Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

να μη βραχεί

Σε τρεις μέρες φιλιώσαμε. Να με κρεμούσαν, δεν ανέβαινα να τηνε βρω, μα περνούσα και ξαναπερνούσα από το στενό, όσο που μ’ είδε και με πρόφτασε. Γυρίσαμε ώρες στα χωράφια, κι ας ψιχάλιζε, της φόρεσα το δίκωχο, να μη βραχεί, έβγαλα το χιτώνιο κάτω από τη χλαίνη και το ‘ριξα στις πλάτες της. Για να μην πατήσει λάσπες, τη σήκωνα στα χέρια. Κι ύστερα βρήκα έναν αχερώνα παλιό και κάτσαμε, έστρωσα χόρτο καταγής. Κι ήθελα να την πάρω στο χωριό, στο σπίτι μου, να βουλώσω τα στόματα ολωνών, να την έχω μονάχος, να μου κάμει παιδιά και να τα στέλνουμε στο σκολείο. Και μου ‘πε να μαζέψει λεφτά για να βάλουμε μύλο στο χωράφι, να μην κοψομεσιαζόμαστε στο γεράνι. Και θύμωσα για τα λεφτά, γιατί δεν είναι βγαλμένα με ιδρό που να σταλάζει στον καθαρό αγέρα και να τονε στεγνώνει ο ήλιος, μόνο ανακατώθηκε με ξένον και πήρε από την μπόχα του. Κι η μυρουδιά της δε μ’ αρέσει, και δεν ξέρω αν είναι η δικιά της. Κι έκλαψε, γιατί δε με καταλάβαινε καλά, κι ήμουν και θυμωμένος. Έσκυψα στα μάτια της κι ήπια τα δάκρυά της, και σύχασε.

Νίκος Κάσδαγλης, «Οι Κεκαρμένοι», Bell 1997

ξέρουμε μόνο τα όρια που συνορεύουν με τα δικά μας

Η εντύπωση αυτή ήταν μέρος μιας γενικότερης παράξενης αίσθησης που τον έκανε να νιώθει σαν άνθρωπος που ξυπνά ύστερα από έναν ατελείωτο ύπνο, για να βρεθεί σε μιαν άγνωστη χώρα, ανάμεσα σε ανθρώπους με άγνωστη γλώσσα. Ζούμε μέσα στις ψυχές μας σαν σε αχαρτογράφητη περιοχή όπου έχουμε καθαρίσει μερικά στρέμματα για να κατοικήσουμε – ενώ για τη φύση των πλησιέστερων γειτόνων μας ξέρουμε μόνο τα όρια που συνορεύουν με τα δικά μας. Για τα στοιχεία του χαρακτήρα της γυναίκας του που δεν ήταν σε άμεση επαφή με τα δικά του, ο Γκλέναρντ διαπίστωνε τώρα την άγνοιά του – και η αίσθηση ότι ήταν μακριά του γινόταν πιο έντονη από την ανακάλυψη ότι, κατά έναν τρόπο, ήταν πιο κοντά του από κάθε άλλη φορά. Όπως μπορεί να ζήσει κάποιος αγνοώντας μακάρια ότι έχει ένα ευαίσθητο σημείο, έτσι έζησε κι αυτός δίπλα στη γυναίκα του χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι η προσωπικότητά της είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής του, ριζωμένο βαθιά σαν ένα ζωτικό όργανο – και τώρα ένιωθε τον εαυτό του ανίκανο να προβλέψει την κρίση της κι ανίσχυρο να αποφύγει τις συνέπειές της.

Edith Wharton, «Η Λυδία Λίθος», Το Ποντίκι 2006 (μετάφραση Καίτη Οικονόμου)

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

η αντικειμενική πραγματικότητα φαινόταν απροσμέτρητα μακρινή

Για μια ακόμη φορά ήταν έκδηλη εκείνη η σαγηνευτική και κινητήρια δύναμη της αδυσώπητης μοίρας, που φαινόταν να κατευθύνει ευθύς εξαρχής όλα τα βήματά μου. Σβήνοντας κατά διαστήματα το φακό μου για να κάνω οικονομία στην μπαταρία του, άρχισα μιαν εξωφρενική κατάβαση στο καταχθόνιο, κυκλώπειο πρανές που έχασκε κάτω από το άνοιγμα – μερικές φορές, όταν έβρισκα τα κατάλληλα στηρίγματα για τα χέρια και τα πόδια μου, έστρεφα το βλέμμα προς τα κάτω ενώ άλλες φορές, καθώς ήμουν προσκολλημένος και ψηλαφούσα γύρω μου με περισσότερη αβεβαιότητα, το έστρεφα στο σωρό των μεγαλίθων.
Δεξιά και αριστερά μου, μπροστά από την ευθύγραμμη φωτεινή δέσμη του φανού μου, διακρίνονταν αμυδρά και απόμακρα λαξευμένοι τοίχοι μιας καταρρέουσας λιθοδομής. Παρακάτω, όμως, υπήρχε μαύρο σκοτάδι.
Δεν είχα την αίσθηση του χρόνου κατά τη διάρκεια της κατάβασής μου. Ο νους μου έβριθε από εικόνες και αινιγματικές νύξεις σε τέτοιο σημείο, που η αντικειμενική πραγματικότητα φαινόταν απροσμέτρητα μακρινή. Οι αισθήσεις του κορμιού μου είχαν απονεκρωθεί, ενώ ακόμη και ο φόβος παρέμενε ένα φασματώδες, ανενεργό τέρας που με κοιτούσε ανίσχυρο.

