Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

μια εκδοτική τρέλα

Μόνο όταν απόχτησαν το πρώτο τους παιδί κατάλαβαν, σε μια τυχαία συζήτηση, πως τα γράμματα και των δυο τους ήταν γραμμένα από τον ίδιο γραφιά και, για πρώτη φορά, πήγαν μαζί στην Πύλη να του ζητήσουν να γίνει νονός του παιδιού. Ο Φλορεντίνο Αρίσα ενθουσιάστηκε τόσο με τη χειροπιαστή απόδειξη των ονείρων του, που βρήκε το χρόνο, τον οποίο συνήθως δεν είχε, για να γράψει έναν Οδηγό των Ερωτευμένων, πολύ πιο πλούσιο και ποιητικό από κείνον που πουλιόταν μέχρι τότε στα καροτσάκια για είκοσι σεντάβος και που η μισή πόλη γνώριζε απ’ έξω κι ανακατωτά. Έβαλε σε μια σειρά όλες τις καταστάσεις στις οποίες θα μπορούσαν να βρεθούν η Φερμίνα Δάσα κι εκείνος και για όλες έγραψε τόσα δείγματα, όσες και οι εναλλακτικές λύσεις που μπορούσε να σκεφτεί. Στο τέλος μάζεψε γύρω στα χίλια γράμματα, σε τρεις τόμους τόσο ογκώδεις όσο και το λεξικό της Κοβαρούμπιας, αλλά κανένας εκδότης στην πόλη δε θέλησε να διακινδυνεύσει να τα τυπώσει κι έτσι κατέληξε σε κάποιο πατάρι στο σπίτι, μ’ άλλα χαρτιά από το παρελθόν, αφού κι η Τράνσιτο Αρίσα αρνήθηκε ορθά κοφτά να ξεθάψει τα πήλινα δοχεία της και να ξοδέψει τις οικονομίες ολόκληρης ζωής σε μια εκδοτική τρέλα. Χρόνια αργότερα, όταν ο Φλορεντίνο Αρίσα είχε τα δικά του μέσα για να εκδώσει το βιβλίο, δυσκολεύτηκε πολύ να παραδεχτεί πως τα ερωτικά γράμματα δεν ήταν πια της μόδας.

Gabriel Garcia Marquez, «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας», Λιβάνης 1986 (μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας)

την ανηφόρα τη λένε salizada και το σοκάκι ruga

Αυτό το καλντερίμι με ταξιδεύει μακριά από τον κόσμο που γνώρισα μέχρι τώρα. Κάποιες φορές μύρισα την ευωδιά των μπαχαρικών, άλλες εισέπνευσα τον καπνό των καπνόφυλλων, μα ποτέ δεν ένιωσα όπως τώρα, ότι βρίσκομαι σ’ ένα σταυροδρόμι με διάφορους τόπου ν’ απλώνονται ταυτοχρόνως στα πόδια μου. Ένα suk της Κωνσταντινούπολης, ένα λιμάνι της Κίνας, ένα χάνι της Σαμαρκάνδης, μια γιορτή στους δρόμους της Γρανάδας.
-Καλέ μου κύριε, ώστε θέλεις λοιπόν ν’ αγοράσεις κάτι; Ρώτα με για να σε καθοδηγήσω.
Ο ξεναγός μου είναι ξανά κοντά μου και μου τραντάζει δυνατά το μπράτσο. Με κοιτάζει απ’ την κορφή ως τα νύχια μ’ ένα περίεργο βλέμμα και μου φαίνεται πως αρχίζει ν’ αμφιβάλλει για τις διανοητικές μου ικανότητες.
-Βλέπεις εξοχότατε; Την πλατεία που σε όλες τις πόλεις της Ιταλίας τη λένε piazza, εδώ στη Βενετία τη λένε campo, και τους δρόμους μικρούς-μεγάλους δεν τους λένε vie και strade, αλλά τα μικρά calle, και τους δρόμους δίπλα στα κανάλια fondamenta, την ανηφόρα τη λένε salizada και το σοκάκι ruga…
Ο υδάτινος δρόμος προβάλλει ξανά, στην ίδια ευθεία με το στόμιο μιας επιβλητικής ξύλινης γέφυρας. Οι αναρίθμητες αγκυροβολημένες βάρκες στις δυο όχθες του καναλιού, δεξιά της γέφυρας, και η ακατάπαυστη κίνηση στη φόρτωση και εκφόρτωση των εμπορευμάτων δείχνουν ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του εμπορικού κέντρου της Γαληνοτάτης.
-Ιδού το Ριάλτο, κύριε!

Luther Blisset, «Εκκλησιαστής», Τραυλός 2001 (μετάφραση Χρυσή Κακατσάκη)

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

σκλάβοι της σκέψης

-Είδες; Ψιθύρισε ο Χωλ. Οι αγαπητοί μας δολοφόνοι, αξιολάτρευτοι φιλόσοφοι. Πιστεύεις τώρα πως είναι μάλλον τρελοί, παρά βάρβαροι και κτηνώδεις δολοφόνοι;
Η Γκράνια σήκωσε τους ώμους. «Μπορεί να ορίζουν την ομορφιά μ’ όποιο τρόπο τους αρέσει, αλλά εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω πως έχουν βάλει σκοπό να σκοτώσουν το θείο Σέργιο… τον πατέρα μου».
-Μα δεν βλέπεις; Κατέχονται από ιδέες. Δεν λογαριάζουν την ανθρώπινη ζωή – ούτε καν τη δική τους. Είναι σκλάβοι της σκέψης. Ζουν σε έναν κόσμο ιδεών.
-Με πενήντα χιλιάδες δολάρια, αποκρίθηκε εκείνη.
Ήταν η σειρά του να σηκώσει τους ώμους.

