Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

στο όνειρό του τρομάζει τους πάντες

Ο Ληστής κοιμάται. Κοιμάται βαθιά και βαριά. Ίσως και να ονειρεύεται τις ληστείες που έκανε σαν σε ταινία, τη μία μετά την άλλη, δρώντας με περηφάνια και σθένος. Πιο πολύ από τις ληστείες όμως προτιμάει να ονειρεύεται τον τρόμο στο πρόσωπο των θυμάτων του. Στο όνειρό του τρομάζει τους πάντες. Μπαίνει λαθραία και στα όνειρα των κοιμισμένων και τους κλέβει τον ύπνο, είναι ο μόνος που δεν ξυπνάει τρομαγμένος τη νύχτα. Έτσι ο ληστής ζει τη ζωή του μέσα σε όνειρο και καταφέρνει να προκαλέσει τρόμο ακόμα και στις πιο φωτεινές μέρες.

Martin Prinz, «Ο Ληστής Μαραθωνοδρόμος», Τόπος 2009 (μετάφραση Σοφία Γεωργοπούλου)

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

στην απόχρωση του μαργαριταριού

Έρχονταν στο μυαλό του οι σκοτεινές μέρες του Παρισιού, οι μοναχικές περιπλανήσεις του στα σφαγεία, κοντά στο περίφημο νεκροταφείο του Περ Λασέζ, όταν τα τσακισμένα νεύρα τού επέτρεπαν να φαντάζεται τη Μοντ να περπατάει γυμνή στο σπίτι κάποιου άλλου, χωρίς να υποφέρει. Τώρα, αντίθετα, ένιωθε να αναβράζει μέσα του ένας ακόρεστος ανδρισμός. Ήταν ο ερεθισμός της θάλασσας. Η μυρωδιά της απεραντοσύνης λειτουργεί ως ένα ύπουλο αφροδισιακό.
Μια βραδιά καθόταν στο καπνιστήριο μπροστά από μια κυρία. Οι γάμπες της περίκλειστες στις μεταξωτές γκρι, στην απόχρωση του μαργαριταριού, κάλτσες έλαμπαν σαν φρεσκοψαρεμένα ψάρια.
"Τι κάνετε τώρα;" ρώτησε η κυρία.
"Προσεύχομαι", απάντησε ο Τίτο.
"Νομίζω πως κοιτάτε τα πόδια μου", διαμαρτυρήθηκε η κυρία κάνοντάς του l' oeil en coulisses.
"Εμείς οι άθεοι έτσι προσευχόμαστε".
εκείνη τη βραδιά ο Τίτο πήγε να προσευχηθεί στην καμπίνα που έμεναν αυτές οι γάμπες.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη.

Pitigrilli, "Κοκαΐνα", Ελληνικά Γράμματα 2005 (μετάφραση Χρύσα Κακατσάκη)

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

ο σκασιάρχης

Υποτίθεται ότι όλη η γνώση βρίσκεται στον πάτο ενός πηγαδιού, στο απώτατο όριο ενός τηλεσκοπίου. Όμως ο Saint-Beuve, όσο προχωρούσε στα χρόνια, έφτασε να αντιμετωπίζει ολόκληρη την ανθρώπινη εμπειρία ως ένα και μόνο μέγα βιβλίο, που είμαστε προορισμένοι να το διαβάσουμε όσο βρισκόμαστε ακόμα εν ζωή. Όλα τα θεωρούσε ενιαία, είτε το Κεφάλαιο ΧΧ., που αναφερόταν στο διαφορικό λογισμό, είτε στο Κεφάλαιο ΧΧΧΙΧ., που αφορούσε την ακρόαση μιας υπαίθριας συναυλίας σ' ένα πάρκο. Δεν υπάρχει αμφιβολία: ένας ευφυής άνθρωπος που βλέπει με τα μάτια του και αφουγκράζεται με τ' αυτιά του έχοντας συνεχώς το χαμόγελο στα χείλη, θα αποκτήσει περισσότερη αληθινή γνώση από πολλούς άλλους, σε μια ζωή γεμάτη ηρωικά ξενύχτια. Ασφαλώς και μπορείς να ανακαλύψεις άφθονες ποσότητες ψυχρής και ξηρής γνώσης στις βουνοκορφές της τυπικής και επίμοχθης επιστήμης, ωστόσο η γνώση βρίσκεται παντού γύρω σου και αν έχεις το χάρισμα να τη διακρίνεις, μυείσαι αυτομάτως στα θερμά και παλλόμενα γεγονότα της ζωής. Ενώ άλλοι φορτώνουν τη μνήμη τους με τη σαβούρα των λέξεων, τις μισές από τις οποίες θα ξεχάσουν πριν περάσει μια εβδομάδα, εσύ ο σκασιάρχης μπορείς να μάθεις μια πραγματικά χρήσιμη τέχνη: να παίζεις βιολί, να αναγνωρίζεις ένα καλό πούρο, ή να μιλάς με άνεση και με τον κατάλληλο τρόπο σε κάθε είδος ανθρώπου.

