Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

ο άνθρωπος πολλές φορές δεν βρίσκει της υπάρξεώς τους τον σκοπό

– Τι τόπος!... εψιθύρισεν ο νομάρχης με φρίκη.
– Να φύγουμε· είπεν ο αρχηγός.
Ο Τζιριτόκωστας όμως, με τον ελεεινό σύντροφό του, είχε φύγει απαρατήρητος από το Νυχτερέμι. Όταν εμάκρυνεν αρκετά, εστάθηκε μια στιγμή συλλογισμένος και αναποφάσιστος. Γύρω του εβασίλευεν ερημία και σιωπή. Στον κάμπο κάτω οι καπνοί του κονακιού ανέβαιναν ακόμη και απλώνονταν μαύροι και βαρείς. Του ήλιου οι αχτίνες μόλις κατώρθωναν να βάψουν χρυσοκόκκινα τα πλατειά νώτα τους και η αναλαμπή ετιναζόταν πέρα, στις κορφές των βουνών και τα φυλλώματα των δένδρων και στ’ ουρανού τα γαλανά κύματα, λες κι ήθελε να ζωγραφίση ονειροφάνταστη στον αέρα την άγρια πραγματικότητα της γης. Πίσω η κοιλάδα των Τεμπών, με την αντρειωμένη βλάστηση, τις καταπράσινες σπηλιές και τον ήσυχο ποταμό, σκοτεινή έχασκε μ’ έκφραση μακαριότητος κι εμπιστοσύνης ακλόνητης. Ο ζητιάνος το αποφάσισεν αμέσως. Αντί να περάση τη γέφυρα και να πάρη τον αμαξιτό δρόμο, που γρήγορα θα έπαιρναν οι Αρχές, εσκέφθηκε να χωθή με τον σύντροφό του εκεί σε μία κρυψώνα. Άμα επροσπερνούσαν εκείνοι, έπιανεν άλλον δρόμο αυτός. Και τότε τ’ όνειρό του επιτύχαινε. Θα είχεν όχι μήνα, αλλ’ όσον ήθελε τον αντικαταστάτη του Μουτζούρη!...
– Έτσι· είπε σαν ν’ απαντούσε σε καμμία εσωτερική του ερώτηση.
Και γοργός εκέντησε το γαϊδουράκι του να χωθή εκεί. Μόλις όμως έκαμε λίγα βήματα, τριποδισμός αλόγων και κύλημα τροχών ακούσθηκε. Ο Τζιριτόκωστας κατατρομαγμένος εχώθηκε στα πρώτα φυλλώματα της κοιλάδας. Η άμαξα μέσα σε σύγνεφο σκόνης επέρασε τη γέφυρα κι επήρε τον αντικρυνό δρόμο στις ρίζες του Κισσάβου. Ήταν μέσα οι Τούρκοι, ο αρχηγός, ο νομάρχης και ο ανακριτής. Πίσω επήγαινε τριποδίζοντας το άλογό του ο μοίραρχος. Και πάρα πίσω ληταρωμένοι, ελεεινοί, εβάδιζαν οι Καραγκούνηδες όλοι: ο Παπαρρίζος και ο πάρεδρος, ο Μαγουλάς και ο Τρίκας και λοιποί με απάθεια θαυμαστή στο πρόσωπο, σαν να επήγαιναν στο πεπρωμένον. Και πάρα πίσω, με κλαγγή σπαθιών και τριποδισμό αλόγων, οι στρατιώτες ακολουθούσαν βιαστικοί με τη βάναυση αδιαφορία τους.
Ο Τζιριτόκωστας εσήκωσε το κεφάλι μέσ’ από τα φυλλώματα κι εκοίταζε ζερβόδεξα, εμπρός τη μεγάλη και πολυφάνταχτη συνοδεία και κάτω το κατακαπνισμένο χωριό· και χασκογέλασμα ετάραξε τα χείλη του.
– Μωρέ, κοσμάκης!... είπε κουνώντας το κεφάλι.
Και δεν ήθελεν ούτε αυτός να ορίση, αν το έλεγε για εκείνους, που επήγαιναν εμπρός στον θρίαμβο, είτε για εκείνους που έμεναν πίσω στην απελπισία και την αποχτήνωση. Ο Τζιριτόκωστας, ήσυχος τώρα, επροχώρησε βαθύτερα. Είχεν εξασφαλίση το παράλλαγμα και δεν εσυλλογιζόταν πλέον παρά νέο ταξίδι και νέα τρόπαια. Τα κλαριά των πλατάνων μ’ ένα φύσημα του ανέμου έρριξαν καταπέτασμα πράσινο και πυκνό πίσω του, λες κι εφρόντιζαν να τον ασφαλίσουν από κάθε κυνήγημα. Η κοιλάδα πρόθυμη εδέχθηκε τον ζητιάνο στους υγρούς και μαλθακούς κρυψώνες της, όπως δέχεται τόσα κακούργα ερπετά και παράσιτα.
Ο άνθρωπος πολλές φορές δεν βρίσκει της υπάρξεώς τους τον σκοπό. Και όμως τα κρατεί στους κόρφους της η Φύσις, θεότης αδιάφορη, ανεπηρέαστη, ίση δείχνοντας αγάπη και στου Κάη τους καρπούς και στα πρωτοτόκια του Άβελ.

