Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

τρία

μπορώ να κάνω τρία πράγματα ταυτόχρονα:
να σε σκέφτομαι
καπνίζοντας
και να καυλώνω

Γιώργος Δομιανός, "Δεν Είναι η Εποχή των Κερασιών", Χαραμάδα 2015

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

το θέμα της ώρας

Το προνόμιο της παιδικής ηλικίας: η ανεμπόδιστη κίνηση από τη μαγεία στο χυλό, από φρίκη χωρίς όρια στην εκρηκτική χαρά. Άλλα σύνορα δεν υπήρχαν πέρα από τις απαγορεύσεις και τους κανόνες, τα όρια ήταν σκιές, συχνά ακατανόητα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, παραδείγματος χάρη, το θέμα της ώρας: πρέπει να έρχεσαι στην ώρα σου, σου πήραμε ρολόι, ξέρεις την ώρα. Εντούτοις, η ώρα δεν υπήρχε. Περιδιάβαζα ξέγνοιαστα στο πάρκο του νοσοκομείου, κοίταζα και χάζευα, ο χρόνος σταματούσε, κάτι μου θύμιζε ότι πεινούσα και να ο καυγάς.
Ο διαχωρισμός ανάμεσα στη φαντασία και αυτό που εθεωρείτο πραγματικότητα ήταν δύσκολος. Αν έβαζα τα δυνατά μου μπορούσα ίσως να κρατήσω την πραγματικότητα πραγματική αλλά να υπήρχαν, παραδείγματος χάρη, και φαντάσματα και βρυκόλακες. Τι θα 'κανα μ' αυτά; Και τα παραμύθια, ήταν αληθινά; Ο Θεός και οι άγγελοι; Ο Ιησούς Χριστός; Ο Αδάμ και η Εύα; Ο κατακλυσμός; Τι έγινε με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ, είχε πραγματικά την πρόθεση να κόψει τον λαιμό του γιου του; Κοίταζα ερεθισμένος την εικόνα του Ντορέ, έπαιρνα τη θέση του Ισαάκ, αυτό είναι πραγματικό: ο πατέρας είχε αποφασίσει να αποκεφαλίσει τον Ίνγκμαρ, σκέψου τι γίνεται αν ο Άγγελος έρθει καθυστερημένος. Τότε θα κλάψουν. Το αίμα τρέχει και ο Ίνγκμαρ χαμογελάει χλωμά. Πραγματικότητα.
Και τότε ήρθε ο κινηματογράφος.

Ingmar Bergman, "Η Μαγική Κάμερα", Κάκτος 1989 (μετάφραση Θόδωρος Καλλιφατίδης)

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

η κάθε νότα κομήτης

Έτοιμα τα πουλιά, πανέτοιμα να ξαναχαθούν.
Μπορεί και να μετάνιωσε που είχε διανυκτερεύσει σαν Ιούδας στο παραλιακό μοτέλ, που είχε αγοράσει εισιτήριο για να δει την Παναγιά της σε μουσείο, που είχε χαμογελάσει με αποκρουστική ψευτιά, βγάζοντας τον εαυτό της φωτογραφίες με φόντο τη Σαλαμίνα. Γαντζωμένη στο πίσω κάθισμα παλλόταν με κάθε κίνηση του τιμονιού. Ο πόνος στο κορμί συνέχιζε οξύς, διαπεραστικός, ενοχλητικά σιωπηλός. Ζεστά δάκρυα έβρεχαν τις άκρες των βλεφάρων της, μούσκευαν οι νεανικές της παλάμες. Το ραδιόφωνο του βαν σφύριζε ένα ακαταλαβίστικο τραγούδι. Μοιρολόι έγινε στη σκέψη της. Η κάθε νότα κομήτης, ν’ ανοίγει τρύπες στο μυαλό της, να την κάνει να νιώθει θνητή.
Τρεμούλιαζαν τα καθίσματα με βία, ο δρόμος γνώριμος μα και ξένος, μύριζε λάστιχο απ’ τα φρένα, μπαρούτι απ’ τα παλιά.

Μαρία Α. Ιωάννου, «Η Γιγαντιαία Πτώση μιας Βλεφαρίδας», Γαβριηλίδης 2011

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

σκοτεινοί εκατόγχειρες

Την ώρα π’ ανάβουν τα λυχνάρια ο απαλός ζέφυρος φέρνει από τις πέρα γειτονιές μια λεπτή οσμή φρυγμένου χόρτου. Πέφτει το σκοτάδι ανοίγοντας τη λιτανεία των πραγμάτων της νύχτας. Το προζύμι σκεπασμένο μες στη σκάφη φουσκώνει αργά ρουφώντας τη σιωπή. Πίσω απ’ τον μαντρότοιχο, οι φραγκοσυκιές απλώνουν τα δυνατά τους χέρια, σκοτεινοί εκατόγχειρες μες στη νύχτα κι οι ρίζες τους προχωρούν αργά μες στον άργιλο. Οι τοίχοι σιγομουρμουρίζουν, εκμυστηρεύονται μυστικά, αναθυμούνται τη ζεστασιά μιας παλάμης που ακούμπησε πάνω τους για να ξαποστάσει, την καλοσύνη των άστρων, μια ριπή του ανέμου που τους έκανε ν’ ανατριχιάσουν. 

Γιώργος Χρ. Κυθραιώτης, «Περίπατος στα Τείχη», Αρμός 2005