Howard Phillips Lovecraft, «Η Σκιά πέρα από τον Χρόνο», Ερατώ 2005 (μετάφραση Γιώργος Κυριαζής)

βόλος

απολάμβανε διακριτικά τα υπάρχοντά του

Αγοράζοντας και πουλώντας μεταξοσκώληκες, ο Εβρέ Ζονκούρ κέρδιζε κάθε χρόνο ένα ποσό που αρκούσε να εξασφαλίσει στον ίδιο και στη γυναίκα του εκείνες τις ανέσεις που στην επαρχία έχουμε την τάση να τις θεωρούμε πολυτέλειες. Απολάμβανε διακριτικά τα υπάρχοντά του και η προοπτική –αληθοφανής- να γίνει πραγματικά πλούσιος τον άφηνε τελείως αδιάφορο. Ήταν, άλλωστε, από τους ανθρώπους που αγαπούν να παρευρίσκονται στη ζωή τους, θεωρώντας ανάρμοστη οποιαδήποτε φιλοδοξία να τη ζήσουν. Θα έχετε παρατηρήσει πως αυτοί οι άνθρωποι παρατηρούν τη μοίρα τους με τον τρόπο που, οι περισσότεροι, συνηθίζουν να παρατηρούν μια βροχερή μέρα.

Alessandro Baricco, «Μετάξι», Πατάκης 1997 (μετάφραση Λένα Ταχμαζίδου)

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

τότε δεν χρειάζονταν λεφτά

«Τίποτα δεν ξέρουν τα παιδιά σήμερα». Ο Καφόλα κούνησε το κεφάλι του. «Όταν ήμασταν μικροί, θα είχαμε ήδη διαλύσει το μέρος. Μολότοφ, τσιμεντένιες πλάκες, σφεντόνες με ρουλεμάν». Χαμογέλασε και έδειξε προς τα Land Rover. «Και αυτά τα μουνόπανα μας έριχναν πλαστικές σφαίρες. Αλλάξανε οι καιροί, Τζέρι».
«Ναι» είπε ο Φέγκαν. «Αλλάξανε οι καιροί».
Αυτοί οι δρόμοι είχαν δει περισσότερες ταραχές από οποιοδήποτε μέρος στον κόσμο. Από τις διαμαρτυρίες για τα πολιτικά δικαιώματα στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν ο Φέγκαν ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει τι σήμαιναν, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και τις ολοένα περισσότερες αντιδράσεις για τις φυλακίσεις νεαρών χωρίς δίκη. Οι δημοσιογράφοι έδιναν πεντόλιρα στα απιδιά για να πετάνε πέτρες και μπουκάλια στους Βρετανούς, ελπίζοντας να ξεκινήσουν άλλη μια μάχη για τις κάμερες. Έπειτα, το μαρτύριο των απεργιών πείνας στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν δέκα άνθρωποι πέθαναν της πείνας στη Μέιζ και αναζωπυρώθηκαν τα πάθη στους δρόμους. Τότε δεν χρειάζονταν λεφτά. Η οργή κόχλαζε στην πόλη, και οτιδήποτε μπορούσε να πυροδοτήσει τη φωτιά. Η βία του όχλου και τα παιδιά ως όπλα: αυτές ήταν οι τακτικές της εποχής. Μια φωτογραφία ενός παιδιού που αιμορραγούσε, χωρίς να έχει σημασία πώς είχε τραυματιστεί, είχε περισσότερη δύναμη από μια ντουζίνα βόμβες. Πολιτικά όντα όπως ο Πολ ΜακΓκίντι το είχαν καταλάβει νωρίς αυτό και έπρατταν ανάλογα. Ο Φέγκαν είχε ξαναδεί τόσες φορές αυτό τον αλόγιστο θυμό που ξεσπούσε βίαια. Τον κούραζε και τον ξεσήκωνε ταυτόχρονα.

Stuart Neville, «Τα Φαντάσματα του Μπέλφαστ», Μεταίχμιο 2010 (μετάφραση Βάσια Τζανακάρη)

βόλος

ζαλίζομαι

Ο δρόμος κάτω από το σπίτι ακίνητος. Η μοναξιά και η ερήμωση της ψυχής, το αίσθημα της απώλειας είναι οι μόνιμες γεύσεις μου. Ακροβατώ σε περιπάτους σκέψεων με ισορροπίες που κάθε λίγο χάνονται και τότε με πιάνει ναυτία και ίλιγγος, ζαλίζομαι, γέρνω να σωριαστώ σε πηγάδια του μυαλού πελώρια, σε βάθη απροσμέτρητα, στα έγκατα της εγκατάλειψης του υπερβατικού μου εγώ, που μπορεί τη μια στιγμή να υπάρχει και την επόμενη, με την ίδια ευκολία, να εξαφανιστεί μπαίνοντας στον αριστερόστροφο κοχλία που οδηγεί στο λαβύρινθο της τρέλας και της παράκρουσης, της ανυπαρξίας.
Σ’ αυτό το λαμπρό ανάκτορο όπου ο ανθρώπινος νους μέσα από το λόγο και τη γλώσσα κρατιέται μ’ αόρατα νήματα στον τόπο της λογικής. Και σκέφτομαι και λέω: αν αφαιρέσω όλα τα σύμφωνα από τη γλωσσικό οικοδόμημα και θ’ αρχίσω να ψελλίζω στην αρχή, κάπως έτσι, α α α ω α ε α η ε η η α ε αι ω ω ω υ η α αήεια και νόημα δε θα βγαίνει, κανείς δε θα με καταλαβαίνει και θα κλείσω τελεσίδικα αυτό το ρημαδιασμένο στόμα μου, και τότε θα χωθώ, όπως η στρουθοκάμηλος. Με το κεφάλι στην άμμο για να κρύψω τη δυσμορφία του μυαλού μου, το άλεσμα της γλώσσας και το ροκάνισμα της λογικής και της σκέψης.