Ανδρέας Καρκαβίτσας, "Ο Ζητιάνος", Ελληνικά Γράμματα 2006

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

password

Δυο καλοκαίρια ολόκληρα, όταν πήγαινα στο χωριό για διακοπές, έκλεβα δίκτυο από το γείτονα. Στην αρχή το είχε ανοιχτό, χωρίς κωδικό. Όταν κατάλαβε ότι κάποιος τον έκλεβε, έβαλε password. Μια μέρα στο καφενείο τον ρώτησα την ημερομηνία γέννησής του, δήθεν ότι ήθελα να μάθω το ζώδιό του. Γύρισα σπίτι και πληκτρολόγησα τους αριθμούς. Δυο καλοκαίρια έτσι κατέβαζα μουσική. Ως κι ευχετήρια κάρτα σκέφτηκα να του στείλω στα γενέθλιά του. Σήμερα, 19 Ιουνίου 2009, μόλις πήρα την άδεια μου, μπήκα στο λεωφορείο για το χωριό. Φτάνω και βλέπω απέναντι φέρετρο. Γνέφω στη μάνα μου. "Τον χτύπησε αυτοκίνητο" είπε. "Πήγε άδικα, τόσο νέος". Ανέβηκα στο δωμάτιό μου, άνοιξα το λάπτοπ και πληκτρολόγησα το password: δούλευε ρολόι.

