θα ενδιαφέρουν και τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ελπίζεις ότι οι θεατές θα ανταποκριθούν, χωρίς να προσπαθήσεις να τους ενθαρρύνεις ή να τους αρέσεις. Ο σεβασμός στο κοινό, ή σε οποιονδήποτε συνομιλητή σου, πρέπει να στηρίζεται στην πεποίθησή σου ότι ο άλλος δεν είναι πιο βλάκας από σένα. Ωστόσο ο "εκ των ων ουκ άνευ" όρος κάθε συζήτησης είναι η κοινή γλώσσα. Όπως είπε και ο Γκαίτε, αν θέλεις έξυπνη απάντηση, πρέπει να κάνεις έξυπνη ερώτηση. Ο αληθινός διάλογος σκηνοθέτη και κινηματογραφόφιλου είναι εφικτός μόνο όταν και οι δύο κατανοούν εξίσου βαθιά τα προβλήματα, ή τουλάχιστον προσεγγίζουν στο ίδιο επίπεδο τα καθήκοντα που επιβάλλει ο σκηνοθέτης στον εαυτό του.

Андрей Тарковский, "Σμιλεύοντας το Χρόνο", Νεφέλη 1987 (μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας)

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

βάζοντας τη σουλιώτικη φρουρά του να ταρακουνά το σπίτι

Ο Βύρων, περί τα μέσα του Ιανουαρίου είχε οπλίσει και ντύσει πεντακόσιους Σουλιώτες για να τους οδηγήσει ο ίδιος στην έφοδο για την κατάληψη του φρουρίου της Ναυπάκτου. Καθώς όμως η κακοκαιρία έκανε τους δρόμους αδιάβατους, η εκστρατεία χρειάστηκε να αναβληθεί. Ο Βύρων αδημονούσε: "Δεν ήρθα εδώ κυνηγώντας περιπέτειες, μα για να συμβάλω στην αναγέννηση ενός έθνους, που η εξαθλίωσή του κάνει πιο τιμητική τη φιλία που του δείχνουν". Πάσχιζε δραστήρια να συμφιλιώσει τα διάφορα κόμματα, να οργανώσει την κυβέρνηση, να προετοιμάσει το κάθε τι. Το βράδι, συγκεντρώνονταν στο δωμάτιο του συνταγματάρχη Στάνχωπ, που δεν έμεινε, άλλωστε, στο Μεσολόγγι, παρά ως την 21 Φεβρουαρίου. Μερικοί Γερμανοί αξιωματικοί, φιλέλληνες, έπαιζαν φλάουτο, ή τραγουδούσαν συνοδεύοντας το τραγούδι τους με κιθάρα. Ο Βύρων αγαπούσε αυτά τα "λίντερ". Είχε διάθεση χαμινιού, διασκέδαζε τρομάζοντας τον πυροβολητή Πέρρυ, που φοβότανε τους σεισμούς, βάζοντας τη σουλιώτικη φρουρά του να ταρακουνά το σπίτι ή να κυλά μπάλλες κανονιού μέσα σε βαρέλια, στην αποθήκη. Ο Πέρρυ, από τη δική του μεριά, διασκέδαζε τον μικρό φιλικό κύκλο, παρωδώντας τους σαιξπηρικούς ήρωες.

René Puaux, "Οι Τελευταίες Μέρες του Βύρωνος", Φέξη 1961 (μετάφραση Άρης Δικταίος)

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

η αιματηρή εξιλέωση των παρεκτροπών της πόλης

Στον πυρήνα του θρησκευτικού φαινομένου, έχουμε ανακαλύψει παντού ένα και το ίδιο κεντρικό γεγονός, δημιουργό κάθε μυθικού νοήματος και κάθε τελετουργικής δράσης: τη μεταστροφή ενός πλήθους που μεταβάλλει σε αποδιοπομπαίο τράγο εκείνον που λάτρευε μέχρι χτες και πιθανόν θα λατρεύει και αύριο, εάν ο θάνατός του εξασφαλίσει μια περίοδο ειρήνης της κοινότητας.
Το κεντρικό αυτό γεγονός είναι αποφασιστικό, αλλά τόσο ελάχιστα γνωστό, ώστε δεν υπάρχουν λόγια για να το περιγράψουν. Οι ανθρωπιστικές μας επιστήμες δεν το έχουν ποτέ ανακαλύψει. Για να μιλήσουμε γι' αυτό, δανειστήκαμε τις περιφράσεις των κειμένων που διαβάσαμε, "η αρχαία οδός των ασεβών... η αιματηρή εξιλέωση των παρεκτροπών της πόλης...".
Στα Ευαγγέλια, το γεγονός αυτό παρουσιάζεται ξανά, αλλά αυτή τη φορά δεν εμφανίζεται πλέον με φευγαλέο τρόπο και όχι μονάχα περιγράφεται καθαρά, αλλά και κατονομάζεται. Είναι τα Πάθη του Χριστού. Θύμα τέλειο, γιατί μιλούσε και φερόταν πάντα σύμφωνα με τον Λόγο του Θεού των θυμάτων, ο Ιησούς μας προσφέρει τη μόνη τέλεια εικόνα του γεγονότος που προβάλλει πίσω απ' όλες τις μυθικές και θρησκευτικές αποκρυσταλλώσεις του πλανήτη.

René Girard, "Η Αρχαία Οδός των Ασεβών", Εξάντας 1991 (μετάφραση Λουκάς Θεοδωρακόπουλος)

πλησιάζουμε στην τελική κρίση

Έχω αρχίσει να κουράζομαι έτσι που πηγαινοφέρνω το κεφάλι μου και κρατώ στο στόμα ανοιχτό, όταν, ευτυχώς, νιώθω τα χέρια του να σφίγγονται στους ώμους μου και το όργανό του σκληρό κι αυτό, σημάδι ότι πλησιάζουμε στην τελική κρίση. Αίσθημα θαυμάσιο, που -αλίμονο!- δεν κρατάει πολύ. Μπαίνει μέσα μου για μια τελευταία φορά και χύνει στο στόμα μου μ' ένα πάθος και μιαν αφθονία που δεν μπορούσα να φανταστώ. Καθώς συνεχίζω να γλείφω με μανία, καταπίνω αβίαστα μια μεγάλη ποσότητα αυτού του λιπαρού και αηδιαστικού πίδακα... και βάζοντας αμέσως το χέρι κάτω από τη φούστα μου, χαϊδεύομαι για να χύσω λίγο αργότερα με δύναμη, ενώ τον αισθάνομαι να φεύγει.
Κι όμως, είναι καλό αυτό το σπέρμα του άντρα... η Ματίλντ λέει ότι της αρέσει να καταπίνει τον καπνό. Εγώ είχα αηδιάσει, αλλά πιστεύω ότι θα μ' άρεσε κι εμένα, αν δεν ήταν τόσο πολύ. Είναι καλό, όχι σαν γεύση, δεν μοιάζει με τίποτα γνωστό στη γεύση, αλλά σαν αίσθηση είναι ωραίο όταν το σκέφτεσαι, σαν το υγρό ενός κορμιού που περνά και χύνεται στο δικό μου! Θα πρέπει να ξεπέρασα τα επιτρεπόμενα στους νέους όρια, γιατί νιώθω να βρίσκομαι στα πρόθυρα μιας νευρικής κρίσης, και ο Ζερώ...
Το κουδούνι! Το γεύμα! Συναγερμός, συναγερμός! Σε λίγο η συνέχεια.

Ανώνυμος, "Το Άσεμνο Ημερολόγιο μιας Νεαράς Δεσποινίδος", Ερατώ 1999 (μετάφραση Γιώργος Λίβιος)

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

σαν δεμένο σκυλί που περιμένει να το καταβρέξουν

Περιμέναμε σιωπηλοί καπνίζοντας στα σκοτεινά. Η ώρα περνούσε και απέξω τα μπουμπουνητά πλησίαζαν. Η Μαρία φαινόταν να συνέρχεται. Οι σπασμοί έγιναν τρέμουλο, ώσπου έφυγε και αυτό και έγινε ένας ταραγμένος ύπνος. Μουρμούρισε το όνομα του Πέτρου και της έδωσε νερό. Κοιμήθηκε πιο ήσυχα. Ο Πέτρος μου έκανε νόημα και πήγαμε στο σαλόνι. Στάθηκα στο παράθυρο. Έξω σε λίγο θα ξημέρωνε. Η πόλη άχνιζε σαν δεμένο σκυλί που περιμένει να το καταβρέξουν. Στους βρεγμένους ήδη δρόμους σε λίγο θα ξημέρωνε με βροχή.
"Παλιόπουστες", είπα. (Δεν ξέρω τι εννοούσα).
"Είναι καλύτερα. Νομίζω πέρασε".
"Ναι. Εγώ να πηγαίνω, Πέτρο".
"Ρε συ, Νίκο... ευχαριστώ".
"Έλα, άσ' τις μαλακίες. Δε μου λες. Καμιά ψιλή; Έχω ξεμείνει εντελώς".
"Όχι, ρε γαμώτο. Το τελευταίο..." (Μου λέει ψέματα. Φαίνεται στα μάτια του. Αλλά και εγώ σαν μαλάκας... Έπρεπε να του ζητήσω πριν που τα είχε χαμένα).
"Καλά, θα τα πούμε το απόγευμα. Άντε γεια".
"Ναι, το απόγευμα στο ραντεβού. Άντε γεια".
Βγήκα έξω. Ο ουρανός είχε βάλει τα κλάματα. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί που είχε χαθεί.

