Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ψάχνοντας για λυκάνθρωπους

Όταν φεύγει ο Τρεντ προσπαθώ να πάρω τον Τζούλιαν, αλλά δεν απαντάει κι αναρωτιέμαι πού μπορεί να 'ναι. Αφού κλείνω το τηλέφωνο είμαι τελείως βέβαιος ότι ακούω κάποιον να ξεφωνίζει στο διπλανό σπίτι, κάτω στο φαράγγι, και κλείνω το παράθυρό μου. Ακούω ακόμα το σκυλί που γαβγίζει από πίσω, ο σταθμός KROQ παίζει παλιά τραγούδια των Doors, το κανάλι δεκατρία παίζει τον "Πόλεμο των Κόσμων" και το γυρνάω να δω κάποιο θρησκευτικό πρόγραμμα όπου ο ιεροκήρυκας στριγκλίζει "Αφήστε τον Θεό να σας χρησιμοποιήσει, να σας χρησιμοποιήσει. Ο Θεός θέλει να σας χρησιμοποιήσει. Χαλαρώστε και αφήστε τον να σας χρησιμοποιήσει, να σας χρησιμοποιήσει". "Χαλαρώστε" απαγγέλει συνέχεια τραγουδιστά. "Να σας χρησιμοποιήσει, να σας χρησιμοποιήσει". Πίνω τζιν με λιωμένο πάγο στο κρεβάτι και φαντάζομαι ότι ακούω κάποιον που προσπαθεί να διαρρήξει το σπίτι. Ο Ντάνιελ όμως λέει στο τηλέφωνο ότι μάλλον είναι οι αδερφές μου που πάνε να πάρουν ένα ποτό. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω τον Ντάνιελ απόψε. Στις ειδήσεις ακούω ότι τέσσερα άτομα δάρθηκαν μέχρι θανάτου στους λόφους χτες βράδυ και μένω ξάγρυπνος όλη νύχτα σχεδόν, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, με το βλέμμα στυλωμένο στην πίσω αυλή, ψάχνοντας για λυκάνθρωπους.

Bret Easton Ellis, "Λιγότερο από το Μηδέν", Σέλας 1987 (μετάφραση Ιουλία Ραλλίδη)

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

κι έρχεται κι άλλος ήλιος

Όπου ξαφνικά θυμήθηκα την Υλαγιαλή. Όλο εκείνο το βράδυ δε μούχε ρθει στο μυαλό! Και ένα φως διαπέρασε σιγά-σιγά το σκοτάδι της ψυχής μου, μια αδύνατη αχτίδα ήλιος, που ήρθε και τη ζέστανε στοργικά. Κι έρχεται κι άλλος ήλιος, ένα μαλακό, λεπτό φως, σαν από μετάξι, που με χάιδεβε τόσο απαλά και μ' αποκοίμιζε. Κι ο ήλιος πληθαίνει ολοένα, ολοένα και δυναμώνει, μεγαλώνει, ανάβει φωτιά στα μηνίγγια μου, και ψήνει βαρύς και καφτερός σα μολύβι το ρουφηγμένο μου μυαλό. Και στο τέλος παίρνει φωτιά μπροστά στα μάτια μου ένα παράφορο καμίνι από φλόγες, ένας πυρπολημένος ουρανός και γη, άνθρωποι και ζώα από φωτιά, βουνά από φωτιά, σατανάδες από φωτιά, μια άβυσσο και μια έρημο, ένα σύμπαν μέσα στις φλόγες! Το τέλος ενού κόσμου μέσα σε φλόγες και σε καπνούς.
Και δεν είδα και δεν άκουσα πια τίποτα...