Γιάννης Παλαβός, "Αστείο", Νεφέλη 2012

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

κάθε άνθρωπος

Ήξερα μόνο ποια σκέψη τάχυνε το βήμα του και γιατί κοίταζε το λίγο φως της μέρας με τόσο ποθεινό μάτι. Είχε σκοτώσει ό,τι αγαπούσε κι έπρεπε να πεθάνει.
Κι όμως. Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά κι ας το ξέρει ο καθείς: άλλος μ' ερωτικά γλυκόλογα, ο δειλός με φιλί κι ο αντρείος με σπαθί.
Ένας σκοτώνει την αγάπη του νέος, άλλοι όταν γερνάν, ένας τη πνίγει με τα χέρια του πόθου, άλλος με τα χέρια του πλούτου. Οι πιο συμπονετικοί τη μαχαιρώνουνε γιατί έτσι ο νεκρός παγώνει γρηγορώτερα.
Άλλοι αγαπούνε λίγο, άλλοι πιότερο, άλλοι πουλάνε τον έρωτα, άλλοι τον αγοράζουν, άλλοι σκοτώνουν με δάκρια κι άλλοι βουβά χωρίς στεναγμό, γιατί καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά. Κι όμως. Δε πληρώνουν όλοι τόσον ακριβά.
Δε πεθαίνει μ' ατιμωτικό θάνατο μια μέρα σκοτεινή, σιωπηλού πόνου. Δε του περνάνε στο λαιμό το σκοινί, ούτε του φοράνε τη μάσκα στο πρόσωπο. Δε νιώθει τα πόδια του στο κενό και τη σανίδα να ξεγλυστρά κάτωθε τους. Δε βρίσκεται μέσα σε σιωπηλούς φύλακες, να τονε προσέχουν νυχτοήμερα, τις ώρες που θέλει να κλάψει ή να προσευχηθεί, που φοβούνται μη κλέψει από τον δήμιο το θύμα του.
Δε ξυπνά μια παγωμένη αυγή για να βρεθεί τριγυρισμένος από φριχτές φυσιογνωμίες που γεμίζουνε το κελί του, τον λειτουργό του Υψίστου, τον εισαγγελέα με το σοβαρό πρόσωπο και τον κυβερνήτη με το μαύρο επίσημο κοστούμι, με πρόσωπο χλωμό αυστηρό σα του τελευταίου κριτή.
Δε σηκώνεται με πένθιμη σπουδή για να ντυθεί τη φορεσιά του μελλοθανάτου, ενώ ο γιατρός αμίλητος και σκοτεινός τονε παρατηρεί και γράφει κάθε χειρονομία και κάθε νευρική του σύσπαση, κρατώντας ρολόγι που το ελαφρό τικ-τακ του ηχεί σα βαρύ χτύπημα σφυριού.
Δε γνωρίζει την αποκαρδιωτική δίψα που κολλά σαν άμμος στο λαιμό, πριν ο δήμιος με τα χοντρά πέτσινα γάντια του, μπει από τη σιδερόφραχτη πόρτα για να τυλίξει το λαιμό με σκοινιά, ώστε να μη ξαναδιψάσει ο λαιμός ποτέ.
Δε σκύβει για ν' ακούσει τη νεκρώσιμη ακολουθία, ενώ ο φόβος της ψυχής του, του δίνει τη σιγουριά πως ακόμα δε πέθανε. Δε διασταυρώνεται με το ίδιο του το φέρετρο, περνώντας κάτω από τα φριχτά υπόγεια.
Δε ρίχνει τη τελευταία ματιά στον ουρανό μες από γυάλινο φεγγίτη, δε προσεύχεται με πετρωμένα χείλη ζητώντας το τέλος της αγωνίας του, μήτε κι αισθάνεται με ανατριχίλα στο μάγουλό του, το φιλί του Καϊάφα.

Oscar Wilde, "Η Μπαλάντα Της Φυλακής Του Ρήντινγκ", Κορόντζη 1977 (μετάφραση Κατερίνα Παπά)

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

εξαιτίας της αχόρταγης τρέλας

Μην ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο μου τον εαυτό, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύτηκε σ' αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του. Παίζοντας λοιπόν ένιωθα έναν ερεθισμό και μια διέγερση που άγγιζαν τα όρια της μανίας. Στις αρχές μπορούσα ακόμα να σκέφτομαι με ηρεμία και σύνεση, έκανα διαλείμματα ανάμεσα στις παρτίδες, για να ξεκουράζομαι. Γρήγορα όμως τα τεντωμένα νεύρα μου δε μου επέτρεπαν πια να περιμένω. Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμεί ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς. Δεν μπορώ ούτε κατά προσέγγιση να υπολογίσω πόσες παρτίδες έπαιξα κατ' αυτόν τον τρόπο, εξαιτίας της αχόρταγης τρέλας που με δυνάστευε, κατά τη διάρκεια των τελευταίων εκείνων μηνών στο κελί μου - ίσως χίλιες, ίσως περισσότερες. Ήταν μια μανία ενάντια στην οποία δεν μπορούσα να αμυνθώ. Από το πρωί μέχρι το βράδυ δεν σκεφτόμουν άλλο τίποτα παρά στρατιώτες, πύργους, βασιλιάδες και αξιωματικούς και Α και Β και Γ και ματ και ροκέ. Όλη μου η ύπαρξη, όλες μου οι αισθήσεις συγκεντρώνονταν στα τετραγωνάκια της σκακιέρας. Η χαρά του παιχνιδιού είχε σταδιακά μετατραπεί σε μανία, η μανία σε εμμονή, η εμμονή σε μια φρενιτιώδη λύσσα, που δεν τυραννούσε μονάχα τις ώρες του ξύπνιου μου, αλλά γρήγορα άρχισε να εξουσιάζει και τον ύπνο μου. Δεν μπορούσα πια να σκεφτώ τίποτα έξω από το σκάκι, τις κινήσεις των πιονιών του, τα στρατηγικά του προβλήματα. Μερικές φορές ξυπνούσα με το μέτωπο μουσκεμένο στον ιδρώτα και συνειδητοποιούσα ότι άθελά μου είχα συνεχίσει το παιχνίδι και στον ύπνο μου. Αλλά κι όταν ονειρευόμουν ανθρώπους, τους έβλεπα να κινούνται με τον τρόπο των αξιωματικών και των πύργων, ή με τον χαρακτηριστικό τρόπο των αλόγων.