Νίκος Παΐζης, "Η Γενιά της Ηπατίτιδας", Βιβλιοπέλαγος 2002

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

και όλους τους θησαυρούς του κόσμου

Ο πατέρας μου μπήκε μέσα στο κλουβί. Τάισε τους κόκορές του δίχως ένα βλέμμα για το νεκροταφείο που εκτεινόταν μες στη μέση της αυλής μας. Τους μιλούσε με χαδιάρικη φωνή. Τους μιλούσε για τον Δαβίδ, το βασιλιά των Εβραίων που είχε την πιο ωραία γυναίκα και όλους τους θησαυρούς του κόσμου πριν ανέβει στο Όρος των Ελαιών κλαίγοντας, με καλυμμένο το κεφάλι και ξυπόλητος, και όλος ο λαός που τον ακολουθούσε είχε καλυμμένο το κεφάλι και ανέβαινε κλαίγοντας.
Σήμερα, γράφοντας ατές τις γραμμές, αναρωτιέμαι αν η παθητική υπεροψία του πατέρα μου δεν περιείχε κάτι από αυτή την πεποίθηση, πόσο θλιβερή, ότι ο πόνος τελικά ικανοποιείται αρκετά άμα τον ζει κανείς. Δεν ξέρω πια. Εκείνη η στιγμή, θα έπαιρνα όμως όρκο, ήταν η στιγμή της παράδοσης του στη μοναξιά και στο τέλος.

Paula Jacques, "Κάθοδος στον Παράδεισο", Στάχυ 2000 (μετάφραση Βασιλική Χασάνδρα)

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

our son is fat

Η μελαγχολία του, η χλωμή, αν και όχι αδύνατη, μορφή του (η μητέρα του λέει γι' αυτόν ότι είναι παχύς: "our son is fat"), το γήινο χρώμα των βελούδινων ρούχων του, το φτερό στο καπέλο, οι εκλεπτυσμένοι τρόποι, η αδιαμφισβήτητη ποίηση των λόγων του, το μόνιμο αίσθημα της πλήρους υπεροχήςέναντι των άλλων, από κοινού με την δηλητηριώδη τάση αυτοταπείνωσης, όλα γοητεύουν σ' αυτόν, όλα αιχμαλωτίζουν. Όλοι θέλουν να μοιάσουν στον Άμλετ, κανείς δε θέλει να αξιωθή το όνομα του Δον Κιχώτη. "Ο Άμλετ είναι αρχοντικός", έγραψε σε κάποιον φίλο του ο Πούσκιν. Κανείς δεν τολμά να ειρωνευθή τον Άμλετ κι αυτό ειδικά είναι η καταδίκη του: είναι αδύνατον να τον αγαπήση κανείς, μόνο άνθρωποι σαν τον Όμηρο προσκολλώνται στον Άμλετ. Όλοι τον συμπονούν και είναι ξεκάθαρο ότι σχεδόν ο καθένας βρίσκει σ' αυτόν ορισμένες δικές του πλευρές. Είναι όμως αδύνατον, επαναλαμβάνουμε, να τον αγαπήση κανείς, γιατί κι αυτόν δεν αγαπάει κανέναν.

Иван Тургенев, "Άμλετ και Δον Κιχώτης", Αρμός 2004 (μετάφραση Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

τον γυρίζει πίσω

ΜΑΓΙΕΡΣ: Υπάρχει ένα τρομακτικό συμβάν στην ιστορία του Οδυσσέα, όταν το πλοίο του διαλύεται, τα μέλη του πληρώματος πέφτουν στη θάλασσα και τα κύματα καταπίνουν τον ίδιο. Αρπάζεται από το κατάρτι και τελικά βγαίνει στην ξηρά και το κείμενο λέει, "Επιτέλους, μόνος. Επιτέλους μόνος".
ΚΑΜΠΕΛ: Το πλέγμα των περιπετειών του Οδυσσέα είναι κάπως περίπλοκο για να το αναλύσουμε περιληπτικά. Πάντως η συγκεκριμένη περιπέτεια, όπου το πλοίο διαλύεται, λαμβάνει χώρα στο νησί του Ήλιου, το νησί της ανώτερης φώτισης. Εάν το πλοίο δε διαλυόταν, ο Οδυσσέας μπορεί να παρέμενε στο νησί και να γινόταν, ας πούμε, το είδος εκείνο γιόγκι που φτάνει στην πλήρη φώτιση και παραμένει πάντα σε κατάσταση ευδαιμονίας. Αλλά η ελληνική άποψη για τη γνώση και πραγμάτωση των ιδεών στη ζωή τον γυρίζει πίσω. Λοιπόν, υπήρχε ένα ταμπού στο νησί του Ήλιου, κανείς δεν έπρεπε να σκοτώσει και να φάει κάποιο από τα βόδια του. Παρόλα αυτά οι άντρες του Οδυσσέα πεινούσαν κι έτσι έσφαξαν τα βόδια του Ήλιου. Η πράξη τους επέφερε το ναυάγιο. Η κατώτερη συνείδηση λειτουργούσε ακόμη, μολονότι βρισκόταν στη σφαίρα του ανώτερου πνευματικού φωτός. Όταν υφίσταται η επίδραση μιας τέτοιας φώτισης, δεν είναι δυνατόν κάποιος να σκέφτεται, "Πω, πω, πεινάω. Φέρτε μου ένα ψητό". Οι άνδρες του Οδυσσέα δεν ήταν έτοιμοι, ούτε κατάλληλοι για την εμπειρία που τους προσφέρθηκε. Τούτη είναι μια υποδειγματική ιστορία για τον γήινο ήρωα που πετυχαίνει την ανώτερη φώτιση, αλλά μετά επιστρέφει.

Joseph Campbell, "Η Δύναμη του Μύθου", Ιάμβλιχος 1998 (μετάφραση Ελένη Παπαδοπούλου)

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

και τέλος τον στραβώσαμε

Μα για μένα, συνεχίζει να μου λέει, όλοι οι άνθρωποι, σε όποια τάξη και να ανήκουν, είναι όχι μόνο σα φίλοι μου αλλά τους νιώθω αδέρφια μου! Έχω το αίσθημα πως όλοι μας είμαστε το ίδιο. Από την ίδια ύλη φτιαγμένοι και από την ίδια πηγή βγαλμένοι. Ελάχιστες είναι οι διαφορές μας. Και αν υπάρχουν, εμείς οι άνθρωποι τις δημιουργήσαμε, περιορίζοντας τον συνάνθρωπό μας μέσα σε όρια μιζέριας, αμορφωσιάς, τάξεων. Και τέλος τον στραβώσαμε. Αν κι εσείς ή κι εγώ ζούσαμε μέσα στις άθλιες συνθήκες, μέσα σε τρώγλες, όπως είδα να ζούνε τους ανθρώπους στο Σαιντ Ετιέν, στην εργατούπολη, πολύ αμφιβάλλω αν είχατε διάθεση να με ακούτε τώρα να φλυαρώ, και εγώ η ίδια να διάθεση να διαβάσω και να καταλάβω τον Πλάτωνα!... Ο μόνος που μπόρεσε και πέρασε στην τρώγλη που κατοικούσα (ευτυχώς ήμουν μοναχή σαν εργαζόμουν στα εργοστάσια Ρενώ) ήταν ο Χριστός! Δε λέω ο Χριστός σας, για δεν είμαι, όπως σας είπα, χριστιανή, αλλά απλώς ο Χριστός. 

Λιλίκα Νάκου, "Προσωπικότητες που Γνώρισα", Alvin Redman 1965

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

αν κατέβαινε ο Θεός

Διασχίσαμε τη γέφυρα του Τίβερη.
"Τα υπόλοιπα τα ελέγξαμε μαζί χθες το βράδυ. Έχεις τα πάντα."
"Ναι, έχω τα πάντα."
Είχαμε σταματήσει σε ένα φανάρι. Μια γυναίκα μέσα σε ένα Τσικουεντσέντο κοίταζε ίσια μπροστά της. Στο πεζοδρόμιο ένας γέρος τράβαγε δύο λαμπραντόρ. Ένας γλάρος είχε κουρνιάσει στο σκελετό ενός δένδρου πνιγμένου σε πλαστικές σακούλες. Το νερό του ποταμού είχε το χρώμα της λάσπης. Αν κατέβαινε ο Θεός και με ρωτούσε αν θα ήθελα να είμαι εκείνος ο γλάρος, θα απαντούσα ναι.
Έβγαλα τη ζώνη ασφαλείας. "Άσε με εδώ."