Jack London, «Γραφείο Δολοφονιών Ε.Π.Ε.», Πλέθρον 1997 (μετάφραση Νανά Τσόγκα)

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

ανάμεσα σε δυο κόσμους

Ποιος αμφισβητεί την εντιμότητα και την ειλικρίνεια των περισσότερων μελών τούτων των κομμάτων; Ποιος αμφισβητεί την αφοσίωσή τους στην επανάσταση ή την «ψυχική ανάταση»; Μα αυτά είναι άστοχα. Μια μηχανή, που δεν δουλεύει επειδή είναι κακώς κατασκευασμένη, είναι εξ ίσου άχρηστη με μια μηχανή, που δεν δουλεύει επειδή ο κατασκευαστής της είναι συνειδητός απατεώνας. Και όλη η ειλικρίνεια, η καλή θέληση και η εντιμότητα δεν κάνουν τον άνθρωπο ούτε κατά ένα χαμόγελο ευτυχέστερον. Είναι καιρός ν’ αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο τα γεγονότα και να συνειδητοποιήσουμε ότι, σ’ όλους τους ποικίλους μεταρρυθμιστικούς μηχανισμούς μας, «κάπου έχει λασκάρει μια βίδα». Αυτή η γόνιμη μεταφορά της βιομηχανικής εποχής εφαρμόζεται συνήθως στην νευρωτική διαταραχή, και την χρησιμοποιώ στο παρόν πλαίσιο με άγριες προθέσεις. Θέλω να πω ότι η ουτοπία του μεροληπτικού είναι, από ψυχολογική άποψη, ένα φετίχ, δηλαδή, είναι μια απόπειρα ν’ αντικαταστήσουμε το όλον με το μέρος, και να χύσουμε μέσα στο μέρος ολόκληρο το συγκινησιακό περιεχόμενο που ανήκει στο όλον. Όταν ένας άνδρας παίρνει στην κατοχή του το μαντήλι ή την καλτσοδέτα μιας γυναίκας, και συμπεριφέρεται προς το αντικείμενο αυτό με την ίδια ένταση και το ίδιο ενδιαφέρον που θα έδειχνε και προς την κάτοχό του με σάρκα και οστά, το μαντήλι ή η καλτσοδέτα ονομάζονται φετίχ. Αποτολμώ να υποστηρίξω ότι Σοσιαλισμός, Ποτοαπαγόρευση, Αναλογική Αντιπροσώπευση και διάφοροι αφηρημένοι «–ισμοι» είναι τα φετίχ του οπαδού: είναι απόπειρες ν’ αντικαταστήσουμε το όλον μ’ ένα επί μέρους όργανο ή μιαν επί μέρους λειτουργία της κοινότητας. Είναι αναμφίβολα πολύ ευκολότερο να κλέψεις ένα μαντήλι απ’ το να κατακτήσεις μια κοπέλα. Παρόμοια, είναι ευκολότερο να εστιάσεις το ενδιαφέρον σου στη χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή στην ιδιοκτησία του μηχανολογικού εξοπλισμού και της γης, παρά στην ολότητα των δραστηριοτήτων μιας κοινότητας. Είναι όντως ευκολότερο, μα είναι μοιραίο, γιατί το αποτέλεσμα του φετιχισμού αυτού είναι πιθανόν ότι η κοπέλα μένει ανέραστη, η δε κοινωνία δεν υφίσταται καμιά θεμελιώδη αλλαγή. Επί πλέον, τα μεταρρυθμιστικά στοιχεία μέσα στην κοινωνία αχρηστεύονται με τον φετιχισμό και δεν συμμετέχουν φυσιολογικά στις δραστηριότητες της κοινότητας, και παραμένουν άχρηστοι – στην καλύτερη περίπτωση, περιπλανιούνται ανάμεσα σε δυο κόσμους, «έναν νεκρό, και τον άλλον ανήμπορο να γεννηθεί».

Lewis Mumford, «Η Ιστορία των Ουτοπιών», Νησίδες 1998, (μετάφραση Βασίλης Τομανάς)

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

από κείνους τους φόβους που μας αδειάζουν το μυαλό

Και μια μέρα, μια συνηθισμένη φθινοπωρινή μέρα, βγήκε ένας άνεμος που όσο πήγαινε δυνάμωνε. Κάποια στιγμή άρχισαν ν’ ανοιγοκλείνουν πόρτες-παράθυρα σαν να μάλωναν μεταξύ τους, ποτιστήρια και σκούπες να τρέχουν στις αυλές, τα ρούχα να φεύγουν μαζί με τα σύρματα, κι όσοι βρέθηκαν στους δρόμους, διαβάτες εν αιθρία, κολλούσαν πάνω στα ντουβάρια –αν προλάβαιναν- για να μην τους πάρει κι αυτούς η ανεμοζάλη.
Η Πέρσα είπε στον αδερφό της τον Γιακώβ να μην κουνηθεί ούτε απ’ τη μια κάμαρα στην άλλη γιατί δεν είχε όρεξη να τον κυνηγάει στον αέρα, μα ενώ το ‘λεγε, άνοιξε πίσω της ένα παράθυρο και το ρεύμα την προσγείωσε στα πόδια του.
«Για να σκέφτεσαι τι λες!» της είπε εκείνος με σαρδόνιο μορφασμό.
Και η Φεβρωνία, ψάχνοντας κάτι σ’ ένα παράπηγμα πίσω απ’ το σπίτι, ανάμεσα σε ξύλα και κασσόνια, άφησε το ψάξιμο και πήγε να βγει, μα μόλις έσπρωξε την πόρτα, ο αέρας της την γύρισε στο πρόσωπο. Την ξανάσπρωξε, κι εκείνος της την ξαναγύρισε.
«Α – αέρα, θα μαλώσουμε», του είπε.
Πήρε μια βαθειά ανάσα κι έσπρωξε την πόρτα με τα δυο της χέρια. Και πάλι ο αέρας της την έφερε στο πρόσωπο.
«Μα τι θες τώρα; Να τσακωθούμε;» του είπε πάλι. Και ταραγμένη, θυμωμένη, άρπαξε ένα ξύλο κι έσπρωξε μ’ αυτό την πόρτα – καταφέρνοντας έτσι (αρκετά ανέτοιμη παρ’ όλα αυτά) να πεταχτεί έξω στον άνεμο που λυσσομανούσε…
Μπήκε στο σπίτι σαν μαστιγωμένη. Κι ανήσυχη έσπευσε για επάνω, εκεί που είχαν την Ιουλία, κι όσο να φτάσει, όσο ν’ ανέβει ένα-ένα εκείνα τα σκαλοπάτια που άλλοτε τα έτρεχε και δεν την έφτανε κανένας, έμεινε το στήθος της δίχως ανάσα: απ’ το φόβο, τον άκρατο φόβο πως, αν τυχόν άνοιξε απ’ τον αέρα το παράθυρο που ήταν δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της, δεν θα ξανάβλεπε την κόρη της, θα έβρισκε το κρεβάτι άδειο… Από κείνους τους φόβους που μας αδειάζουν το μυαλό κι ας μην έχουν μεγάλη βάση: είναι δυνατόν, είναι και τόσο εφικτό, να πάρει ο αέρας μια δωδεκάχρονη παιδούλα απ’ το κρεββάτι της; Κι όμως η δύστυχη γυναίκα το σκέφτηκε κι αυτό εκεί στις σκάλες: αν δεν την πήρε σήμερα, θα ζήσει άλλα τριάντα χρόνια!