Robert Luis Stevenson, "Απολογία ενός Αργόσχολου", Ποταμός 2010 (μετάφραση Κατερίνα Σχινά)

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

όπως σας βλέπω

Αυτούς που με βλέπουν νά 'ρχομαι
Τους βλέπω κι εγώ νά 'ρχονται.
Μια μέρα θα μιλήσει το κρύο,
Σπρώχνοντας την πόρτα, το κρύο θα δείξει το Κενό.
Και τότε, παλικάρια μου; Και τότε;
Ξεβράκωτα ανθρωπάκια που κοκορεύεστε ακόμη,
Φουσκωμένα απ' τη φωνή των άλλων και της εποχής τους πνεύμονες,
Όλο το κοπάδι σας το βλέπω μέσα σε μια μόνο προβιά.
Δουλεύετε; Ο φοίνικας κουνά κι αυτός τα μπράτσα του.

Κι εσείς πολεμιστές, πρόθυμοι στρατιώτες, εκούσια πουλημένοι.
Ο ιερός σκοπός σας είναι ευτελής. Θα ξεπαγιάζει μες στους διαδρόμους της ιστορίας.
Ω, πόσο κρυώνει!
Σας βλέπω μςε ποδίτσα, εγώ, πόσο παράξενο!
Βλέπω επίσης τον Χριστό -Και γιατί όχι;-
Έτσι όπως ήταν πριν από σχεδόν 1940 χρόνια.
η ομορφιά του ήδη ν΄ αφανίζεται,
Το πρόσωπό του φαγωμένο απ΄τα φιλιά των μελλοντικών χριστιανών.
Λοιπόν, πήγαινε πάντοτε καλά η πώληση γραμματοσήμων για το υπερπέραν;
Άντε, στο επανιδείν, δεν έχω ακόμη παρά μόνο το ένα πόδι μες στο ασανσέρ.
Adios!

Henri Michaux, "Με το Αγκίστρι στην Καρδιά", Γαβριηλίδης 2003 (μετάφραση Αργύρης Χιόνης)

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

πιστεύω ότι είμαι σε θέση να επιλέξω αυτό μάλλον παρά κάτι άλλο

Παράλληλα, ωστόσο, ο παράλογος άνθρωπος καταλαβαίνει ότι ως εδώ ήταν δεμένος μ’ αυτό το αίτημα της ελευθερίας με την αυταπάτη του οποίου ζούσε. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό ήταν μια τροχοπέδη. Όσο φανταζόταν ένα σκοπό στη ζωή του, προσαρμοζόταν στις απαιτήσεις αυτού του σκοπού που έπρεπε να πετύχει και γινόταν σκλάβος της ελευθερίας του. Έτσι δε θα μπορούσα πια να ενεργήσω διαφορετικά από τον οικογενειάρχη που θα γίνω σε λίγο (ή τον μηχανικό ή τον ηγέτη λαών ή κάποιον από τους έκτακτους υπαλλήλους των Ταχυδρομείων). Πιστεύω ότι είμαι σε θέση να επιλέξω αυτό μάλλον παρά κάτι άλλο. Το πιστεύω ασυνείδητα, είναι αλήθεια. Αλλά, ταυτόχρονα, υποστηρίζω την απαίτησή μου για τα πιστεύω εκείνων που με περιβάλλουν, για τις προκαταλήψεις του ανθρώπινου περιβάλλοντός μου (οι άλλοι είναι τόσο σίγουροι ότι είναι ελεύθεροι και τούτη η καλή διάθεση είναι τόσο μεταδοτική!). Όσο μακριά κι αν μπορούμε να κρατηθούμε από κάθε προκατάληψη, ηθική ή κοινωνική, τις υπομένουμε εν μέρει και προσαρμόζουμε τη ζωή μας στις καλύτερες (υπάρχουν καλές και κακές προκαταλήψεις). Έτσι, ο παράλογος άνθρωπος διαπιστώνει ότι δεν ήταν πραγματικά ελεύθερος. Για να μιλήσουμε καθαρά, εφόσον ελπίζω, εφόσον ανησυχώ για μια δική μου αλήθεια, για τον τρόπο που υπάρχω ή που δημιουργώ, εφόσον τελικά βάζω σε τάξη τη ζωή μου και αποδεικνύω έτσι ότι παραδέχομαι πως έχει ένα νόημα, υψώνω μπροστά μου φράχτες όπου εγκλωβίζω τη ζωή μου. Ενεργώ όπως τόσοι δημόσιοι υπάλληλοι του πνεύματος και της καρδιάς που δεν μου εμπνέουν παρά μόνο αηδία και που δεν κάνουν τίποτα άλλο, το βλέπω καθαρά τώρα, Από ΤΟ να παίρνουν στα σοβαρά την ελευθερία του ανθρώπου.