Niccolò Ammaniti, "Εγώ κι Εσύ", Καστανιώτης 2011 (μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης)

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

e mare molto agitato

Από κάμποσες μέρες πυκνά σύννεφα είχαν μαζευτεί απάνω από τη Ρώμη, και βαριά βροχή ράπιζε τα τείχη της και τα ερείπιά της. Το πρωί διάβασα σε μια εφημερίδα ένα πολύ απαίσιο μετεωρολογικό δελτίο: cielo nuvolo, il vento forte e mare molto agitato. Προς το βράδυ η απειλή μεταβλήθηκε σε καταιγίδα, και η λυσσασμένη θάλασσα εξεσφενδόνιζε, απάνω από μια αχτίνα ενενήντα μιλίων, τις νοτερές οσμές της απάνω από τα τείχη της Ρώμης. Κι η πραγματική ρωμαϊκή θάλασσα, η κυματώδης Καμπάνια, τραγούδησε με όλες τις φωνές της θύελλας, σαν τον ωκεανό, και υπήρχαν στιγμές που φαινόταν πως οι ακίνητοι λόφοι της, τ' αρχαία της κύματα, που από καιρό είχαν εξατμιστεί από τον ήλιο, πήραν ξανά ζωή κι ορμούσαν κατ' απάνω στης πόλης τα τείχια. Ο ξεφρενιασμένος Άρης, ο δημιουργός αυτός του τρόμου και της θύελλας, πετούσε σαν ένα βέλος μέσα απ' την πλατιά της έκταση, τσάκιζε το κεφάλι κάθε χορταριού και το 'ριχνε στη γη, αναστέναζε και λαχάνιαζε, κι ακόντιζε βαριά φυσήματα αέρα μεσ' απ' τα κυπαρίσσια που γόγγυζαν και μοιρολογούσαν. Κάποτε κάποτε έπαιρνε κι εξεσφενδόνιζε τα πιο κοντινά αντικείμενα που συναντούσε το χέρι του. Τα κεραμίδια των σπιτιών ανατινάζονταν κάτω απ' την πνοή του, κι οι πέτρινοι τοίχοι μούγκριζαν, λες και μέσα σ' αυτές τις ίδιες τις πέτρες, ο φυλακισμένος αέρας αγωνιζόταν με λαχάνιασμα να ελευθερωθεί.

Леонид Андреев, "Το Ημερολόγιο του Σατανά", Ηριδανός 1998 (μετάφραση Τρικογλίδης)

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

σκάλα

Κάθε ρευστό σκαλί
κάθε θαμπό πάτημα
κάθε υπομονετική χειρολαβή
και κάθε άφιξη
και κάθε άνοδος
και κάθε ξύλινη ελπίδα
και κάθε χλιαρός όροφος
μέσα στην υγρασία οικογενειακών ευχών
που από το ισόγειο
τις ακούς σαν σύρσιμο σε γρασίδι
κάθε σκάλα παλιό ρεμπέτικο γρέζο.

Μέσα στο χυτήριό σου
τόλμησα να ανέβω
τα ρέοντα σκαλοπάτια σου.

Βαγγέλης Γέττος, "Προσάναμμα", Εκδόσεις των Συναδέλφων 2013

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

παγοθραυστικό

Σήμερα το απόγευμα στο "Νέον" παρήγγειλα γιαούρτι με σαντιγί και τρούφα. Ο μπουφετζής με κοίταξε περίεργα. "Μα πάει;" με ρώτησε. Κι αν δεν πάει; Είναι σαν να μου λες ότι ένα παγοθραυστικό δεν μπορεί να ταξιδέψει σε μια θάλασσα γαλήνια που δεν έχει πάγους. Το παγοθραυστικό πάει παντού κι εμείς πρέπει να τα τρώμε όλα γιατί είμαστε φτωχοί. Ο φτωχός θέλει δύο πράγματα: ψυχή και αιδοίο, κι αυτό θέλω να το θυμούνται όλοι για πάντα. Ψυχή και αιδοίο. 

Μάκης Τσίτας, "Μάρτυς μου ο Θεός", Κίχλη 2013

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

τα αναγνώσματα προηγούνται

Παρά τον εμφανώς λόγιο χαρακτήρα του έργου του, στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Voyage Littéraire ο Γκυς ενημερώνει και συνάμα διαβεβαιώνει τους αναγνώστες ότι το έργο δεν είναι ένα εκ των υστέρων κατασκεύασμα γραφείου αλλά ότι γράφτηκε όντως στους τόπους που ο ίδιος επισκέφτηκε. Ωστόσο, ακόμη κι αν το κείμενο έλκει την καταγωγή του από επιτόπιες ημερολογιακές σημειώσεις, όπως υποστηρίζει ο δημιουργός του, οι σημειώσεις αυτές έχουν υποστεί εκτενή επεξεργασία με τη βοήθεια μιας καλά ενημερωμένης βιβλιοθήκης. Ο Γκυς δεν παύει να συνομιλεί με τα προγενέστερα και σύγχρονά του περιηγητικά κείμενα, αλλά και με τα υπομνήματα της Ακαδημίας των επιγραφών, στα οποία παραπέμπει εξαντλητικά. Χαρακτηριστική για όλα αυτά είναι η θέση που δίδει στα αναγνώσματά του ο Γάλλος λόγιος έμπορος μέσα στο τρίπτυχο της μεθόδου που, όπως σημειώνει ο ίδιος, ακολούθησε για τη συγγραφή του Voyage Littéraire: "lu, observé, comparé". Τα αναγνώσματα ("lu") προηγούνται της επιτόπιας παρατήρησης ("observé") και της σύγκρισης ("comparé").

Ίλια Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister, "Ταξίδι, Γραφή, Αναπαράσταση", Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2015

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

θέλει να καταλαβαίνεις

Έμεινα και τον κοίταγα. Και καλά πόσα μοσκάρια σκοτώνεις τη μέρα και σε πλερώνουνε μιστό κανονικό γι' αυτή τη δουλειά; Δυο τρία στο λεπτό. Ανάλογα. Κι είσαι συ μονάχος σ' που κάνεις αυτή τη δουλειά για όλο το εργοστάσιο; Πάντα σοβαρός, χωρίς να χαράζει το χείλι τ' ντιπ, μου λέει, είμαστε καμιά εικοσαριά. Δεν το χώραε το μυαλό μ'. Άσκημη δουλειά, του λέω, σα να λέμε δηλαδής εσύ σε μια βάρδια σκοτώνεις χίλια ζωντανά. Και τι μου απαντάει; Δεν θα το ξεχάσω όσο να ζω τόσο που μ' ανατρίχιασε. Το να σκοτώνεις έχει κι αυτό ομορφιά. Αλλά είναι όμορφο μονάχα όταν είναι χρήσιμο. Πρέπει να το κάνεις χωρίς άχτι, χωρίς μίσος. Ο φονιάς δεν είναι ανάγκη να 'ναι και μπρούτος. Γι' αυτό σου είπα δεν κάνεις για τη δικιά μ' τη δουλειά. Δε θέλει μόνο μπράτσα. Θέλει να καταλαβαίνεις κι αυτό που σου 'πα.

Δημοσθένης Παπαμάρκος, "Γκιακ", Αντίποδες 2015

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

μια χαρά τα λέει ο Καβάφης

Όταν ο Καβάφης έγραφε το ποίημα "Όσο μπορείς", δεν έγραφε το μανιφέστο της ευπρέπειας, όπως μας έλεγε στο γυμνάσιο η φιλόλογος κυρία Γράμμου. Απλώς συμβούλευε τους ανθρώπους να μην εξευτελίζονται και ν' αποφεύγουν όσο μπορούν αυτή την περιβόητη "συνάφεια του κόσμου". Γιατί η συνάφεια του κόσμου, από ένα σημείο και μετά, είναι εξευτελιστική. Όμως η ηθική της ευπρέπειας, έτσι όπως εκφράζεται σήμερα, υπαγορεύει την έκθεση των ατόμων "σε σχέσεις και συναναστροφές". Εκεί έκανε λάθος η κυρία Γράμμου. Πολύς κόσμος συγχέει την ηθική με την πόζα. Εντούτοις, αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, το ηθικόν είναι και αγαθόν. Και προσωπικά αδυνατώ να πιστέψω πως κάποιος που ποζάρει έχει αγαθές προθέσεις, αισθήματα ή έστω αυθόρμητο νου. Συνεπώς η πόζα είναι κάτι ελάχιστα ηθικό, με τη θεολογική έννοια του όρου. Επειδή είναι ψεύτικο. Και η ευπρέπεια, δηλαδή η έκθεση σε σχέσεις και συναναστροφές, είναι υποταγή σε έναν ετεροκαθορισμό που εξοντώνει το άτομο και το αφομοιώνει στη μάζα.
Η ηθική της ευπρέπειας λοιπόν, έτσι όπως μας την πλασάρουν ως έτοιμη και σκόπιμη γνώση, θυσιάζει την ειλικρίνεια στην υποκρισία και την ατομική προσωπικότητα στη μαζική σύμβαση του πλήθους. Άρα είναι κάτι εξευτελιστικό, και μια χαρά τα λέει ο Καβάφης.