Knut Hamsun, "Η Πείνα", Δωρικός 1971 (μετάφραση Βασίλης Δασκαλάκης)

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

σταλμένα από καλούς βοηθητικούς φίλους

Υπήρχε κάτι το εριστικό στη φωνή της. Ήτανε σαν ένα φυτό την άνοιξη, που έχει τις ρίζες του σε βρώμικη γη, κ ' ένα λουλούδι, που γυρεύει τον καθαρό αέρα. Κοντά της ένιωθε πολύ καθαρά, πως όλες οι αλήθειες της ανατολικής μεριάς του βουνού, χάνανε το κύρος τους και πως άλλες, καινούριες αλήθειες παίρνανε τη θέση τους. Είχε φωτεινά μάτια, που όταν γύριζε προς το φως γιόμιζαν από κόκκινα και πράσινα στίγματα. Αν τα κοίταζες, όμως, από κοντά, έβλεπες πως δεν ήντουσαν ούτε κόκκινα μήτε πράσινα. Θα τα παρομοίαζες πιότερο με πυρωμένο σίδερο, κάτω από το φς της μέρας. Το χαμόγελο της απλωνότανε γύρω από το στόμα της κάπως απρόσωπο κι ωστόσο πολύ παράξενο, πράμα που μπορείς να συναντήσεις τόσο σε ανθρώπους όσο και σε ζώα, ακόμα και στον εαυτό σου: ένα χαμόγελο που δεν αφορά κανένανε. Φάνηκε και χάθηκε, στο πρόσωπο της, μέσα σε μια στιγμή, σα φύσημα του αέρα.
Έπαψε γρήγορα να μιλά μαζί του. Φαινότανε αφηρημένη, μουρμούριζε, μάλιστα, κ' ένα χορευτικό τραγούδι, κι αυτό κράτησε κάμποση ώρα. Στάθηκε πάλι στο παράθυρο και κοίταζε έξω, βαθιά βυθισμένη μέσα της. Μέσα της, χωρίς άλλο κατοικούσε κάποιο πνεύμα, που ένιωθε σπίτι του και σ' αυτόν και σ' έναν άλλον κόσμο. Όταν, ύστερα, ξαναστράφηκε προς το μέρος του, παράτησε το παράθυρο και δε σιγοτραγούδαγε πια, τον θυμήθηκε πάλι. Χαμογέλασε, πήγε κοντά του και του έσφιξε το χέρι, για να του δείξη, πως ήτανε εκεί.
-Πρέπει να 'μαστε ώριμοι, είπε, ψυχικά ώριμοι. Και πως είναι κανείς ψυχικά ώριμος; Το να είναι ευαίσθητος στα ρεύματα, που είναι παντού γύρω μας, σταλμένα από καλούς βοηθητικούς φίλους. Πρέπει ν' αγαπάμε ο ένας τον άλλο, σαν αόρατα όντα μέσα στο διάστημα. Ο Θεός είναι αγάπη. Πρέπει να προσεύχεσαι για την Ισλανδία.

Halldór Laxness, "Το Φως του Κόσμου", Δωδώνη 1978 (μετάφραση Άρης Δικταίος)

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

αν την ίδια στιγμή μια μύγα

Έπειτα, με διαδοχικά τσιμπολογήματα, φέρτε τα χείλη απ' το σβέρκο προς το σαγόνι, λίγο πιο κάτω απ' το αυτί. Φιλήστε αέρινα το λοβό. Μην ξεχαστείτε εκεί - επιστρέψτε πάραυτα στην τρυφερή απαλότητα του σαγονιού της. Από εκεί οι δρόμοι είναι ανοιχτοί και τα σκυλιά δεμένα. Διασχίστε με τα χείλη το απαλό, χνουδωτό μάγουλο (χνουδωτό;) ώσπου να φτάσετε στη γωνία των χειλών της. Θα καταλάβετε το πότε θα συμβεί και με κλειστά μάτια, γιατί ξαφνικά θα νιώσετε να σφίγγει τους ώμους. Ο λόγος γι' αυτό το σφίξιμο είναι πως τα χείλη αποτελούν μια απ' τις κύριες ερωτογενείς ζώνες του σώματος. Οι νευρικές απολήξεις τους είναι τόσο ευαίσθητες, ώστε και το παραμικρό οπτικό ερέθισμα στέλνει αμέσως ένα ευφρόσυνο μήνυμα στο νευρικό σύστημα, στους μυς και τους αδένες (γι' αυτό και τα φιλιά πρέπει να δίνονται πάντοτε σε εσωτερικό χώρο - αν την ίδια στιγμή μια μύγα έρθει και καθίσει στο ακρόχειλό της, η κοπέλα μπορεί να ερωτευτεί τη μύγα).

