Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

ενδεχόμενα

Κομμάτι αργά, μα κάποτε θαρθούν
οι κριτικοί, των τωρινών τα εγγόνια,
στης παγερής ανυπαρξίας τα χρόνια
στη σκόνη μου την τύχη τους να βρουν.

Τον κόσμο το στενό θαρθούν να ιδούν
όπου η καρδιά η πλατειά χτυπούσε αιώνια
και σα δεντρό πετούσε ανθούς και κλώνια.
Βαθιά στου βίου μου τ’ άδυτα θα μπουν.

Θα ψάξουν τα βιβλία μου, τα χαρτιά μου,
τη μούχλα απ’ τα παλιά μου ημερολόγια
κάθε λογής πηγές θα βάλουν χάμου,

τον άνθρωπο και το έργο για να κρίνουν.
Θα πουν, θα γράψουν λόγια, λόγια, λόγια,
μα βέβαια, τ’ άδυτα, άδυτα θα μείνουν.

Λευτέρης Αλεξίου, "Λευτέρης Αλεξίου, ο ποιητής", Δοκιμάκης 2011 (επιμέλεια Δημήτρης Δασκαλόπουλος)

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

μέσα στη βουή του δρόμου

Μέσα στην βουή του δρόμου
ήταν να βρω το όνειρο μου,
να το βρω και να το χάσω
κι ούτε πια που θα το φτάσω.

Μια στιγμή πέρασε μπρος μου
κι ήταν η χαρά του κόσμου,
η χαρά που μας ματώνει
σαν οι πιο μεγάλοι πόνοι.

Πέρασε όπως περνούνε
όσα δε θα ξαναρθούνε -
πουλιά που χουν φτερουγίσει
σύννεφα μέσα στη δύση.

Κι άφησε στο πέρασμά του
-πέρασμα ζωής, θανάτου-
στην καρδιά μου σα σφραγίδα
ω… την πεθαμένη ελπίδα.

Μια ελπίδα πεθαμένη
που μας ζει και μας πεθαίνει
κι όλα μας τραβάει δω κάτου
ως την πόρτα του θανάτου.

Όνειρο γλυκό και ξένο
και παντοτινά χαμένο,
σε κρατώ στο νου μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα.

Όταν πέρασες με πήρες
κι όλες μου άνοιξες τις θύρες
με το μαγικό κλειδί σου
του χαμένου παραδείσου.

Μήτσος Παπανικολάου, "Τα Ποιήματα", Πρόσπερος 1999

κορίτσια

Στρίβει ο σιδηρόδρομος - και να
τα ρηχά αθηναίϊκα τα βουνά!
και, στην αγκώνη του περιβολιού,
τα πρώτα κορίτσια του σχολειού.

Κάτω απ' το φανάρι, το ισκιερό,
τα λιγόζωα πρόσωπα θωρώ
- νυχτοσυναγμένα απ' τα στρατόνια
του μεσοσεπτέμβρη χελιδόνια.

Μια, ξαμώνει απάνω στη γαζία,
μια άλλη, τη φωνάζουν "Ασπασία!"
- στη χλωμή, κρεμάμενην αχτίνα,
του σχολειού κορίτσια στην Αθήνα.

Μέσα στο αργοκίνητο βαγόνι,
ο ίσκιος τους διαβαίνει, μεγαλώνει,

τα κορίτσια πέρασαν του δρόμου
- κι' άγγιξαν γλυκά το μέτωπό μου

σα μεγάλα σύγνεφα, αγκαλιά,
που στον κόρφο μέσα έχουν πουλιά, 

κ' έσυραν, απ' όξω απ' το γυαλί,
το είναι τους το μάταιο, σα φιλί.

Μα οι κρυφοί απομένουνε οι καημοί...
Νάειναι αγάπη; αγάπης δοκιμή;

Στο ερωτοταξίδι που παγαίνω
πρώτη ανάσα θάλασσα ανασαίνω. 

(Τι γλυκειά που μπήκε ανασεμιά
γύρω, απ' την ξερή αποκαλαμιά!

Τρέχει ο σιδηρόδρομος - και μες
στο τρεχιό, δαγκώνει τις γραμμές.
Σήκω απ' το παράθυρο. Ετοιμάσου.
Το κουτί σου, εδώ. Τα πράγματά σου.)

Κ' ίσως θάναι η μια τους (μιαν απ' όλες;)
που αύριο, σα μοιράζουνε τις κόλλες,
μες στην πολυσήμαντη την τάξη,
αύριο, θα μου πη... θα με κοιτάξει...