Μαρία Πετρίτση, "Ο Άνθρωπος που Ήθελε να Γίνει Ευγένιος στη Θέση του Αρανίτση", Bibliothèque 2015

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

το γινόμενο ήταν τέσσερα

Γιατί αν αφήσω τα ελαττώματά μου να διαποτίσουν αυτές τις σελίδες, θα γίνουν πιστευτές ακόμα περισσότερο οι αρετές που μέσα εδώ τις κάνω ν' ακτινοβολούν, και που το φωτοστέφανό τους θα το τοποθετήσω τόσο ψηλά, που και οι πιο λαμπρές ιδιοφυΐες του μέλλοντος θα καταθέσουν, για μένα, την ειλικρινή τους ευγνωμοσύνη. Γι' αυτό, λοιπόν, τη διώχνω την υποκρισία ορθά-κοφτά απ' το σπίτι μου. Θα υπάρχει, μες στ' άσματά μου, μια επιβλητική επίδειξη ισχύος, για να περιφρονήσω έτσι τα κοινώς παραδεδεγμένα. Άδει μονάχα για τον εαυτό του, κι όχι για τους ομοίους του. Δεν ζυγίζει τον οίστρο του στην ανθρώπινη πλάστιγγα. Ελεύθερος σαν τη θύελλα, ήρθε να προσαράξει, μια μέρα, στις αδάμαστες αμμουδιές της τρομερής θέλησής του! Δεν φοβάται τίποτα, εκτός απ' τον εαυτό του! Στις υπερφυσικές μάχες του, θα επιτεθεί στον άνθρωπο και τον Πλάστη, πλεονεκτώντας, όπως όταν ο ξιφίας χώνει το ξίφος του στην κοιλιά της φάλαινας: καταραμένος να 'ναι, απ' τα παιδιά του κι από το χέρι μου το αποσκελετωμένο, εκείνος που επιμένει να μην εννοεί τ' αδυσώπητο καγκουρό του γέλιου και τις αδίστακτες ψείρες της γελοιογραφίας!.. Δυο πελώριοι πύργοι διακρίνονταν στην κοιλάδα - το είπα στην αρχή. Πολλαπλασιάζοντας τους επί δύο, το γινόμενο ήταν τέσσερα... αλλά δεν μπορούσα να δω πολύ καλά την αναγκαιότητα αυτής της αριθμητικής πράξης.

Lautreamont, "Μαλντορόρ", Νεφέλη 2011 (μετάφραση Στρατής Πασχάλης)

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

ένα σπουδαίο, σπουδαίο πρόβλημα

Η γειτονιά είναι ζωντανή παρόλο που οι εργαζόμενοι είναι στις δουλειές τους και οι άνεργοι έχουν πάει βόλτα. Οι νοικοκυρές και οι καθαρίστριες συμμαχούν. Νόμιζα πως τινάζουν τα χαλιά μετά το ξημέρωμα. Άσχετα απ' την ώρα, λυπάμαι για τον κήπο του Παππού. Φαντάζομαι όταν ήταν και οι δύο ζωντανοί πόσο θα τον φρόντιζαν. Τώρα πλακώνεται απ'τη σκόνη και τις τρίχες των άλλων. Όσο ήταν ζωντανή είχαν ο ένας τον άλλο αλλά και το εγγόνι τους, αυτό το μέρος φροντισμένο είναι παραδεισένιο για να παίξουν παιδιά. Γίναμε κι εμείς παιδιά κανα-δυό φορές στον κήπο του Παππού και ζήσαμε το χώρο πιο χρωματιστό, πιο μεγάλο, πιο μυστηριακό. Ένα άλλο μυστήριο θα είχαν να λύσουν οι γείτονες βλέποντας τα φυτά να πεθαίνουν έχοντας τραβηχτεί βίαια απ' το χώμα. Ένοχος ο γράφων. Καλά του έκανα, αν και λυπάμαι τα φυτά. Κανείς δεν επικροτεί τις πράξεις καταστροφής όταν τις δει συντελεσμένες αργότερα μπροστά του, ειδικά αν είναι δικές του. Η μάνα μου έλεγε όταν ήμουν μικρός "Το δωμάτιο σου είναι καράβι". Ένα συμμαζεμένο σπίτι λοιπόν -και ένας ανθισμένος κήπος- είναι καλύτερο από ένα καράβι, εκτός αν το καράβι είναι αυτό που στην κορυφή του έχει τη Σουίτα του Καθηγητή. Καλά περάσαμε. Θα τον κανονίσω κι αυτόν αργότερα. Πολλούς εχθρούς απέκτησα τελευταία. Το Αγόρι ζητάει εκδίκηση, ο Παππούς στράφηκε εναντίον μου, ο Καθηγητής είναι μαριονετίστας και η Κοπέλα με σιχαίνεται. Έχω ένα σπουδαίο, σπουδαίο πρόβλημα.

Αστέρης Αστεριάδης, "Ο Άντρας με την Μεγάλη Ιδέα", Χαραμάδα 2015

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

από κείνη την επάρατη μυθολογία

Βεβαίως ήτανε κι άλλες αυλές της θάλασσας, κυρίως όσες τις θυμάμαι από παλαιές φωτογραφίες, καφετιές απ' την πολυκαιρία σήμερα, στην περιοχή του Λευκού Πύργου και της υπερυψωμένης Παραλίας, όπου, φαίνεται, συνήθιζαν πατέρας και μητέρα, χωριστά, να με πηγαίνουνε περίπατο, εκείνος πρωινά της Κυριακής νομίζω, ειδικά τα πρωινά της άνοιξης, πιθανώς και του χειμώνα, και να με φωτογραφίζει πότε πότε, μια φορά στα δυο μου χρόνια, μ' ένα άσπρο παλτουδάκι λουτρ, παρά θίν' αλός, στην υπερυψωμένη προκυμαία, κάποια άλλη, άνοιξη, σχεδόν μέσα στη θάλασσα, σε κάποια μαρμαρένια πλάκα μισοβυθισμένη στα νερά, ωσάν να ήταν να βαδίσω επί των υδάτων, πιθανώς στα τέσσερά μου έτη. Πάντως δε θυμούμαι τίποτε συγκεκριμένο από κείνες μας τις εξορμήσεις, ούτε πώς ούτε γιατί κι ούτε αν πηγαίναμε μονάχοι, μια και επί έτη καταδιωκόμασταν οικογενειακώς από κείνη την επάρατη μυθολογία περί των ερωτικώς του περιπετειών, του άτακτου, όπως τον χαρακτήριζαν, Χριστόφορου.

Νίκος Μπακόλας, "Το ταξίδι που Πληγώνει", Κέδρος 2000

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

θέμα μαθηματικών λοιπόν

Η επόμενη νύχτα μου φάνηκε ατέλειωτη. Θέμα μαθηματικών λοιπόν. Επιχείρησα να κάνω μια μαθηματική πράξη, κάπου θα υπήρχε το λάθος. Πολλαπλασίασα τα παιδικά μου χρόνια επί την ευτυχία της εφηβείας μου, ύστερα αφαίρεσα το γινόμενο από την ποσότητα της ευδαιμονίας που έλαβα κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μου, και διαίρεσα το αποτέλεσμα με τον αριθμό των κενών ετών, εκείνων όπου στην πραγματικότητα ο χρόνος χάθηκε, δε μου έγινε στ' αλήθεια αντιληπτός. Έκανα αυτές τις πράξεις στο μυαλό μου, αλλά μάλλον όδευα προς ένα ουτοπικό αποτέλεσμα το οποίο τουλάχιστον δε με οδηγούσε στο θάνατο. Ξαναπροσπάθησα. Πρόσθεσα την κατάθλιψη στην ευφορία των ερωτικών μου περιπτύξεων, την άρνησή μου να ζήσω στην ισχυρή επιθυμία μου για τους ανθρώπους, διαίρεσα τα γηρατιά με τις μέρες του βρεφικού θηλασμού, ξανά και ξανά, το πάθος μου για την ύλη, τις ηδονές του σώματος, το φαγητό, όλα πολλαπλασιάστηκαν με την εχθρότητά μου, το μίσος μου για εκείνους που δε με ευνόησαν και τη μοχθηρία μου για τους τιποτένιους, αφαίρεσα την ανάπαυση, τη γαλήνη, τη φλυαρία, τις μέρες της ελπίδας και των ονείρων. Στο τέλος, η μαθηματική μου διάνοια μεταμορφώθηκε σε μια ανόητη σχιζοφρενική εξίσωση χωρίς ειρμό και λογική, δεν έβγαινε κανέναν αποτέλεσμα. Κι όταν κατέληγα, τέλος πάντων, σε κάποιο αποτέλεσμα, η εξίσωση τότε γινόταν ακόμα πιο απαιτητική, με παρανομαστές που εκκρεμούσαν και ατελείς πράξεις που περίμεναν τη σειρά τους. Η κόπωση ήταν τόσο μεγάλη, που αποκοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω. Ένα ήταν σίγουρο: ήμουν ακόμα ζωντανός.