Ζυράννα Ζατέλη, «Και με το φως των λύκων επανέρχονται», Καστανιώτης 1993

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

η νυχτοπεταλούδα

Σήμερα ο Όσκαρ λέει απλώς: η πεταλούδα έπαιζε ταμπούρλο. Έχω ακούσει λαγούς, αλεπούδες και ασβούς να παίζουν ταμπούρλο με τα μπροστινά τους πόδια καθώς οσμίζονται τον κίνδυνο. Για τα βατράχια λένε πως όταν χαλούν τον κόσμο σαν μικροί τυμπανιστές προμηνύεται κακοκαιρία. Για τον δρυοκολάπτη πως χτυπώντας το ξύλο με το ράμφος του βγάζει τα έντομα απ'την κρυψώνα τους. Τέλος ο άνθρωπος χτυπά νταούλια, τύμπανα, μεταλλικά τύμπανα, κύμβαλα, ταμπούρλα. Μιλά για τουμπανιασμένα πτώματα, για περίστροφα που ο κύλινδρος τους θυμίζει τύμπανο, για επαναληπτικά πυρά όμοια με σφυροκόπημα τυμπάνου ή για τυμπανοκρουσίες και εννοεί επιδεικτική και θορυβώδη διαφήμιση. Τύμπανα συνάζουν τον κόσμο, κρουστά τον συνοδεύουν στον τάφο. Υπάρχουν μικροί και μεγάλοι τυμπανιστές. Υπάρχουν συνθέτες που γράφουν κοντσέρτα για έγχορδα και κρουστά. Σας θυμίζω και τις μέχρι τούδε απόπειρες του Όσκαρ. Μα όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στο ρεσιτάλ που έδωσε η νυχτοπεταλούδα κρούοντας δυο απλούς ηλεκτρικούς λαμπτήρες των εξήντα βατ επ' ευκαιρία της γέννησης μου. Ίσως υπάρχουν μαύροι στην πιο μαύρη Αφρική, όπως επίσης και στην Αμερική, που δεν έχουν λησμονήσει ακόμα την Αφρική, ίσως αυτοί οι ρυθμικά οργανωμένοι άνθρωποι να έχουν το χάρισμα, με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο με της πεταλούδας μου ή μιμούμενοι αφρικάνικες πεταλούδες -οι οποίες ως γνωστόν είναι μεγαλύτερες και λαμπρότερες από τις πεταλούδες της ανατολικής Ευρώπης- να παίζουν τύμπανο πειθαρχημένα και συνάμα αχαλίνωτα. Εγώ μπορώ να κρίνω τη μετρίου μεγέθους, πασπαλισμένη με καφετιά πούδρα νυχτοπεταλούδα την ώρα της γέννησής μου μόνο με βάση τα ανατολικοευρωπαϊκά μου μέτρα. Αυτή η πεταλούδα υπήρξε δασκάλα του Όσκαρ.

Günter Grass, "Το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο", Οδυσσέας 2008 (μετάφραση Τούλα Σιετή)

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

πετώντας προκλητικά ο ένας στον άλλο σφυρίδες

Όμως, παρ' ότι τα σημάδια και τα μηνύματα του ελληνικού λαού ήταν σαφή προς το ΠΑΣΟΚ, εκείνη η οριακή νίκη, αντί να αφυπνίσει, θα παραλύσει στην κυριολεξία τα ήδη κουρασμένα και χαλαρωμένα από τα αγαθά της εξουσίας στελέχη. Οι περισσότεροι υπουργοί και παράγοντες του συστήματος εξουσίας ξεπέρασαν γρήγορα τη νεοδημοκρατική απειλή, κατελήφθησαν και πάλι από το σύνδρομο του ανίκητου και του αιώνιου, παραδόθηκαν, δεσμευμένοι όπως ήταν από πριν, στις απολαύσεις. Αρκετοί οι προκλητικοί, χωρίς μέτρο, χωρίς αιδώ και κυρίως αποκομμένοι από τον ελληνικό λαό, επιδόθηκαν σχεδόν από την επόμενη των εκλογών σε επίδειξη αλαζονείας. Ήταν σαν να έβγαζαν κοροϊδευτικά τη γλώσσα στον ελληνικό λαό και να έλεγαν "σας τη φέραμε και πάλι". ορισμένοι μάλιστα το γιόρτασαν δεόντως, ξεσάλωσαν στην κυριολεξία, περιφρονώντας τους πάντες και τα πάντα. Πασχαλιάτικα μια παρέα από τους υποτιθέμενους "στρατηγούς" της νίκης βρέθηκε στη Μύκονο και υπενθύμισε σε όλους την αλλοίωση και τα βάρη του νεοπλουτισμού που καταδίωκαν τους περισσότερους εκ των εκφραστών της πασοκικής εξουσίας. Τα έπιναν και γλένταγαν από το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την Ανάσταση, πετώντας προκλητικά ο ένας στον άλλο σφυρίδες, άλλοι μεθυσμένοι από τη νίκη, άλλοι πάλι γιατί θεωρούσαν βεβαία την πρόοδό τους στη νέα περίοδο, σίγουροι για τις δουλειές που θα έτρεχαν, για τα λεφτά που θα έβγαιναν. Υπουργοί και "στρατηγοί", πρώην επαναστάτες, εκπρόσωποι της νέας λούμπεν επιχειρηματικής τάξης, που είδε το φως της από την έκλαμψη της Σοφοκλέους, ημιμαθείς τηλεοπτικοί αστέρες και άλλα φρούτα μιας ασύδοτης εξουσιαστικής ομάδας, που απέδιδε αυτό που ο λαός με βαθιά περιφρόνηση προσδιόριζε ως "σύστημα", ενώθηκαν σε μια προκλητική συνεύρεση, η οποία ερέθισε τους πάντες και μετέδωσε τη βεβαιότητα πια ότι το μέτρο είχε χαθεί, ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος συστολής και αυτοσυγκράτησης.