Hugh Morris, "Η Τέχνη του Φιλιού", Πατάκης 2006 (διασκευή Πέτρος Χατζόπουλος)

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

το δικαίωμα στην οργή

Σε συνθήκες όπου ο εκφοβισμός διαθέτει τα μέσα για να πραγματοποιηθεί, η απειλή απαιτεί κάτι παραπάνω από την απλή επίκληση αντιποίνων.
Ο καθένας έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κάθε αποτρεπτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένης της βίας, για να υπερασπιστεί τη ζωή ενάντια στις δυνάμεις που είναι αποφασισμένες να την καταστρέψουν. Το να ζητάς το θάνατο ενός τυρράνου -είτε πρόκειται για πολιτικό άνδρα, είτε για αφεντικό, ντόπιο βασανιστή, δολοφόνο που δρα επ' ονόματι του κράτους ή επ' ονόματι ιδιωτών- αντί να πολεμάς το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που παράγει τέτοιους αχρείους, μαρτυρεί ασφαλώς, τόσο από ανθρωπιστική άποψη όσο και από τη σκοπιά της αποτελεσματικότητας, διπλή ασυνέπεια, αλλά δεν επισύρει ποινική καταδίκη. Το να αναθεματίζεις ένα δήμιο, έναν εκμεταλλευτή, ένα μαφιόζο συνδέεται με το δικαίωμα στην οργή, όσο προσβλητική ή ίσως αδικαιολόγητη κι αν είναι.

Raoul Vaneigem, "Τίποτα Δεν Είναι Ιερό, Όλα Μπορούν Να Λεχθούν", Σαββάλας 2000 (μετάφραση Αναστασία Καραστάση)

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

κι ακόμη διψούσαν

Το κορίτσι στεκόταν ακριβώς απέναντί μου. Μου φάνηκε όμως ότι δεν έβλεπε τίποτε γύρω του. Κοίταζε μπροστά του χωρίς να βλέπει τίποτα. Στις άκρες των χειλιών του είχε παγώσει ένα φοβισμένο, γοητευτικό χαμόγελο, λες και σκεφτόταν κάποιον που ήταν απών.
Και ξαφνικά, μέσα από τον φεγγίτη, είδα εκείνα τα φοβερά, γοητευτικά μάτια, που έμοιαζαν να ρίχνουν επικριτικά βλέμματα σε όποιον κοίταζε το κορίτσι, μάτια ανήσυχα, γεμάτα απορία, απειλητικά, μάτια που υπόσχονταν, που τρόμαζαν και ταυτόχρονα μαγνήτιζαν. Και η φωτεινή αχτίδα της ζωής μου έπεσε σ' εκείνα τα λαμπερά, εκφραστικά, μαγικά βάθη και χάθηκε στην άβυσσό τους. Αυτός ο μαγικό καθρέφτης τράβηξε χωρίς αντίσταση την ύπαρξή μου μες στη γοητεία του. Τούτα τα σκιστά τουρκμένικα μάτια σκορπούσαν μια υπερφυσική ακτινοβολία, που με φόβιζε και με μεθούσε. Το κορίτσι έμοιαζε να έχει στραμμένα αυτά τα μάτια προς ένα μακρινό, γεμάτο φόβο τοπίο, ένα τοπίο που δεν μπορούσε να δει κανείς. Είχε ψηλά ζυγωματικά, φαρδύ μέτωπο, λεπτά και σμιχτά φρύδια, και μισάνοιχτα σαρκώδη χείλη, που έδιναν την εντύπωση πως μόλις χώρισαν από ένα μακρύ παθιασμένο φιλί κι ακόμη διψούσαν. Τα ακάλυπτα, μαύρα, ατημέλητα μαλλιά του πλαισίωναν το χλωμό σαν φεγγάρι πρόσωπό του, ενώ ένα τσουλούφι ξέφευγε και έπεφτε στον κρόταφό του. Η απαλότητα των μελών του, η ελαφράδα και η χαλαρότητα των κινήσεών του μαρτυρούσαν πόσο εύθραυστο ήταν, έτοιμο να σπάσει. Οι αρμονικές κινήσεις του κοριτσιού θύμιζαν μπαγιαντέρα, Ινδή χορεύτρια ναού.