Δημήτρης Σωτάκης, "Η Ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον", Κέδρος 2014

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

είμαι τυραννικά τρεπτός

Είμαι ένας άνθρωπος από άμμο.
Φαίνομαι ενιαίος, όμοιος κι είμαι συναρμολογημένος από το άπειρο. Οι απειράριθμοι κόκκοι μου δείχνουν ολόιδιοι και κανείς δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλον. Κόσμοι και κόσμοι συγκρούονται μέσα μου, αιφνίδιοι, απροσμέτρητοι, ανεξήγητοι κι αντιφατικοί κι όλο γεννάω νέους. Ανάλογα με τον τόπο, με την ώρα, με τον απέναντι, με τον άνεμο, με την υγρασία, με το στομάχι μου, με το πώς κοιμήθηκα το βράδυ, μεταπλάθω τα υλικά μου σε κόσμους αλλιώτικους που με παρασέρνουν χωριστά και σε καινούρια δίνη.
Κι ο γαλαξίας σαν χυμένη άμμος είναι.
Απ' την παραλία τη νύχτα κάθομαι και τον κυττώ. Ενώνομαι μαζί του, περνώ μέσα του, περνά μέσα μου, σε μια μεγαλειώδη συνουσία ενώ η θάλασσα μού βρέχει τα πόδια.
Είμαι τυραννικά τρεπτός.
Αλλάζω συνέχεια σαν την άμμο. Παραπλανητικός και παραπλανημένος σαν κι εκείνη δείχνω σταθερός και συμπαγής και μόνιμος κι όμως και το πιο ελαφρό αεράκι μάς μετακινεί και αλλοιώνει τους συσχετισμούς δυνάμεων.
Κουράστηκα να μεταπλάθομαι με το παραμικρό κι επιθυμώ να πετρώσω στο ουσιώδες, στο μοναδικό μου πρόσωπο που μού κρύβεται.
Περπατώ στην άμμο όπως εσύ περπατούσες πάνω μου. Αφήνω χνάρια πάνω στη σάρκα της και με καίνε τα χνάρια σου στη δικιά μου. Κανένα κύμα ως τώρα δεν κατάφερε να σε φτάσει, κανένας άνεμος να σε σβήσει. Κι εγώ τρομάζω μήπως σ' αυτά τα χνάρια σου σχηματίζεται το αληθινό μου πρόσωπο. Εκεί, στον πόνο και στο τραύμα σου. Κι απ' το αληθινό δεν γλιτώνεις...

Μάρω Βαμβουνάκη, "Η Μοναξιά Είναι Από Χώμα", Φιλιππότης 1999

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει

Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο. Ό,τι ζεις στην έκταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυστα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοιώσεις, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξεις, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει! Όμοια κάνει κι ο Θεός, ο Μέγας Εκστατικός. Μιλάει, μάχεται να μιλήσει, με θάλασσες και με φωτιές, με φτερά, με χρώματα, με κέρατα, με νύχια, με αστερισμούς και πεταλούδες, με ανθρώπους, όπως μπορεί, για να στερεώσει την έκστασή του.

Νίκος Καζαντζάκης, "Ασκητική", Καζαντζάκη 2014

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

ξέρουμε πλέον

Και θα ξάπλωνε πάνω σ' ένα στρώμα από χρυσή άμμο, πάνω σε μια ακτογραμμή διαπερατή από ρέοντες αναστεναγμούς και σχόλη, να λιώνει, να αφανίζει κάψες που είχε καταπνίξει άσχημα όλο το καλοκαίρι: α! Κι ο κύκνος, που είχε παρασυρθεί από τη συνθήκη μια αύρας πιο γρήγορης από τις υπόλοιπες, προσπερνάει βαριεστημένες κορυφογραμμές αφρού και μικρά τεμπέλικα κυματάκια, που υπάγονται σ' ένα σύστημα ρευμάτων πιο αργοκίνητο, κι όπως λένε, θα μάθω απέξω κι ανακατωτά, όπως την παλάμη του χεριού μου, την πολιτισμική πορεία του λαμπερού σου δέρματος, ζωή μου, για να κολυμπήσουμε μαζί κι άλλο καλοκαίρι, θα διαπεράσω τη μυστική φιλελεύθερη κίνηση των γλυκών ηλιοκαμένων σου γοφών, και θα σου είμαι πιστός ως τον θάνατο. Κατά τα άλλα στα τσακίδια άοσμες κοπέλες της γειτονιάς μου, στήθη σαβανωμένα με σεντόνια φόβου και χαζής απαντοχής, εγώ φεύγω! Τα μαλλιά στον άνεμο πλέον, στην πλώρη του πλοίου, στη σκάλα του αεροπλάνου, στη βεράντα μπροστά στον ωκεανό και στο φεγγάρι, τα αιθέρια μέτωπα πλέον και τα γαλάζια μάτια των παιδιών μας που πιάστηκαν σε γιοτ, σε υπερωκεάνια και σε ταχύτατα νυχτερινά εξπρές ή πάνω σε πιάνα με ουρά ανάμεσα σε κηροπήγια ή στην άκρη κάποιας ιδιωτικής πισίνας ή με το πρωινό σερβιρισμένο στο κρεβάτι πάνω σε δέρματα τίγρεων, όχι πλέον στην ξεδιάντροπη νύχτα που λερώνει μάτια και παραμορφώνει γοφούς που βαριούνται το ίδιο τους το βάρος, όχι πλέον στην, πλέον ναι, πλέον μαζί, ανάμεσα σε μακρόστενους μεγαλοπρεπείς διακοσμημένους με αλυσίδες από ήλιο μυς που ωριμάζουν τον χειμώνα σαν τις χρυσαφένιες σαύρες, σαν τις κολλημένες στις βαλίτσες μας ετικέτες πολύ μακρινών ξενοδοχείων, σαν τις αγαπημένες ουλές από παλιές νεανικές περιπέτειες στα νησιά, κι αυτή η μουσική (ακούς;) ξέρουμε πλέον από που έρχεται αυτή η μουσική, από το ευχάριστο δειλινό που μας περιμένει στον οικογενειακό κήπο κουνώντας ρακέτες του τένις και μαντίλια και δώρα τυλιγμένα σε μεταξωτό χαρτί και κόκκινες κορδέλες που ποτέ, ποτέ ως σήμερα δε λύσαμε, αλλά πλέον ναι, πλέον είναι δικό σου και δικό μου ετούτο το κρύσταλλο των ποτηριών, αυτή η αρμονική ζευγαρωμένη πτήση απαντοχής, περιστεριών και φιλιών πάνω σε λεπτοϋφασμένα σεντόνια, πάνω στο γκαζόν του κήπου και η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός κι άλλα πολλά, πολύ περισσότερα, μικρούλα μου, που μ' έχεις τρελάνει εντελώς, δικά μας πλέον, Τερέζα, αγάπη μου, πλέον...

Juan Marsé, "Τα Τελευταία Απογεύματα με την Τερέζα", Πατάκης 2014 (μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου)

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

το λιοντάρι στ' αλήθεια

Γύρισα σπίτι και βρήκα ένα λιοντάρι στο λίβινγκ ρουμ
Όρμησα έξω στη σκάλα κινδύνου στριγκλίζοντας Λιοντάρι! Λιοντάρι!
Δύο στενογράφοι τράβηξαν τα μαύρα μαλλιά τους και έκλεισαν με βρόντο το παράθυρο
Έτρεξα σπίτι στο Πάτερσον κι έμεινα δυο μέρες.

Πήρα τηλέφωνο τον τέως ψυχαναλυτή μου της σχολής του Ράιχ μ' είχε διώξει με τις κλοτσιές και μου 'χε κόψει τη θεραπεία επειδή κάπνιζα μαριχουάνα
"Έγινε" του 'πα με φωνή κομμένη "Ένα λιοντάρι στο δωμάτιο μου"
"Φοβούμαι πως κάθε περαιτέρω συζήτηση θα 'ταν άσκοπη" μου 'πε και βρόντηξε το τηλέφωνο.