Αντώνης Καρακούσης, "Μετέωρη Χώρα", Εστία 2006

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

από τα είκοσι ένα ποιήματα αγάπης

Κάθε κορφή είναι κρατήρας. Αυτός είναι ο νόμος των ηφαιστείων,
που τα κάνει αιώνια κι εμφανώς θηλυκά.
Δεν είναι ύψος δίχως βάθος, χωρίς φλεγόμενο πυρήνα
αν και οι ψάθινες σόλες μας ξεφτίζουν πάνω στη σκληρή λάβα.
Θέλω να ταξιδέψω μαζί σου σε κάθε βουνό
που να καπνίζει από μέσα σαν την Σίβυλλα που σκύβει πάνω από τον τρίποδά του,
θέλω να πιάσω το χέρι σου καθώς απολεπίζουμε το μονοπάτι,
να νιώσω τις αρτηρίες σου να καίνε όταν σε σφίγγω,
χωρίς να μου ξεφεύγει το μικρό, σαν κόσμημα λουλούδι
άγνωστο για μας, χωρίς όνομα μέχρι να το ξαναονομάσουμε,
που πιάνεται στο βράχο που αργά αλλάζει -
τη λεπτομέρεια αυτήν έξω από μας που μας επιστρέφει στον εαυτό μας,
ήταν εδώ πριν από μας, ήξερε ότι θα 'ρχόμαστε και βλέπει πέρα από μας.

Adrienne Rich, "Σαπφώς Σαπφείροι", Γαβριηλίδης 2001 (μετάφραση Αναστασία Αναστασιάδου)

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

επινοημένη για να κρύβει

Ωστόσο, απ' όλες τις κρυφές πόλεις, η Νέα Ορλεάνη, έτσι μου φαίνεται, είναι η πιο απόκρυφη, αυτή που περισσότερο διαφέρει, στην πραγματικότητα, απ' αυτό που επιτρέπεται σ' έναν ξένο να δει. Η πανταχού παρουσία ψηλών τοίχων, φυλλωμάτων που κρύβουν, χοντρών κλειδωμένων σιδερένιων πυλών, παραθύρων με κλειστά παντζούρια, σκοτεινών σηράγγων που οδηγούν σε κατάφυτους κήπους όπου μιμόζες και καμέλιες δημιουργούν χρωματικές αντιθέσεις και όπου αργόσχολες σαύρες τρέχουν στα φύλλα των φοινικιών τινάζοντας τη διχαλωτή τους γλώσσα, δεν είναι τυχαίο ντεκόρ αλλά αρχιτεκτονική εσκεμμένα επινοημένη για να κρύβει, να μεταμφιέζει, όπως σ' έναν χορό του Μάρντι Γκρα, τη ζωή αυτών που γεννήθηκαν προφυλαγμένοι μέσα σ' αυτά τα οικοδομήματα. Δυο ξαδέρφια που 'χουν εκατό άλλα ξαδέρφια απλωμένα στο πλέγμα οικογενειακών σχέσεων της πόλης και, καθισμένα κάτω από μια συκιά, δίπλα στο σιγανό σιντριβάνι που δροσίζει τον κρυμμένο τους κήπο, ψιθυρίζουν.
Βήματα. Ψηλοτάκουνα γυναικεία βήματα που πλησιάζουν και σταματούν μπροστά μου. Είναι η λεπτή, σχεδόν όμορφη μιγάς που άκουσα νωρίτερα το απόγευμα να καβγαδίζει με τον "μάνατζέρ" της. Χαμογελάει, μου κλείνει το ένα μάτι, μετά το άλλο, και η φωνή της δεν είναι θυμωμένη πια. Ο ήχος της φωνής της είναι σαν τη γεύση που έχουν οι μπανάνες.

Truman Capote, ""Μουσική για χαμαιλέοντες", Καστανιώτης 2008 (μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος)

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

έχασα τις αμφιβολίες μου

«Υποπτεύομαι ότι ο λόγος που δεν μπόρεσα να υμνήσω τον ρευστό κόσμο ήταν γιατί δεν κατόρθωσα να πείσω τον εαυτό μου να πιστέψει στην αξία του. Οι νέοι συχνά νιώθουν ένοχοι για την ηδονή, και φαντάζομαι ότι δεν διέφερα από τους άλλους. Πίστευα, φαντάζομαι, πως το να περνάει κανείς τον καιρό του σε τέτοια μέρη, να σπαταλάει το ταλέντο του εξυμνώντας πράγματα τόσο ασύλληπτα και φευγαλέα ήταν μάλλον χαμένος κόπος, μάλλον ξεπεσμός. Είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς την ομορφιά ενός κόσμου όταν αμφιβάλλει για την αξία του.»
Σκέφτηκα τα λόγια του, μετά είπα. «Πράγματι, Σένσεϊ , ομολογώ πως αυτά που μου λέτε ισχύουν πολύ για το δικό μου έργο. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να τα διορθώσω.
Ο Μόρι-σαν δεν φάνηκε να μ’ ακούει. «Αλλά εδώ και πολύ καιρό έχασα τις αμφιβολίες μου. Όνο», είπε. «Όταν γεράσω, όταν κάνοντας τον απολογισμό του έργου μου διαπιστώσω πως θα το έχω αφιερώσει στην προσπάθεια να συλλάβω τη μοναδική ομορφιά αυτού του κόσμου, πιστεύω πως θα νιώσω ικανοποιημένος. Και κανείς δεν θα με κάνει να πιστέψω πως έχασα τον καιρό μου.»

石黒 一雄, «Ένας Καλλιτέχνης του Ρευστού Κόσμου», Εστία 1990 (μετάφραση Ν. Κ.)