Τέλλος Άγρας, "Επιλογή από τα ποιήματα", Ερμής 1996

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

bruxelles

μαρία

Μαρία, σα βγαίνομε μαζί
Στο φουντωμένο περιβόλι,
Η άνοιξη λέω δίπλα πως ζει
Και πως διπλή γιορτάζει η σκόλη.

Δίπλα οι βραγιές μοσκοβολούν,
Μαρία, κοντά τους σα διαβαίνεις
Και σαν κοιτώ που δε μιλούν,
Νιώθω γιατί και συ σωπαίνεις.

Μαρία, τα κλώνια αντίς ψηλά
Το θησαυρό τους να κρατάνε,
Περνάς και σκύβουνε απαλά
Και τα μαλλιά σου αχνοφιλάνε.

Μαρία, σα βγαίνομε μαζί
Στο φουντωμένο περιβόλι,
Η άνοιξη λέω διπλά πω ζει
Και πως διπλή γιορτάζει σκόλη.

Λέων Κουκούλας, "Λέων Κουκούλας", Γαβριηλίδης 2000

μακριά από μένα τώρα...

Μακριά από μένα τώρα πια όλ' αυτά! Φεύγει ο χειμώνας.
Οι πρώτες κιόλ' αρχίνησαν χλιαρές μέρες του Μαρτιού.
Κορίτσια σε προσήλια μέρη καθισμένα σιγοτραγουδούνε,
γεμίζουν ίσκιους γαλανούς οι δρόμοι οι αποσπερνοί...
Έρχεται η άνοιξη• θάρθεις λαμπρό χρυσό μου καλοκαίρι,
στα δάση, αργά βραδυάσματα γαλάζια, θάρθετε ξανά,
σε θάλασσες και σε αμμουδιές, φεγγάρια, θαπλωθήτε,
αύρα (από που φτασμένη;) θα δροσοβολήσεις την ψυχή.
Γνώριμος τόπος μαγικός ξανά θα γίνει ο κόσμος,
σαν τη μεγάλη φωτεινή κάμαρα που έπαιζα παιδί.

Κλέων Παράσχος, "Ποιητές του Μεσοπολέμου", Καστανιώτης 2004

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

τάσω

Ο κήπος με τη μουριά, που στον ίσκιο της ροκάνιζε αδιάκοπα την καλαμποκιά του ο ψαρής του πατέρα, ήτανε το μέρος που παίζαμε τα μεσημέρια του καλοκαιριού εμείς τ' αδέλφια, η Τάσω κι ο αδερφός της ο Γιωργίκος, ένα άχαρο, κουτό παιδί, που ερχότανε μαζί μας μόνο για να τον τσιμπούν οι σφήκες στα μάγουλα, να τρώει ξυλάχλαδα, αγουρίδες και ξύλο αλύπητο από μας τους άλλους. Σα να το μυρίστηκε κι ο μισόστραβος ψαρής, τον κλότσησε μια μέρα κι αυτός ο τόσο ήσυχος κι ανεχτικός, που μας άφηνε να του κουβαλούμε πλάτες και καπούλια, να περνούμε αποκάτω από την κοιλιά του, να του βγάζουμε όσες τρίχες θέλαμε από την ουρά. Έμενε ακούνητος, ροκανίζοντας πάντα την καλαμποκιά του. Η Τάσω του καβαλούσε ακόμα και το λαιμό. Στεκόταν ορθή στην πλάτη του, πηδούσε στα καπούλια του όπως και στα κλωνάρια της μουριάς. Αν έλειπε ο Γιαννούλης από τη συντροφιά, θα 'λεγε κανένας αγόρι αυτή και κορίτσια εμάς τους άλλους.
Κι ωστόσο κάθε άλλο παρά σαν αγοριού έμοιαζε η όψη της. Άσπρη και καστανόξανθη, τα μεγάλα γαλανά της μάτια βαστούσαν ένα ξάστερο ψιχάλισμα μέσα σε όλη την παιδιάστικη άγρια τρέλα και κάποιες φορές κοιτάζανε τόσο παράξενα, πετούσαν τόσο αστραφτερές αναλαμπές που δε βαστούσες να τα βλέπεις. Εκείνο που την ξεχώριζε περσότερο μέσα σε μας ήταν πως με όλα τα σκαρφαλώματα στα δέντρα και τα κυλήματα όπου έφτανε, μπορούσε και βαστιότανε πάντα καθαρή, πάντα αξέσκιστη. Ένα πουκάμισο κι ένα παλιό φουστάνι, αποφόρι της αδερφής μου ή αλλουνού κοριτσιού, ήτανε τα μόνα που σκεπάζανε τη γύμνια της· κι ωστόσο η μάνα μου μας την έδειχνε πάντα για παράδειγμα. Η δική της μάνα ζήτημα ήταν αν τη χτένιζε κάθε πρωί κι όμως η Τάσω δε φαινότανε ποτέ αχτένιστη. Ένα ίσιασμα με τις παλάμες στ' αλαφρόσγουρα μαλλιά, που τα είχαν κάμει ανωκάτω τα κλαδιά της μουριάς, και ξαναπαίρναν τη φανταχτερή λάμψη τους. Το ίσιασμα αυτό το συνήθιζε τόσο συχνά η Τάσω και συχνά μέσα στο ξάναμμα του παιχνιδιού στεκόταν άξαφνα κι αφού έσιαζε τα μαλλιά, την έβλεπες κι έμενε αμίλητη και μας κοίταζε με την αστραφτερή παράξενη ματιά της και μ' ένα γέλιο πιο παράξενο, που έδειχνε τα δόντια της σα σκυλιού που θέλει να δαγκάσει. «Γάτα, γαλανομάτα γάτα», της φώναζε ο Γιαννούλης δίνοντας της μια. Και τα δυο αγρίμια πιανόντανε στα χέρια.

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, "Το όνειρο της Κλάρας και άλλα διηγήματα", Νεφέλη 1991

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

μην τσιγκουνεύεσθε τις σφαίρες

Η παράταξη προχωρούσε με ρυθμισμένο θόρυβο ανάμεσα στα κατάκλειστα σπίτια της λεωφόρου. Οι στρατιώτες μέσα στ' αυτοκίνητα στέκονταν σαν είδωλα με τις σκέψεις καταχωνιασμένες βαθιά στο νου. 'Οσο να 'ναι ο φόβος ερχότανε με κύματα πάνω τους, γιατί ήξεραν πως πολλοί απ' αυτούς θα τέλειωναν τη ζωή τους εκείνο το πρωινό. Μα ήταν κάτι άλλο που πίκραινε περισσότερο απ' το θάνατο. Η ιδέα πως πήγαιναν να χτυπηθούν με τους επαναστάτες χωρίς να υπάρχει πια επανάσταση. Θύμωναν και βλαστημούσαν τους εχθρούς που αποφάσισαν να πεθάνουν από μόνοι τους, χωρίς να περιμένουν την απόφαση του στρατοδικείου. Ξαφνικά η φάλαγγα έκοψε ταχύτητα, οι πυργίσκοι έκλεισαν, τα κανόνια και τα πυροβόλα γύρισαν ερευνητικά στον αέρα σαν προβοσκίδες γιγαντιαίων μαστοφόρων. Σιγά σιγά το σχέδιο του συνταγματάρχη φανερώθηκε. Τα μηχανοκίνητα κύκλωσαν μερικά τετράγωνα και στο τέλος, η υπόλοιπη δύναμη ήρθε και στάθηκε σε μια μικρή πλατεία. Ο συνταγματάρχης βγήκε πρώτος από το τανκ και κοίταξε γύρω. Μια εκκλησιά, δυο ατροφικά δέντρα, ένα έρημο καφενείο. Οι αξιωματικοί έτρεξαν βιαστικά κοντά του.
- Κύριοι, θα προχωρήσουμε από σπίτι σε σπίτι. 'Οσοι προσπαθήσουν να ξεφύγουν, θα πέσουν πάνω στις δυνάμεις μας στη λεωφόρο. Και μια συμβουλή: Μην τσιγκουνεύεσθε τις σφαίρες.
- Ας ελπίσουμε πως θα παραδοθούν, είπε ο υποδιοικητής.
- Θα πολεμήσουν, φώναξε ο συνταγματάρχης, με την κρυφή ελπίδα πως έτσι θα γινόταν.

Πέτρος Αμπατζόγλου, "Με τον Μινώταυρο", Φέξης 1962

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

δεν πλάγιαζε ποτέ παρά με τον εαυτό του

"Δε θέλετε ούτε να καπνίσετε;"
"Όχι. Γδύσου".
Θα ΄θελε να της ζητήσει να γυμνωθεί ολωσδιόλου, μα εκείνη θ' αρνιόταν. Δεν είχε αφήσει αναμμένη παρά μια μικρή λάμπα της νύχτας. "Ο ερωτισμός", συλλογίστηκε, "είναι η ταπείνωση του εαυτού μας ή του άλλου, ίσως και τα δυο. Μια ιδέα, ασφαλώς..." Η νέα ήταν άλλωστε πιο προκλητική έτσι, με το κολλητό κινέζικο μεσοφόρι. Μα είναι ζήτημα αν ήταν ερεθισμένος ή ίσως να μην ήταν παρά χάρη στην υποταγή αυτού του σώματος που τον περίμενε, ενώ εκείνος δεν κουνούσε. Η ευχαρίστησή του προερχόταν απ' το γεγονός ότι έβαζε τον εαυτό του στη θέση του άλλου προσώπου - αυτό ήταν φανερό. Του άλλου προσώπου που το εξανάγκαζε, το εξανάγκαζε εκείνος. Με δυο λόγια, δεν πλάγιαζε ποτέ παρά με τον εαυτό του, μα δεν το κατόρθωνε παρά υπό τον όρο να μην είναι μόνος. Καταλάβαινε τώρα αυτό που είχε υποψιαστεί ο Γκίζορς: Ναι, η δύναμη της θέλησής του δεν έφτανε ποτέ στο αντικείμενό του, δεν ζούσε παρά με την ανανέωσή του. Μα ακόμα κι αν δεν είχε κατακτήσει στη ζωή του ούτε μια γυναίκα, θα κατακτούσε, μες απ' αυτήν την Κινέζα που τον περίμενε, το μόνο πράγμα που λαχταρούσε: Τον εαυτό του. Του χρειάζονταν τα μάτια των άλλων για να δει τον εαυτό του, οι αισθήσεις ενός άλλου για να τον νιώσει. Κοίταξε τη θιβετιανή ζωγραφιά: Σ' έναν κόσμο αποχρωματισμένο όπου πλανιόντουσαν μερικοί ταξιδιώτες, δυο εντελώς όμοιοι σκελετοί αγκαλιάζονταν μεταρσιωμένοι.
Πλησίασε τη γυναίκα.

André Malraux, "Η Ανθρώπινη Μοίρα", Εξάντας 2005

αθήνα

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

το ασυνείδητο θα συντελεστεί από μόνο του

Εν τω μεταξύ, καθώς στεκόταν κομψά στο δεξί πόδι, με ανασηκωμένο τον γοφό, και το άλλο πόδι με ένα αργοπορημένο λύγισμα όπως τα παιδιά της Νιόβης, η Σαλώμη άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι ανάμεικτο με ελαφρύ βήχα, ίσως για να δείξει ότι, προπάντων, δεν έπαιρνε στα σοβαρά τον εαυτό της, έπαιξε τη μαύρη λύρα της μέχρι να ματώσει και, με την άτονη, άφυλη φωνή ενός αρρώστου που ζητάει το σιρόπι του χωρίς να το χρειάζεται στ' αλήθεια περισσότερο από εσάς ή εμένα, άρχισε να αυτοσχεδιάζει:

Πόσο το Κενό, δηλαδή η λανθάνουσα Ζωή που θα δει το φως το νωρίτερο μεθαύριο, είναι αξιοσέβαστο, λυτρωτικό, ενσωματωμένο στο Άπειρο, απόλυτα διαυγές!

Μήπως κορόιδευε; Συνέχισε:

Έρωτα! Μανία που μας διακατέχεις, μανία να μη θέλουμε να πεθάνουμε ολοκληρωτικά (θλιβερή διέξοδος)! Ω, προδότη, δεν θα σου πω ότι έφτασε ο καιρός να εξηγηθούμε. Ανέκαθεν, τα πράγματα είναι όπως είναι. Όμως πόσο ειλικρινές θα ήταν να κάναμε αμοιβαίες υποχωρήσεις στο πεδίο των σημερινών πέντε αισθήσεων, στο όνομα του Ασυνείδητου!
Ω! γεωγραφικά πλάτη, υψόμετρα, νεφελώματα καλής θέλησης, με τις μικρές σας μέδουσες του γλυκού νερού, κάντε μου, λοιπόν, τη χάρη να πάτε να βοσκήσετε στους οπωρώνες του εμπειρισμού. Ω, περαστικοί πάνω σ' αυτήν τη Γη, απόλυτα όμοια με αμέτρητες άλλες ολομόναχες στη ζωή, οι οποίες απεργάζονται αόριστα το άπειρο! Η ενεργή Ουσία ερωτεύεται τον εαυτό της (παρακολουθήστε τη σκέψη μου), ερωτεύεται δυναμικά τον εαυτό της, λίγο-πολύ όπως θέλει: είναι μια όμορφη ψυχή που παίζει το σκοπό της πάντοτε, δικό της θέμα. Ας είστε το παθητικό της φύσης: καταταγείτε αυτόματα όπως το Παν στις Τάξεις της Αγαθοποιού Αρμονίας! Και μετά ελάτε να μου πείτε.
Ναι, υδροκέφαλοι θεοσοφιστές, έπεα πτερόεντα του λαού, όλοι σας τυχαίες ομάδες φαινομένων χωρίς εγγύηση από την κυβέρνηση του υπερπέραν, ξαναγίνετε όντα γεμάτα ανοργανωσιά, για πάτε να μου βοσκήσετε, μέρα με τη μέρα, όλες τις εποχές, σε αυτό το Δέλτα χωρίς Σφίγγα, του οποίου όμως οι οξείες γωνίες ισούνται με δύο ορθές. Αυτό είναι το πλέον αρμόζον, ω γενιές αθεράπευτα εφηβικές. Και, προπάντων, προσποιηθείτε το μπέρδεμα σε αυτήν την ανευθυνότητα των νεογέννητων δυνατοτήτων που σας είπα. Το ασυνείδητο θα συντελεστεί από μόνο του.
Και εσείς, μοιραίοι ποταμοί, Ιορδάνη, Γάγγη της βάπτισης, αβύθιστα αστρικά ρεύματα, κοσμογονίες της Μαμάς! Πλυθείτε, μπαίνοντας, από το λίγο-πολύ προπατορικό στίγμα του Συστηματικού: κι ας μας μασήσει ευθύς εξαρχής, ας μας κάνει κομματάκια η Ύψιστη Ιαματική Αρετή (ας την πούμε προσωρινό ημίμετρο), αυτή που μαντάρει τα σκισίματα των αγρών, της επιδερμίδας κ.λπ. Τέτοια υπνωτική δύναμη ενοικεί εντός της. Λοιπόν...

Η Σαλώμη σταμάτησε ξαφνικά. Έφτιαξε τα πασπαλισμένα με άγνωστες γύρεις μαλλιά της, ενώ οι άγουροι μαστοί της ανάσαιναν τόσο βίαια, που τα γαρύφαλα έπεσαν κάτω (αφήνοντας τα αμύγδαλά τους σε κατάσταση χηρείας). Για να συνέλθει έπαιξε με τη μαύρη λύρα της μια άσχετη φούγκα...

Jules Laforgue, "Θρυλικές Ιστορίες με Ηθικό Δίδαγμα", Γαβριηλίδης 2008 (μετάφραση Λητώ Ιωακειμίδου)

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

seraphine

Πάνω στο ήσυχο ακρογιάλι
γέρνει η νύχτα τρυφερά˙
ψίθυρος σαν ν' ανεβαίνει
μεσ' απ' τα βαθιά νερά:

"Κοίτα τον! Ανόητος να 'ναι,
ή να 'ν' τάχα ερωτευμένος;
Εύθυμος φαίνεται τόσο
και μαζί τόσο θλιμμένος!"

Μα η σελήνη λέει γελώντας
στη νυχτιά μεσοστρατίς:
"Είν' κι ανόητος, κι αγαπάει,
κι είν' συνάμα και ποιητής".

Heinrich Heine, "Ποιήματα", Στιγμή 2007 (μετάφραση Μαρία Υψηλάντη)

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

αννόβερο

Μια φορά στο Αννόβερο έμεινα σ' ένα σπίτι όπου το παράθυρό μου έβλεπε στο στενό δρομάκι με το οποίο επικοινωνούσαν δύο μεγάλες αρτηρίες. Έκανε μεγάλο κέφι να παρατηρεί κανείς πως άλλαζαν τα πρόσωπα των ανθρώπων μόλις έμπαιναν στο δρομάκι, όπου, καθώς νόμιζαν, δεν τους έβλεπαν τόσα μάτια. Άλλος κατουρούσε, άλλος στερέωνε τις κάλτσες του, άλλος γελούσε στα κρυφά κι άλλος κούναγε το κεφάλι. Οι κοπελιές σκέφτονταν μ' ένα χαμόγελο την προηγούμενη νύχτα και σιάζαν τις κορδέλες τους για να κάψουν καρδιές στον απέναντι μεγάλο δρόμο.

Georg Christoph Lichtenberg, "Επιλογή από τα Sudelbücher", Στιγμή 1992 (μετάφραση Παναγιώτης Κονδύλης)