Allen Ginsberg, "Ουρλιαχτό, Καντίς και άλλα ποιήματα", Άγρα 2008 (μετάφραση Άρης Μπερλής)

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

έμοιαζε να έχει διαγραφεί διά παντός

Αυτό που διακρίνει το βοναπαρτικό πραξικόπημα από οποιοδήποτε άλλο πραξικόπημα είναι το γεγονός ότι οι πολιτικοί άνδρες διαδραματίζουν ένα φαινομενικά πολύ πιο ασήμαντο ρόλο απ' αυτόν που διαδραματίζουν οι εκτελεστές. Με άλλα λόγια, η σύλληψή του φαντάζει λιγότερο σημαντική από την εκτέλεσή του. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αυτόν που κατά κύριο λόγο εμφαίνεται, τον υποδύονται οι εκτελεστές. Αυτό είναι που κολακεύει την αυταρέσκεια των στρατιωτικών και εξηγεί το λόγο για τον οποίον το βοναπαρτικό πραξικόπημα προσιδιάζει περισσότερο στη νοοτροπία και θέλγει τη φιλοδοξία τους. Ένας στρατηγός δε θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει το Μουσολίνι ή τον Τρότσκι, ούτε καν τον Κρόμγουελ, παρότι ο Κρόμγουελ μπορεί να φανεί στα μάτια του περισσότερο σαν ένας μεγάλος στρατηλάτης παρά σαν μεγάλος πολιτικός, ούτε καν θα διανοηθεί ποτέ να τους μιμηθεί. Θα κατανοήσει όμως τον Καπ, τον Πρίμο ντε Ριβέρα, Τον Πιλσούντσκι, ακόμη και το Βοναπάρτη, και θα αισθανθεί ότι μπορεί να τους μιμηθεί κατά το δοκούν. Το παράδειγμα του Καπ, του Πρίμο ντε Ριβέρα και του Πιλσούντσκι έχει μεγάλη αξία για τη φιλελεύθερη και δημοκρατική Ευρώπη. Έχει επαναφέρει σε πρώτο πλάνο, μεταξύ των κινδύνων που εγκυμονεί η σύγχρονη κατάσταση στην Ευρώπη, το θεωρούμενο ως τον πλέον χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό κίνδυνο του προηγούμενου αιώνα και ο οποίος, ήδη μετά την έλευση των μεγάλων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών, έμοιαζε να έχει διαγραφεί διά παντός από τον σύγχρονο πολιτικό βίο: Τον κίνδυνο των Στρατηγών.

Curzio Malaparte, "Η Τεχνική του Πραξικοπήματος", Ιωλκός 2009 (μετάφραση Αθανάσιος Παππάς)

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

οι τρεις επιθυμίες

-Θα ήθελα να είχα φίλο αυτόν που είναι στην Επιτροπή Εξετάσεων.
-Μόνο;
-Και να μπορώ να διαβάζω το μυαλό του.
-Μόνο;
-Εντάξει! Και να είχα και μία τσάντα γεμάτη λεφτά.

Ελένη Γκόρα, "Τα Ιδιαίτερα", 24 Γράμματα 2015

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

δωρεάν μια μεταξωτή μπλούζα

Μιλούσε σαν πραγματικός αρχάγγελος. Αφού εξήρε το υπέροχο αυτό κινέζικο έθιμο, πρότεινε την υιοθέτηση αυτής της ωραίας συνήθειας και στην Τσεχία. Ο ίδιος ήταν διατεθειμένος να δώσει πρώτος το καλό παράδειγμα προς την κατεύθυνση αυτή, προσφέροντας ένα πολυτελέστατο φέρετρο, πραγματικό κομψοτέχνημα, για την τόμπολα που επρόκειτο να οργανωθεί την επόμενη βδομάδα για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Σε περίπτωση που επικρατούσε το κινέζικο έθιμο και στην Ντόλνι Οπατρόβιτσε, ήταν διατεθειμένος να προσφέρει δωρεάν ένα παιδικό φέρετρο σε κάθε αγορά τριών φερέτρων για μεγάλους. Τα πρόσωπα της παρέας αλληλοκοιτάχτηκαν με φανερό αίσθημα αηδίας, έριξαν ένα βλέμμα στο χαρτάκι όπου αναγράφονταν οι μπίρες που είχε πιει ο κύριος Λίντιγκερ και λίγο έλειψε να τον πλακώσουν στο ξύλο. Τελικά, ο κίνδυνος συμπλοκής αποσοβήθηκε χάρη στην ψύχραιμη παρέμβαση του προέδρου της οργανωτικής επιτροπής της τόμπολα, ο οποίος είπε ότι δε γίνονται δεκτά παρά μόνο αντικείμενα τα οποία ζυγίζουν το πολύ ένα κιλό.
Ο Λίντιγκερ γύρισε στο σπίτι του κατσουφιασμένος κι όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. τελικά, σκέφτηκε να δώσει στις τοπικές εφημερίδες για δημοσίευση την παρακάτω διαφήμιση:
Σε κάθε αγοραστή φερέτρου θα δίδεται δωρεάν μια μεταξωτή μπλούζα.
Όποιος θα παραγγέλνει παιδικό φέρετρο θα παίρνει σαν δώρο μια πλούσια συλλογή φωτογραφιών για το στόλισμα του φερέτρου.
Όποιος παραγγέλνει δέκα φέρετρα πληρώνει μόνο εννιά.
Τα ελαττωματικά φέρετρα ανταλλάσσονται αμέσως.

Jaroslav Hašek, "Ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ στο Μπαρουτάδικο και Άλλες Ιστορίες", Καστανιώτης 1997 (μετάφραση Λάμπρος Πετσίνης)

απλά και ωραία

Φυσικά, τα εγκλήματα του Τζακ του Αντεροβγάλτη διέγειραν τη φαντασία του κόσμου και ο καθένας προσπάθησε να τα ερμηνεύσει ανάλογα με τα πάθη του.
Οι αντισημίτες είδαν σ' αυτά το τελετουργικό σημάδι των Εβραίων...
Οι φαντασιόπληκτοι προσπάθησαν να βρουν μια σχέση στα εγκλήματα του Τζακ του Αντεροβγάλτη και τα τελετουργικά μιας ρωσικής χριστιανικής αίρεσης, που είχε οπαδούς στο Λονδίνο και της οποίας η κύρια πρακτική ήταν ο σεξουαλικός ακρωτηριασμός. Σ' αυτά τα διαδοχικά ξεκοιλιάσματα έβλεπαν μια θρησκευτική εκδίκηση ενάντια στο ένοχο για το προπατορικό αμάρτημα φύλλο και ταυτόχρονα μαι εξάσκηση του χεριού για την επιτυχή εφαρμογή αυτοευνουχισμού...
Φαντάστηκαν επίσης φοβερές οργανώσεις σαδιστών που δρούσαν κατ' εξακολούθηση και απολάμβαναν υψηλής προστασίας.
Άλλοι υπέθεταν πως ο δολοφόνος κατείχε υψηλή θέση στην αγγλική αριστοκρατική κοινωνία και πως για να καλυφθεί το σκάνδαλο τον σκότωσαν μυστηριωδώς, απλά και ωραία, ή τον ανάγκασαν να αυτοκτονήσει...
Τέλος, οι καλλιτέχνες έβλεπαν στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη ένα γοητευτικό λογοτεχνικό ήρωα, θεωρώντας, όπως ο Τόμας ντε Κουίνσυ, τη δολοφονία ως μια εκ των Καλών Τεχνών...

Robert Desnos, "Τζακ ο Αντεροβγάλτης", Καστανιώτης 1997 (Αλέξανδρος Ζαγκούρογλου)

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

αίξυφσα

Με καταστρέφετε δεσποινίς! Νέος είμαι
Κινδυνεύει η λογοτεχνική μου σταδιοδρομία
θα φύγω λοιπόν.
Προτού όμως εγκαταλείψω για άλλη μια φορά αυτό τον τόπο
Οφείλω να σας παρουσιάσω μια όαση που ανακάλυψα.
Μια πηγή στην ασφυξία αναβλύζει ανάσες καθαρές και εκβάλλει τα διοξείδια.
Την ονόμασα αίξυφσα εκθεμελιώνοντας τη δόξα ενός νεκρού εδωδιμοπώλη.

Θάνος Γώγος, "Γλασκώβη", Θράκα 2014

να κι άλλο ένα

Καθώς διασχίζαμε τη λεωφόρο Μπεν Γκουριόν, άναψαν τα φώτα του δρόμου, αν και δεν χρειαζόταν ακόμα. Το φως της ημέρας υποχωρούσε σιγά σιγά. Το μισό στερέωμα φωτιζόταν από μια κόκκινη λάμψη που διακοπτόταν κατά διαστήματα από ισχνά σύννεφα. Πέρα από τους συνήθεις βραδινούς ήχους, μια γυναίκα να φωνάζει στο παιδί της να επιστρέψει στο σπίτι αμέσως, η μελό μουσική από την πιτσαρία Palermo, ο ψίθυρος των μεταλλικών πινακίδων που σείονταν στο πέρασμα του δυτικού ανέμου, πέρα από όλα αυτά υπήρχε μια βαθιά, απέραντη σιωπή. Στο τέρμα της λεωφόρου Μπεν Γκουριόν, εκεί όπου αρχίζει η γκρίζα έκταση, είχαν ανάψει μια φωτιά με χαμόκλαδα από την οποία αναδυόταν καπνός. Αυτός και τα τρία σκυλιά του κάθονταν στο έδαφος ακίνητοι και παρατηρούσαν τη φωτιά. Πάνω από τα κεφάλια τους ένα απαθές κοράκι στιγμάτιζε τον ουρανό με μια μαύρη κηλίδα με φόντο τη διασκορπισμένη από τα σύννεφα λάμψη του λυκόφωτος. Να κι άλλο ένα. Κι ακόμα ένα. 