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

huésped

Στην ισπανική γλώσσα, η λέξη «huésped» σημαίνει δύο ρόλους φαινομενικά αντίθετους: του φιλοξενούμενου, δηλαδή κάποιου που φιλοξενείται στο σπίτι ενός άλλου, και του οικοδεσπότη, δηλαδή αυτού του άλλου που φιλοξενεί κάποιον στο σπίτι του. Ίσως όμως αυτή η διπλή χρήση, η λίγο αποσυντονιστική, να εγκλείει στο βάθος μια πολύ βαθιά αλήθεια για την ανθρώπινη ιδιότητα. Γιατί όλοι είμαστε ταυτόχρονα ο ξένος που γίνεται δεκτός στο ξένο σπίτι και ο οικοδεσπότης που τον φιλοξενεί και οφείλει να φροντίσει για την καλοπέρασή του. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε –και μην ξεχνάς «ότι γεννιέμαι σημαίνει έρχομαι σε μια ξένη χώρα», όπως είπε κάποιος αρχαίος Έλληνας- εξαρτώμεθα από τη φιλοξενία που οι άλλοι θα θελήσουν να μας προσφέρουν, χωρίς την οποία δε μπορούμε να ζήσουμε. Όμως σύντομα γινόμαστε κι εμείς αυτοί που οφείλουν να φροντίσουν τους άλλους που έρχονται μετά, προσπαθώντας να τους κάνουμε να νιώθουν όσο το δυνατόν πιο άνετα.

Fernando Savater, «Μιλώντας στο γιο μου για την Ηθική και την Ελευθερία», Πατάκης 2009 (μετάφραση
Αγαθή Δημητρούκα)

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

τέτοιας λογής εφόδια

Πέρασε ο καιρός, και ο ζωγράφος επέστρεψε. Είχε ταξιδέψει βόρεια, για να δει τον ασημένιο καταρράκτη του Κρύσταλ Χιλλς και ν’ αγναντέψει απ’ την κορυφή του ψηλότερου βουνού της Νέας Αγγλίας την απεραντοσύνη των νεφών και των δασών. Όμως δεν παραβίασε την ιερότητα του τοπίου προσπαθώντας να το αναπαραγάγει μέσω της τέχνης του. Είχε επίσης κυλήσει με μονόξυλο στα νερά της λίμνης Τζωρτζ. Η ομορφιά και η μεγαλοσύνη της καθρεφτίστηκαν στην ψυχή του και η ανάμνησή τους σχημάτισε μέσα του έναν πίνακα που θάμπωσε τη θύμηση εκείνων του Βατικανού. Συνοδευόμενος από Ινδιάνους κυνηγούς, είχε φτάσει στο Νιαγάρα, όπου, ξανά, πέταξε στο βάραθρο τη στείρα γραφίδα, φρονώντας πως, εφόσον δεν μπορούσε να ζωγραφίσει τη βουή του καταρράκτη, ήταν ανίκανος να αποτυπώσει τις λεπτομέρειες που συνέθεταν εκείνο το θαύμα. Στην ουσία, σπανίως ένιωθε την ανάγκη να αντιγράψει ένα φυσικό σκηνικό, εκτός κι αν το χρειαζόταν ως πλαίσιο για να σχεδιάσει την ανθρώπινη μορφή, το ανθρώπινο πρόσωπο που στοχάζεται, που αισθάνεται, που πάσχει. Τέτοιας λογής εφόδια αποκόμισε από τις περιπετειώδεις περιπλανήσεις του. Η αυστηρή υπερηφάνεια των Ινδιάνων αρχηγών, η μελαχρινή ομορφιά των κοριτσιών τους, η οικογενειακή ζωή μέσα στις καλύβες, η αθόρυβη, μυστική προέλαση, η μάχη στο σκοτεινό πευκόδασος, το οχυρό των συνόρων με τη φρουρά του, η αντινομία των γέρων Γάλλων πολεμιστών που ανατράφηκαν στην Αυλή και τα μαλλιά τους άσπρισαν μέσα στις θαμνώδεις ερήμους – ιδού ποιες ήταν οι σκηνές και τα πρόσωπα που σχεδίασε. Η έξαψη του κινδύνου, τα φρενιασμένα ξεσπάσματα βίαιων αισθημάτων, η σφοδρότητα των συμπλοκών, η αγάπη, το μίσος, ο πόνος, η παραφροσύνη – κοντολογίς η καταβεβλημένη ψυχή της γέρικης γης του αποκαλύφθηκε με νέα μορφή. Η χαρτοθήκη του γέμισε σχεδιάσματα από το βιβλίο των αναμνήσεών του, στα οποία η ιδιοφυΐα του θα έδινε υπόσταση και τη σφραγίδα της αθανασίας. Πίστεψε πως ανακάλυψε το μυστικό της τέχνης που είχε αναζητήσει τόσο μακριά.

Nathaniel Hawthorne, «Οι Προφητικές Εικόνες», Άγρα 1989 (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου)

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

σαν σκαθάρια

"Παραδώσου!" άκουσε μια αχνή φωνή.
Μπροστά στον Κορότκωφ βρίσκονταν ο αρρωστιάρης ήλιος, ακριβώς πάνω από το κεφάλι του, ένας σταχτής ουρανός, ένα ελαφρύ αεράκι και η παγωμένη άσφαλτος. Από κάτω και απ' έξω η πόλη δήλωνε την παρουσία της μ' ένα ανήσυχο πνιχτό βουητό. Πηδώντας στην άσφαλτο και κοιτώντας γύρω του, ο Κορότκωφ μάζεψε τρεις μπάλες, πήγε στο στηθαίο, ανέβηκε στο πεζούλι και κοίταξε κάτω. Η καρδιά του σφίχτηκε. Μπροστά του έβλεπε τις στέγες των κτιρίων που φαίνονταν επίπεδες και μικρές, πιο πέρα μια πλατεία όπου σέρνονταν σαν σκαθάρια τρόλεϊ και άνθρωποι και ακριβώς από κάτω του διέκρινε γκρίζες φιγούρες που ορμούσαν χορεύοντας στην είσοδο, στη σχισμή που ήταν το στενό. Και πίσω τους είδε ένα βαρύ παιχνίδι, πασπαλισμένο με λαμπερά, χρυσά κεφαλάκια.
"Με περικύκλωσαν!" βόγκηξε ο Κορότκωφ. "Πυροσβέστες!"

