Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

μα πρέπει να ζήσουν κι οι δικηγόροι

-Ώστε δεν έχτε καλήν ιδέα για τον γάμο;
-Δεν λέω τίποτα. Είν’ ένα έργο που δεν θα ‘θελα να το παίξω ποτέ. Δυο άνθρωποι που ενώνονται επ’ άπειρον με ανόητες ευχές, ένας άλλος που πληρώνεται να τις πει, δώρα από τρίτους που προσπαθούνε να επωφεληθούνε από τη σύμβαση κι ένας σύντομος μήνας έρωτα, ύστερα ρουτίνα, νοικοκυριό, μικροαδυναμίες, εκείνος απιστεί με την πρώτη μικρή που θα την δελεάσει μ’ ένα χαρτονόμισμα, εκείνη με τον πρώτο που θα φανεί καπάτσος. Κι οι δυο αποφεύγουνε να κοιταχτούνε στα μάτια και κανονίζουνε το μενού της ημέρας μ’ ένα φίλημα υποχρεωτικό.
-Δεν είναι πάντοτε έτσι.
Είναι βέβαια και εξαιρέσεις. Όταν ο κύριος τύχει να είναι πιστός δημιουργούνται ψυχολογικά δράματα. Όταν είναι η κυρία τότε ξεμυξίζει τα μωρά της, ανακατεύει τη σούπα και προσφέρει βενεδικτίνη και θέμα για κακογλωσσιές.
-Ή επαναστατεί.
-Ε! Μα πρέπει να ζήσουν κι οι δικηγόροι.
-Και τα δράματα τιμής;
-Ναι. Σ’ αυτήν την περίπτωση η τιμή είναι ένας εγωισμός άσκημα τοποθετημένος. Δεν τιμωρούμε παρά την καταπάτηση των δικαιωμάτων μας. Ύστερα κλαίμε, οι ένορκοι βρίσκουνε ελαφρυντικά και αθωωνόμαστε προς αιωνίαν δόξα της τιμής.

Νίκος Τσιφόρος, «Τζιμ κακής ποιότητας», Ερμής 2003

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

αστυνομικός σοσιαλισμός

Πέρα από τον Άζεφ και τη διείσδυσή του στις ριζοσπαστικές οργανώσεις, η Οχράνα χρηματοδοτούσε κρυφά τα εργατικά συνδικάτα. Ο Ζουμπάτοφ, που είχε στα νιάτα του κάποια επαναστατική δράση, αντιλαμβανόταν πως οι εργάτες είχαν πραγματικά παράπονα που ήθελαν με κάποιο τρόπο να τα εκφράσουν. Έτσι, επινόησε αυτό που λέγεται Ζουμπατοφισμός, ή αστυνομικός σοσιαλισμός. Τοποθετώντας πράκτορες της Οχράνα επικεφαλής των εργατικώς συνδικάτων, ο Ζουμπάτοφ ήλπιζε πως οι εργάτες θα κατεύθυναν τη δυσαρέσκειά τους προς τους πλούσιους μεγαλοβιομηχάνους, και όχι κατά του τσάρου. Καθώς, ωστόσο, ο Ζουμπάτοφ θεωρήθηκε υπεύθυνος για μια σειρά απεργιών, απολύθηκε από την Οχράνα τον Αύγουστο του 1903, και επικεφαλής των εργατικώς συνδικάτων διορίστηκε ο πάτερ Γκαπόν (1870-1906), ένας ορθόδοξος ιερέας που είχε αποκτήσει τη φήμη πως υποστήριζε τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Δυστυχώς, ο Γκαπόν πήρε τον ρόλο του πιο σοβαρά απ’ όσο έπρεπε.

Terry Crowdy, «Ιστορία της Κατασκοπίας», Lector2007 (μετάφραση Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης)

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

δεν έχει διάρκεια αυτό, δεν μπορεί να έχει διάρκεια

Κι όμως, παρ’ όλη την αγωνία μου, είναι το θνητό της κομμάτι και όχι το θεικό που παραμένει για μένα φωτεινό, όσο αμαυρωμένη κι αν είναι η λάμψη του, μες στους ίσκιους του παρελθόντος. Στη Μνήμη μου υπάρχει ως η εκδήλωση του ίδιου του εαυτού της. Ποια είναι η πιο πραγματική: η γυναίκα που κείτεται στη χορταριασμένη πλαγιά των αναμνήσεών μου ή η διασκορπισμένη σκόνη και το ξεραμένο μεδούλι, τα μόνα δικά της πράγματα που διατηρεί πλέον η γη; Δίχως αμφιβολία για άλλους, επιμένει, είναι μια κινούμενη φιγούρα στα κέρινα ομοιώματα της μνήμης, μα η δική τους εκδοχή θα είναι διαφορετική από τη δική μου καθώς και του ενός από του άλλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαπλώνεται και διασπείρεται ο ένας στο νου των πολλών. Δεν έχει διάρκεια αυτό, δεν μπορεί να έχει διάρκεια, δεν είναι αθανασία. Κουβαλάμε τους νεκρούς μαζί μας μόνο μέχρι να πεθάνουμε κι εμείς κι έπειτα είμαστε εμείς που μεταφερόμαστε για λίγο νοερά κι ύστερα οι μεταφορείς μας πέφτουν κι αυτοί με τη σειρά τους κι έτσι συνεχίζονται οι γενιές μέχρι εκεί που δε χωράει ο νους. Θυμάμαι την Άννα, η κόρη μας, η Κλερ, θα θυμάται την Άννα κι εμένα, ύστερα η Κλερ θα αποχωρήσει και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα θυμούνται εκείνη, μα όχι εμάς, κι αυτή θα είναι η ύστατή μας διάλυση. Πράγματι, κάτι δικό μας θα απομένει, μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, μια μπούκλα μαλλιών, μερικά αποτυπώματα, κάποια δικά μας μόρια στον αέρα του δωματίου όπου αφήσαμε την τελευταία μας πνοή, κι όμως, τίποτε από αυτά δεν θα είμαστε εμείς, αυτό που είμαστε κι αυτό που υπήρξαμε, παρά μόνο των νεκρών οι στάχτες.