עמוס עוז, "Νύχτα στο Τελ Κένταρ", Καστανιώτης 1998 (μετάφραση Χρυσούλα Παπαδοπούλου)

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

ο αλλότριος λόγος

Ο αλλότριος λόγος, λοιπόν, έχει μια διπλή εκφραστικότητα: τη δική του, που είναι ακριβώς η αλλότρια, και την εκφραστικότητα του εκφωνήματος που περικλείει τον αλλότριο λόγο. Όλα αυτά μπορούν να συμβούν, πάνω απ' όλα, εκεί όπου ο αλλότριος λόγος (ακόμη κι αν είναι μια μόνο λέξη που αποκτά την αξία ενός ολόκληρου εκφωνήματος) παρατίθεται ρητά και διακρίνεται (μέσω εισαγωγικών): οι αντηχήσεις της εναλλαγής των λεκτικών υποκειμένων και των διαλογικών τους σχέσεων γίνονται αντιληπτές σε αυτήν την περίπτωση με σαφήνεια. Αλλά, επιπλέον, σε κάθε εκφώνημα, σε μια πιο προσεκτική εξέταση στο πλαίσιο των συγκεκριμένων συνθηκών της λεκτικής επικοινωνίας, μπορούμε να ανακαλύψουμε μια ολόκληρη σειρά αλλότριων λόγων, μισοκρυμμένων ή υπόρρητων και με διαφορετικό βαθμό αλλοτριότητας. Γι' αυτό ένα εκφώνημα φαίνεται αυλακωμένο από μακρινές και μόλις αντιληπτές αντηχήσεις των εναλλαγών των λεκτικών υποκειμένων, των διαλογικών αποχρώσεων και των πολύ αδυνατισμένων συνοριακών ιχνών των εκφωνημέτων που κατέληξαν να γίνουν διαπερατά για την εκφραστικότητα του δημιουργού.

Михаил Бахтин, "Το Πρόβλημα των Ειδών του Λόγου", Futura 2015 (μετάφραση Βασίλης Αλεξίου, Μανώλης Δαφέρμος)

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

-άντρας με κάποια πείρα ανασκαφών στην αίγυπτο-


οι κρυψίνοες

Είναι προφανές ότι εκείνα τα χρόνια, που δεν υπήρχε η σημερινή αφθονία και τυποποίηση, ούτε το κάπνισμα διατελούσε εν διωγμώ, κάθε πακέτο συνιστούσε διακριτικό ομοταξίας, ορισμό κοινού ενδιαφέροντος, απαρχή γνωριμίας, σύναψη σχέσεων, βαθμό συγγενείας σχεδόν. όπως και η εφημερίδα άλλωστε. Μόνο που το πακέτο δεν σηματοδοτούσε απλώς μια γευστική προτίμηση, αλλά κατέτασσε αυτομάτως τον κάτοχό του σε συγκεκριμένο σημείο της ταξικής όσο και της αισθητικής διαστρωμάτωσης.
Τα βιβλία μας επιβεβαίωναν ότι η αντανακλαστική κίνηση, μόλις καθίσεις να καταθέσεις τα τσιγάρα στο τραπέζι, όπως ο Άμουδσεν τη σημαία του φθάνοντας στον Νότιο Πόλο, ερμηνεύεται ως γενναιόδωρη διάταξη των δεδομένων σου επί τάπητος (σε κοινή θέα και κοινή χρήση), σαν να υπογράφεις αυτοβούλως δήλωση κοινωνικών φρονημάτων, να ομολογείς με παρρησία θρήσκευμα ζηλωτού σε ολομέλεια τροτσκιστών, ή να δηλώνεις άθεος ενώπιον ιεροεξεταστών, ενώ ταυτοχρόνως περιχαρακώνεις συμβολικά τον ελάχιστο ζωτικό σου χώρο, όπως ορίζει ο σκύλος την απαράβατη ζώνη του, όπως το κολεόπτερο αφήνει το στίγμα του στο άνθος που τρύγησε για να δηλώσει το τετελεσμένο της κυριότητάς του και να μην χρονοτριβήσουν τα άλλα στον στήμονα του κενού. Οι κρυψίνοες χρησιμοποιούσαν ως προκατάληψη τσιγαροθήκες και ταμπακιέρες.

Δημήτρης Καλοκύρης, "Σκυλιά στον Αέρα", Τόπος 2007

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

αγάπες

Μ' αρέσουν τα γυμνά κράσπεδα
(της πατρίδας μου),
οι γυμνές αλήθειες
οι γυμνοί άνθρωποι
οι γυμνές συγνώμες
οι γυμνές αγάπες
οι γυμνές αμαρτίες
τα γυμνά όνειρα
τα γυμνά ευχαριστώ...

Μ' αρέσουν οι τρελοί
οι αλήτες
οι αλλιώτικοι
οι γύφτοι
οι ονειροπαρμένοι
οι αλαφροΐσκιωτοι
(γιατί κι όλοι αυτοί γυμνοί είναι)

Αδάμος Α. Μουζουρής, "Ανεράδα Δροσιάς και Λάβρας", Γερμανός 2009

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

ο πυρήνας

"Η Ζωή Μου." Όταν σκέφτομαι αυτές τις λέξεις βλέπω μπροστά μου μια αχτίδα φωτός. Όταν τις σκέφτομαι καλύτερα η αχτίδα παίρνει τη μορφή κομήτη με κεφάλι και ουρά. Η πιο φωτεινή άκρη, το κεφάλι, είναι τα παιδικά μου χρόνια και τα χρόνια που μεγάλωνα. Ο πυρήνας, το πιο συμπαγές μέρος, είναι τα πρώτα παιδικά χρόνια, τότε που διαμορφώνονται τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της ζωής μας. Προσπαθώ να θυμηθώ, προσπαθώ να εισχωρήσω στον καιρό εκείνο. Είναι όμως δύσκολο να κινηθεί κανείς σε κείνες τις συμπαγείς περιοχές, είναι επικίνδυνο, αισθάνομαι σαν να πλησιάζω τον θάνατο. Πίσω πίσω λεπταίνει ο κομήτης - εκεί βρίσκεται το μακρύτερο μέρος, η ουρά. Γίνεται όλο και πιο αραιός, αλλά και πιο πλατύς. Βρίσκομαι τώρα στην άκρη της ουράς, είμαι εξήντα ετών καθώς γράφω αυτά εδώ.

Tomas Tranströmer, "Οι Μνήμες με Βλέπουν", Σαιξπηρικόν 2014 (μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου)

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

ils sont des américains

Αυτή ήταν και η εποχή που οι Ουγγαρέζοι άρχισαν το προσκύνημά τους στην οδό ντε Φλερύ. Τότε έρχονταν και περίεργες ομάδες Αμερικανών, ο Πικάσο που ήταν ασυνήθιστος στις παρθενικές αρετές αυτών των νέων αδρών και γυναικών συνήθιζε να λέει γι' αυτούς, ils sont pas des hommes, ils sont pas des femmes, ils sont des américains. Δεν είναι άνδρες, δεν είναι γυναίκες, είναι Αμερικάνοι. Κάποτε βρισκόταν εκεί κάποια Μπρυν Μωρ, σύζυγος ενός γνωστού ζωγράφου πορτραίτων, που έχοντας πέσει μια φορά και έχοντας χτυπήσει στο κεφάλι είχε μια περίεργη απλανή έκφραση. Αυτή την επιδοκίμαζε και συνήθιζε να την αποκαλεί αυτοκράτειρα. Υπήρχε ένας κάποιος αμερικάνος σπουδαστής τέχνης, ένα αγόρι, που τον έθλιβε πάρα πολύ, συνήθιζε να λέει όχι δεν είν' αυτός που θα φτιάξει την μελλοντική δόξα της Αμερικής. Όταν είδε την πρώτη φωτογραφία ενός ουρανοξύστη είχε μια πολύ χαρακτηριστική αντίδραση. Κύριε των Δυνάμεων, είπε, φαντάσου την αγωνία που θα περάσει απ' τη ζήλια του ένας εραστής ενώ η αγαπημένη του θ' ανεβαίνει όλα αυτά τα σκαλιά μέχρι το στούντιό του στο τελευταίο πάτωμα.

