Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει

Θα 'θελε να μείνει κι άλλο στο κρεβάτι, όμως ένα από τα πιο θαυμαστά χαρακτηριστικά του μεσημεριανού ύπνου είναι ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει: σαν να ξεκολλάνε απότομα πάγοι, σαν να χύνεται ένα ζεστό ρεύμα νερού στο κοιμισμένο σώμα. Επιπλέον, ο Σιγισμούνδος γνωρίζει ότι η κραυγή που έρχεται ανά τακτά διαστήματα από το δρομάκι σε λίγο θα γίνει αφόρητη και πως, αν θέλει να γλιτώσει απ' αυτήν, ο μόνος τρόπος είναι να καταλάβει τι σημαίνει (πράγμα που δεν είναι στο χέρι του) ή να φύγει μακριά αποκεί. Έτσι τραβάει το σεντόνι, κάτω από το οποίο ήταν γυμνός, και πετάγεται από το χαμηλό κρεβάτι.

André Pieyre de Mandiargues, "Το Περιθώριο", Μεταίχμιο 2004 (μετάφραση Γιώργος Ξενάριος)

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

"ενδημικά" κακά της εποχής

Η πολιτική κατάσταση στη χώρα δεν εξομαλύνθηκε ούτε με την εκδίωξη των Γάλλων και την παλινόρθωση του Φερδινάρδου Ζ' (1814-1833). Μπροστά στη διαμάχη μεταξύ συντηρητικών και φιλελευθέρων, ο μονάρχης επέδειξε την πιο συμφέρουσα γι' αυτόν λύση: την αποκατάσταση της απολυταρχίας στην πιο γνήσια μορφή της. Ο βασιλιάς δε θέλησε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των φιλελευθέρων (εκείνη τη στιγμή ήταν το πιο λογικό που μπορούσε να πράξει) ούτε ακολούθησε τις ρεαλιστικές υποδείξεις των Περσών (persas)*, οι οποίοι δεν έκρυψαν ποτέ τις μοναρχικές πεποιθήσες τους, υποστηρίζοντας, όμως, πως θα ήταν αναγκαίες κάποιες μεταρρυθμίσεις ώστε να αποφευχθούν τα φαινόμενα δεσποτισμού που είχαν παρατηρηθεί κατά το παρελθόν. Η απόφαση του μονάρχη ανάγκασε τους φιλελεύθερους να σχηματίσουν παράνομες οργανώσεις. Σ' αυτές συμμετείχαν αξιωματικοί του στρατού, άρτι αφιχθέντες στην Ισπανία μετά την αποφυλάκισή τους από τα γαλλικά κρατητήρια, και πρώην αρχηγοί των ατάκτων (guerilleros). Και οι μεν και οι δε είχαν πλήρως απογοητεύθει βλέποντας πως είχαν περάσει στο περιθώριο, τη στιγμή που επιβραβεύοταν με τις καλύτερες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό οι ακραιφνείς οπαδοί του Γκοντού και στυλοβάτες του παλιού πολιτεύματος. Έτσι, μέσα από τις οργανώσεις των μασόνων και των καρμπονάρων, "ενδημικά" κακά της εποχής, προετοιμάστηκε η επέμβαση του φιλελεύθερου στρατού στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Και ο στρατός παρέμεινε για μεγάλο διάστημα ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων.

*Πέρσες ονομάστηκαν οι υπογράψαντες το 1814 ένα μανιφέστο με το οποίο στήριζαν το καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας. Το μανιφέστο αυτό άρχιζε με τη φράση: "Ήταν συνήθεια των αρχαίων Περσών"...".

J. Vicens Vives, "Σύντομη Ιστορία της Ισπανίας", Αίολος 1997 (μετάφραση Δημήτρης Φιλιππής)

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

γεμίζουν την καρδιά με μια θλιμμένη ευτυχία

Είναι ανώφελο να τον παρακαλάει κανείς να διηγηθεί με λεπτομέρειες όσα συνέβησαν μετά: η ιπποτική του εχεμύθεια, δοκιμασμένη με επιτυχία στο επαγγελματικό απόρρητο, που είναι η πρώτη επιταγή της δημοσιογραφίας, σ' αυτό το θέμα αποδεικνύεται ακλόνητη. Στο παχουλό του πρόσωπο, συνήθως πολύ σοβαρό, κυρίως από τότε που επέστρεψε από τη Μαδρίτη, ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο, και το βλέμμα του, χαμογελαστό και μελαγχολικό μαζί, χάνεται στο άπειρο ή στο βάθος του ποτηριού με το κρασί από κίνα που εξακολουθεί να πίνει ανελλιπώς κάθε βράδυ στις εννιά. Από τότε, τα πιο σαχλά τραγουδάκια που ακούει στο ραδιόφωνό του γεμίζουν την καρδιά με μια θλιμμένη ευτυχία, σαν να είναι δεκάξι χρονών. Διηγείται μόνο πως κοιμήθηκε πολύ αργά, πως η Όλγα δεν ήθελε να σβήσει το φως γιατί φοβόταν, πως μετά από λίγη ώρα που μοιράζονταν το στενό υπνοδωμάτιο στο πατάρι μιλούσαν πια στον ενικό, πως εκείνη άρχισε να τον φωνάζει Λώρεν, πως κοιμήθηκε σαν κούτσουρο -αν κι αυτή η παρομοίωση του φαινόταν λίγο άκομψη- περισσότερες από οχτώ ώρες και πως όταν ξύπνησε θυμόταν ότι έβλεπε πολύ ζωντανά έγχρωμα όνειρα κι ένιωθε στα μέλη του μια θεραπευτική ηρεμία και μια ελαφράδα σαν να 'χε ξαναβρεί τη νιότη του, και ταυτόχρονα μια περηφάνια που έμοιαζε με ματαιοδοξία και την οποία, όπως φαίνεται, θεμελίωνε με τη θεσπέσια αναπόληση ορισμένων αριθμητικών στοιχείων.

Antonio Muñoz Molina, "Τα Μυστήρια της Μαδρίτης", Σέλας 1994 (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου)

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

μια πομπή από φαντάσματα!

Στις επανειλημμένες μου απόπειρες να θυμηθώ, στις σκληρές μου προσπάθειες να διαφωτισθώ για κείνη την κατάσταση φαινομενικής ανυπαρξίας, στην οποία είχα βυθιστεί, έρχονταν συχνά στιγμές που έλπιζα να τα καταφέρω, έρχονταν σύντομες, πολύ σύντομες στιγμές, που ξανάφερνα στη μνήμη μου κάποια θύμηση, που , όπως συχνά με διαβεβαίωνε μετά το λογικό μου, όταν έγινε πιο λαγαρό, δεν μπορούσε ν’ αναφέρεται πουθενά αλλού παρά σ’ εκείνη την κατάσταση φαινομενικής ανυπαρξίας. Αυτές οι φευγαλέες αναμνήσεις μιλούσαν αβέβαια για μεγάλες μορφές που με σήκωναν και με κουβαλούσαν προς τα κάτω –σιωπηλά, όλο και βαθύτερα- ώσπου με τη σκέψη της απύθμενης αβύσσου στην οποία βυθιζόμουν, μ’ έπιασε ένας φοβερός ίλιγγος. Μιλούσαν, ακόμα, για μια ακαθόριστη ανατριχίλα που διαπέρασε την καρδία μου, επειδή η καρδιά αυτή είχε γίνει τόσο αφύσικα ήρεμη. Ακολούθησε μια αίσθηση σαν να είχε πετρώσει το καθετί ολόγυρά μου• σαν εκείνοι που με κουβαλούσαν –μια πομπή από φαντάσματα!- να είχαν φτάσει κατεβαίνοντας ως τα σύνορα του απείρου και τώρα είχαν σταματήσει και ξαπόσταιναν. Τότε ακριβώς πρέπει να ένιωσα ένα αίσθημα μούχλας και υγρασίας• κι έπειτα όλα είναι παραλογισμός – ο παραλογισμός μιας θέλησης που θέλει να θυμηθεί το υπεράνθρωπο, το απαγορευμένο.

Edgar Allan Poe, "Το πηγάδι και το Εκκρεμές", Αιγόκερως 1999 (μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ)

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

η τέχνη μπορεί να περιμένει

Τα χέρια σου μοιάζουν με πτερύγια χήνας. Λεπτές μεμβράνες συνδέουν τα δάχτυλα. Αργότερα τα δάχτυλα θα ελευθερωθούν. Θα βγουν νύχια. Θα μπορείς να σκαλίζεις ιερογλυφικά στα τοιχώματα του αμνιακού σάκου. Τα πρώτα σου ποιήματα. Τι κρίμα να μην τα θυμάσαι μετά. Ένα παιδί-θαύμα. Ένας ποιητής!
Ίσως ακόμα και μια νουβέλα να προλάβεις να γράψεις στους μήνες που απομένουν. Ίσως πάλι έχεις πιει υπερβολικά απ' αυτή την μπίρα που στέλνει η μάνα σου να στροβιλιστεί αφρίζοντας μεσ' απ' το λώρο. Υποστέλλεις τη σημαία.
Η τέχνη μπορεί να περιμένει.

Άρης Σφακιανάκης, "Δεν ήξερες... δεν ρώταγες", Κέδρος 1998

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Geometropolis.M08

με μικρές γουλιές ελληνικού καφέ

Αυτοκτόνησε με πολύ ήρεμο τρόπο. Φόρεσε μια ρόμπα, ένα ζευγάρι παντόφλες, έφτιαξε έναν ελληνικό καφέ μέτριο, τον ακούμπησε στο κομοδίνο δίπλα από το μαξιλάρι του, ακριβώς κάτω από το πορτατίφ, και κατέβασε όλα τα χάπια, ένα ένα, με μικρές γουλιές ελληνικού καφέ. Ξάπλωσε ανάσκελα πάνω από τις κουβέρτες, με τα πόδια του να εξέχουν από το κρεβάτι, έτσι ώστε να μην το λερώσει. Πρέπει να περίμενε σ' αυτή τη στάση μερικά λεπτά της ώρας και μετά να έκλεισε τα μάτια του και να αποκοιμήθηκε.
Όταν τον βρήκαν οι καλεσμένοι του πρέπει να ήταν πάνω από τρεις ώρες πεθαμένος. Μπροστά στα κλειστά του μάτια η τηλεόραση έπαιζε ένα ντοκιμαντέρ για την Αφρική. Το περίεργο ήταν ότι η γάτα των διπλανών είχε πηδήξει στο μπαλκόνι του, είχε χωθεί κάτω από τα παντζούρια του δωματίου που δεν ήταν καλά κλεισμένα και είχε ξαπλώσει πάνω στην κοιλιά του και κοιμόταν. Η γάτα γουργούριζε από ευχαρίστηση μέσα στον ύπνο της και ακουγόταν σαν να γουργουρίζει η κοιλιά του.
Οι καλεσμένοι του χτυπούσαν πολλή ώρα το κουδούνι του, ανησύχησαν που δεν τους άνοιγε και χτύπησαν στους γείτονες. Οι γείτονες τους είπαν ότι τον είχαν δει να μπαίνει στο διαμέρισμά του κρατώντας στα χέρια του σακούλες με ψώνια και κρασιά και μάλιστα τον είχαν ρωτήσει αν το βράδυ είχε καλεσμένους. εκείνος τους είπε πως ναι, είχε, και μάλιστα τους είπε να μην ανησυχούν για τη φασαρία, γιατί δεν είχε σκοπό να βάλει μουσική γι' αυτούς τους μαλάκες ούτε να ανοίξει καμία έντονη συζήτηση μαζί τους, γιατί έτσι κι αλλιώς, τους είπε, είναι κάτι ζώα, κάτι απίστευτοι μαλάκες, στους οποίους απλώς είχε μια υποχρέωση.
Τους είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που μίλησε για τους καλεσμένους του, αυτός, ένας ευγενέστατος άνθρωπος, αλλά δεν έδωσαν πολλή σημασία, γιατί είπαν μέσα τους, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Λένα Κιτσοπούλου, "Νυχτερίδες", Κέδρος 2006

όσα περίμενα να πει, όσα ήθελα να πει

Δύο το πρωί. Αθήνα 1979. Κοιμάμαι. Χτυπάει το τηλέφωνο. Μια γυναίκα στην άλλη γραμμή του σύρματος μου λέει: "Ξέρω πως ψάχνεις για μια ιδιαίτερη κοπέλα. Ξέρω τι θέλεις. Μη με ρωτήσεις πώς. Το έχω ακούσει να το λένε, σε καταλαβαίνω, νιώθω την ανάγκη σου, ξέρω τι θέλεις. Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί". Σηκώνομαι μισοζαλισμένος, φτιάχνω ένα διπλό ουίσκι. Νομίζω ότι είμαι σε όνειρο. Θυμάμαι την κουβέντα που είχαμε τέσσερις μόλις ώρες πριν με φίλους, που τους έλεγα πως ζητάω κάτι, κάτι αλλιώτικο, κάτι διαφορετικό, που κανείς δε μπορεί να καταλάβει, κανείς από τους φίλους μου δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσα με το "μια κοπέλα που να ρέει σαν υγρό". Εκξείνοι το γύριζαν αμέσως στο σεξουαλικό, ενώ εγώ δεν το εννοούσα έτσι. Βάζω και δεύτερο. Πριν το τελειώσω, χτυπάει το κουδούνι. Κλείνω τα φώτα. Δε θέλω να βλέπω. Μπαίνει μια γυναίκα. Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι είναι μελαχρινή, αδύνατη, μεγαλύτερη. Λέει όσα περίμενα να πει, όσα ήθελα να πει. Η νύχτα είναι υπέροχη, μαγική, κυλάει όπως οφείλουν να κυλούν τέτοιες νύχτες: ατέλειωτα. Δεν ξέρω τίποτα, δε θέλω να ξέρω, δε ρωτάω ούτε όνομα, τίποτα. Δύο άνθρωποι που βρίσκονται στο ίδιο κρεβάτι στις τρεις το πρωί μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1979, έχοντας μιλήσει πέντε λεπτά στο τηλέφωνο. Το πρωί που ξυπνάω, νιώθω άβολα. Εκείνη έχει φύγει πριν ξημερώσει. Ανήκω ακόμα στην προηγούμενη νύχτα. Ζω σ' εκείνη τη νύχτα. Είμαι η νύχτα. Οι ώρες πριν την ξανασυναντήσω μου φάνηκαν ό,τι μαγικότερο είχα ζήσει ως τότε. Φυσικά όταν ξανασυναντηθήκαμε, ήταν μέρα, μου είπε το όνομά της και όλα τέλειωσαν...

Αλέξης Σταμάτης, "Ο έβδομος ελέφαντας" Κέδρος 1998

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

κατά τις οποίες σταματάει ο χρόνος

Κατά τα άλλα, υπάρχουν δύο είδη παρόντος. Από τη μία το εφήμερο παρόν κι από την άλλη το αιώνιο, η αιώνια στιγμή. Τι είναι όμως η αιωνιότητα, για την οποία μιλούν η σοφία της Ανατολής και όλες χωρίς καμία εξαίρεση οι θρησκείες; Ώστε υπάρχουν στιγμές, όχι ιστορικές, αλλά οι αντίθετές τους, "ανιστορικές", κατά τις οποίες σταματάει ο χρόνος; Πρόκειται για μια μεταφορά. Η μοναδική αιωνιότητα που υφίσταται, ή θα υπάρχει τώρα, εδω και τώρα, στο αναντικατάστατο παρόν, ή δε θα υπάρξει ποτέ. Η αιωνιότητα, λέει ένας δικός μας μυστικός, ο Καζαντζάκης, είναι ποιότητα, δεν είναι ποσότητα, αυτό είναι το μεγάλο, πολύ απλό μυστικό.
Η θρησκευτική έκσταση και τα θαύματα λαμβάνουν χώρα σε στιγμές όπου το παρόν ακινητοποιείται και ταυτόχρονα εκτείνεται ως το άπειρο. Το ίδιο συμβαίνει και με τις στιγμές, δημόσιες ή ιδιωτικές, που αξίζει να αποκαλούμε ιστορικές. Σαν τις πεταλούδες που καρφιτσώνει ένας συλλέκτης, παραμένουν στον καμβά της ζωής και της μνήμης μας, και μετά τις φορτώνουμε με ερμηνείες και σημασίες και θεωρείες, προσπαθώντας να τις κάνουμε να αποκτήσουν όλο και μεγαλύτερη ποιότητα, προσπαθώντας να τις κάνουμε όσο πιο πολύ γίνεται αιώνιες.
Ιδού λοιπόν γιατί υποπτεύομαι ότι γράφω εδώ όλον αυτόν τον τελευταίο καιρό. Συμπλέκοντας τις ατομικές μας στιγμές με τις συλλογικές, αγωνίζομαι να τις καρφιτσώσω σαν πεταλούδες στη συλλογή μου, να τις παγώσω και να τις διατηρήσω αναλλοίωτες. Να τους αποδώσω ποιότητα, κι έτσι να τις μεταβάλω, αν είναι δυνατόν, από εφήμερες σε αιώνιες.

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, "Φίλοι", Κέδρος 2006

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

vieni qua!

"Annetta, vieni qua!... Annetta!"
Επιτακτική κοντράλτα η δασκάλα συμμάζεψε την ατίθαση Annetta σις κερκίδες, στο μελίσσι: καμιά εικοσαριά κοριτσάκια, επτά οκτώ ετών, με οργαντίνες ροζ ομοιόμορφες -σχολείο ή ορφανοτροφείο;- χοροπηδούν εκεί όπου λυσσομανούσε αιμοδιψής ο όχλος μυριάδες δύο, τιτιβίζουν ανέμελα, ξεφωνητά παιδιάστικα τραγουδιστά, παραλήρημα ανοιξιάτικο. Όλα μαζί ακολούθησαν τη γιγαντόσωμη κυρία, κατεβαίνουν τα πέτρινα σκαλοπάτια ως το στηθαίο, εξαφανίστηκαν πίση\ω του για να προβάλουν πάλι κελαηδώντας στην αρένα -από την ίδια τρύπα ορμούσανε θηρία, στην ίδια τρύπα έσερναν κατακρεουργημένους μονομάχους- αμέριμνα και ροδινά σκιρτούν και πηλαλούν στο χώμα - το καλοπότισε, δύο χιλιάδες χρόνια πριν, το αίμα.
Ο Σπύρος μ' έναν κόμπο τα παρακολουθούσε ωσότου χάθηκαν στη σήραγγα της βορείου εισόδου κάτω από τα δέντρα - τρίτο συναπάντημα σήμερα στα πολυποίκιλα κοπάδια που περιδιαβάζουν τα ερείπια, παράξενο!... και αυτός ο πένθιμος απόηχος, σαν ακαθόριστο προαίσθημα.

Αλέξανδρος Κοτζιάς, "Το σοκάκι", Κέδρος 1993

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

η νύχτα γύρισε σε κάτι άλλο

Έτσι, ύστερα από εκείνη τη βουβή ομοψυχία που παρατηρήθηκε και τη γενική ευλάβεια, καθώς περιφέρανε σε συνοδεία με κεριά και φανάρια το λείψανο του εφημέριου της "Υψηλής", η νύχτα γύρισε σε κάτι άλλο, κάτι που έδειχνε πως δεν ήθελε πια να γυρίσει πίσω... Ανακατώθηκαν όλοι στις ταβέρνες -χωριάτες και μικρομαγαζάτορες κι άνθρωποι του λιμανιού και της γειτονιάς του "Αβράμη"- κι ήπιαν κρασί χωρίς να πληρώσουν, έριξαν πέτρες στα παράθυρα μεθυσμένοι, έσκισαν κι έφαγαν εφημερίδες, μη έχοντας στο τέλος άλλο τίποτα να μασήσουν. Και το πρωί τους βρήκε να τριγυρνούν επίφοβοι ακόμα στα καντούνια, λες κι είχαν χάσει το δρόμο ή καλύτερα πως έψαχναν να τους βγάλει κάποιος άλλος. Μα δεν το έκαναν επίτηδες, αυτό ήρθε από μόνο του. Μεσολαβεί πάντα μια απόσταση άγνοιας, και στο διάστημα αυτό όλα μοιάζουν ανεξήγητα, αιφνιδιαστικά...

Σπύρος Πλασκοβίτης, "Η πόλη", Κέδρος 1979

madrid

κάρβουνο αναμμένο

Μια μέρα μου φέρνει ένας σύντροφος ένα γράμμα απ' τη μάνα του Φιλίππη.
"Το 'χω άπ' τη Λαμπρή ψηλά μου", μου λέει. "Μου 'χε δώκει και ψια τραχανά, αλλά σάχνισε, τον πέταξα."
Έγραφε απ' όξω.

Φιλίππης Παπάς
Αχούρια - Πόβλα - Φιλιάτι
Γουμενίτσα - Αθήνα - Ελλάδα

Τα 'βαλε όλα η μαυρομάνα. Κάρβουνο αναμμένο νάειχα, καλύτερα θα το βάσταγα. Περβατώ παρακάτω, το αφήνω στα σκούπιρα. Γυρίζω το παίρω, δεν μου 'ρθε καλά. Ούτε ψηλά μου ήθελα να το κρατήσω. Ηύρα μια εκκλησιά και το άφηκα στον τόπο της.

Σωτήρης Δημητρίου, "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου", Κέδρος 1993

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

θα εκπλαγείς

Βροχή. Τρεις μέρες συνέχεια βροχή. Μετά ομίχλη. Κάθομαι σ' ένα παμπ του Λονδίνου με τον Γουίλι Μομ. Είμαι συντετριμμένος γιατί το πρώτο μου μυθιστόρημα, ο Υπέροχος Εμετικός, έχει τύχει ψυχρής υποδοχής απ' την κριτική. Το μόνο του ευνοϊκό σημείωμα, στους Τάιμς, το αλλοίωνε η τελευταία φράση, που χαρακτήριζε το βιβλίο "μίασμα ηλιθιοδέστατων κλισέ, μοναδικό για τα δυτικά γράμματα".
Ο Μομ εξηγεί ότι αν και η παρατήρηση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως, καλύτερα να μην την χρησιμοποιήσω στα διαφημιστικά του βιβλίου. Τώρα σουλατσάρουμε στην Ολντ Μπρόμπτον Ρόουντ, κι η βροχή ξαναρχίζει. Προσφέρω την ομπρέλα μου στον Μομ κι εκείνος την παίρνει, παρά το γεγονός ότι κουβαλούσε ήδη τη δικιά του. Ο Μομ κρατάει τώρα δύο ομπρέλες ανοιχτές κι εγώ τρέχω δίπλα του.
"Δεν πρέπει να παίρνει κανείς την κριτική και πολύ στα σοβαρά", μου λέει. "Το πρώτο μου διήγημα είχε δριμύτατα κατηγορηθεί από έναν μεμονωμένο κριτικό. Εγώ το πήρα κατάκαρδα κι έκανα καυστικά σχόλια για το πρόσωπό του. Ύστερα, μια ωραία πρωία, ξαναδιάβασα το έργο και συνειδητοποίησα ότι είχε δίκιο. Ήταν όντως επιφανειακό κι άσχημα αναπτυγμένο. Ποτέ δεν ξέχασα το επεισόδιο, και μετά από χρόνια, όταν η Λουφτβάφε βομβάρδισε το Λονδίνο, φώτισα το σπίτι του κριτικού".
Ο Μομ κοντοστέκεται για ν' αγοράσει και ν' ανοίξει μια τρίτη ομπρέλα. "Για να γίνει κανείς συγγραφεύς", συνεχίζει, "πρέπει να διακινδυνεύει και να μη φοβάται μη γελοιοποιηθεί. Έγραψα το Στην Κόψη του Ξυραφιού φορώντας χάρτινο καπέλο. Στην πρώτη γραφή της Βροχής η Σέιντι Τόμπσον ήταν παπαγάλος. Προχωρούμε ψηλαφητά! Το διακινδυνεύουμε. Το μόνο που 'χα στο νου μου όταν ξεκίναγα την Ανθρώπινη Δουλεία ήταν ο σύνδεσμος και. Ήξερα ότι μια ιστορία με το και μέσα της θα 'ταν απολαυστική. Προοδευτικά σχηματοποιήθηκαν και τα υπόλοιπα".
Μια ριπή ανέμου αρπάζει τον Μομ και τον βροντάει σ' ένα κτίριο. Αυτός καγχάζει. Ο Μομ τώρα δίνει τη μεγαλύτερη συμβουλή που θα μπορούσε να δώσει ποτέ κανείς σ' ένα νεαρό δημιουργό: "Στο τέλος μια ερωτηματικής πρότασης, βάζε ερωτηματικό. Θα εκπλαγείς για το πόσο αποτελεσματικό μπορεί να 'ναι".

Woody Allen, "Όλα τα γραπτά του", Bell 2003 (μετάφραση Σωτήρης Κακίσης)

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

διότι φωτίζει βάραθρα και αβύσσους

Από την άλλη πλευρά, εάν ο στοχασμός - ακόμα και των τραγικών- θέλει να είναι πρώτα απ' όλα σαφής και τείνει να κατανοήσει τον άνθρωπο, η γλώσσα των μύθων μοιάζει να παίρνει τη θέση του παράλογου. Και οι συγγραφείς εγκύπτουν πάνω σ' αυτό. Και με αυτό εμπλέκονται τα δραματικά πρόσωπα. Οι τραγικοί ξεδιάλεξαν προφανώς από τα παραπλανητικό πεδίο των μυθικών αφηγήσεων, διατήρησαν όμως τα ξαφνικά γυρίσματα της ανθρώπινης ευτυχίας και συγκράτησαν τα πάθη και τη βία, τον άνθρωπο συγκλονισμένο με κάθε έννοια, χαμένο, να εμπλέκεται σε σφάλματα. Η ευκρίνειά τους δεν έχει την ψυχρότητα του στοχαστή που νομίζει ότι τα γνωρίζει όλα. Και με αυτούς, η λάμψη της λογικής αποκτά περισσότερη αξία διότι φωτίζει βάραθρα και αβύσσους και περιβάλλει την ύπαρξή τους, χωρίς ποτέ να τα υποτιμά.

Jacqueline de Romilly, "Γιατί η Ελλάδα;", Το Άστυ 1993 (μετάφραση Μπάμπης Αθανασίου - Κατερίνα Μηλιαρέση)

madrid

φανταστική νουβέλα

Είναι 17 χρονών.
                          Πάρε μαζί σου την ομπρέλλα.
Αρκεί να μεταφερθούν οι νεκροί μετά.
Τα σπίτια στον λόφο μοιάζουν ακατοίκητα.
Τα κορίτσια που έμαθαν πιάνο.
Θα σου γράψω ένα μεγάλο γράμμα.
Καφέ ή πορτοκαλάδα;
Όμως η σημασία των γεγονότων που είναι πάντα ενδότερη (διαισθητική) στα όνειρα επίσης υπάρχει αυτή η σημασία αλλά μετά το τέλος του ονείρου δεν μπορούμε να την αγγίξουμε πάλι αυτή η συνεχής απαίτηση για μεταμόρφωση όχι προσήλωση στην ατομική εικόνα αλλά να επινοής ένα πρόσωπο ένα σώμα όπως τα σεληνιακά γεωτρύπανα η ραδιοφωτογραφία οι πόρτες που ανοίγουν με φωτοκύτταρο τα βακτηρίδια τα εν γένει θεραπευτικά θρησκευτικά φυλακτά το χρώμα των οφθαλμών. Το ωράριο εργασίας. Η περιφέρεια των γοφών. Οι κληρονομικές ασθένειες. Άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου. Πιστοποιητικόν σπουδών. Αριθμός χρησιμοποιηθεισών λεπίδων ξυρίσματος επί ένα μήνα. Καταναλωθέντα κυβικά ύδατα. Νούμερο υποδημάτων. Μήκος ζώνης.

Μιχαήλ Μήτρας, "Μηχανή Αναζήτησης", Νεφέλη 2008

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

ενώ το Τείχος παραμένει άφθαρτο

"Σύμφωνοι", είπε ο Αλέξανδρος, αλλά σαν να τον απασχολούσε κάτι άλλο. "Εκείνο το η ύλη δεν γίνεται εκ του μηδενός κ.λπ., όμως..."
"Αυτό κι αν είναι ιδεολόγημα, αγαπητέ Ταξιδιώτη, διότι το μηδέν δεν υφίσταται. Είναι σαν να προσπαθεί κανείς να αποδείξει ότι υπάρχει... η ανυπαρξία. Πρόκειται πολύ απλά για λεκτικό παράδοξο μεταφυσικής απόχρωσης. Η ύλη είναι δεδομένη και, φυσικά, δεν γεννήθηκε απ' το μηδέν ούτε απ' την ανυπαρξία. Ως εκ τούτου, λοιπόν, το Τείχος είναι δεδομένο. Έτσι, στο απώτερο, στο βαθύ μέλλον, όταν θα επιτευχθεί η τελειοποίησή του, τότε πιθανώς να τελειοποιηθεί και ο άνθρωπος, εννοώ η περίεργη ιδιομορφία της δικής του ύλης, η οποία διαγράφει έναν ακατανόητο κύκλο για να επανέλθει στην αρχική της μήτρα, ενώ το Τείχος παραμένει άφθαρτο. Και μόνο κατ' αυτήν την έννοια είναι απαραίτητη -και αναγκαία- η διαιώνισή του".
"Ο άνθρωπος, λοιπόν, υπάρχει στη Γη για να δημιουργεί τείχη;"

Μάκης Πανώριος, "Η σιωπή στο τέλος του δρόμου", Οξύ 2010

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

μη διανοηθείτε και να παρκάρετε εδώ

Μπορεί και να τρελαινόμουν. Έπρεπε να την αφήσω να ανέβει τις σκάλες (άκουγα τα σανίδια στο πάτωμα του ξενώνα να τρίζουν), να περιμένω να βγάλει τα παπούτσια της και να πέσει βαριά στα κρύα σκεπάσματα, μετά να ανέβω ωρυόμενος, κάνοντας μεγαλόστομες δηλώσεις και συκοφαντώντας, βρίζοντας και χλευάζοντας, τραβώντας τα χερούλια στις πόρτες, κλωτσώντας και γδέρνοντας τα πόδια των τραπεζιών, ραγίζοντας καθρέφτες με τις φωνές μου - δίνοντας διαταγές όπως θα 'πρεπε να γίνεται για το καλό και το συμφέρον ολωνών. να μάθουν όλοι στην οδό Πουανσινέ και στην ακρογιαλιά κι όλα τα πλοία στη θάλασσα ότι είχα μυριστεί τι συνέβαινε και ότι δε θα το ανεχόμουν, όπως και κανείς άλλος στο σπίτι μου. Ο ένας συμβαλλόμενος μόνος κι έρημος με τα άκαρδα κόλπα του στο άκαρδο σαλόνι του, ενόσω η άλλη άκαρδη συμβαλλόμενη γλιστρούσε στη χώρα των ονείρων επανεξετάζοντας τη μοίρα και τη θεία πρόνοια, συνδυασμός που θα έπρεπε να δώσει κάποιο περίτεχνο, πλούσιο αποτέλεσμα. Ούτε κατά διάνοια. Τούτες οι βρομιές δεν καθαρίζουν. Ή θα γίνει το δικό μου ή δρόμο. Ιρλανδοί (ή Σκοτσέζοι) ας μην μπουν στον κόπο. Μόνο για μέλη. Μη διανοηθείτε και να παρκάρετε εδώ.
Μα δεν το έκανα. Και ο λόγος που δεν το έκανα ήταν ότι ένιωθα ασφαλής. Παρότι ένιωθα κάτι να πλησιάζει, σαν εκείνους τους ελέφαντες που νιώθουν από μακριά τα ύπουλα βήματα των λογχοφόρων Πυγμαίων, πέρα από σαβάνες και πλημμυρισμένα ποτάμια. Ένιωθα ελεύθερος να ενδιαφερθώ, να φορέσω την άσπρη εργαστηριακή μπλούζα του αντικειμενικού ερευνητή, να γίνω συνεργάτης της Σάλλυ με το μεγεθυντικό φακό, περίεργος να ανακαλύψω τι είχαν να πουν αυτά τα παλιά κόκαλα, τα κατάλοιπα και τα θραύσματα του χαμένου έρωτα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές φυσικά παίρνονται οι μεγάλες αποφάσεις. Η μεγάλη λογοτεχνία συνήθως τις παραλείπει, ευνοώντας τις σεισμικές μετατοπίσεις, τα υστερικά γέλια και τους κόσμους που σκάνε και ανοίγουν, προσφέροντάς μας με αυτό τον τρόπο πολύ κακές υπηρεσίες.

Richard Ford, "Η χώρα όπως είναι", Πατάκης 2010 (μετάφραση Σπύρος Τσούγκος)

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

ότι ήμουνα σε μια γραμμή σιδηροδρομική

Εγώ δεν είδα οπτασίες και όνειρα. Άλλοι όμως είδαν ότι πετάγαν και ότι κολυμπάγαν. Εγώ δεν είδα τέτοια πράματα. Δηλαδή έβλεπα όνειρα, όμως κανονικά. Μια φορά είδα ένα όνειρο, όταν ήμουνα στη γυναίκα την πρώτη, επειδή είπαμε με κείνη δεν εκάναμε παιδιά. Ένα βράδυ εκεί, μαστούρης που ήμουνα, επήγα και έπεσα και είδα ένα όνειρο, ότι ήμουνα σε μια γραμμή σιδηροδρομική. Μεγάλη γραμμή, απέραντη, και πορπάταγα στα ξύλα μέσα στην γραμμή, και κει σάμπως να μου φανερώθηκε ένα γεροντάκι μ' ένα δισάκι στην πλάτη και μ' ένα μπαστούνι. Για άκου εδώ να δεις, εγώ είμαι ο Άγιος Αντώνιος που σου μιλάω. Κι απέ εξύπνησα. Την άλλη μέρα το πρωί εξύπνησα και μου είχαν πετάξει ένα παιδάκι στην πόρτα μου μπροστά. Το οποίο δεν το κράτησα. Το πήγαμε στο βρεφοκομείο. Και άλλη μια φορά είδα ένα κοπάδι αρνιά, πρόβατα. Το οποίο αυτό, από την Αμερική, αυτός ο Μάρκος ο Βαμβακάρης που σου συζητάω που είναι δικός μου, μου 'στειλε τότε προπολεμικά, όχι ο Μάρκος αλλά ο μπάρμπας μου ο Μορφίνης, μου 'στειλε πέντε χιλιάδες δραχμές. Και τώρα ονειρεύομαι διάφορα. Ε, όταν είναι κανένα καλό όνειρο το λέω της Βαγγελιώς της γυναίκας μου τώρα και συζητάμε τι θα κάνουμε, τι θα δείξουμε, τι θα μας βγάλει, τι θα δούμε. Βλέπω όνειρα ταχτικά κι ας είμαι μαστούρης τώρα. Φρέσκος. Κοιμάμαι στον ύπνο μου ήσυχα. Και άρρωστος που ήμουνα, ήσυχα κοιμόμουνα, δεν είχα νταραβέρια, δεν στενοχωριόμουνα. Όπως και τώρα. Διάφορα έχω δει στη ζωή μου, και καλά και κακά, αλλά που να τα θυμάμαι. Όνειρα.

Μάρκος Βαμβακάρης, "Αυτοβιόγραφία", Παπαζήσης 1978 (επιμέλεια Αγγελική Βέλλιου-Κάιλ)

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

"γεια σας, συναθλητές μου!"

Για να λάβουν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1924, οι παίκτες της Εθνικής Ουρουγουάης (θριαμβευτές στο Πρώτο Παγκόσμιο κύπελλο που διεξήχθη στο 1930 στην πατρίδα τους), ταξίδεψαν σε ποίο με εισιτήριο τρίτης θέσης, κοιμήθηκαν σε βαγόνια της δεύτερης θέσης επάνω σε ξύλινους πάγκους και έδιναν αγώνες σε αντάλλαγμα ένα κατάλυμα με κουβέρτες. Ο Χοσέ Αντράντε, το κορυφαίο αστέρι της Ουρουγουάης, έβγαζε το ψωμί του ως ζογκλέρ στα καρναβάλια. Οι Γάλλοι ποδοσφαιριστές που συγκροτούσαν την Εθνική Γαλλίας για το Πρώτο Παγκόσμιο κύπελλο ήταν όλοι ερασιτέχνες και χρειάστηκε να πάρουν ειδικές άδειες -άνευ αποδοχών- από τους εργοδότες και τις υπηρεσίες τους για να συμμετάσχουν στους αγώνες - λόγου χάρη ο Λουσιέν Λοράν, ο οποίος πέτυχε το πρώτο γκολ στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, εργαζόταν στην Πεζό. Το περιοδικό Auto, δε, πρόδρομος της L'Équipe αφιέρωσε μόλις 18 γραμμές στην έναρξη του τουρνουά. Ακόμα και κατά τη διάρκεια του 1960, η Αγγλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου αρνήθηκε να πληρώσει τα ταξί που έπαιρναν οι παίκτες της Εθνικής Αγγλίας για να πάνε στο γήπεδο και τους επέπληξε γιατί δεν χρησιμοποίησαν τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Έπαιζαν (και) για τη φανέλα οι παίκτες τότε - κάποιοι, ντυμένοι στα χρώματα της ομάδας τους, πήγαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, όπως ο ηρωικός επιθετικός του Ολυμπιακού Νίκος Γόδας ο οποίος εκτελέστηκε στο Λαζαρέτο στην Κέρκυρα 19 Νοεμβρίου του 1948, φωνάζοντας πριν την εκτέλεση του: "Νενικήκαμεν. Ζήτω οι ολυμπιονίκες του σοσιαλισμού. Γεια σας, συναθλητές μου!"

Ηλίας Καφάογλου, "Σημειώσεις στο Ημίχρονο", Ύψιλον 2010

γράψε λάθος

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ' επανάληψη λες, μ' έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυο μαζί ενώνω - το ζω το αφήνουμε έξω
για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ' τη σκοπιά του καθενός η ορθογραφία.
Πάρε παράδειγμα
τι κινητά που γράφετε το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις στον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.
Ρωτάς από που ως που
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
Ποιος ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ' την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.

Κική Δημουλά, "Χαίρε Ποτέ", Ίκαρος 1988

αν όλοι τηρούσαν πάντα αυτό τον κανόνα

Ήξερα, λοιπόν, πολύ καλά ποια θα ήταν τα συναισθήματα του πατέρα μου. Κι όμως δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τις σκέψεις μου από τη δουλειά μου, που παρ' όλο που ήταν σιχαμερή μολοντούτο κρατούσε δέσμια τη φαντασία μου. Ήθελα να μην αφήσω να εκδηλωθούν από μέσα μου όλα όσα σχετίζονταν με τα αισθήματα της στοργής μου πριν να ολοκληρωθεί ο μέγας στόχος, που κατάπινε κάθε ικμάδα της φύσης μου.
Εκείνο τον καιρό σκεπτόμουν πως ο πατέρας μου θα ήταν άδικος, αν καταλόγιζε την αμέλειά μου ως ηθικό παραστράτημα ή ως μομφή για τη διαγωγή μου. Τώρα όμως έχω πειστεί πως ήταν δικαιολογημένος που είχε την αντίληψη ότι δεν ήμουν εντελώς απαλλαγμένος από φταίξιμο. Μια τέλεια ανθρώπινη ύπαρξη πρέπει πάντα να διατηρεί ένα ήρεμο και ειρηνικό πνεύμα και ποτέ να μην επιτρέπει σ' ένα πάθος ή σε μια παροδική επιθυμία να αναστατώνει την ηρεμία του. Δε νομίζω πως η δίψα για γνώση μπορεί ν' αποτελέσει εξαίρεση σ' αυτό τον κανόνα. Αν η μελέτη που αφοσιώνεσαι έχει την τάση να αδυνατίζει τη στοργή σου και να καταστρέφει τη γεύση σου για κείνες τις απλές απολαύσεις όπου δε χωράει καμιά νοθεία, τότε αυτή η μελέτη είναι βέβαια παράνομη, δηλαδή δεν ταιριάζει στο ανθρώπινο πνεύμα. Αν όλοι τηρούσαν πάντα αυτό τον κανόνα, αν κανένας άνθρωπος δεν επέτρεπε σε μια οποιαδήποτε επιδίωξή του να επεμβαίνει και να αναστατώνει την ηρεμία των εσωτερικών του αισθημάτων, τότε η Ελλάδα δε θα είχε σκλαβωθεί. Ο Καίσαρ θα είχε λυπηθεί την πατρίδα του. Η Αμερική θα είχε ανακαλυφθεί πιο σταδιακά και οι αυτοκρατορίες του Μεξικού και του Περού δε θα είχαν καταστραφεί.

Mary Shelley, "Φρανκενστάιν", Στοχαστής 1995 (μετάφραση Θάνος Σακκέτας)

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ένας κόσμος εξόχως συζητήσιμος

Το ποδόσφαιρο ενσαρκώνει, λοιπόν, μια ματιά ταυτόχρονα συνεκτική και αντιφατική του σύγχρονου κόσμου. Αναδεικνύει την ατομική και συλλογική αξία, με τη μορφή ενός συναγωνισμού με στόχο την επιβράβευση των καλύτερων, αλλά την ίδια στιγμή υποσημειώνει τη συνδρομή της τύχης και της πονηριάς, οι οποίες αποτελούν, η καθεμιά με τον τρόπο της, προκλητική γελοιοποίηση της αξίας. Μέσω αυτών των στοιχείων και της προαναφερθείσας αντίληψης της δικαιοσύνης, το ποδόσφαιρο αναδεικνύει την εικόνα, ακόμα και στις περιπτώσεις της αποτυχίας, ενός κόσμου στα ανθρώπινα μέτρα. Στις κοινωνίες, όπου ο καθένας, άτομο ή ομάδα, καλείται να επιτύχει, η αποτυχία και η μη επιτυχία είναι υποφερτές ψυχολογικά, μόνο αν αποκλειστικά υπεύθυνοι γι’ αυτό είναι η πονηριά των άλλων, η αδικία ή η μοίρα.
Σε μια αψεγάδιαστη τάξη, θεμελιωμένη στην αξία και μόνο, το ποδόσφαιρο αντιπαραθέτει την προσφυγή στην υποψία και στην ουσιαστική αβεβαιότητα. Τι θα ήταν μία κοινωνία τελείως διάφανη, όπου ο καθένας θα είχε την ορθολογική σιγουριά πως κατέχει δίκαια τη θέση του, όπου δεν θα μπορούσαμε να ονειρευτούμε «αν…», όπου δεν θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε την «κακή μας μοίρα» («τα λεφτά πάνε στα λεφτά») ή τις ατέλειωτες δολοπλοκίες κάποιου άλλου («ο κύβος ερρίφθη, το παιχνίδι είναι σικέ και το σκυλί δαγκώνει τους φτωχούς», λέει μία παροιμία της νότιας Ιταλίας); Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι κατασκευάζει συνεπώς έναν κόσμο συζητήσιμο, καθώς προσφέρεται σε πληθώρα ερμηνειών για το βάρος αντίστοιχα της αξίας, της τύχης, της δικαιοσύνης και της απάτης, στην επιτυχία. Χωρίς αμφιβολία, αυτή ακριβώς η παράμετρος –το συζητήσιμο- προσδίδει στο ποδόσφαιρο την ιδιότητα του «φιλοσοφικού δράματος».

Christian Bromberger, «Ποδόσφαιρο: Σύμβολα, Αξίες, Φίλαθλοι», Βιβλιόραμα 2007 (μετάφραση Géraldine Georget - Παντελής Κυπριανός)

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

το ποδόσφαιρό μας

Το ποδόσφαιρό μας είναι φορέας περισσότερο καθολικών και γενικευμένων αξιών όλης της ανθρωπότητας παρά εθνικών γνωρισμάτων. Η επίμονη αναζήτηση να επιτύχουν ένα παιχνίδι ωραίο και με φαντασία, εφευρετικό και πνευματώδες, δεν είναι μόνο μια κάπως αφελής προσέγγιση του ποδοσφαίρου που τώρα πλέον είναι και χωρίς χρησιμότητα, ούτε στοχεύει απλώς στην εξύμνηση κάποιων εθνικών αρετών. Πρόκειται αντίθετα για μια επιλογή βαθύτερη και πιο σημαντική, με χαρακτηριστικά που το ανθρώπινο πνεύμα τα θεωρεί όχι μόνο τα πλέον αξιόλογα, αλλά αναμφίβολα τα μόνα έγκυρα. Έτσι λοιπόν, η κατάδειξη στο παιχνίδι των αντιπάλων μας και η απόδοση στους ποδοσφαιριστές τους ιδιοτήτων όπως η δύναμη, η κακοβουλία, ο αυτοματισμός, η ακρίβεια, η πανουργία, η προκλητικότητα δεν αναπαράγει απλώς έναν ακόμα κατάλογο αθλητικών χαρακτηριστικών βασισμένο σε τετριμμένες προκαταλήψεις σχετικά με τους άλλους λαούς και τον έξω κόσμο. Αντιπροσωπεύει αντίθετα ένα σύνολο αξιών που στην ουσία τους βρίσκονται στον αντίποδα της ανθρώπινης φύσης και εξυμνούν τις δυνάμεις που υπονομεύουν την ασφάλεια του ανθρώπινου κόσμου. Το ποδόσφαιρό μας κατέχει όλα εκείνα που είναι σύμφυτα στον άνθρωπο: την ψυχή και την καρδιά, την ομορφιά και την ευφυΐα. Το παιχνίδι των αντιπάλων μας είναι στην ουσία του απάνθρωπο, άρα δεν είναι ούτε καν παιχνίδι με την αληθινή σημασία της λέξης, γιατί διακατέχεται από μια έμφυτη, στοιχειώδη, ακατέργαστη και ζωώδη αντίληψη, ή από δαιμονική πανουργία ή τέλος από ρομποτική ακρίβεια.

Ivan Čolović, "Από τις Κερκίδες στα Χαρακώματα", Ισνάφι 2007 (μετάφραση Τάκης Μπουζάνης)