John Banville, «Η Θάλασσα», Καστανιώτης 2005 (μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο)

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

στη Μαδέρα δε ζούσε κανείς πριν από την ανακάλυψή της

«Υπάρχουν στο νησί οπαδοί της Ανεξαρτησίας;»
Του εξήγησα ότι στη Μαδέρα δε ζούσε κανείς πριν από την ανακάλυψή της από τους Πορτογάλους τον 15ο αιώνα.
«Τι εντυπωσιακή εικόνα, αν τη σκεφτεί κανείς σε βάθος!» απάντησε. «Ένα νησί για αιώνες έρημο».
Του εξήγησα ότι η απουσία ανθρώπων μέχρι την άφιξη των Πορτογάλων έκανε σουρεαλιστική οποιαδήποτε ιδέα περί ανεξαρτησίας. Του εξήγησα ότι δεν συνέβαινε το ίδιο όπως στα Κανάρια, για παράδειγμα, τα οποία άλλωστε κατοικούνταν από τους Γουάντσες πριν από την άφιξη των Ισπανών.
Τον ρώτησα αστειευόμενος:
«Δεν πιστεύω να ήρθατε στη Μαδέρα έχοντας κατά νου να οργανώσετε κίνημα ανεξαρτησίας;»
Το πήρε στα σοβαρά.
«Νομίζετε ότι στην ηλικία μου είμαι σε θέση να κάνω τέτοιο πράγμα; Ήρθα για διακοπές. Κουρασμένος από την οικογένειά μου».
Έμεινε σκεφτικός, φαινόταν πάλι μελαγχολικός.
«Ή, καλύτερα, ήρθα γιατί ήρθα και στην πραγματικότητα δεν ξέρω γιατί είμαι εδώ. Δεν κάνω τίποτε άλλο απ’ το να φτάνω σε μια πόλη και, λες και προσπαθώ να ξεφύγω από κάτι, να φεύγω αμέσως για κάποια άλλη. Πήγα στο Πόρτο, την επόμενη μέρα ήμουν κιόλας στη Λισαβόνα, σήμερα στη Φουνσάλ. Δεν θα παραξενευόμουν αν αύριο πήγαινα στο Πράσινο Ακρωτήριο».
«Δεν σας αρέσει το ξενοδοχείο;»
«Ναι, μακάρι όμως να είχε ένα παράρτημα στο Πράσινο Ακρωτήριο και άλλο ένα στον πορθμό του Μαγγελάνου. Καταλαβαίνετε τι εννοώ…»

Enrique Vila-Matas, «Το κάθετο ταξίδι», Καστανιώτης 2004 (μετάφραση Ελεάνα Τσόκα)

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

πριν από τον ηλεκτροφωτισμό

Μεταξύ αστείου και σοβαρού συζητούσαμε την ιδέα να χρησιμοποιήσουμε το φως των κεριών, αλλά μονάχα για όσα έργα γράφτηκαν πριν από τον ηλεκτροφωτισμό. Ίσως σας φαίνεται εκκεντρικό και ολωσδιόλου περιττό, αν όμως φωτίσετε μια ελαιογραφία με κεριά, θα καταλάβετε ότι αποκτά όψη εντελώς διαφορετική από τη συνηθισμένη, όσο καλά φωτισμένη κι αν ήταν πριν. Γίνεται άλλος πίνακας, οι σκιές αποκτούν ζωή και θα ‘λεγε κανείς ότι πλέον δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο φως που γεννά η χρωστική ύλη και στο δωμάτιο όπου βρίσκεται ο πίνακας. Οι χώροι προεκτείνονται περνώντας σε μια άλλη διάσταση.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με ορισμένα βιβλία, γιατί μια σελίδα είναι, εκτός των άλλων, και μια καταπληκτική εικόνα. Ένα παιχνίδι από γραμμές και μικρά σχήματα που επαναλαμβάνονται από φωνήεν σε σύμφωνο, με τους δικούς τους κανόνες σύνθεσης και ρυθμού. Πάντα έχει σημασία η γραμματοσειρά και το μέγεθος που επιλέχθηκε, το πλάτος των περιθωρίων, η ποιότητα του χαρτιού, η αρίθμηση στα δεξιά ή στο κέντρο, οι άπειρες λεπτομέρειες που κάνουν ένα βιβλίο να ξεχωρίζει. Όσο καινούρια κι αν είναι η έκδοση, όσο λευκό κι αν είναι το χαρτί, στο φως των κεριών αποκτά μια πατίνα που προσθέτει αξίες και αποχρώσεις με τρόπο μαγικό. Και πόσο απολαυστικοί είναι οι διάδρομοι!

Carlos Maria Dominguez, «Το Χάρτινο Σπίτι», Πατάκης 2006 (μετάφραση Λένα Φραγκοπούλου)

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

και χαράζει το σχήμα της

Η βροχή συνοδεύει τη βαρύτητα και χαράζει το σχήμα της. Η πτώση, όμοια με το φράκταλ, είναι μια μορφή που τη βρίσκουμε παντού στη φύση. Αρκεί να σταθούμε και να παρατηρήσουμε: από τα πρώτα μας δόντια μέχρι το μήλο του Νεύτωνα, όλα πέφτουν.
Κάποια μέρα, οι αστροφυσικοί θα ανακαλύψουν το προφανές: καθώς η βροχή πέφτει πάνω στη Γη, τη σπρώχνει και την κάνει να γυρίζει. Η βροχή είναι υπεύθυνη για την περιστροφή της υδρόγειας σφαίρας γύρω από τον άξονά της και γύρω από τον Ήλιο.

