Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

σπουδή μοναξιάς

Φρουρός σ’ έναν ατέρμονα αγωγό στην έρημο;
Απόσπασμα ενός ανδρός σε κάστρο μες την άμμο;
Όποιος κι αν ήταν.
Την αυγή είδε βουνά αυλακωμένα στο
Χρώμα της στάχτης, κι απάνω η σκοτεινιά που ξεθωριάζει
Βουτηγμένη στο μενεξελί, σπάζοντας σ’ ένα ρευστό κόκκινο
Ώσπου σταθεροποιείται, τεράστια, σ’ ένα φως πορτοκαλί.
Μέρα τη μέρα, και, πριν το νιώσει, χρόνο με το χρόνο.
Για ποιον, ρωτιέται, αυτό το θάμπος;
Για μένα μόνο;
Ωστόσο, θα παραμείνει κι αφού εγώ χαθώ.
Τι είναι τάχα για το μάτι της σαύρας;
Πώς είναι κοιταγμένο από διαβατάρικο πουλί;
Αν είμαι όλη η ανθρωπότητα, υπάρχει τίποτα χωρίς εμένα;
Κι ήξερε πως δεν είχε νόημα να φωνάζει, κανείς δεν μπορούσε να τον σώσει.

Czeslaw Milosz, "Ξένη Ποίηση του 20ού Αιώνα", Ελληνικά Γράμματα 2007 (μετάφραση Σπύρος Τσακνιάς)

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

φράσεις

Ας μη ρίχνουμε στάχτη στα μάτια μας
Το αυτοκίνητο είναι ένα αναπηρικό καρότσι
Το λιοντάρι είναι φτιαγμένο από αρνιά
Οι ποιητές δεν έχουν βιογραφία
Ο θάνατος είναι μια ομαδική συνήθεια
Τα παιδιά γεννιούνται για να ‘ναι ευτυχισμένα
Η πραγματικότητα τείνει να εξαφανιστεί
Το γαμήσι είναι πράξη διαβολική
Ο θεός είναι φίλος καλός των φτωχών.

Nicanor Parra, "Ποιήματα Επείγουσας Ανάγκης", Γαβριηλίδης 2008 (μετάφραση Αργύρης Χιόνης)

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

τόσο γρήγορα σας κούρασε η δημόσια ζωή;

Έπειτα χορεύουμε. Χοροπηδάμε ολόγυρα, με το χαμογελαστό βλέμμα της δασκάλας καρφωμένο επάνω μας, και ξαφνικά τρέχουμε να βοηθήσουμε έναν τραυματία. Τον έχει χτυπήσει ένα αμάξι στο δρόμο. Χαρίζουμε σε φανταστικούς ζητιάνους λίγα ψηλά, γράφουμε επιστολές, βάζουμε τις φωνές στα τσιράκια μας, πηγαίνουμε σε συνελεύσεις, επισκεπτόμαστε μέρη όπου μιλούν γαλλικά, ασκούμαστε στο πώς να βγάζουμε το καπέλο μας, συζητάμε για κυνήγι, για οικονομία και για τέχνη, ασπαζόμαστε πειθήνια τα πέντε χαριτωμένα δαχτυλάκια που μας απλώνουν καταδεκτικά οι κυρίες, τεμπελιάζουμε σαν ρεμπεσκέδες, ρουφάμε καφέδες, τρώμε ζαμπόν στην Βουργουνδία, κοιμόμαστε σε φανταστικά κρεβάτια, ξυπνάμε, στη φαντασία μας πάλι, το επόμενο πρωί απ' τα χαράματα, λέμε: "Καλημέρα σας, κύριε ειρηνοδίκη", παίζουμε μπουνιές, πράγμα που συμβαίνει συχνά στη ζωή, με λίγα λόγια κάνουμε ό,τι κάνει κανείς στην πραγματική ζωή. Κι όταν κουραστούμε απ' αυτές τις ανοησίες, η δεσποινίδα χτυπά το ραβδί στο τραπέζι και λέει: "Allons, εμπρός, αγόρια. Δουλειά!" Τότε ξαναπιάνουμε τη δουλειά μας. Φέρνουμε σβούρες σαν ένα σμάρι σφήκες. Είναι αδύνατον να το περιγράψω καλύτερα, κι όταν αποκάμουμε πια, η δασκάλα φωνάζει: "Πώς; Τόσο γρήγορα σας κούρασε η δημόσια ζωή; Δουλειά, δουλειά. Δείξτε πώς είναι η ζωή. Είναι εύκολη, αλλά πρέπει να είστε δραστήριοι και ξύπνιοι, αλλιώς θα σας τσαλαπατήσει." Κι εμείς ξαναρχίζουμε με καινούρια ζωντάνια. Ταξιδεύουμε, ενώ οι υπηρέτες μας κάνουν του κόσμου τις ανοησίες. Καθόμαστε σε βιβλιοθήκες και μελετάμε. Γινόμαστε στρατιώτες, αληθινοί νεοσύλλεκτοι, πέφτουμε μπρούμυτα και πυροβολούμε. Μπαίνουμε σε καταστήματα για να ψωνίσουμε, σε κολυμβητήρια για να κολυμπήσουμε, σε εκκλησίες για να προσευχηθούμε: "Μη εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν". Και την επόμενη στιγμή κυλιόμαστε στο βούρκο και αμαρτάνουμε. "Σταματήστε. Αρκετά για σήμερα" λέει η δεσποινίδα όταν φτάσει η ώρα. Τότε η ζωή σβήνει και το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή αλλάζει ρότα.

Robert Walser, "Γιάκομπ Φον Γκούντεν", Ροές 2012 (μετάφραση Βασίλης Πατέρας)

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

όμως οι λέξεις τι είπαν;

Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;

Κώστας Μόντης, "Στιγμές", Κέδρος 1978

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

τον βασάνιζε μια πρωτόγονη έννοια της δικαιοσύνης

Γέρνοντας πάνω στην αποβάθρα με την καταξιωμένη από τον χρόνο στάση αυτών που πρόκειται να αυτοκτονήσουν άρχισε να επεξεργάζεται τις λεπτομέρειες. Ήθελε να είναι όσο γινόταν πιο διακριτικός. Τώρα που ο θυμός του είχε ξεθυμάνει, του φαινόταν κρίμα που δεν είχε πιει εκείνο το φλιτζάνι τσάι Δεν ήθελε να αναστατώσει κανέναν αθώο με τη θέα ενός άσχημου θανάτου. Και υπάρχουν ελάχιστες αυτοκτονίες που δεν είναι άσχημες. Ο φόνος είναι άπειρα πιο χαριτωμένος γιατί ακριβώς είναι φροντίδα του δολοφόνου να μην αναστατώνει. Ένας δολοφόνος καταβάλλει άπειρους κόπους μόνο και μόνο για να φανεί ο θάνατος να μοιάζει ήσυχος, ειρηνικός, ευτυχισμένος. Όλα, σκέφτηκε, θα ήσαν πιο εύκολα αν είχε λίγα χρήματα.
Θα μπορούσε, βέβαια, να πάει στην τράπεζα και ν' αφεθεί να τον πιάσει η αστυνομία. Του φαινόταν πιθανό ότι μετά θα τον κρεμούσαν. Αλλά η ιδέα της κρεμάλας, για ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει, είχε ακόμα τη δύναμη να τον εξοργίζει. Αν σκοτωνόταν μόνος του θα το έκανε για ένα έγκλημα για το οποίο ήταν ένοχος. Τον βασάνιζε μια πρωτόγονη έννοια της δικαιοσύνης. Ήθελε να συμμορφώνεται, πάντοτε αυτό ήθελε.
Ένας δολοφόνος θεωρείται απ' τον συμβατικό κόσμο σαν κάτι σχεδόν τερατώδες, αλλά για τον εαυτό του είναι μονάχα ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που πίνει τσάι ή καφέ για πρωινό, ένας άνθρωπος που του αρέσει ένα καλό βιβλίο και που προτιμάει ίσως τις βιογραφίες από τα μυθιστορήματα, ένας άνθρωπος που πέφτει στο κρεβάτι την κανονική ώρα, που προσπαθεί να καλλιεργήσει καλές φυσικές συνήθειες αλλά που πιθανά υποφέρει από δυσκοιλιότητα, που προτιμάει τα σκυλιά ή τις γάτες και που έχει τις δείνα πολιτικές απόψεις.
Μόνο αν ο δολοφόνος είναι καλός άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί τέρας.

Graham Greene, "Το Υπουργείο του Φόβου", Ερατώ 1998 (μετάφραση Δημήτρης Καρέλλας, Στέλλα Μακρή)

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

FR1062/J932

Οι πιο καλοί μου Γνώριμοι είναι εκείνοι
Που λόγια δεν αλλάξαμε Μαζί -
Τ' Άστρα που άγγελλαν έλα στην Πόλη
Ποτέ δεν Με σκεφτήκανε αγενή
Μόλο που στο Ουράνιο Κάλεσμά τους
Δεν το κατόρθωνα ν' αποκριθώ -
Η ακλόνητη - ευλαβική μου Όψη
Αβροφροσύνη τους φαινόταν αρκετή -

Emily Dickinson, "Ποιήματα και Επιστολές", Gutenberg 2013 (μετάφραση Λιάνα Σακελλίου)

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

στην υπηρεσία του πιο υψηλού εγωισμού

Ο deus ex machina πήρε τη θέση της μεταφυσικής παρηγοριάς. Δεν θέλω να πω ότι η τραγική κοσμοθεώρηση καταστράφηκε παντού και πλήρως από την εισβολή του μη διονυσιακού πνεύματος: ξέρουμε απλώς ότι αυτή αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένα είδος κάτω κόσμου όπου εκφυλίστηκε σε μυστηριακή λατρεία. Στο μεγαλύτερο όμως μέρος της επιφάνειας της ελληνικής ψυχής μαινόταν ο καταστροφικός αέρας αυτού του πνεύματος, που εκδηλωνόταν με τη μορφή της "ελληνικής ευδιαθεσίας/νηφαλιότητας", την οποία αποκαλέσαμε πρωτύτερα γεροντική και μη παραγωγική χαρά με την ενθάδε ύπαρξη. Η ευδιαθεσία/νηφαλιότητα αυτή είναι το αντίθετο της υπέροχης "αφέλειας" των παλαιότερων Ελλήνων, η οποία πρέπει να κατανοηθεί, σύμφωνα με την περιγραφή μας, ως το άνθος της απολλώνιας κουλτούρας που βγαίνει μέσα από μια σκοτεινή άβυσσο, ως νίκη την οποία σημειώνει η ελληνική θέληση πάνω στην οδύνη και στη σοφία της οδύνης, καθώς αντικαθρεφτίζει την ομορφιά. Η ευγενέστερη εκδήλωση αυτής της άλλης μορφής της "ελληνικής ευδιαθεσίας/νηφαλιότητας", η αλεξανδρινή, είναι η "ευδιαθεσία/νηφαλιότητα" του θεωρητικού ανθρώπου: φέρει τα ίδια χαρακτηριστικά σημάδια που μόλις συνήγαγα από το μη διονυσιακό πνεύμα - πολεμά τη διονυσιακή σοφία και τέχνη, προσπαθεί να διαλύσει το μύθο, αντικαθιστά τη μεταφυσική παρηγοριά με μια επίγεια αρμονία και μάλιστα έναν δικό της deus ex machina, δηλαδή τον θεό των μηχανών και των χωνευτηρίων, δηλαδή των δυνάμεων των πνευμάτων της φύσης που έχουν ανακαλυφθεί και τεθεί στην υπηρεσία του πιο υψηλού εγωισμού και, τέλος, πιστεύει ότι μπορεί να διορθώσει τον κόσμο με τη γνώση, να καθοδηγήσει τη ζωή με την επιστήμη και να κλείσει το άτομο μέσα σε έναν στενότατο κύκλο επιλύσιμων προβλημάτων, κύκλο μέσα στον οποίον μπορεί αυτό να λέει ευδιάθετα στη ζωή: "Σε θέλω: αξίζει να σε γνωρίσει κανείς."

Friedrich Wilhelm Nietzsche, "Η Γέννηση της Τραγωδίας", Βάνιας 2008 (μετάφραση Ζήσης Σαρίκας)