Михаил Булгаков, "Διαβολιάδα", Bell 1997 (μετάφραση Βασίλης Καλλιπολίτης)

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

πρέπει να ακούς το ταξίδι σου

Ο Θέμης έλεγε συχνά ότι πρέπει να ακούς το ταξίδι σου, κυρίως να μην του εναντιώνεσαι.
-Αν η πορεία σου σε βγάλει κάπου που δεν το περιμένεις, ε, λοιπόν ναι, είσαι στο σωστό δρόμο.
Καταλάβαινα πολύ καλά τι ήθελε να πει. Οι χάρτες είναι απατηλοί, μας ξεγελούν με τις καθορισμένες αποστάσεις και τις προτεινόμενες διαδρομές τους. Μας ξαναφέρνουν στον ίσιο δρόμο. ενώ το να ταξιδεύεις είναι ένας υπέροχος τρόπος να αφήνεσαι ελεύθερος.

Nicolas Verdan, "Το Ραντεβού της Θεσσαλονίκης", Χαραμάδα 2011 (μετάφραση Μαρία Χρηστίδου)

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

με έναν άνθρωπο που δεν ήξερε

Ξαφνικά ήταν τόσο ειλικρινής με έναν άνθρωπο που δεν ήξερε, περισσότερο από όσο είχε υπάρξει με τους ανθρώπους που έπινε μαζί τους καφέ κάθε μέρα, που τους δάνειζε λεφτά και τον έχουν δει γυμνό σε μια φάρσα συγκατοίκων στο μπάνιο, που τους είδε να κλαίνε και τον είδαν να γίνεται κωλόπαιδο.

Γιώργος Τσαντίκος, "Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα", Βορειοδυτικές Εκδόσεις 2011

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

το να είσαι άνθρωπος είναι δουλειά

Ο Πατέρας σου δουλεύει σκληρά, λέει η μητέρα μου. Από αριστερά δεν έρχεται αυτοκίνητο, γρήγορα περνάμε το δρόμο. Πηγαίνουμε να πάρουμε τον πατέρα μου από τη δουλειά, όπως κάθε Παρασκευή. Στο σπίτι που ο πατέρας μου φροντίζει για την τάξη, το χορτάρι θα του φτάνει μάλλον μέχρι το γόνατο κιόλας. Μ' ένα μαχαίρι πρέπει ν' ανοίγει το δρόμο του για την τάξη, κι όταν επιτέλους φτάνει σ' εκείνη, για να της δώσει να φάει και να πιει, εκείνη του ορμάει, τον δαγκώνει και τον γρατζουνάει, αχάριστη είναι, η τάξη. Πολλοί υπάρχουνε στην πόλη που δεν διαθέτουνε καλαισθησία, πολλοί που το δώρο που τους έγινε δεν ξέρουν να το εκτιμούν κι αυτό που τους έχουν εμπιστευτεί το αφήνουν και διαφθείρεται. Το να είσαι άνθρωπος είναι δουλειά, είπε κάποτε ο πατέρας μου, κι εγώ μπορώ να δω και μόνη μου τη φύση να παίρνει πίσω ό,τι δεν της αντιστέκεται κάθε μέρα. Για να μην παρασυρθεί από τη θάλασσα μέσα στη θάλασσα. Υπάρχουνε κάποια πράγματα που τώρα θα ρυθμίζονται κεντρικά, είπε ο πατέρας μου, είναι μια εποχή μετάβασης, ανοίγουμε νέους δρόμους. Θα πάμε εκεί που δεν έχει πάει ποτέ κανείς. Όποιος θα θέλει να πουλήσει το αυτοκίνητό του, θα το βάζει στην άκρη του δρόμου, μ' ένα άδειο μπουκάλι στη σκεπή. Εγώ θυμάμαι τα πέτρινα σχέδια του χαλιού της πόλης κάτω απ΄τα πόδια μου, γκρίζα, μαύρα κι άσπρα, που πάνω τους παλιότερα, όταν έβγαινα με τη μητέρα μου, πηδούσα πάντα από νησί σε νησί: Οι λεγάμενοι. Μετά οι φίλοι τους. Που θυμούνται. Που φοβούνται. Και στο τέλος όλοι. Ή πάντα πάνω σε μαύρο ή πάντα πάνω σε άσπρο ή πάντα πάνω σε γκρίζο, κρατώντας το χέρι της μητέρας μου. Νέους δρόμους. Το χορτάρι έχει αρχίσει εδώ και καιρό να καλύπτει το μαύρο, το άσπρο και το γκρίζο. Πράσινο. Τώρα μπορώ να πηγαίνω ευθεία, πλαγίως πάνω απ' τα νησιά και τη θάλασσα. Ανοίγουμε νέους δρόμους, εκεί που δεν έχει πάει ποτέ κανείς. Εκεί που βγαίνει χορτάρι. Ο πατέρας μου ξέρει από ρεύματα. Δουλειά.

Jenny Erpenbeck, "Παιχνίδι με τις λέξεις", Ίνδικτος 2008 (μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης)

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

σε μια στιγμή

Ο Τσάρλυ είχε διαβάσει αστυνομικά μυθιστορήματα. είχε διαβάσει εφημερίδες. Ήξερε πως συνέβαιναν εγκλήματα, ήξερε πως άνθρωποι ήταν κλεισμένοι στις φυλακές, μα όλα αυτά τα είχε μάθει από την εξωτερική πλευρά τους. Τώρα ένιωθε μια παράξενη, μια τρομερή εντύπωση, να βρίσκεται σε προσωπική επαφή με κάποιον, που είχε ζήσει αυτά τα ίδια περιστατικά. Θυμήθηκε έξαφνα, ούτε και ο ίδιος δεν ήξερε γιατί, έναν πίνακα του Μανέ, την εκτέλεση κάποιου -μήπως του Μαξιμιλλιανού;- από ένα εκτελεστικό απόσπασμα. Αυτόν τον πίνακα τον είχε βρει πάντα εντυπωσιακό. Τώρα, όμως, καταλάβαινε για πρώτη φορά, πως παρίστανε ένα πραγματικό γεγονός. Ο αυτοκράτωρ είχε σταθεί πραγματικά σ' αυτή τη θέση, και καθώς οι στρατιώτες σήκωναν τα όπλα τους, σίγουρα θα του φάνηκε απίστευτο, πως σε μια στιγμή θα είχε πάψει να ζει.

Somerset Maugham, "Διακοπές στο Παρίσι", Γκοβόστης 1992 (μετάφραση Στέλλα Βουρδούμπα)

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

διπλή μερίδα μάτια

Γιατί της έκοβε τον ύπνο ο Ιγνάζι-Σαβιέ; Θα τον κατασπάραζε. Πρώτα θα του έβγαζε τα γυαλιά, θα τον φιλούσε στα βλέφαρα, θα του τα φωτογράφιζε, θα του έβγαζε εκείνα τα δύο μεγάλα και ανήσυχα μάτια, θα τα φύλαγε στην τσέπη της και θα τα είχε έτσι για πάντα μαζί της μέχρι τον τάφο. Και (όταν πια θα πέθαινε) τα σκουλήκια θα έβρισκαν διπλή μερίδα μάτια.

Quim Monzó, "Το Μέγεθος της Τραγωδίας", Πάπυρος 2011 (μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός)

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

το όνειρο κάποιου που είμαι εγώ

Η Τζίνα δεν απαντά, σαν να μην είχε ακούσει. Ο Μπιάνκο βγαίνει από το ράντσο. Στην πεδιάδα δεν κινείται τίποτα, δε βλέπεις ούτε ένα πουλί, ένα ζώο, ένα συννεφάκι, κι επικρατεί πλήρης άπνοια. Το μπεζ άχυρο, τόσο μαλακό που σβωλιάζει κάτω από τις μπότες του Μπιάνκο, δε γυαλίζει στο εξωπραγματικό και σταχτύ φως. "Ονειρεύομαι", σκέφτεται ο Μπιάνκο. "Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι είμαι στο σπίτι μου στο Παρίσι και κοιμάμαι με μια από τις ερωμένες μου μετά από έναν χορό στην πρεσβεία όπου μπορεί να ήπια ένα ποτηράκι σαμπάνια παραπάνω, ίσως και ονειρεύομαι. Μπροστά απ' τα μάτια μου περνούν εικόνες αποσπασματικές και ασυνάρτητες, ότι δηλαδή μου έστησαν παγίδα οι θετικιστές, ότι κατέφυγα στη Νορμανδία και στη Σικελία, ότι αγόρασα ένα κομμάτι γης στην πεδιάδα στην άκρη του κόσμου, ότι γνώρισα έναν γιατρό που τον έλεγαν Γκάρυ Λόπες και μια γυναίκα που τη λένε Τζίνα, ότι την παντρεύτηκα, ότι υπάρχει μια εχθρική δύναμη που για κάποιους σκοτεινούς λόγους προσπαθεί να με καταστρέψει, ότι έχει εξαπλωθεί επιδημία σε μια πόλη κι ότι τώρα βρίσκομαι σε έναν κενό χώρο, γκρίζο και μπεζ, όπου δε συμβαίνει τίποτα, εκτός από την ίδια τη σιωπή των ονείρων, το όνειρο κάποιου που είμαι εγώ και που δεν ξέρει ότι κοιμάται στο κρεβάτι του, σε έναν τόπο που λέγεται Παρίσι, που λέγεται κόσμος.

Juan José Saer, "Η Ευκαιρία", Ίνδικτος 2000 (μετάφραση Λένα Θεοδωρίδου)

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

για το καλό σας

Αυτή τη φορά κοίταξε προς το μέρος μου. Ήταν φοβερά τρομακτικό να τον ακούει κανείς να σωρεύει τη μια μετά την άλλη τις αποδείξεις εναντίον της μις Ρέητσελ και να ξέρει ότι αν και θα 'θελε να την υπερασπίσει δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την αλήθεια των γεγονότων που επικαλούνταν. Δόξα τω θεώ, είμαι υπεράνω της Λογικής. - Αυτό με βοήθησερ να επιμείνω στη γνώμη μου που 'ταν γνώμη και της κυρίας μου. Αυτό ενθάρρυνε και τη διάθεση μου να αγνοήσω με θρασύτητα τον κ. Καφ. Επωφελειθείτε καλοί μου φίλοπι, σας εκλιπαρώ από το παράδειγμά μου. Θα σας γλιτώσει από πολλούς μπελάδες. Ξεπεράστε τη λογική και θα δείτε τι καλά θα κόψετε τα νύχια όλων των ευαίσθητων ανθρώπων που θα θελήσουν να σας ξύσουν για το καλό σας!

Wilkie Collins, "Η Φεγγαρόπετρα", Μέδουσα 1991 (μετάφραση Τάσος Δαρβέρης)

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

απλά έχουμε γίνει πιο παγκόσμιοι

Κάποια μέρα θα ‘μαι ένας γερο-μεθύστακας παραλής και ποιος ξέρει σε τι κόσμο θα ζω. Θα σέρνομαι άρρωστος και κάθε φορά που θα βγαίνω απ’ το σπίτι θα μου την πέφτουν για λεφτά. Οι συντάξεις θα έχουν κοπεί κι εγώ θα παρακολουθώ σαπουνόπερες καθισμένος στην πολυθρόνα, περιμένοντας να πεθάνω. Τουλάχιστον θα έχω ζήσει τα λίγα χρόνια της νιότης. Τα έξοδα της κηδείας μου πάντως αποκλείεται να τα πληρώσω. Αξιοπρεπής θάνατος; Ρε, δεν πάτε να γαμηθείτε; Θα ‘χω πολλές ιστορίες να λέω σ’ αυτούς που θα μου δίνουν την προσοχή τους και οι πιτσιρικάδες θα εκπλήσσονται που τον παλιό καλό καιρό υπήρχε ζωή. Θα με κοιτάζουν κάπως διαφορετικά.
Το έκανα κι εγώ. Πέρναγα τα λόγια των γέρων για ασυναρτησίες μέχρι που στάθηκα να τους ακούσω. Τα νοήματα θέλουν χρόνο γα να αποκαλυφθούν, μα οι άνθρωποι είναι ανυπόμονοι. Οι γέροι που αράζουν στις στάσεις των λεωφορείων, τις βιβλιοθήκες και τις παμπ, όταν τους περισσεύουν λίγα χρήματα, όλοι αυτοί που ψάχνουν να σκοτώσουν την ώρα τους, είναι άνθρωποι που μπορούν να σε διδάξουν ιστορία. Έχουν πολλά να πουν για τα επεισόδια στα γήπεδα, το σεξ και τα ναρκωτικά. Για οτιδήποτε κάνεις. Τίποτα δεν είναι καινούριο. Γελούν και μου λένε πως σήμερα είμαστε ένα τίποτα, πως το Λονδίνο έχει πλαδαρέψει.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Απλά έχουμε γίνει πιο παγκόσμιοι κι όλοι αυτοί που θέλουν να γίνουν Τζον Πίλτζερ γυρίζουν ένα ντοκιμαντέρ για το βλάκα του χωριού. Στεκόμαστε όλοι μπροστά από μια οθόνη και παρακολουθούμε ο ένας τον άλλο. Κάτσε ν’ ακούσεις ένα συνταξιούχο και θα δεις πως και παλιά υπήρχε βία στα γήπεδα. Πάρε για παράδειγμα τη Μίλγουολ. Η έδρα τους έχει τιμωρηθεί πολλές φορές και κανείς δεν μπορεί να με πείσει πως οι τύποι δεν ήταν κολλημένοι. Έχω ακούσει αρκετές ιστορίες και τις πιστεύω. Ποτέ δεν έχει υπάρξει η χρυσή εποχή της αγάπης και της ειρήνης. Αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας των εφημερίδων και της τηλεόρασης. Δημόσια έκθεση. Μαζική διασκέδαση. Μια τεράστια γαμημένη ματιά απ’ την κλειδαρότρυπα.

John King, «Εργοστάσιο Ποδοσφαίρου», Οξύ 1998 (μετάφραση Δημήτρης Αγγελίδης)

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

σε εκείνους που τα δημιουργούν

Ο άνθρωπος είναι ένα ανήσυχο ον, ένα irrequietum cor, όπως αναφέρει ο άγιος Αυγουστίνος. Διότι σκοπός της μάχης ανάμεσα στο καλό και στο κακό δεν είναι τόσο να δώσουμε νέες λύσεις στα υφιστάμενα προβλήματα, αλλά να εντοπίσουμε προβλήματα και ανωμαλίες εκεί όπου μέχρι τώρα βλέπαμε την αιώνια φύση των πραγμάτων. Ο μεγαλύτερος έπαινος σε αυτόν τον αγώνα δεν πρέπει να απονέμεται σε εκείνους που λύνουν τα προβλήματα, αλλά σε εκείνους που τα δημιουργούν, όσο αντιπαθητικούς και αν τους θεωρούν, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, οι κομφορμισμοί της εκάστοτε εποχής. Στην πραγματικότητα, η δημιουργία προβλημάτων είναι ακριβώς αυτό που κάνουν οι βιβλικοί προφήτες, αυτοί οι "πληγωμένοι" άνθρωποι, οι οποίοι εμφορούνται από μια ασυνήθιστη ηθική απαίτηση. Όταν αυτά τα προβλήματα λυθούν, νέα προβλήματα υποδεικνύονται από άλλους, οι οποίοι, χάρη σε μια αγάπη που δεν έχει όρια στις απαιτήσεις της, έχουν γίνει και αυτοί μη ανεκτικοί όσον αφορά τον πόνο του πλησίον τους και έτσι συνεχίζονται τα πράγματα όσο υπάρχει κακό στον κόσμο. Συνεπώς η πληγή της αγάπης τροφοδοτεί μια ατελείωτη σειρά από ιστορικές μεταβολές.

Philippe Nemo, "Τι είναι η Δύση;", Εστία 2008 (μετάφραση Δ. Αναγνωστόπουλος, Π. Μέγγουλη, Α. Σταθάκη, Ι. Χόνδρου, Θ. Χρυσανθοπούλου)

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

αλαργινό

Απ’ το ίδιο παράθυρο, το ανατολικό, ο Κίτσος έβλεπε το ποτάμι. Αλαργινό το έλεγαν, ίσως γιατί, ενώ φαινόταν κοντινό, έβανες δρόμο πολύ για να το φτάσεις. Το χειμώνα κατέβαζε έναν κόσμο κούτσουρα και κορμούς δέντρων, αρκετούς για να υλοτομήσουν μια καινούρια πόλη. Τα καλοκαίρια, πάλι, στέρευε κι απόμενε γυμνό, σαν φιδάκι να λιάζεται. Οι άνεμοι διάβαιναν πάνω του, κινημένοι απ’ το βοριά. Πρώτα περνούσαν τα Τέμπη, σάρωναν τον θεσσαλικό κάμπο κι ίσαμε να φτάσουν στην Αττική, στάθμευαν για διανυκτέρευση στη Λοκρίδα. Ίσως γι’ αυτό πάντα αργά τις νύχτες οι φούστες των κοριτσιών σηκώνονταν ένα δάχτυλο και χαλνούσαν οι χωρίστρες στ’ αγόρια. Όμως, ήταν άνεμοι φιλικοί, ξεθυμασμένοι απ’ τα ταξίδια τους – πρόσφυγες κι αυτοί. Περνούσαν ξυστά τους τοίχους, αναποδογυρίζοντας τ’ αραγμένα ποδήλατα, χαλνώντας την τάξη στ’ άδεια κοφίνια. Σήκωναν μικρούς κουρνιαχτούς και καταλάγιαζαν – όπως όλα τα πράγματα στην επαρχία. Ξέφευγαν μόνο οι δράκοντες, σκαλισμένοι στα κάγκελα των μπαλκονιών. Ακίνητοι, ύψωναν τις ουρές με τα λέπια, κουλουριασμένοι, μαύροι και σερπετοί. Με αργή, κυκλωτική κίνηση, έπειτα μ’ ένα ξαφνικό ντιρέκτ, το σκοτάδι έπεφτε πάνω στην κωμόπολη και την αποτέλειωνε.

Μένης Κουμανταρέας, «Τα Μηχανάκια», Κέδρος 2007