Martin Page, «Περί Βροχής», Αστάρτη 2007 (μετάφραση Λόισκα Αβαγιανού)

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

από περιέργεια

Μπορεί αύριο να πεθάνω!.. και δε θα μείνει στη γη κανένας που να με κατάλαβε απόλυτα. Άλλοι θα με θεωρούν χειρότερο, άλλοι καλύτερο απ’ ότι είμαι στην πραγματικότητα… Άλλοι θα πουν: ήταν ένα γενναίο παιδί, άλλοι – ήταν ένα παλιοτόμαρο. Και η μια και η άλλη άποψη θα είναι ψεύτικη. Ύστερα απ’ αυτά αξίζει τάχα τον κόπο να ζει κανείς; κι όμως συνεχίζει να ζει – από περιέργεια: καρτερεί κάτι καινούριο… Γελοίο και δυσάρεστο!

Михаи́л Ю́рьевич Ле́рмонтов, «Ένας Ήρωας του Καιρού μας», Ζαχαρόπουλος 1985 (μετάφραση Ηρακλής Αντρόνικοφ)

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

toledo

οι μικροί

Ο κόσμος των εκδόσεων έχει δύο όψεις. Από τη μια, υπάρχει η κυριαρχία εκείνων που ονομάζονται «έμποροι». Σε ορισμένους εκδοτικούς οίκους, αυτοί επιβάλλουν τον νόμο. Στα γραφεία τους, το ειδικό βάρος της ηλιθιότητας ανά τετραγωνικό μέτρο σπάει όλα τα ρεκόρ. Όχι μόνο δεν διαβάζουν, όχι μόνο δεν τους ελκύουν τα πνευματικά ζητήματα, αλλά επιπλέον διαπιστώνεις πως μισούν τη διανόηση. Πράγμα, άλλωστε, που εξηγείται πολύ καλά. Ξέρουν πως οφείλουν τα πάντα στους δημιουργούς, έτσι λοιπόν τους εκδικούνται. Ή τους αγνοούν. Για τον εορτασμό μιας επετείου σ’ έναν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της χώρας, μοιράστηκαν στους καλεσμένους βιβλία που δεν περιείχαν παρά λευκές σελίδες. Κάποιοι άρχισαν να ειρωνεύονται: «Αυτό είναι τ’ όνειρό τους!»
Παράλληλα με αυτό τον κόσμο του μη βιβλίου ή του σκουπιδιού, για να μιλήσω όπως ο Πιερ Ανκέλ, διασώζεται ένα ολόκληρο εκδοτικό ρεύμα για το οποίο ο εμπορικός σκοπός δεν είναι πρωταρχικός, ρεύμα που θέλει να συνδυάσει την εμπορικότητα με τις έννοιες της ομορφιάς, της πρωτοτυπίας, της αναζήτησης, της εξέγερσης και, ας πούμε τη λέξη χωρίς να ντρεπόμαστε, της ευφυΐας. Ο καλός εκδότης είναι ένας ονειροπόλος ρεαλιστής. Εξακολουθεί να υπάρχει σε πολλούς μικρούς εκδοτικούς οίκους, μπορεί να βρεθεί και σε κάποιους μεγάλους.
Με τους συναδέλφους μου, καταλήξαμε να λέμε ότι αυτή η δυαδικότητα υπήρχε πάντοτε. Παράδειγμα ο Γουτεμβέργιος, που πέθανε μέσα στη φτώχεια για μια ιστορία με λεφτά. Πάντα όμως υπήρχε ένα ρεύμα αντίθετο στο μεγάλο ποτάμι της βλακείας. Πιθανόν, οι δεινόσαυροι να είναι αυτοί οι ογκώδεις τόμοι που τυπώνονται σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα και για τους οποίους κανείς δεν θα μιλάει σε τρία χρόνια. Όπως δεν μιλούν πια για τον Σκριμπ, που θριάμβευσε στη θεατρική σκηνή της εποχής του, ή για τον Ευγένιο Συ, εξαιρετικά δημοφιλή μυθιστοριογράφο (ενώ ο Σταντάλ παρέμενε στη σκιά). Εμείς οι άλλοι, οι μικροί, οι χωρίς διακρίσεις, θα είμαστε ακόμα εκεί, πάνω στον πάγκο ενός βιβλιοπώλη εκπτώσεων διαρκείας ή ενός υπαίθριου παλαιοπώλη, στο έσχατο καταφύγιο της ελευθερίας. Κρατάμε γερά. Είμαστε σίγουροι για το έργο μας. Δεν θα πεθάνουμε παρά μαζί με τον τελευταίο άνθρωπο. Είμαστε πάντα ζωντανοί!

