Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

είμαι καλά

Μέσα απ' αυτήν τη λασπουριά που λέμε δρόμο
βλέπω κάποιον να έρχεται με μια στολή
φέρει πηλήκιο και ντορβά στον ώμο
στον ίσκιο αράζει της μουριάς μας, στην αυλή.

"Φτιάξε καφέ" λέει στη γιαγιά ο ταχυδρόμος
και βγάζει απ' το σακί του μια επιστολή
με ύφος που δηλώνει "εγώ είμαι ο νόμος"
λέει στη γριά "βάλε σταυρό για υπογραφή".

Γελένια Γκόρα, γράφει απ' έξω, Πολωνία,
λογοκριμένη των γερόντων η αγωνία
η επιστολή ήδη ανοιγμένη στον ατμό.

Τότε ένας μπόμπιρας το γράμμα έξω βγάζει
και στους παππούδες του συλλαβιστά διαβάζει:
"είμαι καλά, για σας το ίδιο επιθυμώ".

 Άρης Μπιτσιώρης, "Όπισθεν Δηλαβέρη", Θεσσαλονίκη 2017

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ένα εύφλεκτο όνειρο

Μαζί κι οι δυο, μ' ένα και μοναδικό άλμα, θα 'ρχιζαν να κολυμπούν στο κενό, να κυνηγούν τον άνεμο, να πηδούν πιο ψηλά, ν' αρμενίζουν και να γλιστρούν με τα νώτα στραμμένα στον ήλιο, στο φεγγάρι, στ' αστέρια πάνω από τον Ατλαντικό, πάνω από τη Μεσόγειο. Πάνω από εξοχές, αγριότοπους, πάνω από πόλεις και πολιτείες. Μέσα σ' αέρινη σιγή, πούπουλο που θροΐζει, παρασυρμένοι από τα κύματα ηφαιστείου που σκάει, ψηλά, κι όλο ψηλότερα ανεβαίνοντας, θα γελούσαν και θα φώναζαν ο ένας του άλλου τ' όνομά του. Ή άλλων ονόματα, αγέννητων ακόμα, ή άλλων που πέθαναν από παλιά και χάθηκαν από φθινοπωρινούς ανέμους, απ' τους ανέμους της θάλασσας ή απ' τη σιωπηλή ερημιά ενός ανέμου από αερόστατο, ενός ανέμου χημικής φωτιάς. Και θα 'νιωθε ο καθένας να σαλεύουν τ' ανάλαφρα πούπουλα των φτερών του, και να βλασταίνουν βαθιά θαμμένα και να ξεπροβάλλουν τρυπώντας τις ωμοπλάτες! Και θα 'φηνε ο καθένας πίσω του τον απόηχο του πετάγματός του, έναν ήχο που θα περικύκλωνε τη γη με τους ανέμους, και πάλι θα την περικύκλωνε, και θα ξαναμιλούσε σ' άλλα χρόνια στα παιδιά των παιδιών τους, που θα 'ταν βυθισμένα στον ύπνο, κι όμως θ' άκουγαν καθαρά τον ακοίμητο ουρανό του μεσονυχτίου.
Ψηλά, ακόμα πιο ψηλά πατέρα! Μια ανοιξιάτικη παλίρροια, μια καλοκαιρινή φουσκοθαλασσιά, ένας αστείρευτος ποταμός από φτερά!
Ένα κουδούνι χτύπησε σιγά.
Όχι, ψιθύρισε. Θα ξυπνήσω σε λίγο. Περίμενε...
Το Αιγαίο γλίστρησε κάτω από το παράθυρο και χάθηκε. Οι δίνες του Ατλαντικού, η γαλλική εξοχή, διαλύθηκαν κάτω στην έρημο του Νέου Μεξικού. Μες στο δωμάτιο του, πλάι στο κρεβάτι που κοιμόταν, δε σάλεψε κανένα πούπουλο κολλημένο με κερί. Απέξω, δεν ταλαντεύτηκε κανένα αχλάδι στον άνεμο, δεν μπήκε μπρος καμιά μηχανή πεταλούδας. Απέξω, μονάχα ένας πύραυλος, ένα εύφλεκτο όνειρο, που περίμενε την αφή των χεριών του για να υψωθεί στα ουράνια.
Την τελευταία στιγμή μέσα στον ύπνο του, κάποιος ρώτησε το όνομά του.

Ray Bradbury, "Το Δ του Διαστήματος", Αντικόσμοι 1975 (μετάφραση Φώντας Κονδύλης)

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ήξιζε να χάνη τις τον καιρόν του

Ότε ο Βενδέρ εβεβαιώθη ότι ήτο θήλεια ίππος, λέγεται ότι εκ της μεγάλης χαράς του έδειρε κατά την εσπέραν εκείνην την γυναίκα του!
Τρία παρήλθον έτη από της γεννήσεως της Μόχρας και η μοναδική καλλονή της, η πτερωτή ταχύτης και η έκτακτος θυμοσοφία της έκαμναν κρότον και εις αυτάς τας ακατοικήτους ερήμους.
Και πράγματι· ότε ανύψου την κεφαλήν της και την ουράν της εις ευθείαν γραμμήν, έδιδε σχήμα τόξου εις τον κατάστιλπνον λαιμόν της, και ανετίνασσε μετά χάριτος την πυκνήν χαίτην της, ήξιζε να χάνη τις τον καιρόν του μόνον διά να την βλέπῃ. Τας απεράντους αποστάσεις διεξήλαυνε με την ταχύτητα αστραπής, και διήρχετο επί των κινδυνωδεστέρων χαραδρών ως όνειρον τον πρωϊνόν ύπνον.
Καθώς εγεννάτο υποψία τις εν τη φυλή των Δελφί, ήτις εκαλλιέργει απωτάτην μεταξύ Περσίας και Μεσοποταμίας έρημον, βόσκουσα κυρίως πολυπληθή ποίμνια, καθώς λοιπόν η φυλή υπώπτευέ τι από μέρους τινών προβατοκλεπτών, εν μια φωνή άπασα έλεγεν.
−Ας καβαλλικεύση την Μόχραν ο Βενδέρ και ας υπάγη ως το Αέθε.

Κωνσταντίνος Μεταξάς Βοσπορίτης, "Σκηναί της Ερήμου", Νεφέλη 1988