Τέος Ρόμβος, «Πλάνος Δρόμος», Βιβλιοπέλαγος 2003

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

αδιάφορο, θα γίνει πρίγκιπας

Δεν ξέρει πια που γεννήθηκε. Από τότε που ξέρει να μιλάει έχει πουλήσει το σώμα του, το άλογό του, το γάντι του, το ξίφος του: είναι πολέμαρχος. Αγωνίστηκε υπό τις διαταγές του βασιλιά Ιωάννη στους Λυσίανθους. Αγωνίστηκε υπό τις διαταγές του Μαύρου Πρίγκιπα, μαζί με τον Μαύρο Πρίγκιπα στο Πουατιέ τον Σεπτέμβριο συνέλαβαν το βασιλιά Ιωάννη στην κλεισούρα του Μωπερτουί, κάτω από μια βελανιδιά. Ο Μαύρος Πρίγκιπας επέστρεψε στη Βρετάνη, ο βασιλιάς Ιωάννης είναι φυλακισμένος στον Πύργο του Λονδίνου: δεν υπάρχουν πια πρίγκιπες να πληρώνουν τις πολεμικές υπηρεσίες. Αδιάφορο, θα γίνει πρίγκιπας. Μέσα στο συναλίκι τους και κοντά στη δράκα τους έμαθε τι είναι πρίγκιπας: είναι ένας άνθρωπος με μηλωτές πάνω από το σίδερο, που αλέθει χωρικούς στους μυλίτες του και βγάζει όμορφο αλεύρι.

Pierre Michon, «Μυθολογίες του Χειμώνα», Ίνδικτος 2006 (μετάφραση Ανθή Λεούση)

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

συνήθως παίζουμε ημεδαποί εναντίον αλλοδαπών

Τα πιο θετικά στοιχεία που έχω αποκομίσει κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εδώ, είναι η αίσθηση του προγράμματος και η ικανοποίηση της δημιουργίας. Ξυπνάω με τις κότες, κάνω το ντους μου στην κοινόχρηστη αίθουσα –όπου οι κοκορομαχίες μεταξύ των κρατουμένων για το ποιος της έχει πιο μεγάλη και οι διαγωνισμοί κλανιάς πάνε σύννεφο- και ύστερα πιάνω το πόστο μου στα πλυντήρια, ακολουθεί το γεύμα στην τραπεζαρία και κατόπιν η απόσυρση στα κελιά για την καθιερωμένη σιέστα. Το απόγευμα λαμβάνουν χώρα ο προαυλισμός και το επισκεπτήριο. Οι προσπάθειες κοινωνικοποίησης που κατέβαλα όλο αυτό το διάστημα δεν πήγαν στράφι, έχω πλέον τη συμμετοχή μου στους ποδοσφαιρικούς αγώνες εξασφαλισμένη, προνόμιο που οι περισσότεροι εκ των εγκλείστων στερούνται και ονειρεύονται διακαώς. Συνήθως παίζουμε ημεδαποί εναντίον αλλοδαπών, αλλά συχνά πυκνά οι συνθέσεις αλλάζουν, για να σπάει κυρίως η μονοτονία, προχθές οι αριστεροί αντιμετώπισαν τους δεξιούς και τους βασιλόφρονες, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα χωριστήκαμε με βάση το ωροσκόπιό μας, τα ζώδια της φωτιάς και του νερού από τη μία, της γης και του αέρα από την άλλη. Την Παρασκευή δε θα γίνει το ματς της χρονιάς, η ομάδα των επιλέκτων μας θα αντιμετωπίσει την αντίστοιχη των δεσμοφυλάκων. Η διαχρονική αξία του ποδοσφαίρου δεν έγκειται, άλλωστε, στη δυνατότητα του αδυνάτου να ταπεινώσει τον ισχυρό; Ανατρέξτε στην πρόσφατη αθλητική ιστορία και θα με καταλάβετε. Εμείς πάντως είμαστε αποφασισμένοι να τους πάρουμε τα σώβρακα.

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, «Ο Θησαυρός», Οξύ 2008

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

καλός σε έναν καλό κόσμο

Όταν ήμουν παιδί, θεωρούσα πως ο κόσμος διακρίνεται από το Καλό και το Κακό. Ήθελα να είμαι Καλός σε έναν Καλό κόσμο. Ήθελα να μην είμαι Κακός σε έναν Κακό κόσμο. Αυτή η θεώρηση του κόσμου με έκανε να νιώθω λυπημένος τον περισσότερο καιρό και ένοχος τον υπόλοιπο…
Ως νεαρός άντρας θεωρούσα πως ο κόσμος διακρίνεται από την Αριστερά και τη Δεξιά. Ήθελα να είμαι Αριστερός σε έναν Αριστερό κόσμο, ήθελα να μην είμαι Δεξιός σε έναν Δεξιό κόσμο. Αυτή η θεώρηση του κόσμου με έκανε να νιώθω λυπημένος τον περισσότερο καιρό και θυμωμένος τον υπόλοιπο…
Ανακάλυψα τις θρησκείες της Ανατολής, και ήθελα να ενσωματώσω το Γιν και το Γιανγκ μου σε έναν κόσμο Γιν και Γιανγκ. Αυτό τον περισσότερο καιρό με έκανε να αισθάνομαι μπερδεμένος, παρόλο που ανταμείφθηκα, γιατί όντως αιωρήθηκα δύο φορές.
Όλα αυτά όμως περιείχαν την έννοια της δυαδικότητας: Το Καλό και το Κακό, με διαφορετικά ονόματα. Στη Δύση το Καλό πολεμάει το Κακό σε μια αέναη μάχη. Στην Ανατολή το Καλό και το Κακό είναι οι αντίθετες πλευρές της ίδιας αέναα εναλλασσόμενης οντότητας.
Είχα αποκαρδιωθεί από όλα αυτά τα συστήματα. Όλα φαίνονταν να προέρχονται από έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που γνώριζα. Κανένα τους δεν είχε χώρο για την Οργή μου, την Πείνα μου, τη Λαγνεία μου. Όταν ήμουν Καλός και Αριστερός και Μοναδικός, εξακολουθούσα να ζω σε έναν κόσμο που έμοιαζε Κακός, Δεξιός και Πολλαπλός. Είχα γίνει ράκος από οργή και θλίψη.

Julian Gough, «Ιούδας I», Τόπος 2008 (μετάφραση Γιώργος Μπέτσος)

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

επιστροφή στην ουσία του χαμένου

Η φράση του Ρεμπώ, «Δεν είμαστε στον κόσμο», άρχισε να είναι αληθινή: ανίκανος να βρει στήριγμα στο σύμπαν, επιστρατεύοντας όλη του την υπερηφάνεια για να βρει την αλήθεια στον εαυτό του, ο άνθρωπος στράφηκε προς την ιστορία, για να βρει σ’ αυτήν τις απαντήσεις που η αρχαία σοφία, η αρχαία Weltweisheit* ή η αποκάλυψη δεν μπορούσαν πλέον να του δώσουν. Μέσα στον καρτεσιανό «ωκεανό της αμφιβολίας», ο Βίκο είδε την ιστορία ως το μοναδικό firmum et mansurum** στο οποίο ο άνθρωπος μπορούσε να πιστέψει. Έργο μιας ελευθερίας που προοδευτικά δημιουργεί το περιεχόμενό της, επιστροφή στην ουσία του χαμένου ή «αλλοτριωμένου» μέσα στην ύλη πνεύματος, η ιστορία γινόταν ο μόνος ανθρώπινα δυνατός τρόπος να διατηρηθεί η «φυσική» θέση του ανθρώπου στον κόσμο, η μόνη περιέχουσα ολότητα (περιέχον) που μπορούσε ακόμη να χρησιμεύσει ως ορίζοντας στη θριαμβεύουσα βεβαιότητα του εγώ του, ο μόνος ακόμη καταληπτός κόσμος μετά την κατάργηση του υπερβατικού και την απώλεια της παρουσίας. Σύμφωνα με την οξυδερκή παρατήρηση του Μαρξ, η ιστορία επιφορτίστηκε με «την αποστολή, αφού το επέκεινα της αλήθειας εξαφανίστηκε, να επικυρώσει την αλήθεια του κόσμου τούτου»: στον «νεκρό» ή «κρυμμένο» Θεό και στην «βουβή» ή μη ακουόμενη φύση, ο άνθρωπος αντιπαρέθετε αυτό το ασήμαντο κομμάτι του χρόνου που είχε καταφέρει να κάνει δικό του και από το οποίο ήλπιζε να συναγάγει τόσο την αλήθεια της ύπαρξής του όσο και τους κανόνες της δράσης του.

Κώστας Παπαϊωάννου, «Η Αποθέωση της Ιστορίας», Εναλλακτικές Εκδόσεις 1992 (μετάφραση Σπύρος Κακουριώτης)

το μόνο που με κάνει να διαφέρω από σας

Ή μήπως ανήκετε σαν κι εμένα στην προνομιούχο εκείνη τάξη που μπορεί ακόμα να δουλεύει με τα χέρια της; Μπορεί να είστε ένας απ’ αυτούς που δουλεύουν εκεί έξω οχτώ ώρες την ημέρα κομματιάζοντας την άσφαλτο με το κομπρεσέρ. Ή απ’ αυτούς που αδειάζουν τα σκουπίδια στο αυτοκίνητο του Δήμου, πάλι οχτώ ώρες την ημέρα. Ανταποκρίνεται αυτή η δουλειά στα ταλέντα σας; Θα σας πείραζε αν κάποιος άλλος τα κατάφερνε με τους σκουπιδοτενεκέδες πολύ καλύτερα από σας; Σας κατέχει κι εσάς ο ίδιος ιδεαλισμός και η ίδια αφοσιωμένη αυταπάρνηση σε σχέση με τη δουλειά σας, όπως εμένα; Πιέζω με τα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού τέσσερις χορδές μέχρι που ματώνουν και πηγαινοφέρνω απάνω τους το δοξάρι μου ώσπου δεν αισθάνομαι πια το δεξί μου μπράτσο. Και παράγω κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα θόρυβο που είναι απαραίτητος στην ορχήστρα. Ένα θόρυβο. Το μόνο που με κάνει να διαφέρω από σας, είναι ότι εγώ δουλεύω ντυμένος με φράκο…

