Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

τεθλασμένες ευθείες και καμπύλες διαψεύσεις

Κάποιες πόλεις μοιάζουν με κρυψώνα. Με στενά, στοές και κολώνες, με τεθλασμένες ευθείες και καμπύλες διαψεύσεις, με σκιερές εσοχές που παραπλανούν κάθε προοπτική, αφήνουν την ιστορία να ξεχνιέται και της επιτρέπουν να δημιουργείται, διαθέτουν φυτώρια για τις αιρέσεις κάθε ιδεολογίας, προσφέρουν καταφύγιο στους κυνηγημένους. Κι είναι άλλες πόλεις που μοιάζουν με εκθετήρια. Όποιον δρόμο κι αν πάρει κανείς, όποια πορεία κι αν ακολουθήσει, φαίνεται να βρίσκεται στο κέντρο, εκεί που εστιάζονται τα βλέμματα. Είναι ο παράδεισος για τους επιδειξίες και τους τυράννους.

Θανάσης Χόνδρος, Αλεξάνδρα Κατσιάνη, "Έξι με Επτά", Χαραμάδα

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

τα όρια ανάμεσα στην αδράνεια και στον παλμό

Ο νέος ήθελε να μαζέψει ένα απ' αυτά τα λουλούδια, αλλά μάτωσε το δάχτυλό του, υπήρχαν τόσα κακόβουλα δώρα σ' αυτήν τη φύση, όπως τα φραγκόσυκα και τ' αγκαθωτά αχλάδια, που στον καρπό τους έφτανε κανείς αφού πρώτα αντιμετώπιζε και τον τελευταίο φράχτη με τα σουβλερά τους αγκάθια. Σ' αντίθεση μ' αυτήν την αρματωμένη, τη γεμάτη καρφιά βλάστηση που του απαγόρευε το σκαρφάλωμα σ' ορισμένους λόφους, υπήρχαν εκεί κάτω δάση από κοράλλια, με την υφή της σάρκας, της δαντέλας ή του μαλλιού, αναρίθμητα και πολυποίκιλα μέσα στα φλογερά, επίχρυσα δέντρα τους. Δέντρα αλχημικά, βγαλμένα από βιβλία σολομωνικής ή απόκρυφης πραγματείας. Τσουκνίδες που το χέρι δεν μπορούσε να τις αγγίξει, περικοκλάδες τυλιγμένες με τέτοιον τρόπο, ώστε δεν μπορούσες να διακρίνεις τα όρια ανάμεσα στην αδράνεια και στον παλμό, στο φυτικό και στο ζωικό. Τα κοραλλένια δάση θύμιζαν τα πρώτα μπαρόκ της Δημιουργίας, με τις σπατάλες και τις υπερβολές. Οι θησαυροί τους ήταν κρυμμένοι σε σημεία που ο άνθρωπος θα 'πρεπε να μιμηθεί το ψάρι -το ψάρι που ήταν κάποτε, πριν πάρει τη σημερινή του μορφή, μέσα σε κάποια μήτρα- για να τους φτάσει. Κι όλα αυτά έκαναν το νέο να νοσταλγεί τα βράγχια και την ουρά, για να του επιτραπεί να διαλέξει τούτο το πολυτελές τοπίο για αιώνια κατοικία.

"Ο Αιώνας των Φώτων", Alejo Carpentier, Εξάντας 1986 (μετάφραση Ισμήνη Κανσή, Βικτωρία Τράπαλη)