Stefan Sweig, "Σκακιστική Νουβέλα", Άγρα 1991 (μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

τόσο ελαφρύς που 'γινα

και εγώ συνέχεια να εγκρίνω, για να μπορώ να 'μαι ελεύθερος σε λίγο να τρέξω, να τρέξω, να τρέξω, εγώ που δεν τρώω τίποτα, που μέρα με τη μέρα γίνομαι όλο και πιο ελαφρύς, που δεν βαραίνω για να μπορώ στα κρυφά να ψάχνω αυτό που ψάχνω, πιο πέρα απ' αυτούς που κατεβάζουν τον άμπακο αραχτοί σε κύκλο, έξω στα καφενεία, να εγκρίνω, να εγκρίνω, να μεθάω με το φαγοπότι για το οποίο λέγανε, νιώθοντας τον άνεμο στην πλάτη να με κάνει να ταλαντεύομαι, θα μ' έπαιρνε και θα με σήκωνε αν δεν είχα αγκιστρωθεί διακριτικά σ' εκείνους τους πρησμένους καλοφαγάδες και τη βαριά σαν μολύβι μαλακία τους, θα με είχε παρασύρει τόσο ελαφρύς που 'γινα, σαν τα ρεύματα του αέρα που σε εξαφάνισαν στη γωνιά του δρόμου, ευθύς μόλις σε πήρε το μάτι μου, μια, δυο, τρεις φορές. βλέποντας από πολύ μακριά ότι είσαι ακόμα παιδί, τα παράτησα όλα, με πήρε ο άνεμος και έτρεξα νιώθοντας ότι μόλις και άγγιζα το έδαφος, τόσο γρήγορα όσο κι εσύ, δίχως κανείς να με εμποδίσει τούτη τη φορά, να σε πλησιάσω επιτέλους: μη με παίρνεις για κανέναν πούστη φίλε, επειδή τρέχω και σε πιάνω απ' το μπράτσο, σε σταματάω και σου μιλάω δίχως στ' αλήθεια να σε ξέρω, σε γνωρίζω όμως αρκετά καλά κι έτσι φίλε, για να σου μιλήσω γι' αυτό -μια κοπέλα σε μια γέφυρα- δεν μπορώ να το κρατάω για μένα - θα τολμούσε εξάλλου ένας πούστης να σου κολλήσει δίχως να 'χει τα μέσα, με ρούχα και μαλλιά μουσκίδι; με βλέπεις έτσι τώρα, το κεφάλι μου να μη στέκει και καλά (αλλά θα μου περάσει),

Bernard-Marie Koltès, "Η Νύχτα μόλις πριν από τα Δάση", Άγρα 1993 (μετάφραση Μάγια Λυμπεροπούλου)

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

ein holzstern

Ένα ξύλινο αστέρι, γαλάζιο,
φτιαγμένο από μικρούς ρόμβους. Σήμερα, από
το πιο νεαρό μας χέρι.

Η λέξη, ενώ
τινάζεις το αλάτι από τη νύχτα, το βλέμμα
ψάχνει ξανά το αντήλιο:

-Ένα αστέρι, βάλε το,
βάλε το αστέρι μέσα στη νύχτα.

(-Στη δική μου, στη
δική μου.)

Paul Celan, "Γλωσσικό Πλέγμα", Άγρα 2012 (μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου)