Patrick Süskind, «Το κοντραμπάσο», Ψυχογιός 1987 (μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

βόλος

αι θυσίαι ενός λαού είναι δύο ειδών

Ο αριστοκρατικός υπουργός εχαμογέλασε πονηρά, κρύβοντας έτσι το πείραγμά του. Σαν αστραπή επέρασε αμέσως από το νου του η σκέψη πως, αν ακουόταν που ευνοούσε ένα πρόγραμμα θυσιών ή και φιλοπόλεμο ίσως, δε θα δυνάμωνε η δημοτικότητά του. Και ξακολουθώντας το χαμόγελό του είπε με το αδιάφορο ύφος του:
-Αι θυσίαι ενός λαού είναι δύο ειδών: θυσίαι αίματος και θυσίαι χρήματος. Ποιος αμφιβάλλει διά την γενναιότητα του ελληνικού στρατού;… αλλά διά να θυσιασθεί χρήμα πρέπει να υπάρχει, ή τουλάχιστον να υπάρχει οικονομική πίστις εις τας ξένας αγοράς… Η πολιτική του κόμματός μας δεν αθετεί ποσώς τα εθνικά όνειρα, τα περιορίζει μόνον εις το πραγματοποιήσιμον και αναβάλλει την εκτέλεσίν των διά μίαν γενεάν… Σας ερωτώ όλους υμάς δεν είναι άθλον αρκετόν διά την γενεάν μας να είναι αυτή πλουτοπαραγωγική και να κληροδοτήσει εις την αμέσως επόμενην τα οικονομικά μέσα τα οποία θα της εξασφαλίσουν τους στρατιωτικούς θριάμβους;… Προς το παρόν η χώρα έχει ανάγκη απολύτου ηρεμίας!...
Ο γέροντας ποιητής του εχαμογέλασε επαινώντας τον, από αυτή τη γαλήνη έχουμε εμείς τη μεγαλύτερη ανάγκη!...
Και εκούνησε το κεφάλι με το ίδιο πικρό χαμόγελο.

Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Οι Σκλάβοι στα Δεσμά τους», Λιβάνης 1991

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

για τις προφητείες

Γνώρισα κάποιες προφήτισσες
Η κυρία Σαλμαζούρ έμαθε να ρίχνει τα χαρτιά στην Ωκεανία
Εκεί είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει
Μια νόστιμη σκηνή ανθρωποφαγίας
Δε μιλούσε γι’ αυτό συχνά στον κόσμο
Στην πρόβλεψη του μέλλοντος ποτέ δεν έπεφτε έξω

Μια χαρτορίχτρα από τα Πυρηναία η Μαργαρίτα τάδε
                                           Είναι εξίσου έμπειρη
Μα η κυρία Ντερουά έχει μεγαλύτερο οίστρο
                                           Πέφτει διάνα
Όσα μου είπε για το παρελθόν ήταν αλήθεια και όσα
Μου πρόβλεψε επαληθεύτηκαν τότε που μου ‘πε πως θα γίνουν
Γνώρισα έναν σκιομάντη μα δεν τον άφησα να ανακρίνει τη σκιά μου
Ήξερα ένα ραβδοσκόπο το Νορβηγό ζωγράφο Ντίριξ
Σπασμένος καθρέφτης αλάτι χυμένο πεταμένο ψωμί
Μπορούν αυτοί οι αθέατοι θεοί να με προστατεύουν πάντα
Στο κάτω κάτω δεν πιστεύω αλλά βλέπω και ακούω και σημειώστε
Πως διαβάζω αρκετά καλά το χέρι
Γιατί δεν πιστεύω αλλά βλέπω κι όταν μπορώ ακούω

Όλοι έχουν γίνει προφήτες αγαπητέ Αντρέ Μπιγύ
Μα καιρό τώρα έχουν κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν
Πως δεν έχουν κανένα μέλλον πάντα θα ‘ναι στα σκοτάδια
                                            Και ηλίθιοι εκ γενετής
Το έχουν πάρει απόφαση κι ούτε που τους περνάει από το νου
Ν’ αναρωτηθούν αν γνωρίζουν ή όχι το μέλλον
Τίποτα το θρησκευτικό σ’ όλα αυτά
Ούτε στις δεισιδαιμονίες ούτε στις προφητείες
Ούτε σ’ ό,τι αποκαλούμε αποκρυφισμό
Κι όμως υπάρχει ένας τρόπος να παρατηρείς τη φύση
Και να ερμηνεύεις τη φύση
Πέρα για πέρα θεμιτός

Guillaume Apollinaire, «Σαλτιμπάγκοι και άλλα Ποιήματα», Γαβριηλίδης 2007 (μετάφραση Χριστόφορος Λιοντάκης)

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

στις φλέβες μου κυλάει ο χρόνος

Πλάι στην αψίδα του μεγάλου γεφυριού
Η αλαζονεία αρμενίζει στ’ ανοιχτά
Όσα γνώρισα τα περιμένω
Η μνήμη μου απέραντη
Γεμάτη αναλαμπές του διαστήματος

Η καλοσύνη χορεύει στα χείλη μου
Ζεστά κουρέλια με φωτίζουν
Από το μέτωπό μου ξεκινά ένας δρόμος

Κοντινή και απόμακρη
Η θάλασσα πάλλεται με χαιρετά
Έχει το σχήμα ενός τσαμπιού
Ώριμης ηδονής

Χτες αγαπούσα και ακόμη αγαπάω
Τίποτα δεν αποδιώχνω
Το παρελθόν μου είναι πιστό
Στις φλέβες μου κυλάει ο χρόνος.