Albert Camus, «ο Μύθος του Σισύφου», Καστανιώτης 2007 (μετάφραση Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν)

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

η κρύπτη

Μπορεί η νεωτερική Ελλάδα να μην συνιστούσε έθνος νεωτερικού (δυτικού) τύπου. Τη θέση αυτή υποστήριξε, ευφυέστατα μάλιστα, όχι ένας Έλληνας, αλλά ένας Γερμανός: ο Σπένγκλερ. Η "νεωτερική" Ελλάδα θα αποτελούσε, σύμφωνα με την άποψη αυτή, μέρος του "μαγικού κόσμου" που διαδέχτηκε τον ελληνορωμαϊκό κόσμο και προηγήθηκε του δυτικού και νεωτερικού κόσμου. Θα ήταν έθνος μαγικό, το ίδιο όπως οι Βυζαντινοί και οι Εβραίοι: ένα έθνος χωρίς οροθετημένο έδαφος, αλλά που θα είχε τη δική του ψυχή, μια ψυχή ούτε απολλώνια ούτε φαουστική παρά μόνο μαγική. Το τελειότερο σύμβολό της θα ήταν η κρύπτη. Και τι κρύβει η κρύπτη αυτή; Ονομάζοντάς την μαγική, έχουμε μήπως εξορκίσει το μυστικό της νέας Ελλάδας; Ισχυρή ή όχι, η νεοελληνική πραγματικότητα συνιστά παρ' όλα αυτά μια πραγματικότητα. Κι αν ακόμα η πραγματικότητα αυτή είναι στρωμένη με στάχτες, υπάρχουν ακόμη εστίες φωτιάς. Και άνθρωποι που μάχονται ηρωικά υπέρ των εστιών αυτών.

Κώστας Αξελός, "Η Μοίρα της Σύγχρονης Ελλάδας", Νεφέλη 2010

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

το ζήτημα είναι να αποδεχτεί κανείς την παραφροσύνη του, γιατρέ

Κανείς δεν προσχωρεί στις ταξιαρχίες μας για την πλάκα του, γιατρέ. Όλα αυτά τα παιδιά που είδες, άλλα πετώντας πέτρες με τις σφεντόνες κι άλλα εκτοξεύοντας ρουκέτες, απεχθάνονται τον πόλεμο όσο δεν φαντάζεσαι. Επειδή κάθε μέρα ένα απ’ αυτά πεθαίνει στο άνθος της ηλικίας του από μια βολή του εχθρού. Κι αυτά θα ήθελαν να αποκτήσουν κάποτε αξιοσέβαστη κοινωνική θέση, να γίνουν χειρουργοί, αστέρια του τραγουδιού, ηθοποιοί του κινηματογράφου, να κυκλοφορούν με ωραία αυτοκίνητα και να την περνάνε ζάχαρη κάθε βράδυ. Το πρόβλημα είναι πως τους αφαιρούν το δικαίωμα σ’ αυτό το όνειρο, γιατρέ. Προσπαθούν να τα περιορίσουν σ’ ένα γκέτο μέχρις ότου ενσωματωθούν εκεί ολοκληρωτικά. Και γι’ αυτό προτιμούν να πεθάνουν. Όταν τα όνειρα γκρεμίζονται, τότε ο θάνατος γίνεται η έσχατη σωτηρία… Η Σιχέμ το είχε καταλάβει αυτό, γιατρέ. Πρέπει να σεβαστείς την επιλογή της και να την αφήσεις να αναπαυθεί εν ειρήνη.
Προτού αποχωρήσει, προσθέτει:
-Υπάρχουν δύο άκρα στην ανθρώπινη παραφροσύνη. Η στιγμή που συνειδητοποιεί κανείς το πόσο ανίσχυρος είναι και η στιγμή που συνειδητοποιεί πόσο ευάλωτοι είναι οι άλλοι. Το ζήτημα είναι να αποδεχτεί κανείς την παραφροσύνη του, γιατρέ, ή να την υποστεί.

اسمينة خضراء‎, (Yasmina Khadra) «Τρομοκρατικό Χτύπημα», Καστανιώτης 2006 (μετάφραση Γιάννης Στρίγγος)

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

remigius

Από τα παιδικά μου χρόνια ήδη μια σκέψη δε λέει να φύγει από το μυαλό μου: αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα δεν είναι παρά το ισόγειο, για να μην πω το θυρωρείο, ενός τεράστιου οικοδομήματος με αναρίθμητους ορόφους προς τα πάνω και προς τα κάτω. Για την ύπαρξη του σπιτιού που δοκίμασα να σας περιγράψω δεν υπάρχουν αποδείξεις. Και φαίνεται σήμερα τόσο απίστευτη, λες και το σπίτι δεν υπήρξε ποτέ. Θεωρώ ότι αυτή η δυσπιστία και η αδιαφορία ταιριάζει μια χαρά με το πνεύμα της εποχής μας. Εξάλλου το ίδιο συμβαίνει και με πολλά γεγονότα της νεότερης ιστορίας μας.
Δεχθείτε την έκφραση του αμέριστου σεβασμού και της εκτιμήσεώς μου!
Ειλικρινώς υμέτερος
Γιόζεφ Ρεμίγκιους Ζάιντλ
Τ. Σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας
Υ.Γ. Ίσως το μόνο μυστικό του Κακού να είναι ακριβώς το ότι δεν έχει μυστικά.

Michael Ende, «Η Φυλακή της Ελευθερίας», Ψυχογιός 1994 (μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)

μια σειρά άχρηστα πράγματα

Τ' άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. 'Εχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ' άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το 'να μάτι μπλε τ' άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τι λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή - ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα;
Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π' ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ.
Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν' αναπνεύσω λιγάκι, ν' ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ' τ' αυτοκίνητα. 'Αλλου είδους αυτός: 'Ενα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. 'Εστησα το αυτί και κατάλαβα. 'Ολο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ' ένα απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.

Μάριος Χάκκας, "Ο Μπιντές", Κέδρος 1998

istanbul

όλη του η εμφάνιση έδειχνε ότι ήταν φαρμακοποιός

Ήταν αργά το απόγευμα. Ο οικοδιδάσκαλος Ιγκόρ Αλεξέιτς Σβόικιν, για να μη χάνει καιρό, πήγε κατευθείαν από το γιατρό στο φαρμακοποιό.
"Είναι σαν να πηγαίνεις από το στάβλο στο μπουντουάρ κάποιας κοκότας της αριστοκρατίας!" σκέφτηκε καθώς ανέβαινε τη σκάλα, η οποία ήταν γυαλισμένη και στρωμένη μ' έναν ακριβό τάπητα. "Φοβάσαι να πατήσεις!"
Καθώς μπήκε, τον χτύπησε στη μύτη το άρωμα αυτό που συναντάς σε κάθε φαρμακείο του κόσμου. Η επιστήμη και η ιατρική μπορεί να προοδεύουν στο πέρασμα των χρόνων, αλλά η μυρωδιά ενός φαρμακείου είναι αιώνια όπως το άτομο. Τη μύριζαν οι παππούδες μας, και τα εγγόνια μας θα τη μυρίζουν κι αυτά. Επειδή ήταν αργά, δεν υπήρχαν πελάτες. Πίσω από έναν λουστραρισμένο κίτρινο πάγκο, γεμάτο βαζάκια με ετικέτες, στεκόταν ένας ψηλός τζέντλεμαν. Το κεφάλι του έκλινε αποφασιστικά προς τα πίσω. Είχε αυστηρή φυσιογνωμία και περιποιημένες φαβορίτες - όλη του η εμφάνιση έδειχνε ότι ήταν φαρμακοποιός. Από τη μικρή φαλάκρα στο κεφάλι του, μέχρι τα μακριά, ρόδινα δάχτυλά του, είχε τα πάντα επιμελώς κολλαρισμένα, περιποιημένα, πεντακάθαρα, σαν να ήταν στημένος πάνω στην Αγία Τράπεζα. Τα αλαζονικά του μάτια κοίταζαν χαμηλά, σε μια εφημερίδα ακουμπισμένη στον πάγκο. Διάβαζε.

Антон Павлович Чехов, "Στο Φαρμακείο", Ροές 2004 (από τη συλλογή διηγημάτων "Ω! Γυναίκες, γυναίκες...", μετάφραση Παυλίνα Παμπούδη)

τίποτα στον κόσμο

Όχι πολύ μακριά από το σπίτι τους έβγαζαν ανθρώπους στον πλειστηριασμό. Μυώδεις άντρες και γυναίκες, με αλυσίδες γύρω από τους αστραγάλους, κοιτούσαν με βλέμμα κενό τους γαιοκτήμονες που τους σκάλιζαν τα στόματα, τους έψαχναν τα αυτιά, γονάτιζαν για να ψαχουλέψουν τους πρωκτούς τους. Τους άγγιζαν τις πατούσες, τους τράβαγαν τις μύτες, εξέταζαν τα μαλλιά κι έχωναν τα δάχτυλα στα γεννητικά τους όργανα. Έπειτα έφευγαν, τις περισσότερες φορές χωρίς να αγοράσουν, ο κλάδος είχε αρχίσει πια να μην αποδίδει. Ο Χούμπολτ αγόρασε τρεις άντρες και ζήτησε να τους βγάλουν τις αλυσίδες. Εκείνοι δεν καταλάβαιναν. Από τώρα είναι ελεύθεροι, ζήτησε ο Χούμπολτ να του μεταφράσουν, μπορούσαν να φύγουν. τον κάρφωσαν με το βλέμμα. Ελεύθεροι! Ένας από αυτούς ρώτησε πού να πάνε. Όπου θέλουν, απάντησε ο Χούμπολτ. Τους έδωσε χρήματα. Εξέτασαν διστακτικά τα νομίσματα με τα δόντια. ένας άλλος κάθισε στο έδαφος, έκλεισε τα μάτια και έπαψε να κινείται, σαν να μην υπήρχε τίποτα στον κόσμο που μπορούσε να τον ενδιαφέρει.

Daniel Kehlmann, "Η Μέτρηση του Κόσμου", Καστανιώτης 2007 (μετάφραση Κώστας Κοσμάς)

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

τι ώρα έπλασε ο Θεός τον κόσμο;

Τον πατέρα μου τον έσφαξαν μπροστά μου. Κάποιος καπετάν Λεωνίδας. Δεν θέλω να θυμάμαι. Από τότε φοβάμαι το αίμα. Και μια σταγόνα να δω, αναγουλιάζω και φεύγω. Τι θα μου κάνουν; Πως θ' αντικρύσω το δικό μου αίμα να τρέχει σαν ποτάμι; Ή μήπως εκείνη την ώρα δεν καταλαβαίνεις τίποτα; Μπαμ και κάτω; Η ώρα είναι τέσσερις. Σε δύο ώρες... Χειμώνας είναι. Έξω σφυρίζει ο Βαρδάρης. Ποιος να 'ναι ξάγρυπνος τέτοια ώρα; τι ώρα έπλασε ο Θεός τον κόσμο; Οι νυχτοφύλακες, οι φαροφύλακες, οι σκοπιές στο στρατό, στο ναυτικό, στην αεροπορία. Στα σύνορα. Αυτοί που φυλάνε εργοστάσια, δικαστήρια, διοικητήρια. Οι νυχτερινοί στη δουλειά. Που κάνουνε βραδινή βάρδια. Οι φαροφύλακες. αυτοί ξαγρυπνούν σαν και μένα τον μελλοθάνατο.

Θωμάς Κοροβίνης, "Ο Γύρος του Θανάτου", Άγρα 2010

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

μισώ την αγνότητα, μισώ την καλωσύνη

Η καρδιά του σκίρτησε, το είχε κάνει πολλές φορές. Θα ήθελε να το είχε κάνει εκατοντάδες, χιλιάδες φορές. Ό,τι υπονοούσε τη διαφθορά, τον γέμιζε πάντα με μια τρελή ελπίδα. Ποιος ξέρει; Μπορεί το Κόμμα να είχε διαβρωθεί κάτω από την επιφάνεια. Μπορεί η λατρεία της δράσης και της αυταπάρνησης να ήταν μόνο μια κωμωδία που είχε σκοπό να κρύψει την παρανομία. Αν μπορούσε να τους μολύνει όλους με λέπρα ή σύφιλη, με πόση χαρά θα το έκανε! Οτιδήποτε που θα τους σάπιζε, θα τους εξασθένιζε, θα τους υπονόμευε! Την τράβηξε προς τα κάτω, έτσι που βρέθηκαν γονατισμένοι πρόσωπο με πρόσωπο.
-Άκουσε. Όσο πιο πολλούς είχες, τόσο πιο πολύ σ' αγαπώ. Καταλαβαίνεις;
-Ναι, πολύ καλά.
-Μισώ την αγνότητα, μισώ την καλωσύνη. Δε θέλω να υπάρχει πουθενά καμιά αρετή. Θέλω να είναι όλοι διεφθαρμένοι ως το κόκκαλο.
-Τότε είμαι ότι πρέπει, αγάπη μου. είμαι διεφθαρμένη ως το κόκκαλο.
-Σ' αρέσει να κάνεις έρωτα; Δεν εννοώ με μένα, εννοώ την πράξη αυτή καθ' εαυτή.
-Τρελαίνομαι.
Αυτό ήταν πάνω απ' όλα ότι ήθελε να ακούσει. Όχι απλά και μόνο την αγάπη μ' ένα πρόσωπο, αλλά το ζωώδες ένστικτο, τον απλό πόθο: αυτή ήταν η δύναμη που θα εξόντωνε το Κόμμα.

George Orwell, "1984", Κάκτος 1978 (μετάφραση Νίνα Μπάρτη)

ουίλλιαμ φώκνερ

Σηκώθηκε βλαστημώντας κι έτρεξε να κλείσει το παράθυρο. Φυσούσε μια τόσο παγερή τραμουντάνα, ώστε αντί να ζωηρεύει τα χρώματα του πρωινού, όπως έκανε πάντα, τα χώριζε, κόβοντάς τα στη μέση, αφήνοντας μόνο τα κροκί ή, μάλλον, μερικά ξεθωριασμένα ίχνη τους, όπως στις ακουαρέλες που σκαρώνουν ερασιτέχνες, οι οποίοι αφιερώνουν τον κυριακάτικό τους χρόνο στη ζωγραφική. Προφανώς το καλοκαίρι, που ήδη εδώ και μερικές μέρες έπνεε τα λοίσθια, αποφάσισε στη διάρκεια της νύχτας να φύγει οριστικά, παραχωρώντας τη θέση του στην εποχή που επρόκειτο να έρθει, δηλαδή το φθινόπωρο. Όφειλε να έρθει, γιατί στην πραγματικότητα, έτσι όπως προαναγγελλόταν, αυτό το φθινόπωρο έμοιαζε με χειμώνα, και μάλιστα με βαρυχειμωνιά.
Μπαίνοντας πάλι κάτω από τα σκεπάσματά του, ο Μονταλμπάνο αφιέρωσε μια ελεγεία στις εποχές που εξαφανίστηκαν. Πού κατέληξαν; Παρασυρμένες κι αυτές από τον ολοένα και πιο γρήγορο ρυθμό του ανθρώπου, προσαρμόστηκαν αναλόγως: κατάλαβαν ότι εκπροσωπούσαν μια παύση και χάθηκαν, καθότι σήμερα είναι αδιανόητη η πολυτέλεια έστω και μιας στιγμής αδράνειας, σ’ αυτή τη φρενήρη κούρσα που τρέφεται με ρήματα: γεννιέμαι, τρώω, σπουδάζω, γαμώ, παράγω, κάνω ζάπιγκ, αγοράζω, πουλάω, χέζω και πεθαίνω. Ρήματα σε πρώτο πρόσωπο, αλλά με απειροελάχιστη διάρκεια, σαν το πετάρισμα των βλεφάρων. Δεν είχε υπάρξει όμως και μια άλλη εποχή, που είχε άλλα ρήματα; Σκέφτομαι, συλλογίζομαι, ακούω και, γιατί όχι, τεμπελιάζω, ονειρεύομαι, αφαιρούμαι; Σχεδόν με δάκρυα στα μάτια, ο Μονταλμπάνο αναπόλησε τα ρούχα ντεμί-σεζόν και το ξεσκονιστήρι του πατέρα του.

Andrea Camilleri, "Το άρωμα της νύχτας", Πατάκης 2003 (μετάφραση Φώτος Λαμπρινος)

γυναίκες του πάθους

Οι κοπέλες το γλυκοχάραμα, κατεβαίνουνε στο νερό όταν η θάλασσα απλωμένη ησυχάζει. Στο δάσος το κάθε φύλο ανασκιρτά ενώ δισταχτικές προβάλλουνε πάνω στην αμμουδιά και κάθονται στην ακρογιαλιά. Ο αφρός κάνει τα δικά του ζωηρά παιχνίδια. Οι κοπέλες φοβούνται τα φύκια που 'ναι θαμμένα κάτω από τους ίσκιους, που τους αρπάζουν τα πόδια και τις πλάτες, όταν το σώμα είναι γυμνό. Βιαστικές ανεβαίνουνε στην ακτή και φωνάζουνε τα ονόματά τους, κοιτώντας τριγύρω. Ακόμη κι οι σκιές στο βυθό της θάλασσας, στο σκοτάδι, είναι τεράστιες και φαίνονται να κινούνται διστακτικές, αβέβαιες, σα να γοητεύονται από τα σώματα που περνάνε.
Το δάσος είναι ένα ήσυχο καταφύγιο, στον ήλιο που γέρνει, αλλ' αρέσει στις μελαχρινές κοπέλες να κάθονται στο ύπαιθρο, στο σεντόνι. Κάθονται όλες σταυροπόδι σφίγγοντας το σεντόνι στα πόδια και κοιτάνε την απέραντη θάλασσα, όπως ένα λιβάδι το χάραμα. Μια τους θα τολμούσε να ξαπλώσει γυμνή σ' ένα λιβάδι; Από τη θάλασσα θ' αναπηδούσανε τα φύκια, που ακουμπάνε τα πόδια, για ν' αρπάξουνε ξαφνικά και να τυλίξουνε σφιχτά το σώμα που τρέμει.
Υπάρχουν μάτια στη θάλασσα που κάποιες φορές λάμπουν. Η άγνωστη κείνη ξένη, που τη νύχτα κολυμπούσε μόνη και γυμνή στο σκοτάδι όταν άλλαζε το φεγγάρι, χάθηκε μια νύχτα και δε θα γυρίσει ποτέ πια.
Ήταν ψηλή και θα 'πρεπε να 'ναι λευκή εκτυφλωτική, έτσι όπως τη προφτάσανε τα μάτια μες από της θάλασσας τα βάθη.

Cesare Pavese, "Τα ποιήματα ("Η δουλειά κουράζει")", Printa 2005 (μετάφραση Γιάννης Παππάς)

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

παιχνίδι είν' ο κώλος μου

"Η Ζωή είναι παιχνίδι, αγόρι μου. Η Ζωή είναι παιχνίδι, και το παίζουμε σύμφωνα με τους κανόνες".
"Μάλιστα κύριε, το ξέρω πως είναι. Το ξέρω".
Παιχνίδι είν' ο κώλος μου. Ακου παιχνίδι. Αμα βρεθείς απ' τη μεριά που είναι όλοι οι εξυπνάκηδες, τότε εντάξει, είναι παιχνίδι -το παραδέχουμαι. Αμα είσαι όμως από την άλλη μεριά, που δεν υπάρχει ούτε μισός, τότε τι σόι παιχνίδι λέγεται αυτό; Τίποτα. Μόνο παιχνίδι δεν είναι.

J.D.Salinger, "Ο φύλακας στη σίκαλη", Επίκουρος 1978 (μετάφραση Τζένη Μαστοράκη)

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

έχετε δει ποτέ πληγή από σφαίρα να μη ματώνει;

Πριν από πολλά χρόνια, όταν βγήκε στους κινηματογράφους η ταινία του Σαμ Πέκινπα Άγρια συμμορία, μια γυναίκα δημοσιογράφος σήκωσε το χέρι της στη συνέντευξη τύπου και ρώτησε το εξής: "Για ποιο λόγο αισθάνεστε αναγκασμένος να δείξετε όλο αυτό το αίμα;" Ακουγόταν πραγματικά ενοχλημένη. Ένας από τους ηθοποιούς, ο Ερνστ Μποργκάιν, έδειξε ειλικρινά να απορημένος και ανέλαβε ν' απαντήσει στην ερώτηση. "Κυρία μου, έχετε δει ποτέ πληγή από σφαίρα να μη ματώνει;" Το φιμ αυτό είχε βγει τότε που ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν στο αποκορύφωμά του.
Λατρεύω αυτή την απάντηση. Αυτή πρέπει να είναι μία από τις αρχές που κυβερνούν την πραγματικότητα. Να αποδέχεσαι πράγματα που είναι δύσκολο να τα καταλάβεις, και να τ' αφήνεις έτσι όπως τα βρίσκεις. Και να ματώνεις. Να πυροβολείς και να ματώνεις.

村上 春樹 (Haruki Murakami), "Σπούτνικ Αγαπημένη", Ωκεανίδα 2008 (μετάφραση Λεωνίδας Καρατζάς)

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

ό,τι διαθέτω…

- Πρέπει, έλεγα στην Γκαλά, να βαθύνουμε πέντε μέτρα το πηγάδι μας ώστε να ‘χουμε περισσότερο νερό. Με τη νέα σελήνη θα ψαρέψουμε σαρδέλες. Θα φυτέψουμε δυο πορτοκαλιές πλάι στο πηγάδι…
Αυτές οι κουβέντες μας ξεκούραζαν μετά από μια μακριά μέρα δουλειάς. Και τα μάτια μας έμεναν καρφωμένα σε αυτούς τους ολοκάθαρους και απέραντους ουρανούς, καμπύλους σαν τον τρούλο που περίμενε την τοιχογραφία του προς δόξαν της παρανοϊκο-κριτικής μεθόδου. Ω! νοσταλγία της Αναγέννησης που ήξερε να ανταποκρίνεται στο θόλο τ’ ουρανού με τους πέτρινούς θόλους! Τι απόγιναν στις μέρες μας οι θόλοι της θρησκείας, της αισθητικής, της ηθικής, που στεγάζουν στους αιώνες, την ψυχή, το νου και την ανθρώπινη συνείδηση; Σήμερα η ψυχή είναι απ’ έξω, στους δρόμους σαν τα σκυλιά! Εφεύραν ένα μηχανικό εγκέφαλο, το ράδιο. Τι μπορούν να μας κάνουν αυτοί οι άθλιοι θόρυβοι που φτάνουν από την Ευρώπη και την Κίνα με βραδύτητα απίστευτη, σε σχέση με τα κεραυνοβόλα οράματα του Νοστράδαμου, του Παράκελσου και των Αιγυπτίων αστρολόγων! Τι μπορούν να κάνουν αυτά τα πολεμικά ανακοινωθέντα και αυτά τα κόνγκας που μεταδίδονται με ουρλιαχτά από το ένα ημισφαίριο στο άλλο, στον άνθρωπο που έχει αυτιά για ν’ ακούσει την ηχώ των μαχών ανάμεσα στους αγγέλους και τους αρχαγγέλους του ουρανού; Τι σημασία μπορούν να ‘χουν οι συσκευές τηλεόρασης για κάποιον που δεν έχει παρά να κλείσει τα μάτια του για να δει τις πιο απρόσιτες περιοχές του ορατού και του αοράτου, ν’ αναδυθούν μες από τη σκόνη όλες οι Βαγδάτες του ονείρου του; Τι σημαίνει η βελτίωση του σοσιαλιστικού «επιπέδου ζωής» για τον άνθρωπο που μπορεί να πιστεύει στην αναβίωση της σάρκας; Αν ένας γάιδαρος αρχίσει να πετά, αν βγάλει φτερούγες ένα σύκο, αυτό μπορεί να μας ξαφνιάσει και να μας διασκεδάσει για ένα δευτερόλεπτο, τότε, λοιπόν, γιατί μένουμε κατάπληκτοι από μια ιπτάμενη μηχανή σαν να μην ήταν προτιμότερο να πετά ένα σίδερο σιδερώματος, εκσφενδονισμένο στον αέρα, σαν ένα αεροπλάνο. Τι είναι πέταγμα για μια μηχανή, όταν ο άνθρωπος έχει την ψυχή του για να πετάει;


Salvador Dali, "Παρανοϊκο-Κριτική", Αιγόκερως 2002 (μετάφραση Άρης Σφακιανάκης)

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

μήτε ένα βιβλίο

-Ωστόσο χαίρουμε που βλέπω πως διατηρείται όλη την πνευματική σας ανεξαρτησία και μάλιστα την ευθυμία σας - είπε με αρκετά δυσάρεστο ύφος.
-Δηλαδή μέσα σας τρίζετε τα δόντια απ' τη φούρκα γιατί να μην είμαι τσακισμένος και ταπεινωμένος - είπα γελώντας.
Δε με κατάλαβε αμέσως. Μόλις όμως κατάλαβε χαμογέλασε.
-Μ' αρέσει η παρατήρησή σας. αναγνωρίζω μέσα σ' αυτά τα λόγια τον πιο έξυπνο, ενθουσιώδη και συνάμα κυνικό παλιό μου φίλο.. Μονάχα οι Ρώσοι ξέρουνε να συγκεντρώνουνε σύγκαιρα μέσα τους τόσες αντιθέσεις. πραγματικά ο άνθρωπος αγαπά να βλέπει τον καλύτερο φίλο του ταπεινωμένο μπροστά του. Πάνω στην ταπείνωση θεμελιώνεται το περισσότερο η φιλία. Κι' αυτό είναι μια παλιά αλήθεια, που τηνέ ξέρουνε όλοι οι γνωστικοί άνθρωποι. Όμως σ' αυτή την περίσταση, σας βεβαιώ, χαίρουμε ειλικρινά που δεν αποθαρρύνεστε. Πέστε μου, δε σκοπεύετε ν' αφήσετε το παιχνίδι;
-Ω, ας πάει στο διάβολο! Θα τ' άφηνα αμέσως μονάχα..
-Μονάχα να κερδίζατε πρώτα; Κι' εγώ αυτό σκέφθηκα. Μην εξακολουθείτε, ξέρω - το είπατε άθελά σας, συνεπώς είπατε την αλήθεια. Πέστε μου εξόν απ' το παιχνίδι δεν έχετε καμιά άλλη ασχολία;
-Όχι καμιά...
Άρχισε να μ' εξετάζει. Εγώ δεν ήξερα τίποτα, καν σχεδόν δεν κύτταζα τις εφημερίδες, κι' όλο τούτο τον καιρό δεν άνοιξα κυριολεχτικά μήτε ένα βιβλίο.

Фёдор Миха́йлович Достое́вский, "Ο Παίχτης", Γκοβόστης (μετάφραση Αθηνά Σαραντίδη)

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

γυναικεία γενναιοδωρία

Αν η γυναίκα δεν έχει κάποια δόση πόρνης μέσα της, είναι συνήθως ένας ανιαρός άνθρωπος. Και, πιθανότατα, οι περισσότερες πόρνες είχαν κάπου μέσα τους το στοιχείο της γυναικείας γενναιοδωρίας.

D. H. Lawrence, "Πορνογραφία και Αισχρότητα", Ροές 1998 (μετάφραση Βασίλης Ρούπας)

ας τελειώνουμε πια με τους θρήνους!

Μπορεί να είμαστε καταδικασμένοι, ναι, μπορεί για μας να μην υπάρχει ελπίδα καμιά, για όλους εμάς, αλλά αν είναι έτσι ας αφήσουμε ένα έσχατο, εναγώνιο, τρομαχτικό ουρλιαχτό που θα παγώσει το αίμα, μια στριγκλιά ανυπακοής, μια πολεμική κραυγή! Ας τελειώνουμε πια με τους θρήνους! Να τελειώνουμε με τα ελεγεία και τα μοιρολόγια! Να τελειώνουμε με τις βιογραφίες, και τις ιστορίες, και τις βιβλιοθήκες, και τα μουσεία! Ας αφήσουμε τους νεκρούς να φάνε τους νεκρούς τους. Κι εμείς οι ζωντανοί ας στήσουμε χορό στο χείλος του κρατήρα, έναν ύστατο αποθνήσκοντα χορό. Μα πάντως, χορό!

Henry Miller, "Τροπικός του Καρκίνου", Μεταίχμιο 2005, (μετάφραση Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης)

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

έχω μέσα μου ψυχές

Έχω μέσα μου ψυχές που θέλουν να πετάξουν στον αέρα, ψυχές που θέλουν να κολυμπήσουν στο νερό (το θαλασσινό, φαντάζομαι), ψυχές που θέλουν να ζήσουν στα δάση ή στις κορυφές των βουνών. Έχω μέσα μου ψυχές που ποθούν το βουητό των μεγάλων πόλεων, ψυχές που ποθούν να κατοικήσουν στην τροπική απομόνωση, ψυχές επίσης, σε διάφορα στάδια γυμνής αγριότητας, ψυχές που επιζητούν την ελευθερία του νομάδα χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε φόρου υποτελείας , ψυχές συντηρητικές, λεπτές, πιστές στην αυτοκρατορική και φεουδαρχική παράδοση, ψυχές – νιχιλιστές που τους αξίζει να σταλούν στη Σιβηρία, άγρυπνες ψυχές που μισούν την απραξία, ερμητικές ψυχές σε τέτοια πνευματική απομόνωση, που μόνο όταν περάσουν χρόνια τις νιώθω να κινούνται μέσα μου, ψυχές που πιστεύουν σε φετίχ, πολυθεϊστικές ψυχές, ψυχές που κηρύσσουν το Ισλάμ, μεσαιωνικές ψυχές που αναπολούν τον τρυφερό μοναστηριακό ίσκιο, το λιβάνι, τη φλόγα των κεριών, το τρομερό ύψος της γοτθικής λαμπρότητας. […] Είμαι γενεά των γενεών, αιώνας των αιώνων! […] Ίσως, αφού στο μεταξύ καώ επί τρισεκατομμύρια χρόνια στις διαφορετικές δυναστείες ήλιων, να μπορέσω μια μέρα τα καλύτερα κομμάτια μου να σμίξω πάλι.


Λευκάδιος Χερν (小泉八雲) "Κείμενα από την Ιαπωνία", Ίνδικτος 1997, (μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς)