Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

εάλω

Κάπου κοντά στην Άνω Πόλη
Ανάμεσα σε σκυφτές πολυκατοικίες
Ένα μικρό κομμάτι των τειχών
Στριμωγμένο, αγέρωχο
Αντιστεκότανε ακόμα στον εχθρό

Ήξερα σύντομα
Λάβαρα στις πολεμίστρες
Θ' ανέμιζαν ξανά

Ρούχα απλωμένα
Και κάτι γάτες κατακτητές

Πάνος Παπαπαναγιώτου, "Εάλω". Ιωλκός 2015

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

η ματιά

της έδωσα ένα φιλί κι έφυγε
τάχα είχα δουλειά
ένας σκύλος γύρισε και με κοίταξε
τέτοια πούστικη ματιά
δε μου 'χει ρίξει άνθρωπος

Μιχαήλ Σιώνας, "έγγειος", Καπάνι 2007

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

στρατός ολόκληρος

Το πρωί δεν έβλεπα την ώρα να πάω σκολιό και το βράδυ, όταν έπειτ' από τη μεσημεριάτικη διακοπή τέλειωναν τα μαθήματα, την συνώδευα μαζί μ' άλλες μαθήτριες πολύ δρόμο, κατά το σπίτι της, με τη σιδερένια πόρτα που ήτανε ντυμένη χοντρά καρφιά.
Είχαμ' αρχίσει να γράφωμε στον μαυροπίνακα: Α. Β. Γ. όλα τα κεφαλαία γράμματα κατά σειρά. Το καθένα αιδί σηκωνότανε με τη σειρά του και μαθαίναμε, πρώτ' απ' όλα πώς να πιάνουμε την κιμωλία. Με πολλή τρομάρα πήγα κ' εγώ για τη δοκιμασία, μα μόλις έπιασα την κιμωλία ήτανε τόση η ανατριχίλα που αιστάνθηκα από τη σκόνη όσο τρύφτηκε στα δάχτυλά μου, ώστε λίγο και θα τρελλαινόμουνα. Η τάξη όλη στριφογύριζε σα σβούρα. Ο μαυροπίνακας είχε γίνει ένα έρεβος όπου εγώ σαν κολασμένος ήμουνα προσαρμοσμένες με δεσμά από γραμμές κιμωλίας, εν ω δασκάλες πυρότριχες και κιτρινιάρες, μού τίναζαν αγριεμένες κατάμουτρα σπόγγους, λουρίδες από τσόχα τυλιγμένη, βουτηγμένους μέσα στην απαίσια σκόνη που με στράβονε και μ' έπνιγε.
Άλλα ίχνη δεν μπορώ να διακρίνω σ' αυτό το μονοπάτι της ηλικίας μου, οπούθε πέρασαν αργότερα στρατός ολόκληρος, οι αναμνήσεις των ερχόμενων χρόνων της ζωής μου, ρίχνοντας, τσακίζοντας, εξαφανίζοντας, τα σημάδια τα δειλά και ταβέβαια, που άφηκαν οι αναμνήσεις-πρόσκοποι, όσες τώρα μ' απασχολούν.

Πλάτωνας Ροδοκανάκης, "Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο", Πελεκάνος 2006

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

όλην την κλίµακα των δυνάµεων και των ατονιών

Αήρ, ουρανός, όρη, θάλασσα είναι κυανά. Εις οιονδήποτε υψηλόν σηµείον σταθή κανείς, βλέπει εις τον τελευταίον στέφανον των υψηλων ορέων - Υµηττός, Πεντελικόν, Πάρνης - και εις τας απωτάτας κορυφάς των όπισθεν αυτών φαινοµένων ορέων, πάντοτε δεσπόζον το κυανούν. Και το αιθέριον αυτό κυανούν διέρχεται όλων των τόνων, όλην την κλίµακα των δυνάµεων και των ατονιών, από των βαθυτάτων βρεµένων σταφιδοσωρών µέχρι των ασυλληπτοτάτων γαλανοτήτων ηλιορρύτου οφθαλµικής κόρης γάτας, από των πυκνοτάτων µέχρι των αραιοτάτων, από των τονωτικωτάτων αγαλλιάσεων µέχρι των ατονωτάτων µελαγχολιών, από τα ελπιδοφόρα ροδαυγήµατα και τα µεσηµερινά ενθουσιάσµατα έως τα δειλινά κρυώµατα των µελών και τα ηδυπαθέστατα κλεισίµατα κουρασµένων µατιών. Και το ένα αυτό κύριον χαρακτηριστικόν Χρώµα, το απλούµενον εις αέρα, όρη, νερά, δέχεται τους καταιωνισµούς του Αργύρου, αργυρονεφούται, αργυροσκονίζεται, αργυρανθίζεται, αργυροβρέχεται, αργυροφλεβούται, ή αργυρορροή διακλαδούται εις συρµατένια ρυάκια επί των ορέων, εις µεγάλα αργυρά ρεύµατα επί της θαλάσσης και τα µαργαριταρόχροα θωπεύµατα από των µαυροτέρων, µαύρον µαργαριταριού, µέχρι των φωτεινοτάτων και υελοδεστάτων αργυρορρευµάτων σεληνοφωτίστων θαλασσών, τρέχουν απαλύνοντα, βελουδίζοντα και στιλπνώνοντα.
Και το ένα αυτό, απώτατον, ορεινότατον χαρακτηριστικόν Χρωµα, δέχεται εις τον υπεράvω αυτού αέρα και την προ των ποδώv του γηίvηv ύληv τους καταιωνισµούς του Χρυσού, άνωθεν και κάτωθεν, χρυσοφιλείται, χρυσογραµµίζεται, χρυσακτινούται, χρυσολούεται, χρυσανθίζεl, χρυσοκαίεται εις χρυσοστέµµατα νεφών, εις εκρερηγµένα πυροτεχνήµατα χρυσοβελωνωτών πευκώνων, εις χρυσόρροα ρεύµατα χρυσοτυφλούντος έρωτος θαλασσών. Και τα χρυσόχροα φιλήµατα από των βαθυτέρων χρυσοβυσινοφλόγων και χρυσοκοκκινοπύρων µέχρι των φωτεινοτάτων χρυσαναµµάτων των αέρων, τρέχουν παντού, χρυσογράφοντα, χρυσοξανθίζοντα, χρυσονεκρούντα ή χρυσογυαλίζοντα.

Περικλής Γιαννόπουλος, "Η Ελληνική Γραμμή και το Ελληνικό Χρώμα", Πελεκάνος 2005

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

η θάλασσα αποκτούσε έτσι ένα νόημα

Πουτάνες. Η ζωή του, εδώ και τέσσερα χρόνια που είχε φύγει, μπορούσε να συμπεριληφθεί σ' αυτό. Γιατί ο πατέρας του συμφώνησε με τον Εμινέ. Εντάξει, δεν μετάνιωσε ο Νεντίμ που έφυγε, είχε ξεπετάξει κορίτσια απ' όλα τα χρώματα και τις φυλές, εξίσου όμορφα, πιο όμορφα από την Αϊζέλ αναμφίβολα, καμιά τους όμως δεν είχε στο βάθος των ματιών της αυτό το φως που έκαιγε στα μάτια της Αϊζέλ. Πηδούσαν και τις πήδαγε, χωρίς συναίσθημα, έτσι κενά.
Ο Εμινέ τού είχε δώσει προθεσμία τριών χρόνων. Τα δύο πρώτα χρόνια δεν σκεφτόταν παρά μόνο την Αϊζέλ. Την Αϊζέλ κι εκείνον. Το γάμο τους. Το σώμα της Αϊζέλ. Την Αϊζέλ μόνο για εκείνον. Αυτό τον απασχολούσε σε όλα του τα ταξίδια. Η θάλασσα αποκτούσε έτσι ένα νόημα. Την αγάπη του για την Αϊζέλ. Σε κάθε λιμάνι που έπιανε το πλοίο, έστελνε χρήματα στην οικογένειά του. Σχεδόν όλα. Κρατούσε μόνο όσα του χρειάζονταν για να γίνει τύφλα και να δωθεί σε μια γυναίκα για τη νύχτα. Το οινόπνευμα και οι γυναίκες, με το που άφηνες την Ευρώπη, δεν κόστιζαν ακριβά. Στη Σαϊγκόν βρήκε μία για όλη τη βδομάδα. Με δέκα δολάρια. Ήταν η καλύτερη εμπειρία που είχε. Γουόνγκ λεγότανε. Έκανε ό,τι της ζητούσε.Για δέκα δολάρια. Ακόμα και οργασμό. Οργασμό και πλύσιμο ρούχων.

Jean-Claude Izzo, "Οι Βατσιμάνηδες της Μασσαλίας", Μεταίχμιο 2000 (μετάφραση Μαριλένα Κοραντζάνη)