Paul Éluard, «Έντεκα Ποιήματα», Γαβριηλίδης 2001 (μετάφραση Χριστόφορος Λιοντάκης)

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

αποσπάσματα της ακατέργαστης πραγματικότητας

Ο Μπαζέν πίστευε πως οι ταινίες έπρεπε να γίνονται, όχι σύμφωνα με μια a priori μέθοδο ή σχέδιο, αλλά, όπως οι ταινίες του Ροσσελίνι, «απ’ τ’ αποσπάσματα της ακατέργαστης πραγματικότητας, πούναι κι αμφίλογα και πολυσήμαντα, κι η σημασία τους μπορεί να φανερωθεί a posteriori οφειλόμενη σε άλλα γεγονότα ανάμεσα απ’ τα οποία το μυαλό μπορεί να συλλάβει σχέσεις». Δουλειά του κινηματογράφου ήταν ο Ρεαλισμός, και σκοπός του όχι η κατάδειξη αλλά, η αποκάλυψη. Ο Ρεαλισμός για τον Μπαζέν πολύ μικρή σχέση είχε με τη μίμηση. Ένιωθε πως ο κινηματογράφος ήταν κοντύτερα στην τέχνη των Αιγυπτίων που ζούσαν, όπως λέει κι ο Πανόφσκυ, «στη σφαίρα μιας μαγικής αλήθειας» παρά στην τέχνη των Ελλήνων που ζούσαν «στη σφαίρα μιας αισθητικής ιδανικότητας». Εκείνο που μετρούσε περισσότερο στην αισθητική του Μπαζέν ήταν ο υπαρξιακός δεσμός ανάμεσα στα γεγονότα και τις εικόνες, στον κόσμο και την ταινία, κι όχι η ποιότητα της ομοιότητας ή της ταυτότητας. Από δω βγαίνει η δυνατότητα –κι η αναγκαιότητα ακόμα- μιας τέχνης που θάταν σε θέση ν’ αποκαλύψει πνευματικές καταστάσεις. Για τον Μπαζέν η κίνηση της εντύπωσης, του καλουπώματος και της αποτύπωσης ακολουθούσε αυτή την πορεία: πρώτα, το εσωτερικό πνευματικό πάθος εντυπωνόταν πάνω στην εξωτερική φυσιογνωμία, μετά η εξωτερική φυσιογνωμία εντυπωνόταν και γραφόταν πάνω στο ευαίσθητο φιλμ.

Peter Wollen, «Η Σημειολογία του Κινηματογράφου», Κάλβος 1981 (μετάφραση Πολύκαρπος Πολυκάρπου)

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

τόσα πολλά χαρακτηριστικά και τόσο λίγο χαρακτήρα

Στο μεταξύ η συνοδεία μας είχε μεγαλώσει. Τώρα ήταν μαζί μας ένας Άγγλος Λόρδος, τον οποίο είχε γνωρίσει ο Πρίγκιπας στη Νίκαια, αρκετοί έμποροι από το Λιβόρνο, ένας Γερμανός εφημέριος, ένας Γάλλος αβάς με αρκετές κυρίες και ένας Ρώσος αξιωματικός. Το πρόσωπο αυτού του τελευταίου είχε κάτι τελείως ασυνήθιστο που τραβούσε την προσοχή. Δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου τόσα πολλά χαρακτηριστικά και τόσο λίγο χαρακτήρα, τόσο πολύ ελκυστική αγαθότητα με τόσο βλοσυρή ψυχρότητα, συνδυασμένα όλα μαζί στο πρόσωπο ενός ανθρώπου. Θα ‘λεγες ότι όλα τα πάθη είχαν αφήσει τα σημάδια τους πάνω του, και μετά είχαν φύγει. Δεν είχε απομείνει τίποτα πέρα από το ήρεμο διαπεραστικό βλέμμα ενός ανθρώπου που ξέρει τέλεια την ανθρώπινη φύση, ένα βλέμμα που έκανε τους πάντες να γυρίζουν να κοιτάξουν αλλού. Αυτός ο παράξενος άνθρωπος μας ακολουθούσε από απόσταση, και έδειχνε πολύ μικρό ενδιαφέρον για ό,τι συνέβαινε.

