Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

και τέλος τον στραβώσαμε

Μα για μένα, συνεχίζει να μου λέει, όλοι οι άνθρωποι, σε όποια τάξη και να ανήκουν, είναι όχι μόνο σα φίλοι μου αλλά τους νιώθω αδέρφια μου! Έχω το αίσθημα πως όλοι μας είμαστε το ίδιο. Από την ίδια ύλη φτιαγμένοι και από την ίδια πηγή βγαλμένοι. Ελάχιστες είναι οι διαφορές μας. Και αν υπάρχουν, εμείς οι άνθρωποι τις δημιουργήσαμε, περιορίζοντας τον συνάνθρωπό μας μέσα σε όρια μιζέριας, αμορφωσιάς, τάξεων. Και τέλος τον στραβώσαμε. Αν κι εσείς ή κι εγώ ζούσαμε μέσα στις άθλιες συνθήκες, μέσα σε τρώγλες, όπως είδα να ζούνε τους ανθρώπους στο Σαιντ Ετιέν, στην εργατούπολη, πολύ αμφιβάλλω αν είχατε διάθεση να με ακούτε τώρα να φλυαρώ, και εγώ η ίδια να διάθεση να διαβάσω και να καταλάβω τον Πλάτωνα!... Ο μόνος που μπόρεσε και πέρασε στην τρώγλη που κατοικούσα (ευτυχώς ήμουν μοναχή σαν εργαζόμουν στα εργοστάσια Ρενώ) ήταν ο Χριστός! Δε λέω ο Χριστός σας, για δεν είμαι, όπως σας είπα, χριστιανή, αλλά απλώς ο Χριστός. 

Λιλίκα Νάκου, "Προσωπικότητες που Γνώρισα", Alvin Redman 1965

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

αν κατέβαινε ο Θεός

Διασχίσαμε τη γέφυρα του Τίβερη.
"Τα υπόλοιπα τα ελέγξαμε μαζί χθες το βράδυ. Έχεις τα πάντα."
"Ναι, έχω τα πάντα."
Είχαμε σταματήσει σε ένα φανάρι. Μια γυναίκα μέσα σε ένα Τσικουεντσέντο κοίταζε ίσια μπροστά της. Στο πεζοδρόμιο ένας γέρος τράβαγε δύο λαμπραντόρ. Ένας γλάρος είχε κουρνιάσει στο σκελετό ενός δένδρου πνιγμένου σε πλαστικές σακούλες. Το νερό του ποταμού είχε το χρώμα της λάσπης. Αν κατέβαινε ο Θεός και με ρωτούσε αν θα ήθελα να είμαι εκείνος ο γλάρος, θα απαντούσα ναι.
Έβγαλα τη ζώνη ασφαλείας. "Άσε με εδώ."

Niccolò Ammaniti, "Εγώ κι Εσύ", Καστανιώτης 2011 (μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης)

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

e mare molto agitato

Από κάμποσες μέρες πυκνά σύννεφα είχαν μαζευτεί απάνω από τη Ρώμη, και βαριά βροχή ράπιζε τα τείχη της και τα ερείπιά της. Το πρωί διάβασα σε μια εφημερίδα ένα πολύ απαίσιο μετεωρολογικό δελτίο: cielo nuvolo, il vento forte e mare molto agitato. Προς το βράδυ η απειλή μεταβλήθηκε σε καταιγίδα, και η λυσσασμένη θάλασσα εξεσφενδόνιζε, απάνω από μια αχτίνα ενενήντα μιλίων, τις νοτερές οσμές της απάνω από τα τείχη της Ρώμης. Κι η πραγματική ρωμαϊκή θάλασσα, η κυματώδης Καμπάνια, τραγούδησε με όλες τις φωνές της θύελλας, σαν τον ωκεανό, και υπήρχαν στιγμές που φαινόταν πως οι ακίνητοι λόφοι της, τ' αρχαία της κύματα, που από καιρό είχαν εξατμιστεί από τον ήλιο, πήραν ξανά ζωή κι ορμούσαν κατ' απάνω στης πόλης τα τείχια. Ο ξεφρενιασμένος Άρης, ο δημιουργός αυτός του τρόμου και της θύελλας, πετούσε σαν ένα βέλος μέσα απ' την πλατιά της έκταση, τσάκιζε το κεφάλι κάθε χορταριού και το 'ριχνε στη γη, αναστέναζε και λαχάνιαζε, κι ακόντιζε βαριά φυσήματα αέρα μεσ' απ' τα κυπαρίσσια που γόγγυζαν και μοιρολογούσαν. Κάποτε κάποτε έπαιρνε κι εξεσφενδόνιζε τα πιο κοντινά αντικείμενα που συναντούσε το χέρι του. Τα κεραμίδια των σπιτιών ανατινάζονταν κάτω απ' την πνοή του, κι οι πέτρινοι τοίχοι μούγκριζαν, λες και μέσα σ' αυτές τις ίδιες τις πέτρες, ο φυλακισμένος αέρας αγωνιζόταν με λαχάνιασμα να ελευθερωθεί.

Леонид Андреев, "Το Ημερολόγιο του Σατανά", Ηριδανός 1998 (μετάφραση Τρικογλίδης)

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

σκάλα

Κάθε ρευστό σκαλί
κάθε θαμπό πάτημα
κάθε υπομονετική χειρολαβή
και κάθε άφιξη
και κάθε άνοδος
και κάθε ξύλινη ελπίδα
και κάθε χλιαρός όροφος
μέσα στην υγρασία οικογενειακών ευχών
που από το ισόγειο
τις ακούς σαν σύρσιμο σε γρασίδι
κάθε σκάλα παλιό ρεμπέτικο γρέζο.

Μέσα στο χυτήριό σου
τόλμησα να ανέβω
τα ρέοντα σκαλοπάτια σου.

Βαγγέλης Γέττος, "Προσάναμμα", Εκδόσεις των Συναδέλφων 2013