Paul Desalmand, «Ένα βιβλίο για πέταμα», Πόλις 2008 (μετάφραση Μαρία Γαβαλά)

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

έκανα αυτό που ξέρω

Είπε ο Τζο: «Τι εννοείς τον έφαγες;» Κυριολεκτικά; αναρωτήθηκε, ανατριχιάζοντας από την αηδία. Η έντονη οργανική αντίδραση τον σάρωνε, τον κατέκλυζε, σαν το σώμα του να προσπαθούσε από μόνο του να τραβηχτεί μακριά. Ωστόσο, κατάφερε λίγο πολύ να το κρύψει.
«Έκανα αυτό που ξέρω», είπε ο Τζόρι. «Είναι δύσκολο να το εξηγήσω, αλλά το κάνω εδώ και καιρό με πολλούς ημίζωους. Τρώω τη ζωή τους, τα απομεινάρια τους. Κάθε άνθρωπος έχει πολύ λίγη ζωή μέσα του, έτσι χρειάζομαι πολλούς. Παλιότερα περίμενα μέχρι να περάσουν κάποιον καιρό στη μισοζωή, αλλά τώρα πρέπει να τους τρώω αμέσως. Για να μπορέσω να επιβιώσω. Αν έρθεις κοντά μου και τεντώσεις τα’ αυτιά σου –θα ανοίξω το στόμα μου-, θα ακούσεις τις φωνές τους. Όχι όλους, αλλά τουλάχιστον τους τελευταίους που έφαγα. Τους γνωστούς σου». Σκάλισε με το νύχι του έναν από τους πάνω κοπτήρες του, γέρνοντας το κεφάλι του στο πλάι για να περιεργαστεί τον Τζο, περιμένοντας την αντίδρασή του. «Δεν έχεις να πεις τίποτε;» ρώτησε.

Philip Dick, «Ubik», Τόπος 2007 (μετάφραση Τίνα Θέου)

ενώ μπορείς κάλλιστα να έχεις ένα καλάσνικοφ στο χέρι

Ο Άρθουρ Καίσλερ, ο πολύ μεγάλος αυτός συγγραφέας (που τον είχα γνωρίσει, και μάλιστα ήταν κάτι περισσότερο από γνωριμία) ήταν πεπεισμένος πως ο εγκέφαλός έχει δύο μέρη: ένα μέρος μικρό, ηθικό και ορθολογικό (αυτό ακόμα πιο μικρό), κι ένα πελώριο πίσω μέρος του εγκεφάλου, κτηνώδες, ζωώδες, διεκδικητικό, γεμάτο φοβίες, ανορθολογικότητα και φονικά ένστικτα. Και πως θα χρειαστούν ακόμα εκατομμύρια χρόνια –ωραία προοπτική!- για να προφτάσει η ηθική εξέλιξη την κατάστασή μας, τις μεθόδους καταστροφής και επιθετικότητας που διαθέτουμε. Είναι μια άποψη. Άραγε την ασπάζομαι; Προσπαθώ να την παρουσιάσω, ανεπαρκώς, στο βιβλίο μου – έχετε δίκιο. Η παρατεταμένη ειρήνη, η παρατεταμένη ευημερία, ιδιαίτερα όταν δημιουργείται σε συνθήκες κακού, αλλά όχι αποκλειστικά, προκαλεί απέραντη πλήξη. Η ιταλική λέξη είναι πολύ πιο δυνατή: noia, κάτι σαν ανία, σαν μίασμα – μπαφιάζεις, για να το πούμε στην καθομιλουμένη! Ενώ μπορείς κάλλιστα να έχεις ένα καλάσνικοφ στο χέρι, κι αμέσως αισθάνεσαι αρρενωπός, ωραίος, άντρας, έτοιμος για δράση.

George Steiner, «Η Βαρβαρότητα της Άγνοιας», Scripta 1998 (μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας)

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Φαίδρος

Το επιχείρημα «ο μύθος υπεράνω του λόγου» μας κάνει να δούμε το γεγονός ότι κάθε παιδί γεννιέται με την ίδια άγνοια που είχε και ο άνθρωπος των σπηλαίων. Αυτό που εμποδίζει τον κόσμο να επιστρέψει στον άνθρωπο του Νεάντερνταλ, είναι ο διαρκής, ατελεύτητος μύθος, που μετατρέπεται σε λόγο, αλλά παραμένει μύθος, ο τεράστιος κορμός της κοινής μας γνώσης που ενώνει τα μυαλά μας όπως ενώνονται τα κύτταρα στο ανθρώπινο σώμα. Το να αισθάνεσαι ότι δεν είσαι και τόσο ενωμένος, ότι μπορείς να δεχτείς ή να απορρίψεις το μύθο επειδή έτσι σ’ αρέσει, σημαίνει ότι δεν έχεις καταλάβει τι είναι ο μύθος.
Υπάρχει μόνο ένα είδος ανθρώπου, έλεγε ο Φαίδρος, που δέχεται ή απορρίπτει τον μύθο μέσα στον οποίο ζει. Κι ο ορισμός αυτού του ανθρώπου, όταν έχει απορρίψει τον μύθο, είπε ο Φαίδρος, είναι «τρελός». Το να βγεις από τον μύθο σημαίνει να τρελαθείς…

Robert Pirsig, «Το Ζεν και η Τέχνη της Συντήρησης της Μοτοσικλέτας», Κάκτος 1994 (μετάφραση Ρένα Καρακατσάνη)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

ζηλεύαμε τα ταξίδια του

Η αδερφή του Ζουβ ήταν υπερβολικά όμορφη. Μας ήταν αδύνατον να το ανεχτούμε.
Όταν πήγαινε για μπάνιο στο ποτάμι, άφηνε το ποδήλατό της κλειδωμένο με το λουκέτο του μπροστά στην είσοδο των λουτρών. Καθώς κυκλοφορούσε πάντα με τη φούστα της να ανεμίζει, και βεβαίως χωρίς μεσοφόρι, καμιά φορά τις ζεστές μέρες η σέλα του ποδηλάτου της ήταν κάθυγρη. Όσο περνούσαν οι βδομάδες όλο και πιο εμφανείς ασπριδεροί κυκλικοί λεκέδες σχηματίζονταν πάνω στη σέλα. Στριφογυρίζαμε μαγεμένοι γύρω από κείνο το καυτό δερμάτινο λουλούδι – ένας άσσος κούπα αποτυπωμένος εκεί ψηλά και που ζηλεύαμε τα ταξίδια του. Συχνά κάποιος από μας, φτάνοντας τα όριά του, απομακρυνόταν από την παρέα και χωρίς καυχησιολογίες και ψευτοντροπές, πήγαινε κι ακουμπούσε φευγαλέα το πρόσωπό του πάνω σ’ εκείνη τη σέλα, θεματοφύλακα ενός άγνωστου μυστηρίου.

Maurice Pons, «Παρθενικές», Άγρα 2008 (μετάφραση Βάνα Χατζάκη)

άνδρος

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

ο εκ Ταρασκόνης

Το μεσημέρι των Χριστουγέννων καθίσαμε οι τρεις μας να φάμε μια βραστή κότα με ρύζι, μέσα σε ένα δωμάτιο παγωμένο και υγρό. Αμέσως μετά το φαγητό ο αδελφός μου πήγε στη διπλανή αυλή, όπου τον περίμεναν οι φίλοι του. Εγώ κάθισα κοντά στο παράθυρο, τύλιξα τα πόδια μου με μια μάλλινη κουβέρτα και πήρα το μικρό, χοντρό βιβλίο, κυττάζοντας αφηρημένα τον τίτλο του:

Αλφόνσου Δωδέ
Ταρταρίνος ο εκ Ταρασκόνης
Μετάφραση υπό:
Αλ. Παπαδιαμάντη
Καταστήματα «Ακροπόλεως»
Β. Γαβριηλίδη

Κανένα όνομα δεν μου ήταν γνωστό – αλλά οι περιπέτειες του ήρωα, που τις διάβαζα σε μια γλώσσα περίεργη (και την οποία δεν πολυκαταλάβαινα) με παρέσυραν επί ώρες σε άλλους, παράξενους κόσμους.
Κάποτε (είχε αρχίσει, πια, να σκοτεινιάζει) η μάνα μου μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο και, χωρίς να πει τίποτα, γύρισε τον διακόπτη του ηλεκτρικού, ανάβοντάς μου το φως.

Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, «Ο θησαυρός των αηδονιών», Γαβριηλίδης 2009

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

έγκλημα θεμελίωσης

Η δουλεία στις αποικιακές φυτείες και στις "βιομηχανίες" πρώτων υλών -σε μία έκταση που ξεπερνούσε κατά πολύ τη δουλεία στην αρχαιότητα- ήταν ένα από τα ιδρυτικά εγκλήματα του συστήματος της εμπορευμετικής παραγωγής. Εδώ, για πρώτη φορά σε τόσο ευρεία κλίμακα, πραγματοποιήθηκε η "εξολόθρευση μέσω της εργασίας". Ήταν το δεύτερο έγκλημα θεμελίωσης της κοινωνίας της εργασίας. Ο λευκός, στιγματισμένος ήδη από τα καταστροφικά αοτελέσματα της αυτοπειθαρχίας, μπορούσε να αντισταθμίσει το καταπιεσμένο μίσος για τον εαυτό του και το σύμπλεγμα κατωτερότητάς του ξεσπώντας στους "άγριους". Όπως η "γυναίκα", οι αυτόχθονες θεωρούνταν ότι ήταν πρωτόγονα χόμπιτ, κάτι μεταξύ ζώων και ανθρώπων. Ο Ιμάνουελ Καντ διατύπωσε την αιχμηρή εικασία ότι οι μπαμπουίνοι θα μπορούσαν να μιλήσουν αν ήθελαν, και δεν το έκαναν γιατί φοβόντουσαν ότι θα τους βάλουν να δουλέψουν.

Gruppe Krisis, "Κείμενα για την Εργασία και την Κρίση", Εκδόσεις των Ξένων 2010 (μετάφραση Σωκράτης Παπάζογλου, Εύη Παπακωνσταντίνου)

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

δεν είναι παράνομο να επινοείς ανθρώπους

Η φωτογραφία που είχε αιχμαλωτίσει τη φαντασία του άνδρα εκείνου, που αποκρυστάλλωσε (ή διατύπωσε) τον προσωπικό του μυστικισμό σχετικά με τη σεξουαλικότητα ήταν, όπως εξάλλου είναι πάντοτε αυτά τα πράγματα, ένα είδος μνήμης. Ήταν ταυτόχρονα κάτι υπερ-επιθυμητό, και πολύ αντιπροσωπευτικό της ιδανικής εικόνας του εαυτού του. Ήταν, επίσης, μια καταγραφή της πραγματικότητας, υπό την έννοια ότι κωδικοποιούσε κάτι από την προσωπική του ιστορία (μας αιχμαλωτίζει πάντα αυτό που κάποτε ήμασταν, ή που θα θέλαμε να είμαστε). Μια φορά μάλιστα, μου είπε ότι όλα αυτά που έλεγε πρέπει να ακούγονται σα να "μην υπάρχουν πραγματικές γυναίκες στην ιστορία μου". Κι έπειτα πρόσθεσε, χωρίς ίχνος ρεμβασμού, χωρίς την παραμικρή κρυφή ειρωνεία: "Πάντως δεν είναι παράνομο να επινοείς ανθρώπους".

Adam Philips, "Το κουτί του Χουντίνι", Νάρκισσος 2005 (μετάφραση Βασίλης Αθανασιάδης)

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

τα σπασίματα

Καθώς είπα, τα θραύσματα των σπασμένων ποτηριών είναι αρκετά επικίνδυνα. Οι μποτίλιες δεν σπάνε εύκολα. Και, συχνά, τινάζουν σαν τόπι. Για να γίνει θρύψαλα η μποτίλια πρέπει να την κοπανήσεις καταγής καθέτως. Και να μην την πιάσεις απ’ το λαιμό, αλλά να την χουφτώσεις από τον κορμό της. Οι βλακέντιοι αμολάνε τα μπουκάλια σχεδόν παράλληλα με το δάπεδο, μη προβλέποντας τις συνέπειες, γιατί δεν ξέρουν από τη Φυσική πως η γωνία προσπτώσεως ισούται με την γωνία ανακλάσεως. Εδώ, βέβαια, παίζει ρόλο και η σύσταση του δαπέδου. Είναι αδύνατο να σπάσεις ποτήρια σε ξύλινο πάτωμα, ή στο χώμα. Το τσιμέντο διευκόλυνε την κατάσταση.
Όταν κάποιος πελάτης σπάσει πολλά πιάτα, σπεύδουν οι βοηθοί του μαγαζιού και σκουπίζουν τα σπασμένα. Κάνουν αυτή τη δουλειά γοργά και προσεκτικά για να μην σηκωθεί κουρνιαχτός. Κάποτε – κάποτε, τα ξημερώματα, τα σπασμένα πιάτα είναι τόσο πολλά που σχηματίζουν έναν σωρό. Τα χαράματα της μέρας που σκοτώθηκε ο Παπαιωάννου (3-8-1972), καθισμένος πάνω στον σωρό από τα σπασμένα πιάτα, έπαιξε ένα αξέχαστο ταξίμι. [Μου ήταν γραφτό, να ξαναδώ τον Παπαιωάννου, ύστερα από ελάχιστες ώρες, νεκρό και ολόγυμνο στο ανατομείο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας.] Ο ίδιος ο Παπαιωάννου, όταν τα σπασίματα – μαζί με τα χειροκροτήματα – δημιουργούσαν έναν ορυμαγδό, φώναζε απ’ το μικρόφωνο: ησυχία! Θα ξυπνήσει το μωρό…

Ηλίας Πετρόπουλος, «Το Άγιο Χασισάκι», Νεφέλη 1991

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

μα όσοι ξαγρυπνούσαν ζήλευαν τον ύπνο τους

Οι κοιμισμένοι στέναζαν, μα όσοι ξαγρυπνούσαν ζήλευαν τον ύπνο τους.
Κοίταξαν ίσια μπροστά, αναζητώντας με το βλέμμα τα κάρα με το ψωμί, πέρα στο δρόμο που έχασκε στείρος, ερημωμένος από τη θύελλα της επανάστασης, σαν νεκρό έντερο που είχε πάψει να σιτίζει την κοιλιά της Γαλλίας. Ένας δρόμος λευκός, που ξετυλιγόταν ατέλειωτος κάτω από τον μουδιασμένο ουρανό, λιάζοντας το χλωμό του μέτωπο στον ορίζοντα, πλαδαρός σαν τα πρόσωπα των παπάδων, αφράτος σαν τα μάγουλα των επισκόπων, αρρυτίδωτος σαν καλοταϊσμένος καλόγερος που απλώνει το χέρι ψωμοζητώντας. Απλωνόταν γαλήνιος σαν τη θεία λειτουργία στα χωριά, στεφανωμένος από τα γκρίζα συννεφάκια του απομεσήμερου, σαν ένας γερο-ηγούμενος, που μετά το γεύμα αποσύρεται στο διακονικό, βυθίζεται ανάλαφρα στην πολυθρόνα και γλυκοκοιμάται, ενώ οι μπούκλες της περούκας του πέφτουν στο μέτωπό του.
Το ρακένδυτο πλήθος σκορπούσε μιαν αφόρητη μπόχα. Οι βρόμικοι λαιμοδέτες τους ανέμιζαν γύρω από τα σταχτιά τους πρόσωπα. Ένα πνιγηρό κλάμα έσκιζε κάθε τόσο τη φριχτή σιωπή. Ως εκεί που έφτανε το μάτι, δεν έβλεπες παρά μια θάλασσα από κουρελιασμένα τρίκοχα, ενίοτε στολισμένα με λερωμένα φτερά στρουθοκαμήλου, να σκιρτούν στον άνεμο. Οι σκόρπιες μαύρες σιλουέτες θύμιζαν τα πετρωμένα βήματα ενός σκοτεινού μενουέτου, ενός μακάβριου χορού με μπροστάρη τον θάνατο, που στο πρόσταγμά του όσοι ακολουθούσαν πίσω του είχαν ευθύς μαρμαρώσει, είχαν μεταμορφωθεί σε έναν θεόρατο σωρό από μαύρες πέτρες, καθηλωμένοι και ξεπαγιασμένοι από τα μαρτύρια, σαν σιωπηλές στήλες άλατος. Μια απολιθωμένη στρατιά από αναρίθμητους Λωτ, βγαλμένους από τα κολασμένα καμίνια των Γομόρρων.

Georg Heym, «Ο Κλέφτης», Νεφέλη 2009 (μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης)

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

παρεδώσε με τον Εξαποδώ

Όλο το χωριό αναστατώθηκε. Ορισμένοι, οι πιο γραμματιζούμενοι, έλεγαν ότι ήταν πλαστογράφος κι ότι έφτιαχνε κίβδηλα νομίσματα. Άλλοι, οι θρησκόληπτοι και απλοϊκοί, έλεγαν πως είχε παρεδώσε με τον Εξαποδώ.
Ο Σίκο ντα Τιράνα, ο καροτσιέρης, που περνούσε μπροστά από το σπίτι του αινιγματικού ανθρώπου βαδίζοντας δίπλα στο κάρο του που στρίγκλιζε, κοιτούσε την καμινάδα στη σάλα να καπνίζει κι άρχιζε να σταυροκοπιέται και να λέει το πάτερ ημών χαμηλόφωνα. Και αν δεν επενέβαινε ο φαρμακοποιός, ο αρχιφύλακας θα είχε διατάξει να περικυκλωθεί πάραυτα το σπίτι εκείνου του ύποπτου ατόμου που διατάρασσε τη φαντασία σύσσωμου του πληθυσμού μιας πολιτείας.

Afonso Henriques de Lima Barreto, "Η νέα Καλιφόρνια", Εκδόσεις των Φίλων 2009 (μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος)

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

όπως οι κυνηγοί

Τώρα είμαστε όλοι κυνηγοί ή πρέπει να γίνουμε κυνηγοί και καλούμαστε ή υποχρεωνόμαστε να δρούμε όπως οι κυνηγοί, με την ποινή του αποκλεισμού από το κυνήγι, εάν δεν το κάνουμε, και της υποβίβασής μας στην κατηγορία του θηράματος (γεγονός που ούτε το σκέφτεσαι). Και οποτεδήποτε κοιτάζουμε γύρω μας, το πιθανότερο είναι να δούμε άλλους μοναχικούς κυνηγούς όπως εμείς ή κυνηγούς που θηρεύουν σε αγέλες, τρόπο με τον οποίο ενίοτε και εμείς προσπαθούμε να ενεργήσουμε. Και πρέπει να προσπαθήσουμε ιδιαίτερα πριν μπορέσουμε να εντοπίσουμε έναν κηπουρό που στοχαζόταν πάνω σε κάποια προσχεδιασμένη αρμονία πέρα από το φράκτη του ιδιωτικού κήπου του και έπειτα βγήκε έξω από αυτόν για να την υλοποιήσει. Η σχετική έλλειψη κηπουρών και η αυξανόμενη αφθονία κυνηγών είναι αυτό που οι κοινωνικοί επιστήμονες συζητούν υπό το εμπεριστατωμένο όνομα της «εξατομίκευσης». Σίγουρα δε θα βρούμε πολλούς θηροφύλακες ή ακόμα και κυνηγούς με τα βασικά στοιχεία της κοσμοεικόνας του θηροφύλακα – αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι με «οικολογική συνείδηση» είναι ξεσηκωμένοι και προσπαθούν να αφυπνίσουν και τους υπόλοιπους από εμάς. Αυτή η αργή αλλά σταθερή εξόντωση της φιλοσοφίας των θηροφυλάκων σε συνδυασμό με την παρακμή της φιλοσοφίας των κηπουρών είναι αυτό που οι πολιτικοί εκθειάζουν κάτω από το όνομα της «απορρύθμισης».

Zygmunt Bauman, «Ρευστοί Καιροί», Μεταίχμιο 2009 (μετάφραση Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας)

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

δεν υπάρχει Θεός κι εμείς είμαστε οι προφήτες του

Αν ήσουν ο τελευταίος άνθρωπος στη γη από που θα το καταλάβαινες λες; είπε.
Δεν νομίζω ότι θα το καταλάβαινες. Απλώς θα ήσουν.
Κανείς δεν θα το 'ξερε.
Δεν θα 'χε όμως και σημασία. Όταν πεθαίνεις το ίδιο σου κάνει άμα πεθαίνουν μαζί σου κι όλοι οι άλλοι.
Ο Θεός μπορεί να το 'ξερε. Αυτό εννοείς;
Δεν υπάρχει Θεός.
Δεν υπάρχει;
Δεν υπάρχει Θεός κι εμείς είμαστε οι προφήτες του.
Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται κι είσαι ακόμα ζωντανός. Πως βρίσκεις να φας;
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρεις;
Οι άνθρωποι όλο και κάτι σου δίνουν.
Οι άνθρωποι;
Ναι.
Φαΐ εννοείς;
Φαΐ, ναι.
Σιγά μη σου δίνουν.
Κι όμως, εσείς μου δώσατε.
Εγώ δεν σου 'δωσα τίποτα. Το αγόρι σου 'δωσε.
Είναι κι άλλοι άνθρωποι στο δρόμο. Δεν είστε οι μοναδικοί.
Ενώ εσύ είσαι ο μοναδικός;
Ο γέρος κοίταξε με κάποια επιφύλαξη. Τι θες να πεις; είπε.
Είναι κι άλλοι μαζί σου;
Τι άλλοι;
Άνθρωποι, γενικά.
Κανείς δεν είναι μαζί μου. Τι λες τώρα;
Για σένα λέω. Για το ποια μπορεί να είναι η ασχολία σου.
Ο γέρος δεν απάντησε.
Φαντάζομαι θα θες να 'ρθεις μαζί μας.
Να 'ρθω μαζί σας;
Ναι.
Δεν θα με πάρετε.
Δεν θες να 'ρθεις, στην ουσία.
Ούτε μέχρι εδώ θα 'ρχόμουν αν δεν πεινούσα.
Οι άνθρωποι που λες ότι σου δώσανε να φας. Τι ήταν;
Κανείς δεν μου 'δωσε τίποτα. Απ' το μυαλό μου το 'βγαλα.
Τι άλλο έβγαλες απ' το μυαλό σου;
Στον ίδιο δρόμο μ' εσάς είμαι κι εγώ. Ίδιοι είμαστε.
Και σε λένε όντως Ιλάι;
Όχι.
Δεν θες να πεις πως σε λένε δηλαδή;
Δεν θέλω.
Γιατί;
Γιατί δεν σ' το εμπιστεύομαι τ' όνομά μου. Μπορεί μετά να το κάνεις ό,τι θες.

Cormac McCarthy, "Ο Δρόμος", Καστανιώτης 2007 (μετάφραση Αύγουστος Κορτώ)

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

η τρέλα μου έκλεψε τα μάτια

Από τις μέρες της πολιτικής μου στράτευσης είχα μάθει μια τακτική: ο καλύτερος τρόπος να καταπολεμήσεις το συναισθηματισμό και την απελπισία συνίσταται, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στο να εστιάσεις την προσοχή σου στις τεχνικές πλευρές του προβλήματος. Έκανα τον ακόλουθο συλλογισμό: είσαι νεκρός. Βρίσκεσαι σε ένα κρύο και απομονωμένο νησάκι, σε αποστάσεις ασύλληπτες από οποιαδήποτε βοήθεια. Είσαι νεκρός, είσαι νεκρός, επανέλαβα φωναχτά ενώ έστριβα τσιγάρο. Αυτή είναι η παρούσα σου κατάσταση: είσαι νεκρός. Συνεπώς, αν δεν βγεις από αυτή, δεν θα έχεις χάσεις τίποτα. Αλλά αν κατορθώσεις να σωθείς, θα τα έχεις κερδίσει όλα: τη ζωή σου.
Δεν θα έπρεπε να περιφρονούμε τη δύναμη των μοναχικών στοχασμών. Το τσιγάρο που κάπνιζα μετατράπηκε, ως δια μαγείας, στον καλύτερο ταμπάκο του κόσμου. Και εκείνος ο καπνός που έβγαινε από τους πνεύμονές μου ήταν η υπογραφή του ανθρώπου που παίρνει την απόφαση να πολεμήσει σε κάποιες Θερμοπύλες. Ήμουν εξαντλημένος, ναι, αλλά η κούραση είχε εξαφανιστεί. Δεν με κατείχε, είχε κι αυτή εξαντληθεί μαζί μου. Δεν με ενδιέφεραν πια τα κίνητρα που με είχαν οδηγήσει ως εκείνη τη μακρινή γωνιά. Δεν είχα παρελθόν, δεν είχα μέλλον. Βρισκόμουν στο τέλος του κόσμου, βρισκόμουν στη μέση του πουθενά, βρισκόμουν μακριά από τα πάντα. Όταν αποκάπνισα εκείνο το τσιγάρο, βρισκόμουν απείρως μακριά από τον εαυτό μου τον ίδιο.

Albert Sánchez Piñol, «Ψυχρό Δέρμα», Bell 2005 (μετάφραση Στράτος Ιωαννίδης)

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

διπαλυχαιτοκορμοεκτομία

Τον καιρό που ο Δόκτορας σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, είχε κουραστεί από την πολλή μελέτη, εκτός που του έτυχε και μια ερωτική απογοήτευση. Για όλα τούτα σκέφτηκε πως θα τον ωφελούσε μια μακρινή οδοιπορία. Ξεκίνησε μ’ ένα σακίδιο στον ώμο, διέσχισε την Ιντιάνα, το Κεντάκι, τη Βόρεια Καρολίνα, τη Γεωργία, έφτασε ως τη Φλόριντα. Απ’ όπου πέρασε, όλοι όσους αντάμωνε – αγρότες, βουνήσιοι, άνθρωποι που ζούσαν στα λιβάδια, ψαράδες – όλοι τον ρωτούσαν για ποιο λόγο οδοιπορούσε.
Επειδή αγαπούσε να λέει την αλήθεια, προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συμβαίνει. Τους είπε πως είχε πάθει νευρασθένεια κι ακόμη πως επιθυμούσε να επισκεφτεί τα μέρη εκείνα και να νοιώσει τη μυρωδιά της γης, να κοιτάξει το χορτάρι, τα πουλιά, τα δέντρα, να χαρεί τη φύση, και πως για όλα τούτα ο καλύτερος τρόπος ήταν να περιοδεύει πεζός. Μα δεν τους καλάρεσε που ακούσαν την αλήθεια. Σουφρώσανε τα φρύδια τους, κουνούσαν το κεφάλι τους με δυσπιστία κι άλλοι χαμογελάσανε ειρωνικά για να του δείξουν πως ξέρανε πως λέει ψέματα και πως τα ψέματά του τους διασκεδάζουν. Μερικοί πάλι φοβήθηκαν για τις θυγατέρες ή για τα γουρούνια τους και τον διατάξανε, αν θέλει το καλό του, να του δίνει από εκεί όσο μπορεί πιο γρήγορα.
Έτσι αποφάσισε να μην ξαναπεί την αλήθεια. Τους διηγήθηκε πως είχε βάλει στοίχημα και πως αν έφτανε στο τέρμα, θα κέρδιζε εκατό δολάρια. Τότε όλοι τον πιστέψανε και του φερθήκανε με συμπάθεια. Τον καλούσανε να φάει, να κοιμηθεί στο σπίτι τους, του ευχηθήκανε καλή επιτυχία και, γενικά, δείχνανε πως τον εκτιμούσαν. Ο Δόκτορας, ωστόσο, εξακολουθούσε ν’ αγαπάει την αλήθεια, μόλο που ήξερε πως δεν την αγαπά όλος ο κόσμος και πως είναι μια επικίνδυνη ερωμένη.

John Steinbeck, «Ο δρόμος με τις φάμπρικες», Ελευθεροτυπία 2006 (μετάφραση Κοσμάς Πολίτης)