καινούριοι τσακωμοί, καινούριες συμμαχίες

Τ' άλλα κοριτσάκια κοιτάζανε με γουρλωμένα μάτια και πνίγονταν στους αναστεναγμούς. Η μικρότερη Τζάκο και οι Μέντολα της δεύτερης γενιάς, που αρκούνταν στα κρεμμύδια και στις μαύρες ελιές που 'δινε για κολατσιό το μοναστήρι, παίρναν εκδίκηση μιλώντας για τα πλούτη που είχανε στο σπίτι και στα κτήματά τους. Αυτές που δεν είχανε ούτε σπίτι ούτε κτήματα, έβγαζαν στη φόρα τ' αριστοκρατικό συγγενολόι: το Λοχαγό Εκτελεστή που ήταν αδερφός της μαμάς, τη θεία βαρόνη που είχε κυνηγό με φτερά, τα ξαδέρφια του μπαμπά που είχαν πέντε φέουδα, το ένα δίπλα στ' άλλο, στην επαρχία του Καλτατζιρόνε. Κάθε γιορτή, κάθε Πρωτοχρονιά, καθώς η μικρή Ιζαμπέλα έπαιρνε κι άλλα πιο ακριβά δώρα - έναν ασημένιο εσταυρωμένο, ένα ροζάριο με χρυσά δοξαπατρί, ένα βιβλίο της θείας λειτουργίας δεμένο σε ταρταρούγα για να μάθει να διαβάζει- ξεσπούσαν καινούριοι μικροί πόλεμοι, καινούριοι τσακωμοί, καινούριες συμμαχίες, που φτιάχνονταν ή χαλούσαν από κάνα γλύκισμα ή μια εικονίτσα που δόθηκε ή δε δόθηκε. Έβλεπες ματάκια που έλαμπαν κιόλας από πλεονεξία ή ζήλεια, προσωπάκια ξαναμμένα, κλαψουρίσματα, που πήγαιναν μετά να ξεσπάσουν στ' αφτιά των μαμάδων τους στο εντευκτήριο. Ανάμεσα σ' όλες αυτές τις πιτσιρίκες, σ' όλες τις οικογένειες, είχε μπει το ίδιο διαβολάκι που είχε σπείρει ο μάστρο-ντόν-Τζεζουάλντο και ανάμεσα στους μεγάλους και σ' όλο το χωριό. Δεν ήξερες πια ποιος μπορούσε να ξοδέψει και ποιος όχι.

"Μαστρο-Ντόν-Τζεζουάλντο", Giovanni Varga, Gutenberg 1996 (μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη)

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

η λαϊκή μούσα δούλευε άφαντη

Το δημοτικό τραγούδι, με τη μορφή που μας παρουσιάζεται σήμερα, δεν μπορεί βέβαια να γεννήθηκε απότομα σαν ένα θαύμα, παρά είναι αποτέλεσμα εξέλιξης μακρόχρονης καλλιέργειας κι αργόπορης διάπλασης, όπως συμβαίνει μ' όλες τις μορφές που βγαίνουν από τα σπλάχνα του λαού. Τη δημοτική ποίηση τη χαρακτηρίζει ένα ενιαίο πνεύμα κι από τα παλιά ως τα νέα δείγματά της η ενότητα που παρουσιάζει είναι καταπληκτική. Δεν έχουμε ολόκληρο το δρόμο της εξέλιξης που ακολούθησε το δημοτικό τραγούδι, γιατί πολύ αργά άρχισαν να καταγράφονται τα δημιουργήματα αυτού του λαού. Μα μέσα σε τόσους αιώνες σιωπής, που δεν παρουσιάζεται κανένα δείγμα αυτής της ποίησης, είναι φυσικό να υποθέσει κανείς πως η λαϊκή μούσα δούλευε άφαντη, ξεκινώντας από αρχαίες πηγές και πως μέσα στην πορεία της τα παλιά δημιουργήματά της χάθηκαν, όπως χάνονται ολοένα και σήμερα μπροστά στα μάτια μας όσα δεν καταγράφονται. Όπως παρατηρήθηκε από πολλούς, ακόμα και το ίδιο τ' όνομα τραγούδι κι η λέξη τραγουδώ, που συνοδεύει από πολύ παλιά τη δημοτική μας ποίηση, υποβάλλει την ιδέα πως μπορεί η ποίηση αυτή να κρατιέται από πολύ παλιές ρίζες, και να 'χει κάποια σχέση με την ανάμνηση της αρχαίας τραγωδίας και με τα χορικά της, απ' όπου ίσως μερικά είδη της μπορεί και να ξεκίνησαν είτε σαν μίμηση, είτε σαν παραφθορά. Την ίδια την ιδέα της αρχαίας καταγωγής υποβάλλουν και μερικά τραγούδια εποχικά, όπως τα χελιδονίσματα, ή μερικά ναυτικά επιφωνήματα, που μοιάζουν με αρχαία. Κι είναι πάντα πιθανό πως, όπως η γλώσσα ακολούθησε μια εξέλιξη κρατώντας τους συνδέσμους της με την αρχαία κι όπως πίστεις, συνήθειες και δεισιδαιμονίες διατηρήθηκαν μέσα στο λαό από τη ζωή της αρχαιότητας, το ίδιο να 'γινε και με το δημοτικό τραγούδι και με την εξέλιξή του, να κράτησε δηλαδή κάποια στοιχεία και κάποιους συνδέσμους με τις αρχέγονες πηγές του.

Μάρκος Αυγέρης, "Ζητήματα της Λογοτεχνίας μας", Σύγχρονη Εποχή 1979