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

μην κατηγορείς εμένα

Την πόρτα μου άνοιξε η Ντάινα Μπραντ. Το μεγάλο αισθησιακό της στόμα ήταν βαμμένο σωστά αυτή τη φορά, αλλά τα καστανά μαλλιά της χρειάζονταν πάλι χτένισμα και στο μεταξωτό πορτοκαλί της φόρεμα υπήρχαν λεκέδες.
"Ακόμα ζεις" είπε "τίποτα δεν σε πιάνει. Πέρνα μέσα".
Μπήκαμε στο ακατάστατο σαλόνι της. Ο Νταν Ρολφ και ο Μαξ Θάλερ έπαιζαν πινάκλ. Ο Ρολφ μού κούνησε το κεφάλι του, ενώ ο Θάλερ σηκώθηκε και με χαιρέτησε.
Είπε με τη βραχνή ψιθυριστή φωνή του: "Άκουσα πως κήρυξες πόλεμο στην Πόιζονβιλ".
"Μην κατηγορείς εμένα. Έχω έναν πελάτη που θέλει να φρεσκάρει το μέρος".
"Ήθελε πράγματι, αλλά δεν σημαίνει πως το θέλει ακόμη. Γιατί δεν τα παρατάς;"
Έβγαλα λόγο: "Δεν μ' αρέσει ο τρόπος που με αντιμετώπισε η Πόιζονβιλ. Τώρα μου δίνεται μια ευκαιρία να πατσίσω. Εσείς τα βρήκατε μεταξύ σας, περασμένα ξεχασμένα. Και θέλετε να μείνετε μόνοι σας. Αν με είχατε αφήσει κι εμένα μόνο μου, τώρα θα ήμουν στο Σαν Φρανσίσκο. Αλλά δεν το κάνατε, ειδικά ο χοντρομπαλάς ο Νούναν. Έκανε τρεις απόπειρες εναντίον μου μέσα σε δύο μέρες. Πάει πολύ. Τώρα είναι η σειρά μου να τον κουρελιάσω κι αυτό ακριβώς θα κάνω. Η Πόιζονβιλ είναι ώριμη για θερισμό. Μ' αρέσει ο θερισμός".
"Αν είσαι ζωντανός" είπε ο τζογαδόρος.

Dashiell Hammett, "Ο Κόκκινος Θερισμός", Μεταίχμιο 2005 (μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης)

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

ειδικά όταν τρως

Για ακόμα μια φορά πέφτεις θύμα των τύψεων και κάθεσαι να φας. Η μάνα σου έχει ξεχάσει οτιδήποτε κι αν ειπώθηκε πριν και έχει ξεκινήσει δεύτερο γύρο ερωταπαντήσεων. Γιατί η μάνα σου, ειδικά όταν τρως και δεν μπορείς να μιλήσεις, ρωτάει κι απαντάει μόνη της, είναι καταπληκτικό αυτό. Κι εντάξει να ρωτάει και να απαντάει, το οποίο είναι εκνευριστικό έτσι κι αλλιώς, αλλά αυτή το έχει πάει παραπέρα το πράγμα. Καταφέρνει να σου δημιουργεί και άγχος. Γιατί εκεί που τρως και δεν μπορείς να μιλήσεις, κάνει την ερώτηση, περιμένει (ενώ ξέρει ότι μασάς) και τη στιγμή που προσπαθείς να καταπιείς γρήγορα, σχεδόν προσπαθείς να πνιγείς για να της απαντήσεις, απαντάει μόνη της. Φανταστικό. Μεγάλη σύλληψη.

Κωλόγρια, "Παράφρον Κρέας", Falimento Books 2010

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

αναλαμβάνοντας εκ νέου δράση

να επιτυγχάνω στόχους και φιλοδοξίες
να ξεπερνώ εμπόδια και να επιτυγχάνω υψηλές επιδόσεις
να αυξάνω τον αυτοσεβασμό με την επιτυχή άσκηση του ταλέντου
να υπερνικώ τους αντιπάλους
να ασκώ έλεγχο και επιρροή στους άλλους
να υπερασπίζω τον εαυτό μου
να υπερασπίζω τον ψυχολογικό μου χώρο
να δικαιώνω το εγώ
να προσελκύω την προσοχή
να φαίνομαι και να ακούγομαι
να συγκινώ, να καταπλήσσω, να γοητεύω, να αιφνιδιάζω, να διεγείρω, να ψυχαγωγώ, να διασκεδάζω ή να ξελογιάζω τους άλλους
να είμαι ελεύθερη από κοινωνικούς περιορισμούς
να αντιστέκομαι στην καταπίεση και στον καταναγκασμό
να είμαι ανεξάρτητη και να δρω ανάλογα με τις επιθυμίες μου
να περιφρονώ τους τύπους
να αποφεύγω τον πόνο
να αποφεύγω την ντροπή
να ξεπλένω παλιές ταπεινώσεις αναλαμβάνοντας εκ νέου δράση
να διατηρώ τον αυτοσεβασμό μου
να καταστέλλω το φόβο
να ξεπερνώ την αδυναμία
να ανήκω
να είμαι αποδεκτή
να πλησιάζω και να επικοινωνώ ευχάριστα με τους άλλους
να συνομιλώ φιλικά, να λέω ανέκδοτα, να ανταλλάσσω συναισθήματα, ιδέες, μυστικά
να επικοινωνώ, να συνομιλώ
να γελάω και να κάνω καλαμπούρια
να κερδίζω τη στοργή του επιθυμητού Άλλου
να προσκολλώμαι και να παραμένω πιστή στον Άλλο
να απολαμβάνω αισθησιακές εμπειρίες με αυτόν τον καθεξόμενο Άλλον
να τρέφω, να βοηθώ, να προστατεύω, να ανακουφίζω, να παρηγορώ, να υποστηρίζω
να νοσηλεύω ή να θεραπεύω
να με τρέφουν, να με βοηθούν, να με προστατεύουν, να με ανακουφίζουν, να με παρηγορούν, να με υποστηρίζουν, να με νοσηλεύουν ή να με θεραπεύουν
να σχηματίζω αμοιβαίως ευχάριστες, μόνιμες, συνεργατικές και ανταποδοτικές σχέσεις με τον Άλλον, με έναν όμοιο
να με συγχωρούν
να με αγαπούν
να είμαι ελεύθερη