Friedrich Von Schiller, «Τα φαντάσματα», Ποντίκι 2006 (μετάφραση Γιώργος Μπαρουξής)

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

αυτός και η νεφελώδης έμμονη ιδέα του

Το ότι, εντέλει, δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο, ή ότι αυτός ο χρόνος ήταν εξαιρετικά ανεπαρκής – πολύ σύντομα, έτσι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα, αποτέλεσε την πραγματικότητα με την οποία όφειλε να συμβιβαστεί η παλιά έμμονη ιδέα του: κι αυτό ήταν δύσκολο, καθώς επιβεβαιωνόταν όλο και περισσότερο η υποψία πως η αόριστη υπόσχεση, υπό τον ίσκιο την οποίας έζησε μέχρι τότε, είχε πλέον ελάχιστα περιθώρια να πραγματοποιηθεί. Εφόσον θα συναντούσε το πεπρωμένο του μέσα στον Χρόνο, μέσα στον χρόνο το πεπρωμένο του θα αποκτούσε σάρκα και οστά. Και μαζί με την επίγνωση πως δεν ήταν πια νέος, πως ένιωθε παρωχημένος και, κατ’ επέκτασιν, ανήμπορος, απέκτησε επίγνωση ενός επιπρόσθετου πράγματος. Το ένα ήταν συνάρτηση του άλλου. Αυτός και η νεφελώδης έμμονη ιδέα του ρυθμίζονταν από τον ίδιο αδιαίρετο νόμο. Όταν αυτές καθαυτές οι πιθανότητες θα πάλιωναν ομοίως, όταν το θεϊκό μυστικό θα ξεθώριαζε κι ίσως εξαϋλωνόταν, τότε και μόνο τότε ο Μάρτσερ θα μιλούσε για αποτυχία. Δεν θεωρούσε αποτυχία την οικονομική καταστροφή, τον εξευτελισμό, τη διαπόμπευση, ούτε την αγχόνη. Αποτυχία ήταν το να μην είναι τίποτα. Προχωρούσε, λοιπόν, ψηλαφιστά στη σκοτεινή κοιλάδα όπου τον είχε οδηγήσει ο δρόμος του, βασανισμένος από μύριους στοχασμούς, όταν άλλαξε αναπάντεχα πορεία. Δεν τον ένοιαζε αν τσακιζόταν με τρόπο φριχτό, αν ντροπιαζόταν, αν τον κατηγορούσαν για τερατώδη συμπεριφορά –άλλωστε δεν ήταν τόσο ηλικιωμένος ώστε να μην αντέχει-, αρκεί ό,τι του συνέβαινε να εναρμονιζόταν με τη στάση που τήρησε σε όλη του τη ζωή, εν αναμονή της επαπειλούμενης εμφάνισής του. Δεν του έμενε παρά μια επιθυμία – να μη νιώσει «εξαπατημένος».

Henry James, «Το Θηρίο στη Ζούγκλα», Άγρα 2004 (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου)

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

μόνο τα χέρια σου

Θα μπορούσες να χαθείς διαμιάς μέσα στην ανυπαρξία όπου πηγαίνουν οι νεκροί: θα παρηγοριόμουνα αν μου κληροδοτούσες τα χέρια σου. Μόνο τα χέρια σου θα ζούσανε από σένα, αποσπασμένα ανεξήγητα σαν τα χέρια των μαρμαρένιων θεών που έγιναν η σκόνη και ο ασβέστης του ίδιου του τάφου τους. Θα ζούσαν, και μετά από’ τις πράξεις σου, πάνω στα δύστυχα κορμιά που εχάιδεψαν. Δεν θα χρησίμευαν πια σα διάμεσα ανάμεσα σε σένα και στα πράγματα: θα είχαν αλλάξει τα ίδια σε πράγματα. Ξανά αθώα αφού δεν θα ‘σουν εδώ για να τα κάνεις συνένοχούς σου, λυπημένα σαν τα λαγωνικά που δεν έχουνε πια αφέντη, απορημένα σαν αρχάγγελοι στους οποίους κανένας θεός δε δίνει πια εντολές, τα άχρηστα χέρια σου θ’ αναπαύονταν πάνω στα γόνατα των σκοταδιών. Τα ορθάνοιχτα χέρια σου, τα ανίκανα να δώσουν ή να πάρουν την όποια χαρά, θα μ’ άφηναν να τσακιστώ σαν ραγισμένη κούκλα. Φιλώ, ψηλά στον καρπό, αυτά τα αδιάφορα χέρια που δεν απομακρύνει πια η θέλησή σου απ’ τα δικά μου. Χαϊδεύω τη γαλανή αρτηρία, την κολώνα του αίματος που κάποτε ανεξάντλητο σαν τον πίδακα μιας πηγής αναπηδούσε από τη γη της καρδιάς σου. Με μικρούς, ικανοποιημένους, λυγμούς, ξεκουράζω το κεφάλι μου σαν ένα παιδί, ανάμεσα σ’ αυτές τις παλάμες τις γεμάτες από τα αστέρια, από τους σταυρούς, από τα βάραθρα αυτού που υπήρξε η μοίρα μου.

Marguerite Yourcenar, «Φωτιές», Χατζηνικολή (μετάφραση Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή)

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

μια χλιαρή διαμαρτυρία

Η ανομοιότητα των κινήτρων του καθιστούσε επισφαλή τον προσδιορισμό τους, δυσχέραινε την κατανόησή τους. Ο τρόπος με τον οποίον λέει κανείς κάτι σημαίνει περισσότερα απ’ αυτό που λέγεται. Εκείνος της το έμαθε –ήδη από τις αρχές της γνωριμίας τους- και η ίδια φρόντισε να μην το ξεχάσει ποτέ. Έως και σήμερα. Ακόμη και σήμερα η πίστη της στο αξίωμά του παραμένει ακλόνητη. Δεν αμφιβάλλει: Η μορφή υπερισχύει του περιεχομένου, είναι ανώτερή του. Έστω και αν γνωρίζει πια το νόημα της φράσης του την ημέρα που πληροφορήθηκε το θάνατο της μητέρας της. Ο σύζυγός της είχε προσπαθήσει να την προειδοποιήσει για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Με τον δικό του τρόπο θέλησε να της υπενθυμίσει την ματαιότητα του θρήνου της. Όπου υπάρχει ζωή, αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί ο θάνατος. Είναι αναπόφευκτο –είχε τονίσει- αυτός είναι ο κανόνας, αυτό ορίζει ο νόμος. Κανείς δεν διαφεύγει, κανείς, τίποτα δεν διαφεύγει. Η ζωή! Η ζωή είναι μια χλιαρή διαμαρτυρία για την έλλειψη νοήματος στην ανυπαρξία που την περιβάλλει. Μια απονενοημένη εκδήλωση δυσαρέσκειας, προορισμένη να ποντιστεί στον ωκεανό του χάους απ’ τον οποίο προήλθε – αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια του λίγο πριν χαθεί και ο ίδιος.

Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, «Παραβολή», Καστανιώτης 2006

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

τη γεμίζουν όμορφα

Παράγραφοι με μία πρόταση μόνο.
Παράγραφοι με μία φράση μόνο.
Γεμίζουν τη σελίδα.
Τη γεμίζουν όμορφα.
Γνωρίζω κάποιον.
Κάποιον που γράφει βιβλία πορνό.
Κάθε πορνό που γράφει είναι γεμάτο σεξουαλικές σκηνές όπως η παρακάτω.
«Πιο βαθιά!» φώναξε.
«Πιο βαθιά!»
«Πιο βαθιά!»
Εκείνος χώθηκε βίαια μέσα της.
Και πάλι.
Και πάλι.
Με κάτι τέτοια φτάνεις στο τέλος της σελίδας σε χρόνο μηδέν.
Γεμίζεις τη σελίδα χωρίς να ζορίζεσαι.
Επίσης, αν, γράφοντας μία παράγραφο, δείτε ότι αυτή η παράγραφος πρόκειται να σταματήσει κάπου κοντά στο δεξί άκρο της αράδας, προσθέτετε μερικές λέξεις, δεν έχει σημασία τι είδους λέξεις, ίσα ίσα για να τελειώσει η παράγραφος από κάτω, λίγο μετά το αριστερό περιθώριο. Έτσι γλιτώνετε μια αράδα.

Donald Westlake, «Αντίος, Σεχραζάντ», Άγρα 2009 (μετάφραση Σπύρος Παπασταύρου)

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

αλλά πάλι, να απαρνηθείς τη λογοτεχνία;

«Ένα πουλάκι έπεσε θύμα ενός τσιχλογερακιού. Προτού χαθεί για πάντα πρόφτασε να διαμαρτυρηθεί βγάζοντας μια δυνατή κραυγή αγανάκτησης. Έτσι, το πουλάκι αισθάνθηκε πως έκανε το καθήκον του, και η μικροσκοπική ψυχούλα του, περήφανη για την πράξη αυτή, πέταξε μες στη λαμπρότητά της προς τον ήλιο και χάθηκε στον γαλανό ουρανό.»
Αχ, τι γλυκιά παρηγοριά! Ο Μάριο έκανε μια παύση για να θαυμάσει τον γαλανό ουρανό, τον παράδεισο των φτερωτών ψυχών.
Ο δεύτερος παρηγορητής διόρθωσε μ’ ένα χαμόγελο τη βροντερή του ανακοίνωση πως δεν έχει πια καμία πρόθεση να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Αυτή η σκέψη του ήρθε βέβαια πολύ αργά. Ο Μάριο γέλασε και σκέφτηκε πως κάποια αθώα πλάσματα που ήταν κοντά του έκαναν το ίδιο λάθος:
«Ένα πουλάκι πληγώθηκε από μια σφαίρα. Αφιέρωσε τα τελευταία λεπτά της ζωής του προσπαθώντας να πετάξει μακριά από το θορυβώδες μέρος όπου χτυπήθηκε. Κατάφερε να χωθεί στην ησυχία του δάσους και ξεψυχώντας ψιθύρισε: “Σώθηκα”.»
Ο τρίτος παρηγορητής διευκρίνισε αυτό που είπε ο δεύτερος. Το να κρύψεις την αγάπη σου για τη λογοτεχνία είναι εύκολο. Είναι, όμως, απαραίτητο να έχεις το νου σου στους κόλακες και στους εκδότες. Αλλά πάλι, να απαρνηθείς τη λογοτεχνία; Και πως θα ζήσεις μετά; Η τραγωδία που ακολουθεί τον ενθαρρύνει να μην κάνει αυτό που θα ήθελε ο Τζάια:
«Ένα πουλάκι, ζαλισμένο από την όρεξη για φαγητό, πιάστηκε σε μια ξόβεργα. Το βάλανε σε ένα φρικτό κλουβί όπου δεν μπορούσε ούτε τα φτερά του να ανοίξει. Υπέφερε τρομερά, ώσπου μια μέρα το πορτάκι έμεινε ανοιχτό και το φυλακισμένο πουλάκι πέταξε και πάλι ελεύθερο. Αλλά δεν το χάρηκε για πολύ. Η εμπειρία του το είχε κάνει πολύ καχύποπτο και όπου έβλεπε φαγητό φοβόταν πως επρόκειτο για παγίδα και πετούσε μακριά. Έπειτα από λίγο καιρό ψόφησε από την παίνα.»

Italo Svevo, «Τέλεια Φάρσα», Ποντίκι 2007 (μετάφραση Ασημίνα Μητσιμπόνου)