Gertrude Stein, "Η Αυτοβιογραφία της Άλις Τόκλας", Οδυσσέας 1980 (μετάφραση Μίνα Δαλαμάγκα)

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

χαμένος σ' αυτήν την λάγνα αίσθηση

Αυτό δεν ήταν ένα απ' τα συνηθισμένα χασικλίδικα αστεία του. Το 'ξερε και το στόμα του χαμογελούσε, ενώ το μούτρο του ήταν μουντό και νυσταλέο. Γεγονός είναι ότι συχνά συνήθιζε, κάτω απ' την επίδραση του χασίς, να ονειρεύεται πως ήταν σ' ένα μεγάλο φούρνο, που τα τοιχώματά του ήταν στρωμένα με κάρβουνο και το ταβάνι του χανόταν στον συννεφιασμένο ουρανό. Στο πάτωμα άστραφταν νομίσματα των 20 πιάστρων, κατακαίνουρια, αλλά δίσταζε να τα μαζέψει από κάτω. Σε μια γωνιά, απ' όπου υψώνονταν άσπρα σύννεφα ατμού, ένα τετράχρονο κοριτσάκι μιμούνταν το χορό της κοιλιάς, με τις πρόστυχες χειρονομίες μιας γριάς θεατρίνας. Σε μια άλλη γωνιά υπήρχαν μικροσκοπικά φοινικόδεντρα, όπου αντί για χουρμάδες κρεμιόταν πολύτιμα κοσμήματα. Ο Μαχμούντ βρέθηκε στριμωγμένος δίπλα σ' έναν που πουλούσε μήλα, επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα: "Πουλάω στήθια νεαρών κοριτσιών". Απ' το μέρος του είδε τον αρχιφούρναρη να βάζει στη σειρά μεγάλα καρβέλια από αραποσίτι, αφού τα 'χε βγάλει απ' το φούρνο. Και τότε συνέβη το πιο ωραίο και καταπληκτικό πράγμα. Αυτά τα μεγάλα καρβέλια πήραν την όψη ζωντανής σάρκας και φούσκωναν, φούσκωναν, μέχρι που άρχισαν να κουνιούνται σαν τα παχουλά και γυαλιστερά πισινά των γυναικών. Ο Μαχμούντ ήταν χαμένος σ' αυτήν την λάγνα αίσθηση. Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, χωρίς να καταλάβει πώς και γιατί, βρέθηκε σ' ένα μεγάλο έρημο λιβάδι, όπου το χασίς φύτρωνε άφθονο.

Albert Cossery, "Ξεχασμένοι απ' το Θεό", Απόπειρα 1986 (μετάφραση Σπύρος Μεϊμάρης, Λίνα Φούντου)

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

το ξύλινο παπουτσάκι τους

Θρύλοι, καϋμοί, προσδοκίες και λαϊκά τραγούδια, έγιναν πραγματικότητες. η πρωτεύουσα της νοθευμένης ιταλικής πάστας δέχτηκε τους πρώτους Έλληνες πολεμιστές τον περασμένο Μάι του 1944.
Οι διαβατικοί Ιταλοί των δρόμων της Ρώμης έτριβαν τα μάτια τους βλπεόντας το φορτηγό αυτοκίνητο, που πάνω στο μέτωπό του κυμάτιζε μια ελληνική σημαιούλα.
Γκρέκο - μουρμούριζαν οι πρωινοί διαβάτες- Γκρέκο έλεγαν κι οι σενιορίτες χτυπώντας πεισματωμένα στο ασφαλτόστρωμα το ξύλινο παπουτσάκι τους.
Απίστευτο για όλους αυτούς. Εκπληκτικά απίστευτο και για μας, μπρος στα απρόοπτα "τιρτίπια" της τύχης, για να μείνη αυτό που είπεν ένας απ' τους εκεί ομογενείς μας, πως η κατάρα της Ελλάδας έπεσε και κυνηγούσε την Ιταλία.

Γιάννης Μιχόπουλος, "...4 δεν επέστρεψαν", Πυρσός 1945

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

εκτός από τον ιμπεριαλισμό

Εμένα, μια φορά, το γεγονός της ζωής μου είναι ότι η Ελεονώρα μου μ' έβγαλε από τη μοναξιά μου. "Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά" -το είδα, τυχαίως, γραμμένο στον τοίχο της Νομικής στη Σόλωνος, προ καιρού που είχα πάει στη ζούγκλα την πρωτεύουσά μας, και το 'πιασα το νόημα. Η αλήθεια είναι, για τον ιμπεριαλισμό δεν έχω εμβαθύνει, κακό πράγμα είναι, αυτό δα το ξέρω και το νιώθω, κακό πολύ, άτιμο, ο διάολος να τον πάρει. Όσο για την μοναξιά, εδώ έχω εμβαθύνει, και πολύ μάλιστα. Ήμουν παθός ο ίδιος και ξέρω. Γιατί, δηλαδή, ένας απλός άνθρωπος αποκλείεται να ψήνεται στη μοναξιά; Μόνο η κουλτούρα πάσχει από μοναξιά; Μόνο εκείνοι που μπορούν και σκαρώνουν ποιήματα ή ιστορίες στο χαρτί; Όχι, κύριοι! Στην παλιοανθρωπότητά μας, αν είναι κάτι στ' αλήθεια δημοκρατικό, αυτό είναι η μοναξιά... και ο θάνατος... Αλλά για θάνατο θα μιλάμε τώρα;

Αντώνης Σαμαράκης, " Η Κόντρα", Ελευθερουδάκης 1992

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

για μια στιγμή ένιωσαν συνένοχοι

Ήταν λίγο τρομαγμένος ο κακομοίρης και μάλλον η Σούζαν το πρόσεξε μέσα από τα γυαλιά ηλίου και την επιθυμία για παγωμένη Κόκα Κόλα, γιατί τον αγκάλιασε και φώναξε, χαμηλόφωνα, στο αυτί: "Στην αρένα του Άτσο, παλιάτσο!" και για μια στιγμή ένιωσαν συνένοχοι. Αφέθηκαν μαζί στο θέαμα έξω από την αρένα: στους απαραίτητους Αμερικάνους και Γάλλους ναύτες που έφταναν μεθυσμένοι ν' αγοράσουν εισιτήρια για να δουν τον Μανολέτε ή τον Ελ Κορδομπές. Στο τσούρμο των εξαθλιωμένων παιδιών που τους ακολουθούσαν φωνάζοντάς τους "μίστερ" και ζητώντας τους ό,τι να 'ναι, προσπαθώντας να τους πουλήσουν οτιδήποτε ή να τους κλέψουν το πορτοφόλι. Στα παλικάρια που έρχονταν με τις αρραβωνιαστικιές τους από το Σαν Ισίδρο ή το Μιραφλόρες, προτάσσοντας το σώμα τους για προστασία από το μπαλαμούτι των παλιόπαιδων και καπνίζοντας ταυτόχρονα πούρο που τους ανακατεύει το στομάχι και ψάχνοντας τη θέση τους με το εισιτήριο στο χέρι και χαιρετώντας έναν συμφοιτητή συνοδευόμενο από άλλο κορίτσι, πολύ ωραίο και απελευθερωμένο, γιατί θα καθίσουν στη μεριά του ήλιου, αυτή το τολμάει, δεν είναι από τις σιχαμένες που πάνε στη σκιά, θα πάω όταν πάρω το δίπλωμά μου, κερδίζω χρήματα για να 'χω τη δυνατότητα να πληρώνω σκιά, και μάλιστα στην πρώτη σειρά γιατί θα θριαμβεύσω στη ζωή. Όλοι εμείς θριαμβεύουμε στη ζωή, δεν θέλω μια χαζή της σκιάς αλλά τη γυναίκα μου, και έχω το δικαίωμα να την πάω όπου θέλω! Έτσι είμαι εγώ.

Alfredo Bryce Echenique, "Ένας Κόσμος για τον Τζούλιους", Scripta 2005 (μετάφραση Γιώργος Ρούβαλης)

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

λυσσασμένος σκύλος κάποιος να τυλίξει ένα ζευγάρι χέρια γύρω του

Μένεις πιστός. Στα φιλιά σου. Τυχερή. Τυχερή που είμαι. Κάθομαι ήμερο ζώο και σε απολαμβάνω. Τα χάδια είναι τα βελτιωμένα αντικαταθλιπτικά. Κοινός παρανομαστής, το αποτέλεσμα. Το βλέπεις εν καιρώ.
Σκέφτομαι τα παιδιά που χαρίζουν free hugs στην πόλη. Και μου θυμίζω καχύποπτο περαστικό. Πρόσωπο μάρμαρο, βήμα ταχύδειλο. Λυσσασμένος σκύλος κάποιος να τυλίξει ένα ζευγάρι χέρια γύρω του. Γάβγιζα κι εγώ στο mute, γιατί η πόλη δεν ανέχεται άλλο του καθένα τις φασαρίες. Τώρα γαβγίζω για να σε πιστέψω.
Δαγκώνω τον εαυτό μου να καταλάβω γιατί δεν απέκτησες ποτέ καλή σχέση με τη σπατάλη. Ποιος σου έμαθε τόσο καλό χαλινάρι; Με τι βοτάνια μάγευε η μάνα σου τη φρουτόκρεμα που σε τάιζε; Και έγινες έτσι γερός, δυνατός και σίγουρος; Κι έγινες έτσι... διαρκείας. Κι εμείς οι άλλοι, παιδιά της ίδιας πόλης, δεν σου μοιάσαμε ούτε στο στιλ. Εμείς κατουρήσαμε σε μπαζωμένα πηγάδια. Μολύναμε ο ένας τον άλλο, Σκυφτά τα κεφάλια και λιμνάζοντα τα νερά.

Στέργια Κάββαλου, "Φαμιλιάλ", Μελάνι 2014