صادق هدایت, "Η Τυφλή Κουκουβάγια", Τόπος 2009 (μετάφραση Φωτεινή Σιδηροπούλου)

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

κυνηγοί ονείρων

Κυνηγοί Ονείρων: Αίρεση χαζάρων ιερωμένων που προστάτιδά του ήταν η πριγκίπισσα Ατέχ. Είχαν την ικανότητα να διαβάζουν τα ξένα όνειρα, να κατοικούν μέσα τους, όπως στο σπίτι τους, και να κυνηγούν ορμώντας μέσα απ' αυτά το αγρίμι που τους υπέδειξαν - άνθρωπο, πράγμα ή ζώο. Η παρατήρηση ενός από τους πιο ηλικιωμένους κυνηγούς ονείρων έχει διαφυλαχθεί και λέει: "Στο όνειρο νιώθουμε όπως στο ψάρι στο νερό. Κατά καιρούς αναδυόμαστε από το όνειρο, ρίχνουμε μια ματιά στον κόσμο στην ακτή, αλλά ξανά βυθιζόμαστε βιαστικά και με απληστία, επειδή νιώθουμε καλά μόνο στα βάθη. Σ' αυτές τις σύντομες αναδύσεις μας στη στεριά παρατηρούμε ένα παράξενο πλάσμα, πιο οκνηρό από μας, συνηθισμένο να αναπνέει με διαφορετικό τρόπο από μας και κολλημένο με όλο του το βάρος στη στεριά του, αλλά επίσης στερημένο από τις ηδονές μέσα στις οποίες εμείς ζούμε όπως στο ίδιο μας το σώμα. Γιατί εδώ κάτω η ηδονή και το σώμα είναι αξεχώριστα και είναι ένα και το αυτό. Αυτό το πλάσμα έξω, αυτό είμαστε επίσης εμείς, αλλά εμείς σ' ένα εκατομμύριο χρόνια και ανάμεσα σε μας και αυτό, πέρα από τα χρόνια υπάρχει και η φοβερή ατυχία που γκρεμίστηκε πάνω σ' αυτό το πλάσμα έξω, αφού διαχώρισε το σώμα από την ηδονή..."
Ένας από τους πιο φημισμένους αναγνώστες ονείρων, σύμφωνα με την παράδοση, ονομαζόταν Μοκαντάσα αλ-Σαφέρ. Εκείνος κατάφερε να διεισδύσει βαθύτερα στο μυστικό, πέτυχε να δαμάσει τα ψάρια σε ξένα όνειρα, να ανοίξει την πόρτα σε όνειρα άλλων, να καταδυθεί στα όνειρα βαθύτερα από οποιονδήποτε, πριν από εκείνον, μέχρι τον Θεό, γιατί στο βυθό κάθε ονείρου κείται ο Θεός.

Милорад Павић, "Το Λεξικό των Χαζάρων", Καστανιώτης 2003 (μετάφραση Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης)