Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

η ανάπαυλα

Έχουμε ανάγκη την ιστορία, γιατί μας χρειάζεται η ανάπαυλα. Μια παύση για να καταλαγιάσει η συνείδησή μας, για να διατηρήσουμε τη δυνατότητα να έχουμε συνείδηση - ως έδρα όχι μόνο της σκέψης, αλλά και ενός πρακτικού λόγου που θα μας δίνει κάθε ελευθερία δράσης. Σε αυτό το έργο αφοσιώνονται με απόλυτη συνέπεια οι ποιητές: να διασώσουν το παρελθόν, να διασώσουν τον χρόνο από τους φρενήρεις ρυθμούς του παρόντος. Για να το πετύχουμε, λοιπόν, πρέπει να εργαστούμε ώστε να ατονήσει, να αδρανήσει, να εξουδετερωθεί ο κίνδυνος που απειλεί τη χρονικότητα και ο οποίος λεηλατεί την εμπειρία και περιφρονεί την παιδικότητα. "Να εκπλήσσουμε την καταστροφή", όπως έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ ή, καθώς θα έλεγε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, να ρισκάρουμε τη ζωή μας απέναντι σε αυτή την καταστροφή που πλησιάζει αργά και μοιάζει μάλλον με συνέχεια παρά με αιφνίδια ρήξη.
Patrick Boucheron, "Τι Μπορεί να Κάνει η Ιστορία", Πόλις 2017 (μετάφραση Γιάννης Μπαλαμπανίδης)

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

άδειο

Όπως όταν χτυπάς την σήμερον
Και αύριο ο αγκώνας σου τον πόνο μαρτυράει
Στο μέγεθος του, έτσι η αγάπη

Νιώθεις τον ήχο της όταν κρυώσει λίγο
Και απομακρυνθεί

Το χέρι μόνο του απομένει
Μες στον δικό της μισεμό. Πονάει. 

Τη θέρμη της αρπαγής του άλλου
Χεριού
Ακόμα
Όταν θυμάται

Ανοιγοκλείνει άδειο

Θανάσης Χατζόπουλος, "Φιλί της Ζωής", Κίχλη 2016

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

τα πιόνια

Είχαν στρωθεί η Μνήμη και η Θέληση να παίξουν σκάκι.
"Το παιχνίδι αυτό δεν είναι δίκαιο!..." σχολίασε ενοχλημένος ένας περαστικός. "Η Μνήμη δεν έχει στρατιώτες και η Θέληση δεν έχει βασίλισσα".
"Και ποιος είπε ότι ήρθαμε εδώ για να παίξουμε ένα δίκαιο παιχνίδι;" απάντησαν μ' ένα στόμα οι δυο έμπειρες κυρίες.

Γιώργος Παπαδόπουλος, "Διώροφοι Μύθοι", Κίχλη 2015

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

παραδομένος στις ονειροφαντασίες του

Είχα τη δυσάρεστη αίσθηση ότι είχα ξαναζήσει την ίδια ιστορία. Παρ' όλα αυτά, πρώτη φορά μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ύστερα, θυμήθηκα. Οι λευκές νύχτες. Το είχα λατρέψει αυτό το βιβλίο. Ο άτολμος αισθηματίας που γνωρίζει μιαν άγνωστη στο κατώφλι της απελπισίας, ζει σ' έναν δικό του κόσμο ψευδαισθήσεων, περιπλανιέται στην έρημη Αγία Πετρούπολη παραδομένος στις ονειροφαντασίες του, για να τον συντρίψει τελικά η αδυσώπητη πραγματικότητα. Η διαφορά ανάμεσά μας ήταν η σιγουριά που ένιωθα. Εγώ δεν ήμουν ονειροπόλος. Περίμενα. Χιλιάδες άνθρωποι περνούσαν κάθε απόγευμα απ' την περιοχή του Κήπου του Λουξεμβούργου. Έβαζα στόχους που ήξερα πως ήταν ανέφικτοι: η ενδέκατη που θα ξεμύτιζε απ' την οδό Μεσιέ-λε-Πρενς, η όγδοη που θα έβγαινε από το μετρό, η δέκατη τρίτη που θα κατέβει απ' τη γραμμή 38 του λεωφορείου: αυτή θα είναι. Ανόητες προκλήσεις. Μπορεί να άλλαζε δρόμο, στα είκοσι μέτρα από μένα, ή να ζούσε σε άλλη χώρα. Δυο-τρεις φορές νόμισα ότι την είδα. Τη σιλουέτα της, τα μαλλιά της. Θα της αναγνώριζα, άραγε, αν είχε αλλάξει χτένισμα; Δεν καλοθυμόμουν το σχήμα του προσώπου της. Κι αν η ανάμνησή της ξεθώριαζε σιγά σιγά; Κι αν έσβηνε; Υπήρχαν φορές που αναρωτιόμουν αν ήταν όνειρο, αν πράγματι την είχα συναντήσει ή ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, αν με περιέπαιζε ο ήρωας των Λευκών Νυχτών. Σαν να 'ψαχνα ψύλλο στ' άχυρα. Αποφάσισα να βάλω στον εαυτό μου μια τελευταία πρόκληση: "Αν δεν εμφανιστεί σε πέντε λεπτά, θα φύγω".

Jean-Michel Guenassia, "Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων", Πόλις 2011 (μετάφραση Φωτεινή Βλαχοπούλου)

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

μια μέρα που ήταν καγκελάριος

Προ ετών υπήρχε ένας άνθρωπος που ήταν πολύ άτυχος στη ζωή του γιατί είχε αποτύχει εις τις σπουδές του και αναγκάστηκε να δέχεται ό,τι δουλειά εύρισκε διότι δεν είχε αρκετά προσόντα να προκόψει.
Μια μέρα που ήταν Καγκελάριος του Κράτους, ήταν σε κακό κέφι και αποφάσισε να κάνει έναν μικρό περίπατο στα περιβόλια και έτσι σκεφτόταν τη σκληρή μοίρα του όταν έξαφνα είδε έναν γεράκο καθισμένο σ' έναν κορμό από πεύκο που είχε μια ξύλινη κασετίνα και μέσα είχε πολλά διαφορετικά χόρτα ξερά και καλοτριμμένα και έβαζε απ' αυτά σε μια πίππα και τα κάπνιζε και όταν κάπνισε και ο ίδιος αυτομάτως πίστεψε πως δεν είχε διόλου δίκαιο με τις γκρίνιες του και πήγαν κάτω τα φαρμάκια.

Πάνος Κουτρουμπούσης, "Εν Αγκαλιά de Κρισγιαούρτι", Απόπειρα 1987

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

μέσα απ' τα παράσιτα

Κάποια βράδια ξεχνάνε να κουρδίσουν τα ρολόγια στα καμπαναριά των εκκλησιών του Βόλου και να βάλουν λάδι στα καντήλια, ενώ αφήνουν τους πετεινούς ατάιστους. Μια τέτοια νύχτα πριν λίγα χρόνια, στάθηκε στον ουρανό πάνω από την Επισκοπή ο καβαλάρης που διαφεντεύει τον Βόλο. Ο τόρνος του υπογείου λίγα μέτρα παραδίπλα δούλευε υπερωρίες. Κάποιος είχε απλώσει τραχανά να στεγνώσει από το αίμα που τον είχε ραντίσει. Για ακόμη μια φορά οι βελόνες των τρανζίστορ ήταν κολλημένες ανάμεσα στις συχνότητες, εκεί ακριβώς που μέσα απ' τα παράσιτα ακούγονται οι κατηχήσεις του χαζο-Λευτέρη. Ο καβαλάρης καμτσίκωσε το άλογό του με έναν φλεγόμενο αστερισμό κι εξαφανίστηκε πίσω από τα σύννεφα που σκέπαζαν το λιμάνι.

Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, "Παγανιστικές Δοξασίες της Θεσσαλικής Επαρχίας", Αντίποδες 2017

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

σύμπτωμα απεριόριστων δυνατοτήτων

Ο Σιμωνίδης προοδευτικά προχώρησε σε ένα σύμπαν όπου απάτη και προβοκάτσια δεν είναι πρόθεση παρά σύμπτωμα απεριόριστων δυνατοτήτων ενός γνήσια μεταιχμιακού λόγου, ενός λόγου αδάμαστου και ισχυρότερου από τη λογοτεχνία, τη φιλολογία ή το γράμμα του νόμου. Στην γκρίζα ζώνη μεταξύ φιλολογίας και αντι-φιλολογίας έκανε πράξη το ελευθεριακό πρόταγμα του Μαρκήσιου ντε Σαντ: "Τα πράγματα έχουν την αξία που τους δίνει η φαντασία μας". Κάπου σε αυτές τις μυστικές εσχατιές του λόγου και της φαντασίας ο Σιμωνίδης αυτοκιβδηλεύτηκε, ώσπου εντέλει τα ίχνη του χάθηκαν εντελώς. Ήταν το πέρας της διαδρομής και ο πραγματικός θάνατος του ψευδολόγου. Στα τρίσβαθα της πλαστολογίας ανήλθε στα ύψη της ατομικής του γνησιότητας.

Κυριάκος Σινιόσογλου, "Αλλόκοτος Ελληνισμός", Κίχλη 2016

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

το απλανές βλέμμα

Ο δεύτερος λόγος καταδεικνύει πως μόνο η γνώση μπορεί να αμφισβητήσει τους νόμους της αγοράς. Πράγματι, οποιαδήποτε συναλλαγή εμπορικής φύσης βασίζεται αναπόφευκτα σε μια απώλεια και μια κτίση. Αν αγοράσω ένα πουκάμισο, αυτός που μου το πούλησε παίρνει τα λεφτά μου και χάνει το πουκάμισο, ενώ εγώ χάνω τα λεφτά μου αλλά κερδίζω το πουκάμισο. Στο σύμπαν όμως της διδασκαλίας κάθε μέρα συντελείται ένα μικρό θαύμα, σε οποιαδήποτε αίθουσα οποιασδήποτε χώρας εγώ μπορώ να διδάξω σ’ έναν φοιτητή τη Θεωρία της Σχετικότητας ή να διαβάσω μαζί του μια σελίδα της Οδύσσειας χωρίς να χάσω τις γνώσεις μου. Η διδασκαλία δίνει ζωή σε μια ενάρετη διεργασία στην οποία πλουτίζει όχι μόνον αυτός που παίρνει αλλά και αυτός που δίνει. Ένας αληθινός δάσκαλος ξέρει καλά πως το απλανές βλέμμα ενός φοιτητή ή το αίτημά του για αποσαφηνίσεις αποτελούν πάντα μια πολύτιμη ευκαιρία για να μάθει ο ίδιος κάτι καινούργιο.

Nuccio Ordine, "Η Χρησιμότητα των Άχρηστων Γνώσεων", Άγρα 2016 (μετάφραση Μαρία Σπυριδοπούλου)

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

γνώριζε όμως τους ηθοποιούς

-Είμαστε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, είπε ο Γκασπάρ Μοράν, με τόνο περισσότερο απολογητικό παρά ανακριτικό.
Ο Μαύρος έγειρε πίσω στην καρέκλα, τράβηξε μια ρουφηξιά απ' το τσιγάρο του και κατόπιν το απομάκρυνε απ' το στόμα του, κρατώντας το με τεντωμένα δάχτυλα. Ο Μοράν, παραζαλισμένος, στύλωσε τα μάτια στον κύκλο που σχημάτιζε το στόμα κι απ' όπου έβγαιναν δαχτυλιδάκια καπνού.
-Θέτω το ταλέντο μου στη διάθεση εκείνων που ξέρουν να το εκτιμήσουν. Στο σημείο αυτό έσκυψε ελαφρά μπροστά κι έτριψε τον αντίχειρα με τον δείκτη του. Εξάλλου, πρόσθεσε μέσα από τα δαχτυλίδια του καπνού, δεν έχω ξαναπάει περιοδεία σ' αυτά τα μέρη. Ο Μοράν έκλεισε προς στιγμήν τα μάτια.
-Το γνωρίζετε το Κόμμα; τον ρώτησε.
Ο Μαύρος υπομειδίασε και κούνησε το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό του με μια ακαθόριστη κίνηση, σαν να τον είχαν ρωτήσει για ένα θεατρικό έργο του οποίου αγνοούσε μεν τον συγγραφέα, γνώριζε όμως τους ηθοποιούς.
-Αλλά δεν είστε μέλος κάποιου άλλου κόμματος; ρώτησε ο Μοράν για να αποφύγει κάθε μελλοντική παρεξήγηση.
Ο Λαμερμούρ ξέσπασε σε γέλια. Κατόπιν είπε με σοβαρότητα:
-Είμαι καλλιτέχνης.
-Α, καλλιτέχνης...;

Michael Kleeberg, "Ο Κομμουνιστής της Μονμάρτρης", Άγρα 2017 (μεταφραση Βάνα Χατζάκη)

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

πόρτες που κλείνουν πίσω σου

Είναι οδυνηρό να διασχίζεις αντίστροφα τον χρόνο. Η δημιουργία είναι αντίστροφη κίνηση, η δημιουργία είναι οδυνηρή, τρέχεις να προλάβεις πόρτες που κλείνουν πίσω σου. Η ζωή κυλά με ασυγκρίτως μεγαλύτερες ταχύτητες την ώρα που γράφεις, αυτή, μου φαίνεται, είναι και η ένταση που υπάρχει την ώρα της δουλειάς: αν δεν ζεις την ώρα που γράφεις εκείνο που γράφεις, δεν κάνεις τίποτε - πόσες φορές το επαναλαμβάνουμε στον εαυτό μας. Το γράψιμο σού στερεί τη χαρά της ζωής γιατί είναι ζωή πολλαπλασιασμένη. Είναι αφόρητο το γράψιμο και ανυπόφορη η τέχνη, απαιτούν συνεχώς να είσαι ο εαυτός σου, ακόμη κι αν μέσα από αυτόν ανασύρεις την άλλη πλευρά - κι ο άνθρωπος δεν αντέχει τόσο εύκολα την ειλικρίνεια, προσπαθεί να ξεφύγει. Ακόμη και στις πιο ευτυχισμένες του στιγμές ο τεχνίτης, που ζει την παραφορά, δεν μπορεί να νιώσει τη χαρά των πραγμάτων και χρειάζεται να ξαναδεί ό,τι δημιούργησε έξω από τη στιγμή της δημιουργίας, για να αισθανθεί την πληρότητα του ολοκληρωμένου. είναι μια πικρή και ακοινώνητη χαρά.

Αναστάσης Βιστωνίτης, "Κάτω από την Ίδια Στέγη", Κίχλη 2017

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

δεν θα πέθαινα ποτέ

Αν ήμουν θεός θα αυτοκτονούσα κάθε μέρα
αντί για ύπνο
θα σηκωνόμουν και θα έπλενα τα αίματα από τα χέρια μου στο μπάνιο, μετά το βούρτσισμα
ή θα ξερνούσα πρέζες, χάπια κι αλκοόλ
μαζί με τον καφέ μου το πρωί
θα 'γραφα βιβλία για το πώς είναι ο θάνατος
-αν είναι κοντός ή αν έχει μουστάκι-
που θα γινόντουσαν μπεστ σέλερ
κι οι άνθρωποι θα με χαιρετούσαν στο δρόμο
και θα μου φιλούσαν τα χέρια
- κι ας μην ήθελα

Μαρία Φουτζιτζή, "Ποσά Αντιστρόφως Ανάλογα και Αναλόγως Αντίστροφα Κορίτσια", Σαιξπηρικόν 2017

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

αν σας ρωτήσουν

αν σας ρωτήσουν
να πείτε κάτι ποιητικό
πως τράκαρε καβάλα σε μια μηχανή
στην άγρια κόντρα με τον χρόνο
ή πως τον έσφαξαν σ' ένα κωλόμπαρο της εθνικής οδού
κάποια θλιμμένη πέμπτη
να βρείτε κάτι πειστικό
μην πείτε απλώς πως πέθανα
μην πείτε την αλήθεια

χρήστος μαρτίνης, "το ξένο φως", υποκείμενο 2017

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

είμαι καλά

Μέσα απ' αυτήν τη λασπουριά που λέμε δρόμο
βλέπω κάποιον να έρχεται με μια στολή
φέρει πηλήκιο και ντορβά στον ώμο
στον ίσκιο αράζει της μουριάς μας, στην αυλή.

"Φτιάξε καφέ" λέει στη γιαγιά ο ταχυδρόμος
και βγάζει απ' το σακί του μια επιστολή
με ύφος που δηλώνει "εγώ είμαι ο νόμος"
λέει στη γριά "βάλε σταυρό για υπογραφή".

Γελένια Γκόρα, γράφει απ' έξω, Πολωνία,
λογοκριμένη των γερόντων η αγωνία
η επιστολή ήδη ανοιγμένη στον ατμό.

Τότε ένας μπόμπιρας το γράμμα έξω βγάζει
και στους παππούδες του συλλαβιστά διαβάζει:
"είμαι καλά, για σας το ίδιο επιθυμώ".

 Άρης Μπιτσιώρης, "Όπισθεν Δηλαβέρη", Θεσσαλονίκη 2017

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ένα εύφλεκτο όνειρο

Μαζί κι οι δυο, μ' ένα και μοναδικό άλμα, θα 'ρχιζαν να κολυμπούν στο κενό, να κυνηγούν τον άνεμο, να πηδούν πιο ψηλά, ν' αρμενίζουν και να γλιστρούν με τα νώτα στραμμένα στον ήλιο, στο φεγγάρι, στ' αστέρια πάνω από τον Ατλαντικό, πάνω από τη Μεσόγειο. Πάνω από εξοχές, αγριότοπους, πάνω από πόλεις και πολιτείες. Μέσα σ' αέρινη σιγή, πούπουλο που θροΐζει, παρασυρμένοι από τα κύματα ηφαιστείου που σκάει, ψηλά, κι όλο ψηλότερα ανεβαίνοντας, θα γελούσαν και θα φώναζαν ο ένας του άλλου τ' όνομά του. Ή άλλων ονόματα, αγέννητων ακόμα, ή άλλων που πέθαναν από παλιά και χάθηκαν από φθινοπωρινούς ανέμους, απ' τους ανέμους της θάλασσας ή απ' τη σιωπηλή ερημιά ενός ανέμου από αερόστατο, ενός ανέμου χημικής φωτιάς. Και θα 'νιωθε ο καθένας να σαλεύουν τ' ανάλαφρα πούπουλα των φτερών του, και να βλασταίνουν βαθιά θαμμένα και να ξεπροβάλλουν τρυπώντας τις ωμοπλάτες! Και θα 'φηνε ο καθένας πίσω του τον απόηχο του πετάγματός του, έναν ήχο που θα περικύκλωνε τη γη με τους ανέμους, και πάλι θα την περικύκλωνε, και θα ξαναμιλούσε σ' άλλα χρόνια στα παιδιά των παιδιών τους, που θα 'ταν βυθισμένα στον ύπνο, κι όμως θ' άκουγαν καθαρά τον ακοίμητο ουρανό του μεσονυχτίου.
Ψηλά, ακόμα πιο ψηλά πατέρα! Μια ανοιξιάτικη παλίρροια, μια καλοκαιρινή φουσκοθαλασσιά, ένας αστείρευτος ποταμός από φτερά!
Ένα κουδούνι χτύπησε σιγά.
Όχι, ψιθύρισε. Θα ξυπνήσω σε λίγο. Περίμενε...
Το Αιγαίο γλίστρησε κάτω από το παράθυρο και χάθηκε. Οι δίνες του Ατλαντικού, η γαλλική εξοχή, διαλύθηκαν κάτω στην έρημο του Νέου Μεξικού. Μες στο δωμάτιο του, πλάι στο κρεβάτι που κοιμόταν, δε σάλεψε κανένα πούπουλο κολλημένο με κερί. Απέξω, δεν ταλαντεύτηκε κανένα αχλάδι στον άνεμο, δεν μπήκε μπρος καμιά μηχανή πεταλούδας. Απέξω, μονάχα ένας πύραυλος, ένα εύφλεκτο όνειρο, που περίμενε την αφή των χεριών του για να υψωθεί στα ουράνια.
Την τελευταία στιγμή μέσα στον ύπνο του, κάποιος ρώτησε το όνομά του.

Ray Bradbury, "Το Δ του Διαστήματος", Αντικόσμοι 1975 (μετάφραση Φώντας Κονδύλης)

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ήξιζε να χάνη τις τον καιρόν του

Ότε ο Βενδέρ εβεβαιώθη ότι ήτο θήλεια ίππος, λέγεται ότι εκ της μεγάλης χαράς του έδειρε κατά την εσπέραν εκείνην την γυναίκα του!
Τρία παρήλθον έτη από της γεννήσεως της Μόχρας και η μοναδική καλλονή της, η πτερωτή ταχύτης και η έκτακτος θυμοσοφία της έκαμναν κρότον και εις αυτάς τας ακατοικήτους ερήμους.
Και πράγματι· ότε ανύψου την κεφαλήν της και την ουράν της εις ευθείαν γραμμήν, έδιδε σχήμα τόξου εις τον κατάστιλπνον λαιμόν της, και ανετίνασσε μετά χάριτος την πυκνήν χαίτην της, ήξιζε να χάνη τις τον καιρόν του μόνον διά να την βλέπῃ. Τας απεράντους αποστάσεις διεξήλαυνε με την ταχύτητα αστραπής, και διήρχετο επί των κινδυνωδεστέρων χαραδρών ως όνειρον τον πρωϊνόν ύπνον.
Καθώς εγεννάτο υποψία τις εν τη φυλή των Δελφί, ήτις εκαλλιέργει απωτάτην μεταξύ Περσίας και Μεσοποταμίας έρημον, βόσκουσα κυρίως πολυπληθή ποίμνια, καθώς λοιπόν η φυλή υπώπτευέ τι από μέρους τινών προβατοκλεπτών, εν μια φωνή άπασα έλεγεν.
−Ας καβαλλικεύση την Μόχραν ο Βενδέρ και ας υπάγη ως το Αέθε.

Κωνσταντίνος Μεταξάς Βοσπορίτης, "Σκηναί της Ερήμου", Νεφέλη 1988

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

έπεφτα, έπεφτα

...Βρέθηκα πάνω σ' ένα βαπόρι που πήγαινε στο Πορτ Σάιντ. Θα γύριζα ένα φιλμ στη Σαχάρα. Ήμουν διάσημος κι είχα πολλά λεφτά. Ήμουν ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου. Μεγαλύτερος ακόμα κι από τον Σέργιο Αϊζενστάιν. Οι κριτικοί του "Βάνιτυ Φαίρ" και του "Εσκουάιρ" συμφωνούσαν μάλιστα στο ότι ήμουν μεγαλοφυΐα. Σουλατσέρνοντας πάνω στη γέφυρα, ξαναθυμόμουν εκείνον τον μαραθώνιο όπου είχα λάβει μέρος κάποτε κι αναρωτιόμουν τι να 'χαν γίνει όλα εκείνα τα αγόρια και τα κορίτσια, όταν ξαφνικά έφαγα μια κατακέφαλα και είδα τον ουρανό με τ' άστρα... Έπεφτα, έπεφτα...
Μόλις έπεσα στη θάλασσα, άρχισα να χτυπιέμαι σαν διάολος, γιατί φοβόμουν τους καρχαρίες. Κάτι με άγγιξε κι ούρλιαξα από τον τρόμο μου...

Horace McCoy, "Σκοτώνουν τα Άλογα όταν Γεράσουν", Μπογιάτης 1985 (μετάφραση Δην. Α. Ζορμπαλάς)

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

γιατί σιώπησαν όλοι;

Όχι, πρόφερε ο Ιόλκνις με φωνή σιγανή, αλλά με εξαιρετική σοβαρότητα και πόνο. Όχι. Μιας και καταπιαστήκαμε και ξεσκονίσαμε τις ψυχές μας, πρέπει να φτάσουμε ως το τέλος, όποιο και αν είναι το κόστος. Είμαι παλιά καραβάνα και ξέρω πως μας αρέσει να βρίσκουμε πάντοτε κάποιον για να του φορτώσουμε όλες τις ασχήμιας. Κάποιον, απαραίτητα, αρκεί μόνο να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι. Συγχωρούμε στον εαυτό μας τα πάντα, είμαστε, βλέπεις, το άλας της γης. Ο δε συνάδελφος μας δεν υψώνει τη φωνή του για να κριτικάρει, λόγου χάριν, την υγειονομική υπηρεσία της πόλης, γιατί φοβάται τις συνέπειες, τις επιπτώσεις, που αυτό θα έχει στις "προοπτικές" της υπηρεσιακής του εξέλιξης. Και αν κάποιος συνάδελφος ασκήσει την πιο υγιή, την πιο κανονική και φυσική κριτική, τότε οι άλλοι του συνάδελφοι, "το άλας της γης", παρόλο που ξέρουν το πόσο δίκαιη είναι η κριτική αυτή, δεν θα τον υποστηρίξουν, θα σιωπήσουν. Γιατί, λοιπόν, καθηγητή Σερμπίτσκι, σιωπήσατε; Γιατί σιώπησαν όλοι, όσοι γνώριζαν την ιστορία αυτή; Συντεχνία;... Κλίκα;... Διαφύλαξη της "τιμής της διανόησης"; Μα ύστερα απ' όλα αυτά μπορούμε να λεγόμαστε διανόηση;

Юрий Павлович Герман, "Ας Ουρλιάζει ο Σκύλος", Θεμέλιο 1988 (μετάφραση Πάνος Δημητρίου)

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

μπορεί να κανονιστεί

"Πώς είναι οι νότιοι στη χώρα σου;"
"Έχουν τη φήμη πως είναι πολύ ευγενικοί και χαλαροί. Μεταξύ οικογένειας και φίλων η στοργή είναι πρόδηλη. Αντιθέτως, στον Βορρά θεωρούμαστε πιο σφιχτοί, πιο προσεχτικοί, δίνουμε λιγότερα. Αυτή τη φήμη έχουμε. Αλλά υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο γενέθλιος τόπος ενός ανθρώπου δε σ' τα λέει όλα. Και, ξέρεις, είχαμε κι εμείς εμφύλιο. Οι Βόρειοι ενάντια στους Νότιους".
"Ναι, την ξέρουμε την Ιστορία σας. Τη μελετάμε την Ιστορία σας, τα μυθιστορήματα σας, τα ποιήματά σας".
"Αλήθεια;"
"Βεβαίως. Πριν καν έρθει ο στρατός σας στο Βιετνάμ, η Αμερική είχε σημαντικό μερίδιο στον κόσμο. Το πιο σπουδαίο καπιταλιστικό κράτος. Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε μου αρέσει πολύ".
Κατόπιν μίλησαν για το σφάλμα του πολέμου, δίχως να θίξουν ποιανού σφάλμα ήταν.
"Στο Βιετνάμ" είπε ο Τραγκ έχουμε την κομφουκιανή μέθοδο σε καιρούς σταθερότητας - για τη σοφία, την κοινωνική συμπεριφορά, και λοιπά. Έχουμε τη βουδιστική μέθοδο για περιόδους τραγωδίας και πολέμου - για την αποδοχή των γεγονότων, και για να μη μας στρίψει".
"Ναι, το έχω ξανακούσει αυτό".
"Ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ".
"Κάποια στιγμή".
"Δεν μπορώ να περιμένω να δω την κατάληξη. Θέλω να πάω στις Ηνωμένες Πολιτείες".
"Αυτό το κατανοούμε. Και μπορεί να κανονιστεί." Φαντάστηκε αυτόν εδώ τον άντρα να στέκεται σε μια γωνιά στο σαν Φρανσίσκο περιμένοντας το φανάρι ν' ανάψει πράσινο.

Denis Johnson, "Δέντρο από Καπνό", Πατάκης 2011 (μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης)

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

δεν μιλούμε για ήρωες

Δεν μιλούμε για ήρωες. Οι ήρωες είναι πάντα λιγοστοί. Εξαιρέσεις. Σκεφτείτε τούτο μόνο: Πόσοι ήρωες αναδείχτηκαν λ.χ. στους πολέμους ολόκληρης της ανθρωπότητας, από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που "έπεσαν" και μάλιστα "ηρωικώς"; Εξαιρέσεις, αγαπητέ μου, εξαιρέσεις. Αν ήταν κανόνας οι ήρωες, τότε ο ηρωισμός δεν θα υπήρχε ούτε σαν έννοια! Μένουν, έτσι, οι άλλοι. Οι διπλανοί σας, εσύ κι εγώ - γιατί όχι κι εγώ; Που κοιτάζουμε χωρίς να βλέπουμε, που αφουγκραζόμαστε χωρίς ν' ακούμε, που καταλαβαίνουμε χωρίς ν' αντιλαμβανόμαστε!
Και ιδού τα κίνητρά μας: Ο κ. Λ. κάνει τα στραβά μάτια μπροστά στον αριβισμό του κ. Γ., επειδή σκέπτεται ότι ενδέχεται να τον μιμηθεί αν του δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία. Έχουμε εδώ μια περίπτωση (μακάρι να 'ταν η μοναδική!) κλασική - θα την ονόμαζα "μονοκύτταρη": Ο συγκεκριμένος "ένας" αντίκρυ στον επίσης συγκεκριμένο "δύο", περικλεισμένοι εντούτοις σ' έναν μικρό-μικρό κύκλο, σάμπως μέσα στη μεμβράνη ενός κύτταρου. Όμως το κύτταρο τούτο δεν είναι ξεκομένο και "αυτοτελές" σύνολο: δένεται με τα διπλανά του, κι εκείνα με άλλα, με άλλα, με άλλα. Και βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σύμπαν από κύτταρα, με διαφορετικό ίσως βασικό περιεχόμενο το καθένα, αλλά πανομοιότυπα εντελώς "προς άλληλα"!
Στον χώρο του δικού τους κύτταρου δρουν ή αδρανούν οι ένοικοι του Λ. και Γ. έξω από αυτόν υπάρχει η δράση ή η αδράνεια των άλλων. Είτε κοντά ή γύρω του, είτε μακριά του, σ'όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, άλλοι κ.κ. Λ. και Γ. και Ψ. και Ω., με χιλιάδες ονόματα και πρόσωπα, όχι μόνο ενεργούν ή καιροφυλακτούν, αλλά ολοένα με τη στάση τους παραδειγματίζουν, εμπνέουν, υποδεικνύουν, καθοδηγούν, "ορμώμενοι" από τα προσωπικά κίνητρα ή αντικίνητρά τους!

Λεφτέρης Ραφτόπουλος, "η δική τους γλώσσα μου", Πύλη 1976

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

να την περάσεις

Μόνο ο δικαστής δεν είχε επιτρέψει να βάλουν αυτά τα περιττά αλλά πολύτιμα αντικείμενα στο δικαστικό μέγαρο, γεγονός που φυσικά για τους άλλους έκρυβε πολλά. Τώρα κάθε δωμάτιο, κάθε διάδρομος, κάθε σκάλα ήταν φίσκα με τα υπάρχοντα όσων είχαν μαζευτεί στο στρατόπεδο. "Αλλά και πάλι, δεν είναι η προσωπική περιουσία κάτι σημαντικό; Δε μας δείχνει πόσο έχει εξελιχθεί ο άνθρωπος από τον πρωτογονισμό της φτώχειας προς την αξιοπρέπεια; Η προσωπική περιουσία είναι σίγουρα ένας φυσικός δείκτης της ηθικής προόδου που σταθερά σημειωνόταν τα τελευταία είκοσι χρόνια και παραπάνω".
Ανάμεσα στα παλιά έπιπλα, τα βάζα, στις πορσελάνες και στα αναρίθμητα άλλα αντικείμενα, αρκετά ακόμα πουλιά, ακίνητα μέσα στα γυάλινα κουτιά τους, τον κοίταζαν βαριεστημένα να ανεβαίνει τη σκάλα. Σταμάτησε στην κορυφή σκυθρωπός. Μια σιγανή φωνή τού είχε ψιθυρίσει στ' αυτί: "Ο κόσμος είναι μια γέφυρα. Να την περάσεις, μα να μη χτίσεις πάνω της". Ήταν χριστιανική ή ινδική παροιμία; Δεν μπορούσε να θυμηθεί.

J.G. Farrell, "Η Πολιορκία του Κρισναπούρ", Νεφέλη 1996 (μετάφραση Πέρσα Αποστόλη)

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

εκεί απ' όπου ήρθαν οι θεοί σας

"Κι αν σου έλεγα ότι δεν είναι ούτε έτσι, ούτε αλλιώς τα πράγματα; Αν σου έλεγα ότι καμία κοσμογονία δεν είναι σωστή, κανενός λαού; Ότι οι θεοί έρχονται από κάπου αλλού κι ότι έφτασαν εδώ από τύχη; Ότι είναι θεοί εδώ, αλλά εκεί απ' όπου ήρθαν ήταν κοινοί θνητοί;"
Το πράγμα γινόταν όλο και πιο επικίνδυνο. Μπορεί αυτή η πόλη να πίστευε στον Τίλου Ματίμ, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι οι υπόλοιποι θεοί δεν μπορούσαν να δουν τους ανθρώπους εντός των τειχών της. Και μόνο οι πάμπολλοι ναοί τους θα τους επέτρεπαν να μπαίνουν στην πόλη ανεμπόδιστοι και να βλέπουν ποιος λέει τι.
"Κι αν σου έλεγα ότι ο Τίλου Ματίμ ήταν ήδη θεός εκεί απ' όπου ήρθαν οι θεοί σας;"
Ο Παγκράτης αποφάσισε να αλλάξει συζήτηση. Δεν του άρεσε καθόλου, η πιθανότητα να ασχοληθούν οι θεοί μαζί του. Ήταν σίγουρα πάνω από τις επί του παρόντος δυνατότητές του ν' ανταπεξέλθει σε οποιαδήποτε θεϊκή απαίτηση. Από την άλλη, φαινόταν να ασχολείται ήδη κάποιος θεός μαζί του. Η περίσταση δε σήκωνε αδιαφορία.
"Νομίζω ότι τα δέντρα με κοιτάνε", είπε. Κάτι, φαινομενικά μόνο, άσχετο.

Ευθυμία E. Δεσποτάκη, "Πνεύματα", Mamaya 2016

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

δεν του δόθηκε η ευκαιρία

Κατά την απελευθέρωση του Παρισιού, ο Ολιβιέ διψούσε να πάει να πολεμήσει στα οδοφράγματα, αλλά δεν του δόθηκε η ευκαιρία. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της εξέγερσης της πρωτεύουσας, το μυδραλλιοβόλο, που φύλαγε κάτω απ' το κρεβάτι του, εγκαταστάθηκε στη στέγη μιας πολυκατοικίας στην πλατεία Κλισύ και ανατέθηκε σε μια ομάδα πεπειραμένων σκοπευτών. Ο ίδιος πήρε διαταγή να παραμείνει στην κάβα του, για ν' ακούει τις οδηγίες που έστελνε το Λονδίνο και, γενικώς, οι πάντες. Έμεινε λοιπόν εκεί παραπάνω από τριάντα έξι ώρες συνέχεια, χωρίς να φάει, χωρίς να κλείσει μάτι, έχοντας για μοναδικό πόσιμο ένα αηδιαστικό υποκατάστατο χυμού βερίκοκου, μουτζουρώνοντας ατέλειωτες σελίδες σημειωματαρίων με αινιγματικά μηνύματα του είδους: "το πρεσβυτέριο δεν έχει χάσει τη χάρη του ούτε ο κήπος την αίγλη του", "ο αρχιδιάκονος είναι πρωταθλητής στο γιαπωνέζικο μπιλιάρδο" ή "όλα πάν' καλά, Κυρία Μαρκησία", που έρχονταν και τα 'παιρναν κάθε πέντε λεπτά στίφη αγγελιοφόρων με κράνη. Όταν, το βραδάκι της επομένης, αναδύθηκε απ' το υπόγειο, ο μεγάλος κώδωνας της Παναγίας των Παρισίων κι όλες οι άλλες καμπάνες σήμαιναν εκκωφαντικά για να πανηγυρίσουν την είσοδο των στρατευμάτων της Απελευθέρωσης.

George Perec, "Ζωή Οδηγίες Χρήσης", Ύψιλον 1991 (μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης)

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

φυστίκια

Ή παραιτούμαστε, αφηνόμαστε να μας παρασύρει ο χείμαρρος και χάνουμε τη γη κατω από τα πόδια μας ή αισθανόμαστε ότι ήρθε η στιγμή να αντιδράσουμε, να περάσουμε απ' την αμέριμνη σπατάλη στη ζηλότυπη διαφύλαξη.
Ο μεγαλύτερος σύγχρονος Κινέζος ποιητής, ο Πα Κιν, παρασημοφορήθηκε στα 85 του χρόνια απ' τον Φρανσουά Μιτεράν και προσκλήθηκε να έρθει στη Γαλλία. "Για να κάνω τι; Για να συναντήσω ποιον; Για ν' ανακαλύψω τι το ενδιαφέρον εκεί; Καταλαβαίνετε -πρόσθεσε λες και ζητούσε συγγνώμη γι' αυτές τις ερωτήσεις- έχω την εντύπωση πως μου απόμειναν μονάχα επτά δολάρια. Και δεν θέλω να αγοράσω φυστίκια."

Jean-Louis Servan Schreiber, "H Τέχνη του Χρόνου", Ροές 1986 (μετάφραση Λουίζα Μητσάκου)

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

αυτό δεν είναι πορνογραφία

18 Ιουνίου 72. Δεν έχω ξυπνήσει καλά-καλά, και στο κεφάλι μου: Έρωτας σα φάρμακο ενάντια στο θάνατο, έρωτας σαν εξέγερση ενάντια τον παντοδύναμο πατέρα, στον Τσβέρεντς και τον Ζ. Μπορούμε ο Ζ κι εγώ να κάνουμε την εξέγερση μαζί ενάντια και στα δυο; Τα θέλω όλα: Έρωτα, πνεύμα, σύμμαχος ενάντια στο θάνατο, σύμμαχος στον κίνδυνο, ενάντια στον αντισηπτικό θάνατο, ενάντια στο θάνατο, ενάντια στο θάνατο της οικογένειας, ενάντια στο θάνατο από συρρίκνωση, ενάντια στο θάνατο από γηρατειά... Ένα βιβλίο είναι πάντα μια κραυγή βοήθειας... Και πρέπει ν' απαντήσεις... Κι εγώ παίρνω την κραυγή στα σοβαρά, η κραυγή δεν πρέπει νάναι συλλαβιστή. Να νιώθεις από το βιβλίο το πρόσωπο του συγγραφέα. Αυτό δεν είναι πορνογραφία. Δεν ξέρω τι είναι πορνογραφία. Απορώ που χρησιμοποιώ τη λέξη "πήδημα" τόσο εύκολα. Τι να κάνω όμως για να μη θεωρούμαι σεμνότυφη. Μου μένει η ανάγκη να βρω τις δικές μου λέξεις, ωραιότερες, αγριότερες, προσφιλέστερες, εντονότερες. "Η σπουδαιότητα ενός αντικειμένου φαίνεται πάντα από τη γλωσσική του διαφοροποίηση: υπάρχουν φυλές στην έρημο που χρησιμοποιούν σαράντα περίπου λέξεις για το σκούρο, το χρώμα πούχει το περιβάλλον τους και οι καμήλες τους. Οι Γιαπωνέζοι έχουν πολλές εκφράσεις για τον καταράχτη: καταράχτης σε μορφή ρόμβου, καταράχτης σαν ύφασμα, καταράχτης σαν κλωστή..." Ζηλεύω τις φυλές της ερήμου.

Karin Struck, "Ταξική Αγάπη", Επίκουρος 1976 (μετάφραση Γιώργος Βαμβαλής)

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

σε απόχρωση μπουρινιασμένου σύννεφου

Δυο μόνο σκέψεις κυριαρχούν στο μυαλό του διερχόμενου επισκέπτη: "Πού θα βρω να πιω κάτι;" και "Πώς βρέθηκα εδώ χάμω;". Και όμως, καθώς γράφω τώρα, θυμάμαι τον άνεμο της ερήμου να αναρριπίζει τα πράσινα νερά, το σκληρό μπλε χρώμα του ουρανού, πελώριες γυναίκες να κυλούν εδώ και εκεί στην πόλη φορώντας τα βαμβακερά γαλάζια ίντιγκο μπουμπού τους, τα ομοιόμορφα σκούρα μπλε παντζούρια των σπιτιών στους απαράλλαχτους χωματένιους γκρίζους τοίχους, τους πορτοκαλιούς πτιλονορρύγχους που υφαίνουν τις καλαθωτές φωλιές τους με πουπουλένια φυλλώματα ακακίας, τους κατάμαυρους γυαλιστερούς κηπουρούς που αδειάζουν με αγάπη νερό από πέτσινα φλασκιά σε σειρές από πρασινομπλέ κρεμμύδια, τους λυγερούς αριστοκρατικούς Τουαρέγκ με την υπερφυσική εμφάνιση, με τις χρωματιστές πέτσινες ασπίδες και τις αστραφτερές τους λόγχες, τα πρόσωπά τους τυλιγμένα σε πανιά χρώματος ίντιγκο, τα οποία βάφουν το δέρμα τους σε απόχρωση μπουρινιασμένου σύννεφου. Μου έρχονται ακόμα στο νου άγριοι Μαυριτανοί με μπούκλες σαν δαχτυλίδια, γυμνόστηθα κορίτσια της παλιάς κάστας δούλων Μπέλα που κοπανούν ρυθμικά τα γουδιά τους τραγουδώντας μονότονους σκοπούς και μνημειώδεις κυράδες Σονγκάι με πελώρια σκουλαρίκια σε σχήμα καλαθιού, σαν εκείνα που φορούσε η βασίλισσα της Ουρ εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια.

Bruce Chatwin, "Ανατομία του Αεικίνητου", Χατζηνικολή 1999 (μετάφραση Τάκης Κιρκής)