Sarah Kane, "4.48 Ψύχωση", Κοάν 2001 (μετάφραση Ρούλα Πατεράκη, Αντώνης Γαλέος)

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

σ' αυτό το δωμάτιο έμαθα να γράφω

Όταν ήμουνα μικρή, πήγαινα κρυφά να δω ένα γέρο που έμενε δίπλα μας. Το δωμάτιό του είχε αυτή τη μυρωδιά -ένα μείγμα μούχλας και υγρασίας- που έχουν τα δωμάτια όπου ζουν οι ετοιμοθάνατοι Τον λάτρευα. Καθόταν πάντα σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, το φως έπεφτε πάνω στα χέρια του, στο στεγνό του δέρμα, το φως κάθε μέρα έδειχνε και πιο εκτυφλωτικά το θάνατο που τα ψηλαφούσε πάνω σ' αυτά τα χέρια, και ο γέρος ψηλαφούσε κι αυτός με τα ίδια του τα χέρια τα μπράτσα της πολυθρόνας κάθε μέρα τα έσφιγγε πιο πολύ, δεν ήθελε να φύγει. Γονάτιζα και φίλαγα αυτά τα χέρια με τέτοια αγάπη, τέτοια φλόγα, που ούτε για σένα δεν την έχω αισθανθεί. Φιλούσα τις παλάμες του και θυμάμαι ήταν τόσο ξερές, που μετά το στόμα μου ήταν κόκκινο, ερεθισμένο. Άρχιζα να του λέω ιστορίες με νερά, ποτάμια, κατακλυσμούς, τα 'φτιαχνα εκείνη την ώρα κι ήταν ασύνδετα, τρελά, εκπληκτικά, κι εκείνος άκουγε και χαμογελούσε, ίσως να πέθαινε νωρίτερα αν δεν τον έλουζαν οι ιστορίες μου με τέτοια δροσιά Του περιέγραφα πως έπεφτε η βροχή πάνω σε μια πόλη, πως γυάλιζαν τα πεζοδρόμια, οι σκεπές, πως τρέχαν οι περαστικοί, πως άναβαν τα πρώτα φώτα στους δρόμους. Τα χέρια του τότε χαλάρωναν, αφήνανε για λίγο την πολυθρόνα και με παρακαλούσε, "πες μου άλλο ένα". Σ' αυτό το δωμάτιο, μ' αυτόν τον ετοιμοθάνατο, έμαθα να γράφω. Αν οι ιστορίες μου είχανε τη δύναμη ν' απομακρύνουνε το θάνατο, να ξεδιψάσουνε, να γεμίσουνε ένα δωμάτιο με παρουσίες πιο ζωντανές από τη λάμπα, το κρεβάτι, το βρώμικο ποτήρι, είχανε και τη δύναμη ν΄ αλλάξουνε τον κόσμο. Από τότε προσπαθώ να γράψω όπως μιλούσα σ' αυτόν τον γέρο. Αλλά μου λείπει η φλόγα, η αγάπη.

Μαργαρίτα Καραπάνου, "Ο Υπνοβάτης", Καστανιώτης 1997