Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

τεθλασμένες ευθείες και καμπύλες διαψεύσεις

Κάποιες πόλεις μοιάζουν με κρυψώνα. Με στενά, στοές και κολώνες, με τεθλασμένες ευθείες και καμπύλες διαψεύσεις, με σκιερές εσοχές που παραπλανούν κάθε προοπτική, αφήνουν την ιστορία να ξεχνιέται και της επιτρέπουν να δημιουργείται, διαθέτουν φυτώρια για τις αιρέσεις κάθε ιδεολογίας, προσφέρουν καταφύγιο στους κυνηγημένους. Κι είναι άλλες πόλεις που μοιάζουν με εκθετήρια. Όποιον δρόμο κι αν πάρει κανείς, όποια πορεία κι αν ακολουθήσει, φαίνεται να βρίσκεται στο κέντρο, εκεί που εστιάζονται τα βλέμματα. Είναι ο παράδεισος για τους επιδειξίες και τους τυράννους.

Θανάσης Χόνδρος, Αλεξάνδρα Κατσιάνη, "Έξι με Επτά", Χαραμάδα

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

τα όρια ανάμεσα στην αδράνεια και στον παλμό

Ο νέος ήθελε να μαζέψει ένα απ' αυτά τα λουλούδια, αλλά μάτωσε το δάχτυλό του, υπήρχαν τόσα κακόβουλα δώρα σ' αυτήν τη φύση, όπως τα φραγκόσυκα και τ' αγκαθωτά αχλάδια, που στον καρπό τους έφτανε κανείς αφού πρώτα αντιμετώπιζε και τον τελευταίο φράχτη με τα σουβλερά τους αγκάθια. Σ' αντίθεση μ' αυτήν την αρματωμένη, τη γεμάτη καρφιά βλάστηση που του απαγόρευε το σκαρφάλωμα σ' ορισμένους λόφους, υπήρχαν εκεί κάτω δάση από κοράλλια, με την υφή της σάρκας, της δαντέλας ή του μαλλιού, αναρίθμητα και πολυποίκιλα μέσα στα φλογερά, επίχρυσα δέντρα τους. Δέντρα αλχημικά, βγαλμένα από βιβλία σολομωνικής ή απόκρυφης πραγματείας. Τσουκνίδες που το χέρι δεν μπορούσε να τις αγγίξει, περικοκλάδες τυλιγμένες με τέτοιον τρόπο, ώστε δεν μπορούσες να διακρίνεις τα όρια ανάμεσα στην αδράνεια και στον παλμό, στο φυτικό και στο ζωικό. Τα κοραλλένια δάση θύμιζαν τα πρώτα μπαρόκ της Δημιουργίας, με τις σπατάλες και τις υπερβολές. Οι θησαυροί τους ήταν κρυμμένοι σε σημεία που ο άνθρωπος θα 'πρεπε να μιμηθεί το ψάρι -το ψάρι που ήταν κάποτε, πριν πάρει τη σημερινή του μορφή, μέσα σε κάποια μήτρα- για να τους φτάσει. Κι όλα αυτά έκαναν το νέο να νοσταλγεί τα βράγχια και την ουρά, για να του επιτραπεί να διαλέξει τούτο το πολυτελές τοπίο για αιώνια κατοικία.

"Ο Αιώνας των Φώτων", Alejo Carpentier, Εξάντας 1986 (μετάφραση Ισμήνη Κανσή, Βικτωρία Τράπαλη)

καινούριοι τσακωμοί, καινούριες συμμαχίες

Τ' άλλα κοριτσάκια κοιτάζανε με γουρλωμένα μάτια και πνίγονταν στους αναστεναγμούς. Η μικρότερη Τζάκο και οι Μέντολα της δεύτερης γενιάς, που αρκούνταν στα κρεμμύδια και στις μαύρες ελιές που 'δινε για κολατσιό το μοναστήρι, παίρναν εκδίκηση μιλώντας για τα πλούτη που είχανε στο σπίτι και στα κτήματά τους. Αυτές που δεν είχανε ούτε σπίτι ούτε κτήματα, έβγαζαν στη φόρα τ' αριστοκρατικό συγγενολόι: το Λοχαγό Εκτελεστή που ήταν αδερφός της μαμάς, τη θεία βαρόνη που είχε κυνηγό με φτερά, τα ξαδέρφια του μπαμπά που είχαν πέντε φέουδα, το ένα δίπλα στ' άλλο, στην επαρχία του Καλτατζιρόνε. Κάθε γιορτή, κάθε Πρωτοχρονιά, καθώς η μικρή Ιζαμπέλα έπαιρνε κι άλλα πιο ακριβά δώρα - έναν ασημένιο εσταυρωμένο, ένα ροζάριο με χρυσά δοξαπατρί, ένα βιβλίο της θείας λειτουργίας δεμένο σε ταρταρούγα για να μάθει να διαβάζει- ξεσπούσαν καινούριοι μικροί πόλεμοι, καινούριοι τσακωμοί, καινούριες συμμαχίες, που φτιάχνονταν ή χαλούσαν από κάνα γλύκισμα ή μια εικονίτσα που δόθηκε ή δε δόθηκε. Έβλεπες ματάκια που έλαμπαν κιόλας από πλεονεξία ή ζήλεια, προσωπάκια ξαναμμένα, κλαψουρίσματα, που πήγαιναν μετά να ξεσπάσουν στ' αφτιά των μαμάδων τους στο εντευκτήριο. Ανάμεσα σ' όλες αυτές τις πιτσιρίκες, σ' όλες τις οικογένειες, είχε μπει το ίδιο διαβολάκι που είχε σπείρει ο μάστρο-ντόν-Τζεζουάλντο και ανάμεσα στους μεγάλους και σ' όλο το χωριό. Δεν ήξερες πια ποιος μπορούσε να ξοδέψει και ποιος όχι.

"Μαστρο-Ντόν-Τζεζουάλντο", Giovanni Varga, Gutenberg 1996 (μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη)

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

η λαϊκή μούσα δούλευε άφαντη

Το δημοτικό τραγούδι, με τη μορφή που μας παρουσιάζεται σήμερα, δεν μπορεί βέβαια να γεννήθηκε απότομα σαν ένα θαύμα, παρά είναι αποτέλεσμα εξέλιξης μακρόχρονης καλλιέργειας κι αργόπορης διάπλασης, όπως συμβαίνει μ' όλες τις μορφές που βγαίνουν από τα σπλάχνα του λαού. Τη δημοτική ποίηση τη χαρακτηρίζει ένα ενιαίο πνεύμα κι από τα παλιά ως τα νέα δείγματά της η ενότητα που παρουσιάζει είναι καταπληκτική. Δεν έχουμε ολόκληρο το δρόμο της εξέλιξης που ακολούθησε το δημοτικό τραγούδι, γιατί πολύ αργά άρχισαν να καταγράφονται τα δημιουργήματα αυτού του λαού. Μα μέσα σε τόσους αιώνες σιωπής, που δεν παρουσιάζεται κανένα δείγμα αυτής της ποίησης, είναι φυσικό να υποθέσει κανείς πως η λαϊκή μούσα δούλευε άφαντη, ξεκινώντας από αρχαίες πηγές και πως μέσα στην πορεία της τα παλιά δημιουργήματά της χάθηκαν, όπως χάνονται ολοένα και σήμερα μπροστά στα μάτια μας όσα δεν καταγράφονται. Όπως παρατηρήθηκε από πολλούς, ακόμα και το ίδιο τ' όνομα τραγούδι κι η λέξη τραγουδώ, που συνοδεύει από πολύ παλιά τη δημοτική μας ποίηση, υποβάλλει την ιδέα πως μπορεί η ποίηση αυτή να κρατιέται από πολύ παλιές ρίζες, και να 'χει κάποια σχέση με την ανάμνηση της αρχαίας τραγωδίας και με τα χορικά της, απ' όπου ίσως μερικά είδη της μπορεί και να ξεκίνησαν είτε σαν μίμηση, είτε σαν παραφθορά. Την ίδια την ιδέα της αρχαίας καταγωγής υποβάλλουν και μερικά τραγούδια εποχικά, όπως τα χελιδονίσματα, ή μερικά ναυτικά επιφωνήματα, που μοιάζουν με αρχαία. Κι είναι πάντα πιθανό πως, όπως η γλώσσα ακολούθησε μια εξέλιξη κρατώντας τους συνδέσμους της με την αρχαία κι όπως πίστεις, συνήθειες και δεισιδαιμονίες διατηρήθηκαν μέσα στο λαό από τη ζωή της αρχαιότητας, το ίδιο να 'γινε και με το δημοτικό τραγούδι και με την εξέλιξή του, να κράτησε δηλαδή κάποια στοιχεία και κάποιους συνδέσμους με τις αρχέγονες πηγές του.

Μάρκος Αυγέρης, "Ζητήματα της Λογοτεχνίας μας", Σύγχρονη Εποχή 1979

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

παλιάνθρωπος

Μιλούσε με σοβαρότητα, με ηρεμία κι ανωτερότητα. Έτρεξα σ' ένα μικρό δωμάτιο όπου έχει συγκεντρώσει όλα τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειές του, κατέβασα από ένα ράφι τον τόμο "Π" του Τομμαζέο Μπελλίνι, έψαξα και βρήκα την σελίδα, ύστερα γύρισα κοντά του και διάβασα δυνατά: "Παλιάνθρωπος. Λέξις της δημοτικής σημαίνουσα τον ανήκοντα εις οιανδήποτε κοινωνική τάξη άνθρωπον, έστω και εις την των ευγενών και ιπποτών, όστις μη αισχυνόμενος ενεργεί πράξεις κυμαινομένας μεταξύ ευτελείας και ανεντιμότητος".
Είπε:
"Σωστά: ευγενείς και ιππότες. Μα δεν καταλαβαίνεις; Ο παλιάνθρωπος είναι συντρίμμι από ένα ναυάγιο".
"Για ποιο πράγμα μιλάς;"
"Το ναυάγιο μιας κοινωνίας όπου υπήρχαν οι ευγενείς και οι ιππότες, όπως και οι παλιάνθρωποι".
"Και η λέξη ευτέλεια είναι κι αυτή συντρίμμι από ναυάγιο;"
"Ηρεμία, ηρεμία, ηρεμία".
Περνάνε μερικές ημέρες. Ο Εντγκάρντο, ένα απόγευμα ξαναβρίσκει την στιγμή που ο Εμίλιο δεν είναι στο σπίτι κι εμφανίζεται, με το πιο απίθανο θράσος. Λέω στην καμαριέρα να τον οδηγήσει στο σαλόνι, ανοίγω ένα συρτάρι, τραβάω ένα πιστόλι και το βάζω στην τσάντα μου. Σκέφτομαι πως, αν ο Εντγκάρντο προσπαθήσει πάλι να με φιλήσει, θα τον πυροβολήσω. Ύστερα κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Είμαι πολύ όμορφη. Έχω κεφάλι εφήβου, με μάτια μαύρα και υγρά, με μύτη γρυπή και με περήφανο στόμα. Βλέπω στα μάτια μου μιαν έκφραση που δεν έχει τίποτα το δολοφονικό. Τότε ξαναβγάζω το ρεβόλβερ απ' την τσάντα μου, παίρνω ένα φύλλο χαρτί και γράφω: "παλιάνθρωπος ίσον χίμαιρα".

Alberto Moravia, "Ο Παράδεισος", Ζαχαρόπουλος 1979 (μετάφραση Έρη Κανδρή)

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

όπως επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την ηλιθιότητα

Από προαιώνια διαίσθηση κι από τωρινή προαίσθηση, θα 'λεγα ότι το γιατί, το ξέρουμε χωρίς να το γνωρίζουμε... Όταν ήμασταν παιδιά, μάλλον, νιώσαμε, παρά -κυριολεκτικά- γνωρίσαμε, μια εξουσία που σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι ήταν εντελώς εγκληματική, αλλά και μια εξουσία που, όλως παραδόξως, -θα μπορούσαμε να πούμε- ήταν ακέραια, υγιής. Πάντοτε, βέβαια, από την άποψη του εγκλήματος και σε σύγκριση με την σημερινή σχιζοφρενική κατάσταση. Η εγκληματικότητα εκείνης της εξουσίας εκδηλωνόταν, κυρίως, με το να μην αναγνωρίζει άλλη εξουσία πέρα απ' αυτήν, αυτάρεσκη και καλαίσθητα στολισμένη καθώς ήταν... Περιττό να πω ότι προτιμώ την σχιζοφρένεια από την καλή υγεία. Το ίδιο, πιστεύω, κι εσείς. Πρέπει, όμως, να λάβουμε υπόψη μας αυτή τη σχιζοφρένεια, για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε ορισμένα πράγματα, που, διαφορετικά, είναι ανεξήγητα. Όπως επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την ηλιθιότητα, την καθαρή ηλιθιότητα, που μερικές φορές διεισδύει και επικρατεί... Υπάρχει μια εξουσία ορατή, προσδιορίσιμη, μετρήσιμη, και υπάρχει μια άλλη, μη μετρήσιμη, δίχως όνομα, δίχως ονόματα, που κολυμπάει υποβρύχια. Η ορατή μάχεται την υποβρύχια, και κυρίως, τις στιγμές που τολμάει να κάνει την εμφάνισή της δυναμικά, δηλαδή, με τη βία και το αιματοκύλισμα. Το θέμα, όμως, είναι ότι την έχει ανάγκη... Πιστεύω να μου συγχωρήσετε την αμπελοφιλοσοφία, αλλά δεν διαθέτω άλλη, όσον αφορά την εξουσία.

Leonardo Sciascia, "Ο Ιππότης και ο Θάνατος", Παρατηρητής 1986 (μετάφραση Πάνος Ράμος)

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

γιατί οι πέστροφες δεν πετάνε;

Όπως όμως έγινε αργότερα γνωστό, ο Μπεράρντο εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα στο γραφείο του δικηγόρου. Αφού παραμέρισε την υπηρέτρια που προσπαθούσε να τον διώξει λέγοντας πως το αφεντικό της έλειπε, τον έψαξε σ' όλα τα δωμάτια και τον βρήκε τρομαγμένο πίσω από τις κουρτίνες μιας μπαλκονόπορτας.
"Κύριε δικηγόρε", του είπε ήρεμα (και μάλιστα, όπως ο ίδιος μας διηγήθηκε, ακόμα και με σεβασμό), "εσείς με έχετε διαβεβαιώσει πολλές φορές πως θα πεθάνω στη φυλακή. Δεν νομίζετε, λοιπόν, κι εσείς πως ήρθε η ώρα να πάω;"
Ο δικηγόρος μάλλον κατάλαβε ότι η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή, προσπάθησε όμως να χαμογελάσει. "Γιατί τόση βιασύνη;" μουρμούρισε.
"Η ευκαιρία είναι καλή", εξήγησε ο Μπεράρντο που βιαζόταν. "Είναι μια μοναδική ευκαιρία για να πάω με ήσυχη τη συνείδησή μου."
"Σκέφτεσαι πάντα τη γη;" ρώτησε ο δικηγόρος. "Γιατί δεν δοκιμάζεις ένα άλλο επάγγελμα;"
"Γιατί οι πέστροφες δεν πετάνε; Γιατί τα σπουργίτια δεν κολυμπάνε;" απάντησε ο Μπεράρντο. Αμέσως όμως πρόσθεσε απειλητικά: "Εγώ είμαι ένας άξεστος χωριάτης και θέλω τη γη μου." 

Ignazio Silone, "Φονταμάρα", Μέδουσα 1988 (μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης)

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

η ευγενέστερη κάστα στη γη

"Ανήκω σε μια οικογένεια που οι γυναίκες, κατά παράδοση, αφοσιώνονται στους ναούς ως χορεύτριες. Η μητέρα μου, η γιαγιά μου και, πριν απ' αυτήν, η μητέρα της. Μικρό κορίτσι ακόμη, χόρευα στο ναό του χωριού μας. Ξέρεις τι θεωρείται η κάστα μας;"
"Είναι η ευγενέστερη κάστα στη γη" είπα.
"Θεωρούμαστε δημόσιες γυναίκες" είπε ξεκάθαρα, και ταράχτηκα που άκουσα αυτά τα λόγια. "Δεν θεωρούμαστε αξιοπρεπής, δεν θεωρούμαστε πολιτισμένες".
"Αυτή η στενή αντίληψη μπορεί να ήταν αληθινή τον παλιό καιρό, αλλά τώρα είναι διαφορετικά. Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν υπάρχει σήμερα κάστα ή τάξη."
"Η μητέρα μου σχεδίασε μια διαφορετική ζωή για μένα. Μ' έβαλε νωρίς στο σχολείο, έκανα καλές σπουδές. Πήρα το μάστερ μου στα οικονομικά. Αλλά μετά το κολέγιο, το ερώτημα ήταν αν θα γινόμουν χορεύτρια ή θα έκανα κάτι άλλο. Μια μέρα είδα στην εφημερίδα μια αγγελία - τη συνηθισμένη που μπορείς να έχεις δει κι εσύ: Ζητείται μορφωμένη, ευπαρουσίαστη κοπέλα από πλούσιο εργένη με ακαδημαϊκά ενδιαφέροντα, με σκοπό το γάμο. Δεν υπάρχει περιορισμός λόγω άστας. Η ωραία εμφάνιση και το πτυχίο πανεπιστημίου ουσιώδη. Είπα μέσα μου: Έχω ωραία εμφάνιση;"
"Α, ποιος θα μπορούσε να το αμφισβητήσει;"
"Πήγα και φωτογραφήθηκα, σφίγγοντας στο ένα χέρι την περγαμηνή του πτυχίου, κι έστειλα τη φωτογραφία σ' εκείνον που είχε βάλει την αγγελία. Λοιπόν, συναντηθήκαμε, εξέτασε εμένα και το χαρτί μου, πήγαμε σ' ένα ληξιαρχείο και παντρευτήκαμε".

R.K. Narayan, "Ο Οδηγός", Μεταίχμιο 2003 (Μαρία Κονδύλη)

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

πειραγμένα

Υπήρχε κόσμος που ξεφύλλιζε αυτά τα περιοδικά στο ψιλικατζίδικο, βλέποντας τεράστια κτήρια, αλλόκοτα τοπία, καθώς και άντρες και γυναίκες τόσο ασυνήθιστους ώστε αυτοί που τους κοίταζαν απέστρεφαν απορημένοι το βλέμμα, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι καθώς δεν καταλάβαιναν πώς μπορούσε κανείς να είναι τόσο εξωγήινος κι όμως να ανήκει σ' αυτόν τον πλανήτη.
Ο Τομ ήταν γεμάτος απορίες για όσα πράγματα αυτού του κόσμου δεν μπορούσες να αγγίξεις, να μυρίσεις ή να γευτείς. Όταν ήταν μικρός ο πατέρας τού είχε πει ότι πέρα μακριά στις πόλεις υπήρχαν άνθρωποι που έκαναν πράγματα εντελώς παράλογα, τα μυαλά τους πειραγμένα από την ομορφιά ή την αρρώστια.

Patrick Lane, "Κόκκινο Σκυλί, Κόκκινο Σκυλί", Καστανιώτης 2010 (μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης)

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

μια παράλογη υπερεκτίμηση της ελεύθερης βούλησης

Ο Ακταίων φοβήθηκε το τυχαίο: ήθελε να προλάβει τη μοίρα, να την κάνει συνένοχό του, να ταυτιστεί μαζί της με όλη τη δύναμη της θέλησής του, να εκπληρώσει ως κλητός τη μοίρα του ανθρώπου-ελαφιού. Πίστευε πως θα κατακτούσε τη σωτηρία του και κατέστρεψε την εικόνα του. Ίσως όμως εδώ να τον αδικούμε, αποδίδοντάς του είτε υπερβολικά διονυσιακές προθέσεις: να διαμελιστεί και να διασκορπιστεί στο σύμπαν, είτε πολύ χονδροειδή τεχνάσματα: θα με πάρει για ελάφι και θα μπορέσω να δράσω ανενόχλητος. Ή, αντίθετα, υπερβολική λεπτότητα: θα δει πως αποδέχομαι εκ των προτέρων την τιμωρία μου. Ενδεχομένως όμως η συμπεριφορά του να καθορίζεται από κάποιο στοίχημα: αν όντως έλθει η Άρτεμις, είναι προτιμότερο να έχω ζήσει ως ελάφι παρά ως κυνηγός. Στοίχημα που προϋποθέτει την άσκηση ως θεμέλιο της πίστης: το ελάφι βέβαια μπορεί να αντιτάξει ότι ο πιο απλός τρόπος, για να προετοιμαστεί κανείς για την έλευση της Άρτεμης, είναι η φυγή. Παρ' όλες αυτές τις κινήσεις που του αποδίδονται, μπορούμε εν πάση περιπτώσει να επισημάνουμε: μια παράλογη υπερεκτίμηση της ελεύθερης βούλησης εις βάρος της χάρης (για να μη χρησιμοποιήσουμε καθόλου εδώ την έννοια της ελάφειας βούλησης). Μια ανησυχητική έλλειψη απλότητας, μια πλήρη αδυναμία κατανόησης του αιώνιου της φυλοπαίγμονος φύσεως των θεών.

Pierre Klossowski, "Το Λουτρό της Άρτεμης", Άγρα 1992 (μετάφραση Μαρία Ευσταθιάδη)

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

άλλος αίας μαστιγοφόρος

ΦΙΛ. Ο Σοφολογιώτατος έρχεται κατά 'μάς.
ΠΟΙΗΤ. Καλώς τα 'δέχθηκες με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ' αυτόν. Κοίτα πώς τρέχει! Το πηγούνι του σηκώνει την άκρη, ωσάν να ήθελε να ενωθή με τη μύτη. Ω να εγένονταν η ένωσι, και τόσο σφιχτή, 'πού να μην μπορή πλέον ν' ανοίξῃ το στόμα του, για να φωτίση το γένος!
ΣΟΦ. Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ᾿ εύρῳ· έτρεχα, όπως είναι το χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχει, όταν είναι εις κίνδυνον η δόξα του γένους· ένα βιβλίο θέλει τυπωθή 'γλήγορα, γραμμένο εις τη γλώσσα του λαού τής Ελλάδας, οπού λέγει κακό για 'μας τους σοφούς, και μου κακοφαίνεται. 
ΦΙΛ. Γιατί σου κακοφαίνεται;
ΣΟΦ. Γιατι πολλά μυαλά είναι σωστά, και πολλά όχι· και όσα δεν είναι σωστά, ημπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι οπού σπουδάζω για το κοινόν όφελος της πατρίδας μου, και δεν επιθυμούσα να έβγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα σ' εσέ, οπού είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται καλά, και να καταπλακώσουμε αυτόν τον βάρβαρον συγγραφέα.
ΦΙΛ. Και ποιος είναι ο συγγραφέας;
ΣΟΦ. Δεν μου είπαν τ' όνομά του· μου είπαν 'πως είναι ένας νέος, ο οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί στο χέρι, και, από τη μάνητα τη μεγάλη, ημπορούμε να 'πούμε 'πως εκαταστήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.
ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου, μη λάχη και στον θυμό του σκοτώση πρόβατα και αυτός, και εντροπιασθή.
ΣΟΦ. Ας εντροπιασθή· γι' αυτόν δεν με μέλει· με μέλει για το κοινόν όφελος. 
ΠΟΙΗΤ. Και τι όφελος;
ΣΟΦ. Η γλώσσα σού φαίνεται 'λίγη ωφέλεια; με τη γλώσσα θα διδάξης το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξης πρώτα τες ορθές λέξες.
ΠΟΙΗΤ. Σοφολογιώτατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό τό 'ξέρουν και τα παιδιά.

Διονύσιος Σολωμός, "Διάλογος", Διάττων 2006

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

κάποιος στεναγμός του ανέμου

Η οδός Λαγιετάνα, πλατιά, μεγάλη και καινούρια, διέσχιζε την καρδιά της παλιάς πόλης. Τότε κατάλαβα τι επιθυμούσα: ήθελα να δω τον καθεδρικό ναό τυλιγμένο στη γοητεία και στο μυστήριο της νύχτας. Δίχως να το ξανασκεφτώ, όρμησα μες στη σκοτεινιά των δρομίσκων που τον περιστοιχίζουν. Τίποτα δεν μπορούσε να κατασιγάσει και να θαμπώσει τη φαντασία μου όσο εκείνη η γοτθική πόλη καθώς ναυαγούσε ανάμεσα στα υγρά σπίτια χτισμένα χωρίς στιλ με τα γέρικα πελεκητά λιθάρια τους, που όμως είχαν αποκτήσει μια ιδιαίτερη πατίνα με τα χρόνια, θαρρείς και είχαν μολυνθεί με ομορφιά.
Το κρύο μού φάνηκε πιο έντονο στους στριφτούς δρόμους. Και το στερέωμα μεταμορφωνόταν σε στιλπνές λουρίδες ανάμεσα στις σχεδόν κολλητές ταράτσες. Υπήρχε μια μοναξιά εντυπωσιακή, θαρρείς και όλοι οι κάτοικοι της πόλης είχαν πεθάνει. Στις πόρτες παλλόταν κάποιος στεναγμός του ανέμου. Τίποτα άλλο.

Carmen Laforet, "Άβυσσος", Πατάκης 2007 (μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου)

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

ενός λεπτού σιγή

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπά σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μία φορά;
Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

Ντίνος Χριστιανόπουλος, "Ανυπεράσπιστος Καημός", Διαγώνιος 1960

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

τα δέντρα με τα κέρατα

Του λόγκου τ' αγριοδάμαλο, πόμαθε να πληγώνει
τα δέντρα με τα κέρατα, και να 'χει το πλατόνι
και το καπρί για σύντροφο, την ερημιά κρεβάτι,
το Λούρο, τ' Ασπροπόταμο κορύτο, νεροκράτη,
να βρέχει τα ρουθούνια του και να δροσολογιέται,
δεν είναι κρίμα, λιγδερό στ' αχούρι να κυλιέται,
ν' αναχαράζει βάρυπνο, να το τρυπούν οι ζάθοι,
και να περνά στον κάματο του λιναριού τα πάθη;

"Φωτεινός", Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Πελεκάνος 2013

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

να μην ακούγεται το λαχάνιασμά του

Κατά ένα περίεργο τρόπο ούτε που σκέφτηκε να της μιλήσει, την άφησε να φύγει και πάλι την ακολούθησε με το νωχελικό βήμα του από απόσταση. Το βράδυ, όταν ξάπλωσε στα παραγεμισμένα πουπουλένια ζεστά παπλώματα, τη φαντάστηκε λίγο λίγο να γδύνεται, να στέκεται γυμνή στο χορτάρι και γυμνή να επιστρέφει στη σκηνή, όπου την περίμενε αυτός. Πίεζε το στόμα του στο μαξιλάρι για να μην ακούγεται το λαχάνιασμά του. Κύματα ηδονής και λαχτάρας τον διαπερνούσαν, τώρα πια ήταν δέσμιός τους, δεν μπορούσε να ξεφύγει πουθενά και σε καμία άλλη σκέψη.
Ευτυχώς ο πατέρας του στο χωριό πήγαινε νωρίς για ύπνο και έτσι πρόλαβε να εγκαταλείψει (από το παράθυρο) το δωμάτιό του τόσο έγκαιρα, που τους πρόλαβε ακόμα να κάθονται και να τραγουδούν γύρω από τη φωτιά που σιγόκαιγε. Δεν είχε την προστασία της φωτιάς, μόνο του σκοταδιού. Τα τσιμπήματα των κουνουπιών ήταν ανυπόφορα, δεν μπορούσε να τα διώξει μην τυχόν και τον ανακαλύψουν. Προσπαθούσε από μακριά, μέσα από τις κιθάρες και τις φωνές, να ξεχωρίσει τη δική της, προσπαθούσε να διακρίνει το πρόσωπό της, ανεπιτυχώς όμως, διότι το λυκόφως είχε σβήσει τις γραμμές όλων των προσώπων.

Ivan Klíma, "Ένα Ερωτικό Καλοκαίρι", Καστανιώτης 2009 (μετάφραση Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα)

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

που περπάτησαν ποτέ

Όταν το Σάββατο ερχόταν στο οικοτροφείο για να σε πάρει, τα παιδιά του Γυμνασίου μαζεύονταν σαν τις μύγες γύρω από το αμάξι της. Όχι για να θαυμάσουν την παλιά πράσινη Τζάγκουαρ με τις ιταλικές πινακίδες αλλά τις καλλίγραμμες γάμπες της. Όπως έλεγε αργότερα συμμαθητής σου σε κοινούς φίλους: "Η μάνα του είχε τα ωραιότερα πόδια που περπάτησαν ποτέ στο γρασίδι των Αναβρύτων". 

Χάρης Βλαβιανός, "το αίμα νερό", Πατάκης 2014

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

γύρω από τους αστραγάλους της

Πολλές έννοιες - θα μπορούσα να έχω απαλλάξει τη ζωή μου από αυτές. Αυτή, όμως, είναι η στάση της ζωής μου. παρακαλώ, παρακαλώ, μεσιέ και μαντάμ, κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι, προσπαθώ τόσο σκληρά να γίνω σαν κι εσάς. Ξέρω, δεν τα καταφέρνω, αλλά σας παρακαλώ προσέξτε πόσο σκληρά προσπαθώ. Τρεις ώρες για να διαλέξω κάποιο σκληρό καπέλο. Μιάμιση ώρα κάθε πρωί πασχίζω να κάνω τον εαυτό μου να μοιάσει με όλους εσάς. Κάθε λέξη που λέω έχει αλυσίδες περασμένες γύρω από τους αστραγάλους της. Κάθε σκέψη που κάνω είναι φορτωμένη με βαριά βαρίδια. Από τη μέρα που γεννήθηκα, κάθε λέξη που είπα, κάθε σκέψη που έκανα, όλα όσα έκανα, δεν ήταν φορτωμένα, δεμένα, αλυσοδεμένα; Και, προσέξτε, ξέρω πως παρ' όλα αυτά δεν τα καταφέρνω. Ή, τα καταφέρνω πάρα πολύ καλά αλλά μόνο σε αναλαμπές... Σκεφτείτε όμως πόσο σκληρά προσπαθώ και πόσο σπάνια γίνομαι τολμηρή. Σκεφτείτε και δείξτε λίγο έλεος. Και φυσικά αμφιβάλλω, αν συνηθίζετε να σκέφτεστε ποτέ, μαϊμούδες, πίθηκοι. Τώρα ο σερβιτόρος έχει ολοκληρώσει τις οδηγίες για το πώς θα πάω στον πλησιέστερο κινηματογράφο.
"Ένα ακόμα Περνό" λέω.

Jean Rhys, "Καλημέρα, Μεσάνυχτα", Μελάνι 2006 (μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου)

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

και κατέτρωγε τους ανθρώπους μέρα νύχτα

Ο Γκερέ έσκυψε στο έργο με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Ήταν δυνατό να υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι που ένιωθαν ευχαρίστηση να ζωγραφίζουν δαντελένια τραπεζομάντιλα και καρδινάλιους που πίνουν, πράγματα που για κείνον δεν είχαν παρά μηδαμινή σημασία; Είχε την εντύπωση πως η δική του, βίαιη επιθυμία, που δεν τον άφηνε σε ησυχία, ήταν οικουμενική και κατέτρωγε τους ανθρώπους μέρα νύχτα. Οτιδήποτε δεν αφορούσε την Ανζέλ, τον άφηνε έκπληκτο. Θα του ήταν ευκολότερο να φανταστεί ολόκληρη την πόλη ερωτευμένη μ' αυτή τη γυναίκα, παρά τρεις ανθρώπους αδιάφορους για την τύχη της.

Julian Green, "Λεβιάθαν", Ηλέκτρα 2007 (μετάφραση Παβίνα Νιτσοπούλου)

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

για μένα δουλεύω

-Όταν σας έλεγα ότι η αιτία που δούλευα έτσι σκληρά ήταν για να σας αρέσω, σε σας ή σε κάποιαν άλλη γυναίκα, ψέματα έλεγα. Έλεγα ψέματα και είμαι υπερήφανος γι' αυτό! Για μένα δουλεύω. Η φιλοδοξία που με διακατέχει είναι τόσο μεγάλη ώστε μόνο με την εξασφάλιση μιας αιώνιας δόξας θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Απορώ, πράγματι, πως δεν το καταλάβατε νωρίτερα ότι έχετε να κάνετε με μια ιδιοφυΐα.
Κάγχασε, αλλά αμέσως μετά συνέχισε πιο ήπια:
-Η αλήθεια είναι πως εύκολα πέφτει έξω κανείς μ' αυτά τα πράγματα. Κυρίως με μένα, που δεν διαθέτω άλλο από το πνεύμα μου, και στερούμαι εντελώς εμφάνισης, όπως λένε. Που στερούμαι λάμψης, και χωρίς το χάρισμα του λόγου, χωρίς ταλέντο για κοινωνικές συναναστροφές, και σχεδόν χωρίς ευφυΐα σε τελική ανάλυση! Ναι, είμαι ολομόναχος να κουβαλάω το φορτίο του πνεύματός μου, που θα μπορούσε να συγκριθεί με βουνό πανύψηλο, απόκρημνο και σκοτεινό, ένα βουνό υπερβολικά απειλητικό για τα δικά σας μάτια, δεσποινίς. Θέλω να μ' ακούσετε ως το τέλος, δεν θα πω τίποτα που θα ήταν δυνατό να σας στενοχωρήσει. Ελάτε, ας καθίσουμε.

Valery Larbaud, "Φερμίνα Μαρκές", Άγρα 2007 (μετάφραση Βάνα Χατζάκη)

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

το ρεκόρ

"Μόνο δυο ανάλογες περιπτώσεις μου έρχονται στο μυαλό, η μια τεκμηριωμένη ιατρικώς, η άλλη όχι. Μια εβδομηντάχρονη συνταξιούχος επισκέπτρια νοσοκόμα από το Λονδίνο, γνωστή απλώς ως κυρία Μ., πέρασε μερικές νύχτες σ' ένα εργαστήριο ύπνου με πολύ καλή φήμη, όπου διαπιστώθηκε ότι ζούσε μόνο με μια ώρα νυχτερινού ύπνου. Η στάση της απέναντι σε άτομα που κοιμούνταν περισσότερο ήταν πολύ εχθρική: τους θεωρούσε τεμπέληδες και χασομέρηδες. Ίσως είχε κάποιο δίκιο." Σταμάτησε για λίγο, ύστερα ξαναβρήκε τον ειρμό του. "Μεγαλύτερη όμως δημοσιότητα δόθηκε στη ακόμα πιο αξιοσημείωτη περίπτωση του διευθυντή ενός ορφανοτροφείου του Λονδίνου, ο οποίος ισχυρίστηκε, το 1974, ότι μετά τον πόλεμο κοιμόταν μόνο δεκαπέντε λεπτά την ημέρα. Ο ισχυρισμός αυτός, πάντως, ουδέποτε επιβεβαιώθηκε, λόγω του ότι το εν λόγω άτομο αρνήθηκε πεισματικά να επισκεφτεί εργαστήριο. Το ρεκόρ για τη μεγαλύτερη περίοδο αδιάλειπτης αϋπνίας το κατέχει κάποιος κύριος ονόματι Ράντι Γκάρντνερ από το Σαν Ντιέγκο: το 1965, σε ηλικία δεκαεπτά ετών, έμεινε άυπνος επί διακόσιες εξήντα τέσσερις συνεχείς ώρες. Οι σωματικές λειτουργίες του και οι λειτουργίες των κινητικών του μυών δεν έδειξαν καμιά απολύτως εξασθένιση και στις τρεις π.μ. της τελευταίας νύχτας της προσπάθειάς του έπαιξε έναν αγώνα μπάσκετ, τον οποίο και κέρδισε. Αλλά υποπτεύομαι ότι σεις, κύριε Γουέρθ, θα μπορούσατε πολύ εύκολα να καταρρίψετε αυτό το ρεκόρ, αν δεν το έχετε ήδη καταρρίψει χωρίς να το αντιληφθείτε. Γνωρίζω μετά βεβαιότητος ότι βρίσκεστε σ' αυτή την κλινική επί διακόσιες και πλέον ώρες και δεν έχετε προχωρήσει πέρα από το Στάδιο Δύο του ύπνου."

Jonathan Coe, "Το Σπίτι του Ύπνου", Πόλις 1998 (μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου"

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

μέσα στα νοερά μας καλοκαίρια

Εκείνο το τριανταφυλλί κοχλίδι θα 'χει τρυπήσει τώρα με το τρίψε τρίψε του νερού πάνω στην αμμουδιά - ίσως και να 'χει γίνει θρύμματα κάτω από τη σκληρή πατούσα του διαβάτη, ανίδεου για το τι σημαίνει το τριανταφυλλί κοχλίδι στην τρυφερή θύμηση παιδιού κι ακόμα περισσότερο στο μεστωμένο στοχασμό του άντρα. Είναι και κοχλίδια που τ' απόριξε η θάλασσα σ' εκείνα τ' ακρογιάλια και τα 'σπρωξε μακριά, εκεί που το κυματάκι δεν έχει πια τη δύναμη να φτάσει μέσα στα νοερά μας καλοκαίρια.
Μέσα στα νοερά μας καλοκαίρια, ρέμπελα, ξυπόλητα, χαρούμενα παιδιά και αλητάκια σεργιανούνε στα σοκάκια και στ' αλάνια μιας μεγάλη πολιτείας, που απλώνεται τώρα πελώριο, πλαγιασμένο, σταχτί φάντασμα πάνω στ' αποκαΐδια της, σαν άχνα, σα διάφανος καπνός, κρυσταλλωμένος, που έχει πάρει τελειωτικά μέσα στο νου σου το σχήμα της και τη μορφή της, σε όλες τις λεπτομέρειες, σε όλο το μάκρος και το βάθος, κι αρχίζοντας απ' το μουράγιο ξεχωρίζεις, μέσ' από τις κρυσταλλωμένες αλλεπάλληλες διαφάνειες, το ένα πίσω από τ' άλλο, τα καλντερίμια και τους ντουσεμέδες με τ' αραδιασμένα σπίτια τους, και πέρα, πίσω, να λαμπυρίζουνε στον ήλιο πρασινάδες περβολιών με τα μαγκανοπήγαδα και τις τσαρδάκες.

Κοσμάς Πολίτης, "Στου Χατζηφράγκου", Εστία 1993

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

παραλιακός

Ο αέρας δυναμώνει, σκίζεται το σκοτάδι βαθιά,
ανατριχιάζει η σκιά που προβάλεις στον ετοιμόρροπο
φράχτη. Αλλ' είναι πια πολύ αργά

να βρεις τον εαυτό σου! Από τον φοίνικα
δίνει ένα σάλτο το ποντίκι, η αστραπή είναι επάνω στο φιτίλι,
επάνω στα μεγάλα τσίνορα του βλέμματός σου.

Eugenio Montale, "Φινιστέρε και Άλλα Ποιήματα", Άγρα 1995 (μετάφραση Νίκος Αλιφέρης)

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

ούτε από ούτε προς·

Στο ακίνητο σημείο του περιστρεφόμενου κόσμου. Ούτε σάρκα ούτε ασαρκία.
Ούτε από ούτε προς· στο ακίνητο σημείο, εκεί βρίσκεται ο χορός,
Αλλά ούτε στάση ούτε κίνηση. Και μην τ' ονομάζεις μονιμότητα,
Όπου συνάζονται το παρελθόν και το μέλλον. Ούτε κίνηση από είτε προς,
Ούτε άνοδο ή παρακμή. Εκτός από το σημείο, το ακίνητο σημείο,
Χορός δε θα υπήρχε, κι ο χορός είναι μόνο εκεί.
Μπορώ μόνο να πω, είμασταν εκεί: αλλά δε μπορώ να πω που.
Και δε μπορώ να πω, πόσον καιρό, γιατί πρέπει να το τοποθετήσω μες στο χρόνο.

T.S. Eliot, "Τέσσερα Κουαρτέτα", Ύψιλον 1994 (μετάφραση Κλείτος Κύρου)

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

γέητς

-Δεν έχεις λουλούδια στο σπίτι σου; τη ρώτησα.
Ήταν μια νεαρή, άτονη Ινδιάνα, λίγο χαμένη μέσα στον λαβύρινθο του ξενοδοχείου. Μου απάντησε σ' ένα ντόπιο ιδίωμα, ζητώντας μου συγνώμη. Μου γύρισε την πλάτη και έφυγε βιαστικά προς το μπάνιο για να κρεμάσει τις πετσέτες. Έπειτα την άκουσα να κλείνει απαλά την πόρτα του δωματίου. Στο μεταξύ εγώ ήμουν χωμένος στο νερό, με το πιγούνι στηριγμένο στο παραπέτο και το βιβλίο με τα ποιήματα να βρέχεται στις άκρες εξαιτίας τις αναπόφευκτης κίνησης του σώματός μου μέσα στη φωτισμένη πισίνα. Ταράχτηκα διαβάζοντας τη συνέχεια του ποιήματος του Γέητς. "Πόσοι αγάπησαν τις στιγμές της εύθυμης σου χάρης, πόσοι αγάπησαν την ομορφιά σου με έρωτα απατηλό ή αληθινό;..." Προτίμησα να κοιτάξω τα νυχτερινά φώτα του Ακαπούλκο, που τόσο επιδέξια κάλυπταν τη διπλή ασχήμια αυτού του τόπου. Η πρόσοψη των ουρανοξυστών στην παραλία κρύβει τη φτώχεια των λαϊκών συνοικιών. Η νύχτα τα κρύβει και τα δυο, επιστρέφοντας τα πάντα στο στερέωμα, στ' αστέρια και στην αρχή του κόσμου. Ποιος είμαι εγώ για να μιλώ, ενώ ονειρεύομαι τις νύχτες πως μου βάζουνε μια μάσκα στο πρόσωπο και μου λένε: Αυτή είναι η ιδανική σου ομορφιά. Ποτέ δεν θα είσαι ωραιότερος απ' όσο απόψε. Ποτέ πια.

Carlos Fuentes, "Η Πορτοκαλιά ή Οι Κύκλοι του Χρόνου", Άγρα 2003 (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου)

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

συλλαβές απ' το όνομά της

Σαν έφτασε στην κορυφή του λόφου Μάγκαζιν, σταμάτησε και κοίταξε το ποτάμι προς το μέρος του Δουβλίνου, που τα φώτα του άναβαν κοκκινωπά και φιλόξενα μέσα στην κρύα νύχτα. Κοίταξε κάτω, την πλαγιά, και στη βάση της, στον ίσκιο του μαντρότοιχου που έκλεινε το πάρκο, είδε μερικές ανθρώπινες σιλουέτες, πλαγιασμένες. Αυτοί οι αργυρώνητοι και λαθραίοι έρωτες τον γέμιζαν απελπισία. αναμάσησε τη χρηστότητα της ζωής του; ένιωσε απόβλητος από το γλέντι της ζωής. Ένα ανθρώπινο πλάσμα φάνηκε να τον αγαπάει, κι αυτός είχε απαρνηθεί τη ζωή της και την ευτυχία: κι αυτός την είχε καταδικάσει στην ντροπή, σ' έναν επαίσχυντο θάνατο. Ήξερε πως αυτά εδώ τα πλαγιασμένα πλάσματα κάτω, πλάι στον μαντρότοιχο, τον κοίταζαν και ήθελαν να φύγει. Κανένας δεν τον ήθελε: ήταν απόβλητος από το πανηγύρι της ζωής. Γύρισε τη ματιά του κατά το γκρίζο και γυαλιστερό ποτάμι που φίδωνε προς το Δουβλίνο. Πέρα απ' το ποτάμι είδε ένα εμπορικό τρένο να ξεπροβάλλει από το σταθμό του Κίνγκσμπριτζ, ίδιο σκουλήκι με φλογερό κεφάλι, φιδώνοντας μέσα στο σκοτάδι, φιλόπονο κι επίμονο. Αργοπέρασε και χάθηκε απ' τα μάτια του, κι ωστόσο είχε ακόμη στ' αυτιά του το θόρυβο της ατμομηχανής, καθώς επαναλάμβανε τις συλλαβές απ' το όνομά της. 

James Joyce, "Οι Δουβλινέζοι", Γκοβόστης 1985 (μετάφραση Κοσμάς Πολίτης)

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

για κάθε τραγούδι

Όταν βρίσκεσαι σε ένα μπαρ και για κάθε τραγούδι που ακούς έχεις να πεις και μια ιστορία, τότε καλύτερα να φύγεις.

Νίκος Μπελάνε, "Λευκός Χρόνος", Οκτώ 2014

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

κι όταν τελικά γίνει ο σεισμός

Η ενηλικίωση φέρνει μαζί της την καταστροφική ψευδαίσθηση του αυτοελέγχου, ίσως δε να εξαρτάται κι απ' αυτήν. Εννοώ την αυταπάτη ότι εξουσιάζουμε τη ζωή μας, που μας επιτρέπει να νιώθουμε ενήλικες, καθότι συναρτάμε την ωριμότητα με τη αυτονομία, το κυρίαρχο δικαίωμα να καθορίζουμε τι θα μας συμβεί μετά. Η απομάγευση έρχεται αργά ή γρήγορα, αλλά πάντα έρχεται, δεν είναι ασυνεπής στο ραντεβού, ποτέ δεν ήταν. Όταν έρχεται, τη δεχόμαστε χωρίς πολλή έκπληξη, γιατί κανένας που έχει ζήσει αρκετά δεν μπορεί να ξαφνιαστεί με τη διατύπωση ότι η ζωή του έχει διαμορφωθεί από μακρινά γεγονότα και ξένες βουλήσεις, με ελάχιστη ή μηδαμινή συμβολή των δικών του αποφάσεων. Αυτές οι μακρές διαδικασίες που συναντάμε στη ζωή μας -πότε για να της δώσουν την ώθηση που χρειάζεται, πότε για να κάνουν θρύψαλα τα πιο λαμπρά μας σχέδια- τείνουν να μένουν κρυφές σαν υπόγεια ρεύματα, σαν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις τεκτονικών πλακών, κι όταν τελικά γίνει ο σεισμός, επικαλούμαστε τις λέξεις που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε για να εφησυχάζουμε: ατύχημα, σύμπτωση, καμιά φορά και μοίρα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια αλυσίδα συγκυριών, ένοχων σφαλμάτων ή άτυχων αποφάσεων, οι συνέπειες των οποίων με περιμένουν στη γωνία. Και παρ' όλο που το ξέρω, παρ' όλο που έχω τη δυσάρεστη βεβαιότητα ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν και θα με επηρεάσουν, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τα αποτρέψω. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να καταπολεμήσω τις συνέπειές τους: να ελαχιστοποιήσω τις ζημιές, να μεγιστοποιήσω τα οφέλη. Το ξέρουμε, το ξέρουμε πολύ καλά, παρ' όλα αυτά, πάντα τρομάζουμε όταν κάποιος μας αποκαλύπτει αυτήν την αλληλουχία που μας έχει διαμορφώσει, κι είναι πάντα ανησυχητικό να διαπιστώνουμε, όταν άλλος είναι αυτός που μας τον αποκαλύπτει, τον ελάχιστο ή μηδαμινό έλεγχο που ασκούμε στην ίδια την εμπειρία μας.

Juan Gabriel Vásquez, "Ο Ήχος των Πραγμάτων Όταν Πέφτουν", Ίκαρος 2014 (μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης)

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

επειδή η θρησκεία προσεταιρίζεται τους καλύτερους επιβήτορες

Πες μου, σε παρακαλώ, από ποιο μοναστήρι έρχεσαι; Ορκίζομαι στο Θεό ότι έχεις απαλό δέρμα. Καλό βόσκημα θα κάνεις εκεί. Δεν μοιάζεις με φάντασμα ούτε και με κάποιον που τελεί σε δοκιμασία μετάνοιας. Είσαι σίγουρα ένας βαθμοφόρος - ένας σκευοφύλακας ή κελάρης. Μα την ψυχή του πατέρα μου, θα έλεγα ότι έχεις αποφασιστικό λόγο στη διοίκηση του μοναστηριού. Όχι, δεν μπορείς να είσαι κανένας δόκιμος μοναχός ή φτωχός ερημίτης, αλλά ένας διορατικός και σοφός προϊστάμενος, καλοζωισμένος και δυνατός. Είθε ο Θεός να κάψει αυτόν που σε παρακίνησε να γίνεις καλόγερος. Θα ήσουν σπουδαίος κόκορας σε κοτέτσι. Εάν είχες τόση ελευθερία όση και ανδρισμό για να τρέχεις όπου σου αρέσει, θα είχες γεμίσει τον κόσμο απογόνους. Κρίμα που φοράς φελόνιο. Εάν ήμουν πάπας, όχι μόνο εσύ, αλλά κάθε στιβαρός άντρας, χειροτονημένος ή μη, θα είχε κι από μία σύζυγο. Ο κόσμος πάει προς εξαφάνιση επειδή η θρησκεία προσεταιρίζεται τους καλύτερους επιβήτορες και εμείς οι λαϊκοί είμαστε σκαρταδούρα. Τα ασθενικά δέντρα δίνουν ασθενικά φυτώρια. Αυτό κάνει τους γιους μας αδύναμους και ισχνούς, ανίκανους ν' αναπαραχθούν. Να γιατί οι γυναίκες μας δοκιμάζουν να ραντιστούν από τους κληρικούς, γιατί αυτοί εξοφλούν καλύτερα το χρέος τους προς την Αφροδίτη και κατά κανόνα όχι με κίβδηλο νόμισμα. Αλλά, προς Θεού, μη θυμώσεις, κύριε μου, με τ' αστεία μου - έχω ακούσει πολλές αλήθειες να λέγονται σαν χωρατά.

Geoffrey Chaucer, "Οι Ιστορίες του Καντέρμπερυ", Εκδόσεις Μελάνι 2014 (μετάφραση Δημοσθένης Κορδοπάτης)

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

πριν να γεννηθούμε

Οι οδοί ήταν ασφαλτοστρωμένες
πριν να γεννηθούμε και όλοι
οι αστερισμοί ήταν σχηματισμένοι.
Τα φύλλα σάπιζαν
στην άκρη του πεζοδρομίου.
Το ασήμι μαύριζε πάνω
στο δέρμα των εργατών.
Κάποια κόκκαλα μεγάλωναν στο
μήκος του ονείρου.

Η Ευρώπη ενωνόταν
πριν να γεννηθούμε και τα μαλλιά
μιας κοπέλας γαλήνια
απλώνονταν στην επιφάνεια
της θάλασσας.

Nikola Madzirov, "Το Τόλμημα της Μνήμης" (συλλογικό), Καστανιώτης 2011

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

το ενέταξε στο κείμενο

Εκεί ήταν το χείλος του γκρεμού. Το θαύμα ή η κατακρήμνιση. Άραγε τι μέσα χρειαζόταν για να υπερπηδήσει τον γκρεμό; Ποια εργαλεία, έλικες ή φτερά;
Ενίοτε, ιδίως στον ύπνο του τα βράδια, όταν το παν πλαδάρευε και έχανε τη μορφή του, είχε την αίσθηση πως μπορούσε να συλλάβει το άπιαστο. Ήταν πολύ κοντά του, παρά τρίχα να το πιάσει, αλλά ακριβώς εκεί, στο απαγορευτικό σήμα, η σκέψη, σαν να ήταν γύψος, πάγωνε. Παγιδευμένος μέσα του, υπό τον πανικό πως έπρεπε να πληρώσει τον φόρο για την απόπειρα, μετά βίας ξεκολλούσε, μόνο με τον ξύπνο του.
Έτσι του είχε συμβεί με το τέλος της σκηνής του φαντάσματος. Το σήμα του ζιγκ ζαγκ είχε προμηνύσει μια δυνατότητα. Σαν στον ύπνο του, το ενέταξε στο κείμενο, βιαστικά, μόνο με το γράμμα Ζ, όπως στις πινακίδες των σημάτων στους δρόμους πριν απ' τις επικίνδυνες στροφές. Διαφορετικά όμως απ' τις δύο αποχρώσεις του φαντάσματος, στο ζιγκ ζαγκ το εμπόδιο ήταν ακόμη πιο αμείλικτο, μια ψυχρή ύλη, ερχόμενη ίσως απ' το υπερπέραν, ξένη προς κάθε ανθρώπινη κατανόηση.
Δεν ήταν δυνατόν, εξηγούσε με σιγανή φωνή σε κάποιον, που ούτε ο ίδιος ήξερε τι ήταν: γυναίκα, ιερέας ή η συνείδηση κάποιου όχλου;

Ismail Kadare, "Η Αποκλεισμένη", Μεταίχμιο 2013 (μετάφραση Νίκος Αναγνώστου)

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

η άνοιξη άργησε

Φτιάξε ένα ρούχο
να αντέχει τη φωτιά του φιλιού σου
παπούτσια με φτερά
ζωγράφισε μια μέρα με όλες τις αποχρώσεις
διαφορετική απ' όλες τις άλλες
δέρμα νέο
πάνω στα ίδια κόκκαλα
με μόνιμο παιχνίδισμα του ήλιου
αφαιρώντας τα σύμβολα της δύσης
να πλησιάσουμε το φως
χωρίς να μας βαραίνει
η ζυγαριά του χρόνου
τα ρολόγια να δείχνουν πίσω
σ' εκείνο το ζεστό εικοσιτετράωρο.

Αργείς.
Περνάμε ενσυνείδητα μεσάνυχτα.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, "Οι Τέσσερις Εποχές του [Α]", Λογότεχνον 2013

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

αστρικός κανιβαλισμός

Ήμουν είκοσι τριών ετών... Αλλά αυτό δεν έχει σημασία, το πρόσωπό μου εδώ δεν έχει καμιά σημασία. Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στον Μέντελ Οσίποβιτς. Στον ίδιο κύκλο, στο ποίημα "Αποκάλυψη", τα "ανθρωποφάγα άστρα" δεν είναι καθόλου "υποσυνείδητοι φόβοι, συνδεδεμένοι με την καταγωγή του και την εμπειρία της εξορίας", ούτε "μεταφορά ενός εφιάλτη", και ούτε βέβαια "τοτέμ", αλλά μια απλή ανάμειξη δύο εικόνων: εκείνη την ημέρα, ο Μέντελ Οσίποβιτς είχε διαβάσει, σε ένα εκλαϊκευμένο επιστημονικό περιοδικό, ότι υπάρχουν τα λεγόμενα άστρα-κανίβαλοι, ο αστρικός κανιβαλισμός, το αστρονομικό φαινόμενο των διπλών και εφαπτόμενων αστέρων (εξ ου και ο στίχος: Άστρα που ακουμπούν στο μέτωπο και στα σαγόνια), τα οποία έλκουν και απορροφούν το ένα το άλλο κάπου στα μακρινά ομιχλώδη νεφελώματα, πέρα από το Γαλαξία. Αυτό ήταν το πρώτο ερέθισμα. Το δεύτερο ήταν η συνάντησή μας. Αυτά τα δύο γεγονότα ενώθηκαν σε μία εικόνα. Και επειδή οι ποιητές μιλούν σαν προφήτες, το ποίημα για τα κανιβαλικά άστρα απεδείχθη προφητικό: η ζωή του και η ζωή μου, κύριε, αναμείχθηκαν με κανιβαλικό τρόπο.

Данило Киш, "Η Εγκυκλοπαίδεια των Νεκρών", Εξάντας 2005 (μετάφραση Χρήστος Αρβανιτίδης)

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

αιχμαλώτισα την επιδημία με μια απόχη για πεταλούδες

Το σημερινό πρωινό είναι άλλο ένα πρωινό, τα λουλούδια έχουν ανοίξει ξανά τα πέταλά τους, οι άντρες γυρνούν στο πλάι για να δουν ποια γυναίκα έχουν παντρευτεί, όλα είναι έτοιμα να ξεκινήσουν από την αρχή. Γιατί πρέπει να είναι αιχμάλωτος του παρελθόντος μέσα από τα λόγια ενός νεκρού ανθρώπου; Γιατί πρέπει να αναπαράγω αυτές τις συζητήσεις με τόση σχολαστικότητα, δίχως να επιτρέπω ούτε σε ένα χαμένο κόμμα να αλλοιώσει το ρυθμό των φωνών μας; Θέλω να μιλήσω σε ανθρώπους μες σε καπηλειά και λεωφορεία κι έπειτα να μην θυμάμαι τίποτα. Κι εσύ, Κατρίν Τεκακουίθα, που φλέγεσαι καθισμένη στο δικό σου παράπηγμα του χρόνου, σε ευχαριστεί που γδύνω τον εαυτό μου με τόση σκληρότητα; Φοβάμαι ότι έχεις πάνω σου τη μυρωδιά της Επιδημίας. Η μακριά καλύβα που στο πάτωμά της κάθεσαι σταυροπόδι κάθε μέρα έχει τη μυρωδιά της Επιδημίας. Γιατί είναι τόσο δύσκολη η έρευνά μου; Γιατί δεν μπορώ να απομνημονεύσω στατιστικές του μπέιζμπολ όπως ο Πρωθυπουργός; Γιατί οι στατιστικές του μπέιζμπολ έχουν τη μυρωδιά της Επιδημίας; Το γραφείο μου μυρίζει! Το 1660 μυρίζει! Οι Ινδιάνοι πεθαίνουν! Τα μονοπάτια μυρίζουν! Ρίχνουν άσφαλτο πάνω απ' τα μονοπάτια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σώστε τους Ινδιάνους! Σερβίρετέ τους τις καρδιές των ιησουιτών! Αιχμαλώτισα την Επιδημία με μια απόχη για πεταλούδες. Ήθελα απλώς να πηδήξω μια αγία, όπως πρότεινε ο Φ. Δεν ξέρω γιατί μου φάνηκε τόσο καλή ιδέα. Καλά καλά δεν την κατανοώ, αλλά φαινόταν το τελευταίο πράγμα που μου είχε απομείνει να κάνω. Κάθομαι εδώ και ερωτοτροπώ με την έρευνα, αυτή είναι η μόνη ταχυδακτυλουργία που μπορώ να κάνω, περιμένοντας τα αγάλματα να κινηθούν - και τι μου συμβαίνει; Έχω δηλητηριάσει τον αέρα, έχω χάσει τις στύσεις μου.

Leonard Cohen, "Υπέροχοι Απόκληροι", Κέδρος 2012 (μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς)

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

που τα ντουφεκάνε

Το Όρνιο; Ποιο Όρνιο; Κάνει παρέα με όρνια τώρα; Που τα ντουφεκάνε οι Αντιδήμαρχοι; Κι είναι και ύποπτος για φόνο, υποκίνηση και κατάλυση του πολιτεύματος και λέει να πάτε να μαγκώσετε την Πριγκίπισσα γι' αυτό, αγάπη είναι αυτό το πράγμα; Και υπήρξε και εραστής της Μαντάμ, στα νιάτα του. Ποιας δεν υπήρξε εραστής δηλαδή; Ας μην ηθικολογουμε, ο Νιόρτσκι είναι και ο πρώτος μάγκας και θα τους κλείσει και όλους μέσα, στο τέλος. Ο Τζιμάκος θάβει τα κουμπιά του και γκρινιάζει. Πέφτει το βαρύ σκότος.

Γιώτα Σεχίδου, "Άγαμος Έρως", Καστανιώτης 1996

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

λες κι είχαν αποτραβηχτεί τα σύννεφα

Το βαπόρι δεν ξεκινούσε κι εκείνος δεν έλεγε να καταλάβει. Με δυσκολία σηκώσαμε στο τέλος τρεις άνθρωποι την πολυθρόνα του, ξεκολλήσαμε τα δάχτυλά του από τα κάγκελα. Παρέλυσαν όμως τα πόδια του. Τον ανεβάσαμε στο βαπόρι πάνω στην πολυθρόνα, με κομμένα θαρρείς τα χέρια και τα πόδια του. Είχε όμως τα λογικά του, μιλούσε ήρεμα όπως πριν. Εγκατασταθήκαμε πρόσφυγες στα Βουρλά. Τρία χρόνια έζησε κατάκοιτος στα Βουρλά τη νοσταλγία του. Κάρφωνε κάπου τα μάτια του κι έμενε έτσι βυθισμένος ώρα πολλή. Καμιά φορά, μην αντέχοντας άλλο έλεγε "Αχ, δεν έπρεπε να αφήσω εγώ τη Φλώρινα. Στη Φλώρινα έπρεπε να πεθάνω!" κι αντανακλούσε το βλέμμα του, βλέμμα καθαρόαιμου αλόγου, κι ας είχαν αρχίσει να πέφτουν μέσα του σκιές, το φως του ουρανού της Μακεδονίας κι η φαρδυκάπουλη, ορθόστητη γραμμή των βουνών της φώτιζε το πρόσωπό του, λες κι είχαν αποτραβηχτεί τα σύννεφα.

Necati Cumali, "Μακεδονία 1900", Πρέσπες 2001 (μετάφραση Άνθη Καρρά)

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

γιατί δε μας απαντάει

Μου τα περιέγραψε όλα με λεπτομέρειες. Μόλις περάσεις μια σιδερένια αυλόπορτα, θα βρεθείς μπροστά σε πέντε σκαλοπάτια. Το τρίτο έχει κάποιο ελάττωμα, ίσως είναι ψηλότερο ή πιο χαμηλό, αυτό δεν το ξέρω. Πάντως στο πλάι έχουν τοποθετήσει μια επιγραφή "Mind the step". Να προσέχεις λοιπόν. Προπαντός στο κατέβασμα. Από και μετά τ' αφήνω όλα σε σένα. Ξέρεις εσύ πώς θα το χειριστείς. Τη μάνα της θα τη βρεις κάπως αυστηρή και λιγομίλητη, είναι όμως καλύτερα να μιλήσεις με την ίδια. Η Σάντρα είναι μια ωραία κοπέλα με ξανθιά μαλλιά που τα κάνει κοτσίδες. Εκείνο που θέλουμε να ξέρουμε είναι αν λαβαίνει τα γράμματά μας κι αν τα λαβαίνει, γιατί δε μας απαντάει (γνωρίζεις άλλωστε τι σημαίνει για μας ταχυδρομείο, δε θα σ' το ξαναπώ).

Παντελής Καλιότσος, "Η Ωραιότερη Ιστορία του Κόσμου", Πατάκης 2006

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

τα καινούρια ρούχα του βασιλιά

Ποτέ δεν μου άρεσε αυτή η ιστορία.

Άλλωστε τα καινούρια, αφόρετα ρούχα τίποτε δεν έχουν να διηγηθούν, αφού τίποτε δεν αξιώθηκαν να ζήσουν πάνω μας.

Κάπα Κάπα Μοίρης, "Στον Καταψύκτη του Χάνσελ και της Γκρέτελ", Bibliothèque 2014

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

σε κανένα βιβλίο

Πώς ξαφνικά άρχισε να γράφει καλά μυθιστορήματα, έχοντας γράψει επί μακρόν και με τόση επιμονή μέτρια, αν και τεχνικώς αψεγάδιαστα έργα; Γιατί έρχεται μια στιγμή στη ζωή του, όπου δεν μπορεί πλέον ν' αποτύχει σε κανένα βιβλίο ενώ δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε να πετύχει ούτε σε ένα; Σ' αυτή την ερώτηση, όπως σε όλα τα ιστορικά φαινόμενα, ο Σωκράτης (ο μόνος μάγος ικανός να απαντήσει σε τέτοια ερωτήματα), θα είχε σίγουρα ανταποκριθεί με κάποιο μύθο: "Αυτό συμβαίνει, ω Μένων, διότι η ψυχή μας είναι σαν ένα πολύ ψηλό κτήριο, όπου ο αρχιτέκτων, έχοντας υπερβολική εμπιστοσύνη στην πρόοδο, θα είχε παραλείψει να βάλει σκάλες και όπου ο ανελκυστήρας ξαφνικά θα σταματούσε να λειτουργεί." (Φανταστείτε, Χόρχε, μια γενική ακινητοποίηση των ανελκυστήρων στη Νέα Υόρκη! Τι ωραίο θέαμα για τον Κάφκα αυτή η απεργία όλων των λιφτιέρηδων μιας μεγαλουπόλεως, το ανέκδοτο κεφάλαιο που θα μπορούσε να προσθέσει στην Αμερική.) Υπάρχουν αλήθειες καταχωνιασμένες στα έγκατα του εαυτού μας, τις οποίες αντιλαμβανόμαστε κάποτε σαν αστραποβόλημα, χωρίς να μπορούμε να τις συλλάβουμε, να τις πιάσουμε με τα δυο μας χέρια, για να γίνουν δικές μας.

Claude-Edmonde Magny, "Η Προϋπόθεση της Γραφής", Όλκος 2001 (μετάφραση Τερέζα Πεσμαζόγλου)

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

μια γυναίκα που να μην αγγίζεται

Πήρε τη βαλίτσα της και πέρασε κοντά μου. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, ή αλλιώς ήτο ένα πιτσίλισμα της πισίνας.
-Τουλάχιστον μερικές νύχτες, κύριε, θα ήθελα!
-Όλες τις νύχτες, Σουάντ, σας το υπόσχομαι. Μην είστε λυπημένη. Μη κλαίτε. Θα ζήσετε ένα άσχημο όνειρο, αλλά κάθε νύχτα θα έρχεστε να πίνετε από την πηγή της χούφτας μου.
-Ευχαριστώ.
Έφυγε από τη μέση των δυο στρατιωτικών με βηματισμό νομάδων. Κοίταξα τη γραμμή της ζωής. Είχε επάνω, ζωγραφισμένο με στυλό, ένα οβάλ πρόσωπο, δύο αμυγδαλωτά μάτια δίχως κόρες, κι ένα παχύ στόμα. Μια κακοσχηματισμένη κόμη έδιδε στο πρόσωπον ένα ύφος μελαγχολικό και λυπημένο, μιαν εντύπωση σεβαστής αποστάσεως. Στον καρπό μου, δύο γραμμαί λαιμού κυλούσαν κατά μήκους των φλεβών μου.
-...Επιτέλους , μια γυναίκα των ονείρων μου. Μια γυναίκα που να μην αγγίζεται.
Το χέρι μου βυθίστηκε σε μια λεπτεπίλεπτη κατάδυση στο μεταξωτό γάντι, σαν σε ύπνο.

Jean Teulé, "Ουράνιο Τόξο για τον Ρεμπώ", Απόπειρα 1992 (μετάφραση Οντέτ Βαρών)

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

ο δαίμονάς μου κοιμάται

Αυτή είναι η ώρα των εσώτερών μου σκέψεων
Ο Δαίμονάς μου κοιμάται
Κοιμάται στο βαθύ σούρουπο
της ψυχής μου
ο κόκκινος Δαίμονας
της δικιάς μου κολασμένης ευθυμίας.
Καπνίζω...
Καπνίζω απελπισμένα, έντονα. Πάντα!
Πάντα! Πάντα! Πάντα!
Θα ήθελα να σκεφτώ, να γράψω, να τραγουδήσω...
Αλλά ο Δαίμονάς μου κοιμάται.
Κοιμάται στο βαθύ σούρουπο της ψυχής μου
ο κόκκινος Δαίμονας
της δικιάς μου κολασμένης ευθυμίας.
Και οι σκέψεις δεν έρχονται...

Renzo Novatore, "O Ιππότης του Μηδενός", Διάδοση 1990

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

ξυπνάω πολύ πρωί

Ξυπνάω πολύ πρωί, μπορώ με το βήχα μου να σκίσω την παρθενιά της σιγής. Εκείνη τη στιγμή ο Θεός περπατάει ξυπόλητος στα χωράφια. Όμως η μέρα αργεί να περάσει, εγώ γίνομαι ένας στεγνός έμπορος και λογαριάζω τα εισοδήματα. Όταν έρχεται μια κρίση, όσοι έχουν χτήματα είναι ευτυχείς. Το χειμώνα θα ξανακατέβω τα σκαλιά των πολύχρωμων υπογείων, φορώντας το πιο μυστηριώδες μου ύφος. Οι τιμές των κρασιών θα 'χουν υψωθεί τρομακτικά, μα δεν θα παίζει ρόλο. Οι χορεύτριες θα μου κάνουν μια γκριμάτσα καθώς, μπροστά από το τραπεζάκι μου, θα σηκώνουν το πόδι τους, χορεύοντας χορούς εξαντρίκ.

Γιώργος Β. Μακρής, "Γραπτά", Εστία 1986

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

στους αγίους αρέσει να κάνουν μπανιστήρι

"Εσύ είσαι επιτέλους;"
Η Καρολίντα, η σύζυγος του διοικητή, ξεχώρισε από το σκοτάδι, ορθώθηκε μπροστά μου. Με την πάλη τα ρούχα της είχαν γίνει κουρέλια. Τώρα, στο φως του φεγγαριού, τη στόλιζε το ίδιο της το κορμί, ήταν η μέλισσα και το λουλούδι μαζί. Έριχνε πίσω το λαιμό, σε ένα προκλητικό γέλιο. Η γλώσσα της, παμπόνηρη, ξεπρόβαλε ανάμεσα στα χείλη. Για μια στιγμή, η Καρολίντα με έκανε να σκεφτώ τη Φαρίδα. Υπήρχε κάτι που τις έκανε να μοιάζουν, πρόσωπο με πρόσωπο. Ή μήπως η φωτιά του πόθου κάνει όλες τις γυναίκες να φαίνονται ίδιες; Τα χέρια μας ενώθηκαν σαν να έτρεμαν το χωρισμό. Ήμασταν κοντά στην εκκλησία, ψάξαμε επειγόντως μια γωνιά.
"Όχι στην εκκλησία, στους αγίους αρέσει να κάνουν μπανιστήρι".
Γυρίσαμε την πλάτη στην πλατεία και μπήκαμε στον στάβλο της Αποστολής. Μέσα μια λάμπα πετρελαίου εξέπεμπε ένα αχνό φως. Την άρπαξα με το ελεύθερό μου χέρι και βαλθήκαμε να ανοίγουμε δρόμο στα άχυρα, σκοντάφτοντας ο ένας στα πόδια του άλλου. Ένας χορός για τον οποίο δεν είχε ακόμα επινοηθεί η μουσική. Γδυθήκαμε όλο αγωνία. Κρέμασα τη λάμπα από τα κέρατα ενός βοδιού και ξαπλώσαμε πάνω στα ξερά χόρτα.

Mia Couto, "Υπνοβάτισσα Γη", Αιώρα 2003 (μετάφραση Ελένη Αθανασοπούλου)

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

ευτυχέστατο φεγγάρι

Λαμπροφόρο μου φεγγάρι,
ποίον ήλιον αντικρίζεις
και με φως πολύ και χάρη
τώρ' αστράφτεις και φωτίζεις;
Τάχα, λέγεις, δεν ευρίσκω
πόθεν έρχεται κι εμπαίνει
στον ολόφωτό σου δίσκο
τούτ' η λάμψη σου η ξένη;
Της αγάπης μου το κάλλος
απ' την γην εις τον αιθέρα
φως λαμπρό, σαν ήλιος άλλος,
στη δική σου ρίχνει σφαίρα.
Ευτυχέστατο φεγγάρι,
εις τον κύκλον όπου τρέχεις,
θαυμαστήν απόψε χάρη
αξιώθηκες να έχεις.
Μα τ' αυτόν τον ήλιον σου,
σε φθονώ τη αληθεία
στον καλόν αντικρισμόν σου
και στη νέα συζυγία.

Αθανάσιος Χριστόπουλος, "Λυρικά", Εστία 2006

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

αν υπήρχε κάποια υποψία αντίφασης

Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει με την κοινωνία. Τη μεταρρυθμίζεις με βάση αυτό που είναι, τον πυρήνα της πραγματικότητάς της. Όχι με βάση κάποια θεωρητική έννοια.
Τίποτα απ' αυτά δεν μπορεί να δικαιολογήσει επαρκώς την πολιτική αδράνεια και απάθεια. Όντως, η κατανόηση είναι απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσει κανείς σε πράξεις που έχουν κάποιο νόημα, και η γνώση των πραγμάτων είναι το μοναδικό προστατευτικό εμβόλιο που μπορούμε να έχουμε ενάντια σε φρούδες ελπίδες και στην επικίνδυνη επιδημία της ευπιστίας.
Στη φρασεολογία συγκεκριμένων ριζοσπαστικών θεωρητικών οι αντιφάσεις έχουν πάρει το χαρακτήρα κάποιας θανατηφόρας ασθένειας στην οποία μόνο οι αντίπαλοι μπορούν να υποκύψουν. Όμως οι αντιφάσεις αποτελούν την ίδια την ουσία της ζωής. Αν υπήρχε κάποια υποψία αντίφασης μεταξύ των χοίρων των Γεργεσηνών, ίσως κάποιοι από αυτούς να είχαν γλιτώσει τον πνιγμό.

Chinua Achebe, "Μυρμηγκοφωλιές στη Σαβάνα", Πάπυρος 2008 (μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου)

ο ένας του άλλου

Η κάμαρα του πύργου σκοτεινή.
Όμως φωτίζουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου με το χαμόγελό τους. Ψηλαφούν μπροστά τους σαν τυφλοί και βρίσκουν ο ένας τον άλλον σαν μια πόρτα. Σχεδόν σαν παιδιά που φοβούνται τη νύχτα, σφίγγονται ο ένας μέσ' στον άλλο. Κι όμως, δε φοβούνται. Δεν υπάρχει τίποτα να τους εναντιωθεί. Μήτε το χθες, μήτε το αύριο - γιατί ο χρόνος κατέρρευσε. Κι εκείνοι ανθίζουν μέσα απ' τα συντρίμμια του.
Εκείνος δε ρωτά: "ο σύζυγός σου;"
Εκείνη δε ρωτά: "τ' όνομά σου;"
Αφού βρέθηκαν για να γίνουν ο ένας του άλλου νέο φύλο.
Θα δώσουν ο ένας στον άλλο εκατό καινούρια ονόματα και θα τα πάρουν πάλι πίσω, σιγανά, όπως βγάζει κανείς ένα σκουλαρίκι.

Rainer Maria Rilke, "Το Τραγούδι του Έρωτα και του Θανάτου του Σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε", Ροές 2003 (μετάφραση Αλεξάνδρα Ρασιδάκη)

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

κατά διαόλου

Οι γλωσσαμύντορες δέχονται ασυζητητί και ανεξέταστα την αλήθεια των εικασιών τους, δίχως στοιχεία και επιχειρήματα. Επιπλέον, επιρρίπτουν την ευθύνη για την επικείμενη συντέλεια της γλώσσας (τους) στην (τεχνοκρατική) παιδεία, στην (υλιστική) κοινωνία και στον τεχνικό πολιτισμό. Όλα αυτά θυμίζουν τα παράπονα ενός ιερέα ότι ο κόσμος πάει κατά διαόλου διότι οι νέοι είναι τεμπέληδες, ενώ έχουν χάσει το σέβας και την ευσέβεια. Ο ιερέας αυτός ζούσε στην Αρχαία Αίγυπτο. Αν ο κόσμος όντως πηγαίνει κατά διαόλου, πηγαίνει κατά 'κει με απελπιστικά αργή ταχύτητα... Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει και με τη γλώσσα.

Φοίβος Παναγιωτίδης, "Μίλα μου για Γλώσσα", Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

δεν μάθαμε ποτέ

Ήμασταν όρθιοι στην ουρά της τράπεζας
Είχαμε τον αριθμό 2 22 και περιμέναμε...
Φύγαμε χωρίς να έρθει η σειρά μας
Και δεν μάθαμε ποτέ τι θα πει υπομονή
Μήπως ήταν ωραία κι αυτή

Μαρίζα Παρασύρη, "ο αυτο-νόητος", Οσελότος 2012

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

μπροστά στον μέτελλο

Η Λεσβία, σαν είναι ο άντρας της μπροστά,
Πολλές βρισιές μου ρίχνει.
Πράγμα που κάνει το χαζό χαρούμενος να νιώθει.
Ανόητε, δεν το νογάς; Αγνή άμα σιωπούσε θα 'ταν.
Για άκου την, καθώς τσιρίζει και γαυγίζει,
Δεν έπαψε να μ' έχει στο μυαλό της.
Πιο ερεθιστική καθώς θυμώνει γίνεται,
Πα' να πει καίγεται και βράζει.

Gaius Valerius Catullus, "Ποιήματα", Μάτι 2013 (μετάφραση Χρήστος Εμμανουηλίδης)

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

περιβόλι

Ο Χάρος εβουλήθηκε να φτιάσει περιβόλι.
Το 'σκαψε, το καλλιέργησε ναν το δεντροφυτέψει.
Φυτεύει νιες για λεμονιές, τους νιους για κυπαρίσσια,
φύτεψε τα μικρά παιδιά τριαντάφυλλα τρογύρω,
έβαλε και τους γέροντες φράχτη στο περιβόλι.

Λακωνία

Guy Saunier, "Τα Μοιρολόγια", Νεφέλη 1999

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

το αλωπεκικόν και πανούργον

Ακόμα και φυσιογνωμική μελέτη διαθέτουμε για την απόδειξη της έμφυτης κακότητας του Οδυσσέα: "Η απόσταση η μεγάλη των δύο ωτίων κατά το όπισθεν της κεφαλής μέρος του Οδυσσέως εδείκνυε το ακράτητον αυτού εις την ασωτείαν. Το περί αυτά τοξοειδές φανερώνει το αλωπεκικόν και πανούργον. Το ογκώδες των οστών των ωτίων εσημείωνε το πάθος όθεν γεννάται καθ' ημάς, η επιβουλή". Ό,τι κι αν λένε αυτές οι παρατηρήσεις, η χρόνια συνάφεια με τον Αλή τον εμπότισε με ορισμένα κακοήθη χούγια που θα το συνοδεύσουν στον υπόλοιπο βίο του. Ήταν φιλάργυρος, δόλιος και φιλύποπτος. "Με τον επικίνδυνο τούτον φίλον ο μέλλων να συζήση έπρεπε να προσέχει ως λαγός τους σκύλους ή τ' αρνίον τον λύκον". Ιδιαίτερα η καχυποψία του αξίζει ιδιαίτερης μνείας, καθώς μοιάζει αντιγραμμένη από το ήθος του Αλή. Ποτέ δεν έλεγε το μέρος όπου θα έπεφτε να κοιμηθεί και συχνά μεταμφιεζόταν όταν ήθελε να ταξιδέψει.

Κωστής Παπαγιώργης, "Τα Καπάκια", Καστανιώτης 2003

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

ένα φαιό ομιχλώδες τοπίο

Ο Ρουμπασόφ βάδιζε πέρα δώθε στο κελί από την πόρτα μέχρι το παράθυρο και πάλι πίσω, ανάμεσα σε κρεβάτι, νιπτήρα και βούτα, εξίμιση βήματα προς τη μία και εξίμιση προς την άλλη κατεύθυνση. Στην πόρτα έστριβε δεξιά, στο παράθυρο αριστερά: ήταν παλιά συνήθεια της φυλακής. Άμα δεν άλλαζες φορά στη στροφή, σύντομα ζαλιζόσουν. Τι, άραγε, συνέβαινε στον εγκέφαλό του Πρώτου; Φαντάστηκε μια εγκάρσια τομή του εγκεφάλου του, ζωγραφισμένη επιμελώς με γκρίζα νερομπογιά σε μια κόλλα χαρτί πιασμένη σ' ένα σχεδιαστήριο με πινέζες. Οι έλικες της φαιάς ουσίας συστρέφονταν η μία γύρω από την άλλη σαν ρωμαλέα φίδια, γίνονταν ασαφείς και νεφελώδεις σαν τα σπειροειδή νεφελώματα στους αστρονομικούς χάρτες... Τι, άραγε, συνέβαινε μέσα στις φουσκωμένες φαιές έλικες; Είναι γνωστά τα πάντα για τα μακρινά σπειροειδή νεφελώματα, μα τίποτα για τις έλικες. Ίσως γι' αυτό η Ιστορία ήταν μαντείο και όχι επιστήμη. Ίσως αργότερα, πολύ αργότερα, να την δίδασκαν με στατιστικούς πίνακες και με τη βοήθεια τέτοιων ανατομικών τομών. Ο δάσκαλος θα γράφει στον μαυροπίνακα μια αλγεβρική εξίσωση, που θα είναι η έκφραση των συνθηκών διαβίωσης του λαού ενός συγκεκριμένου έθνους για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο: "Εδώ, πολίτες, βλέπετε του αντικειμενικούς παράγοντες που οδήγησαν την ιστορική ανέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση". Και, δείχνοντας με τον χάρακα ένα φαιό ομιχλώδες τοπίο ανάμεσα στον δεύτερο και τον τρίτο λοβό του εγκεφάλου του Πρώτου, θα λέει: "Εδώ βλέπετε την αντανάκλαση των παραγόντων αυτών στο υποκείμενο. Αυτή ακριβώς οδήγησε στον θρίαμβο της αρχής του ολοκληρωτισμού στην ανατολική Ευρώπη κατά το δεύτερο τέταρτο του 20ού αιώνα". Μέχρι να φτάσουμε εκεί, η πολιτική θα παραμένει αιματοβαμμένος ερασιτεχνισμός, σκέτη δεισιδαιμονία και μαύρη μαγεία...

Arthur Koestler, "Το Μηδέν και το Άπειρο", Νησίδες 2003 (Βασίλης Τομανάς)

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

οι ηλιοφάγοι

"Ο καιρός είναι υπέροχος αυτή την εποχή" είπε ο Ντομένικο. Και καθώς ο Ελία δεν καταλάβαινε, του έκανε νόημα να μπει μέσα, του έδωσε κάτι να πιει και του εξήγησε: "Ο καιρός είναι υπέροχος. Ένα μήνα τώρα, ο ήλιος καίει. Δεν γινόταν να φύγεις. Όταν ο ήλιος βασιλεύει στον ουρανό και δεν τον αντέχουν ούτε οι πέτρες, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Την αγαπάμε πολύ αυτή τη γη. Δεν δίνει τίποτα, είναι πιο φτωχή κι από μας, όταν όμως ο ήλιος τη ζεσταίνει, κανείς μας δεν μπορεί να την εγκαταλείψει. Είμαστε παιδιά του ήλιου, Ελία. Τη ζεστασιά την έχουμε μέσα μας. Απ' όσο τα κορμιά μας μπορούν να θυμηθούν, ο ήλιος πάντα υπήρχε, ζέσταινε τη βρεφική μας επιδερμίδα. Κι εμείς δεν χορταίνουμε να τον τρώμε, να τον ξεκοκαλίζουμε. Βρίσκεται εκεί, μέσα στα φρούτα που τρώμε. Στα ροδάκινα. Στις ελιές. Στα πορτοκάλια. Είναι το άρωμά του. Κατεβαίνει στο λαιμό μας με το λάδι που πίνουμε. Είναι μέσα μας. Είμαστε οι ηλιοφάγοι. Το ήξερα πως δεν θα έφευγες. Αν τις τελευταίες ημέρες είχε βρέξει, ίσως, ναι. Αλλά τώρα, είναι αδύνατον".

Laurent Gaudé, "Κάτω από τον Ήλιο του Νότου", Μεταίχμιο 2011 (μετάφραση Τζένη Κωνσταντίνου)

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

the game of war

Φυσικά, εμμένουμε στις εμμονές μας, χρόνια τώρα, δεκαετίες. Και γιατί όχι; Αφού έχει περίτρανα αποδειχτεί ότι οι επιλογές μας, συνδυαζόμενες με κάποιες μελωδίες της Τύχης και κάποια σκιρτήματα της Μοίρας, δεν ήσαν οι χειρότερες. Απεναντίας. Αλίμονο σε όσους δεν έμαθαν ποτέ να υπερασπίζονται ό,τι αγαπούν και ν' αγαπούν ό,τι υπερασπίζονται. Ο λάκκος της λήθης είναι η κατάληξη τους. Εμείς προσπερνάμε, σηκώνοντας πια αδιάφορα τους ώμους, και συνεχίζοντας να παίζουμε το Πόκερ της Σαγήνης.

Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, "Η Φυλή των Happy Few", Ηλέκτρα 2004

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

τα όρια του κόσμου

Η λογική γεμίζει τον κόσμο. Τα όρια του κόσμου είναι και δικά της όρια.

Έτσι στη λογική δεν μπορούμε να πούμε: Αυτό και αυτό υπάρχει στον κόσμο, εκείνο δεν υπάρχει.

Με αυτό δηλαδή φανερά θα προϋποθέταμε πως αποκλείουμε ορισμένες δυνατότητες, πράγμα που δεν μπορεί να συμβαίνει, επειδή διαφορετικά η λογική θα έπρεπε να βγει έξω από τα όρια του κόσμου. Θα έπρεπε δηλαδή τότε να μπορεί να θεωρεί τα όρια αυτά και από την άλλη πλευρά.

Αυτό που δεν μπορούμε να σκεφτούμε, αυτό δεν μπορούμε να το σκεφτούμε. Και δεν μπορούμε να πούμε αυτό που δεν μπορούμε να σκεφτούμε.

Ludwig Wittgenstein, "Tractatus Logico Philosophicus", Παπαζήσης 1978 (μετάφραση Θανάσης Κιτσόπουλος)

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

λες και η βασίλισσά μου ήταν παρούσα

Βλέπεις, το σκάκι ή, μάλλον, η διάταξη των κομματιών του μοιάζει μ’ εκείνη των επίπλων ενός διαμερίσματος όπου ζεις πάρα πολλά χρόνια: μια πολυθρόνα εδώ, μια καρέκλα εκεί, το τραπέζι στο κέντρο του δωματίου… Αν όμως αλλάξει ξαφνικά η θέση αυτών των αντικειμένων ή ένα έπιπλο μετακινηθεί από τη θέση όπου βρισκόταν εδώ και πολύ καιρό, θα νιώσεις άβολα. Συνηθισμένος να κινείσαι σ’ ένα χώρο γνωστό, θα συνεχίσεις να το κάνεις όπως όταν όλα τα πράγματα βρίσκονται στη θέση τους και αργά ή γρήγορα θα σκουντουφλήσεις σε κάποια κονσόλα που δεν έπρεπε να είναι εκεί ή θα πέσεις με τα πόδια ψηλά, πηγαίνοντας να καθίσεις σε μια πολυθρόνα που τη έχουν μετακινήσει. Το μειονέκτημα συνίσταται στο ότι αναγκάστηκες να παίξεις με τα κομμάτια σου διατεταγμένα λες και η βασίλισσά μου ήταν παρούσα: έκανες ακριβώς τις ίδιες κινήσεις, χωρίς να υπολογίσεις ότι αυτή η φιγούρα είχε αφαιρεθεί από τη σκακιέρα και μπορούσες να μου επιτεθείς με διαφορετικό τρόπο, αλλά ούτε που το πρόσεξες. Εξάλλου, επειδή δεν έβλεπα τη σκακιέρα, προσπάθησες αρκετές φορές να με ρίξεις σε παιδιάστικες παγίδες, χωρίς να σου περάσει από το νου πως εγώ, αντίθετα, είχα τη σκακιέρα κάτω από τα μάτια μου ακριβώς όπως εσύ. Πιστεύω όμως ότι αν επαναλαμβάναμε μια παρόμοια παρτίδα, τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά.

Paolo Maurensing, «Η Βαριάντα του Λίνεμπουργκ», Κέδρος 2005 (μετάφραση Γιώργος Κασαπίδης)

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

ανθρώπινη μαρμελάδα

Υποθέτω ότι θα έπρεπε να γράψω περισσότερα για το πώς ο Τσαρλς γάμησε το μυαλό μου, για το πώς γάμησε το μουνί μου. Το μουνί είναι η πιο νόστιμη, εδώδιμη σάρκα. Είναι επίσης η γενναιόδωρη μήτρα που φτύνει λιγδιάρικα βρέφη από μέσα της. Ωστόσο, το μουνί είναι ανοιχτό βιβλίο, ουδέποτε κρύβει εκπλήξεις. Το μυαλό όμως είναι αινιγματικό και δεν έχει εξερευνηθεί εντελώς. Κρυμμένο μέσα στο κεφάλι, το μυαλό δεν φτύνει μωρά ή υγρά. Παράγει εντυπωσιακές ιδέες, ιδιόμορφες πεποιθήσεις, σεξουαλικές διαστροφές ή ακόμα και βλακεία. Ο λόγος που τώρα φλυαρώ παράλογα, είναι επειδή το μυαλό μου έχει πολτοποιηθεί. Κάποιος ή κάτι πολτοποιεί το μυαλό μου σε ανθρώπινη μαρμελάδα. Κάποιος ή κάτι μασάει το μυαλό μου κομμάτι κομμάτι. Υποψιάζομαι ότι το κάνουν τα μυρμήγκια που έχουν φωλιάσει στο κελί μου. Και χθες, αποφάσισε να προστατέψω τον εαυτό μου, να τα φάω πριν το κάνουν αυτά. Και έτσι τα συμπεριέλαβα στο εδεσματολόγιο του δείπνου μου. Έφαγα εκατοντάδες μυρμήγκια.

Νεφέλη Δημελή, «Στεγνό Στόμα», Χαραμάδα 2012

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

χατάρι

Ο Τζον Γουέιν ηγείται μιας ομάδας κυνηγών άγριων ζώων που ταξιδεύουν στην Ταγκανίκα για να φέρουν ζέβρες, καμηλοπαρδάλεις, ρινόκερους τα οποία στη συνέχεια δίνουν σε ζωολογικούς κήπους και τσίρκο. Αυτό το θέμα και μόνο θα έπρεπε να είναι απαγορευτικό για οποιαδήποτε ταινία, πόσο μάλλον εδώ που η όλη διαδικασία γίνεται χωρίς κανέναν ίχνος οίκτου ή υστεροβουλίας.
Ο Τζον Γουέιν δεσπόζει ανάμεσα σε μονοδιάστατους χαρακτήρες: τον πλακατζή, τον νταή, τη χαζοβιόλα, τον αλλοδαπό, τον αλκοολικό. Η στάση του όμως μέσα στην ταινία έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον αφού, εάν παρατηρήσετε προσεχτικά, δεν παίζει καλά το ρόλο του και δεν έχει πολλές ατάκες. Θέλοντας λοιπόν να κρατήσει την περσόνα του σε πρώτο πλάνο και να του προσδώσει αξία, ο έμπειρος σκηνοθέτης Χάουαρντ Χοκς σκαρφίζεται διάφορα τεχνάσματα έτσι ώστε στις περισσότερες σκηνές της ταινίας ο πρωταγωνιστής να βρίσκεται σε θέση δύναμης και κυριαρχίας. Η στάση του σώματός του το περπάτημα, η εκφορά του λόγου και οι παρεμβολές του στην πλοκή δείχνουν ότι αν βρίσκεσαι σε θέση δύναμης μπορείς να λες και να κάνεις ό,τι θες και να μην σε αμφισβητεί κανείς.
Αυτή η "μη αμφισβητήσιμη θέση δύναμης" χαρακτηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι του κλασικού Χόλιγουντ και ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό για την επιτυχία και την εξάπλωσή του παγκοσμίως. Η ταινία μας λέει ότι η θέση αυτή δεν καταλαμβάνεται απαραίτητα από ευφυείς, καλούς, δίκαιους ανθρώπους αλλά τολμηρούς, άφοβους και αδίστακτους.

Νίκος Παπάς, "Σινεφίλ Εμπιστευτικό", Ήρα 2014

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

κακός σύμβουλος

Ο θυμός
είναι κακός σύμβουλος.
Μπορεί να σου
καταστρέψει
μια ωραιότατη εκδίκηση.

Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, "Αδιαφορισμοί", Χαραμάδα 2012

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

μεταμόρφωση

Αλκοολισμός: Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ αλλάζει τις ανθρώπινες συνήθειες και ωθεί τους ανθρώπους σε παράτολμες πράξεις. Ένα περιστατικό που συνέβη σε ένα μπαρ της Τρίτης Λεωφόρου στο Μπρονξ της Ν. Υόρκης δεν αποδεικνύει μόνο την άκρα μεταμόρφωση που προκαλεί το αλκοόλ στον άνθρωπο, αλλά και το γεγονός ότι το αλκοόλ είναι συχνά ο αφανής συνένοχος σε πολλά περιστατικά θανάτων. Το 1933 ένας μπάρμαν που έπινε πολύ και ο ίδιος έμαθε την ιστορία κάποιου, ο οποίος εισέπραξε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, όταν πέθανε η γυναίκα του. Θεώρησε λοιπόν ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί και στον ίδιο, εάν έκανε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε κάποιον από τους τακτικούς πελάτες του, ένα γέρο αλκοολικό στα τελευταία στάδια της νόσου, το Mickey M. Ο μπάρμαν ζήτησε τη βοήθεια του υπεύθυνου του μπαρ και πλήρωσαν από κοινού το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θεωρώντας ότι ο γερο-αλκοολικός θα πεθαινε σε λίγους μήνες. Όμως μετά από έξι μήνες αποφάσισαν να επισπεύσουν τη διαδικασία, καθώς ο Mickey ήταν ακόμα ζωντανός. Ένα βράδυ είπαν στο Mickey ότι ήταν τα γενέθλιά του και ότι όλα τα ποτά που θα έπινε ήταν κερασμένα από το μαγαζί. Του σέρβιραν κοκτέιλ "εμπλουτισμένα" με αντιπαγωτικό, βερνίκι παπουτσιών, ποντικοφάρμακο και τερεβινθίνη. Ο Μίκυ, τρικλίζοντας, ζητούσε διαρκώς περισσότερο. Ο μπάρμαν του προσέφερε ένα σάντουιτς με χαλασμένο ψάρι, μέσα στο οποίο είχε ανακατέψει μικρά καρφιά. Ο Mickey το βρήκε νοστιμότατο και ζήτησε και άλλο. Μερικά βράδια αργότερα, όταν ο Mickey έπεσε λιπόθυμος από το σκαμπό του, εκείνο τον έσυραν έξω από το μπαρ μέσα στην παγωμένη νύχτα. Τον πήγαν σε ένα κοντινό πάρκο, του έβγαλαν τα ρούχα και τον περιέλουσαν με νερό, σίγουροι ότι θα πέθαινε από το κρύο. Όταν όμως απέτυχε και αυτή η προσπάθεια, ο μπάρμαν προσέλαβε ένα σωματώδη άνδρα, για να σπρώξει το Mickey έξω από ένα ταξί που θα έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Άδικος κόπος όμως. Στο τέλος, καθώς ο Mickey "αρνείτο" να πεθάνει, του έβαλαν το κεφάλι μέσα στο φούρνο της κουζίνας και άνοιξαν την παροχή του γκαζιού. Όμως ο θάνατος από γκάζι δίνει στο δέρμα μια έντονη κόκκινη απόχρωση και αυτό το γεγονός οδήγησε το μπάρμαν και τον υπεύθυνο ενώπιον της δικαιοσύνης. Και οι δυο πέθαναν νηφάλιοι στην ηλεκτρική καρέκλα.

Michael Largo, "Τελευταία Έξοδος", Οξύ 2007 (μετάφραση Κασσιανή Μπουλούκου)

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

αλλαγή, κύριοι, αλλαγή!

Ο ήλιος έγινε μακρύτερος και οι θύελλες πιο ζεστές.
Έτρωγα τη σούπα.
Χθες είδα ξανά το πρώτο πράσινο.
Τα δέντρα ανθίζουν και οι γυναίκες γίνονται διάφανες.
Κι εγώ έχω γίνει διάφανος.
Γιατί το σακάκι μου έχει καταφαγωθεί, το ίδιο και το παντελόνι μου.
Σχεδόν με αποφεύγουνε στο δρόμο.
Απ' το μυαλό μου περνάνε πολλές ιδέες, πέρα δώθε.
Με κάθε κουταλιά σούπας γίνονται όλο και πιο αηδιαστικές.
Ξαφνικά σταματάω.
Ακουμπάω το τσίγκινο πιάτο στο πέτρινο δάπεδο, είναι ακόμα μισογεμάτο και η κοιλιά μου γουργουρίζει, αλλά δε θέλω άλλο.
Δε θέλω άλλο!
Οι έξι άγιοι στη σκεπή κοιτάζουν στο γαλάζιο αέρα.
Όχι, δε μου αρέσει πια η σούπα μου! Κάθε μέρα το ίδιο νεροζούμι! Μου έρχεται αναγούλα και μόνο που το βλέπω αυτό το ζουμί της ζητιανιάς!
Χύσε τη σούπα σου!
Πέτα την! Στα κομμάτια!-
Οι άγιοι στη στέγη με κοιτάζουν επιτιμητικά.
Μην κοιτάτε σαν χάνοι εσείς εκεί πάνω, βοηθήστε καλύτερα εμένα εδώ κάτω!
Χρειάζομαι καινούριο σακάκι, ένα σωστό παντελόνι -μια διαφορετική σούπα!
Αλλαγή, κύριοι, αλλαγή!
Καλύτερα να κλέβω παρά να ζητιανεύω!

Ödön von Horváth, "Ένα Παιδί της Εποχής μας", Γλάρος 1992 (μετάφραση Αγαθοκλής Αζέλης)

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

το δικαστήριο συνέρχεται!

Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Γιατί; Δε γίνεται. Μπορεί να είναι τόσο παράλογη, τόσο αηδιαστική η ζωή; Κι αν όντως είναι τόσο παράλογη κι αηδιαστική, τότε γιατί να πεθαίνει κανείς, και μάλιστα υποφέροντας; Κάτι δεν πάει καλά.
"Μήπως δεν έζησα όπως όφειλα να ζήσω;" ήταν η σκέψη που του πέρασε ξαφνικά από το μυαλό. "Πώς όμως έγινε αυτό, όταν εγώ έκανα πάντα αυτό που έπρεπε;" έλεγε μέσα του και στη στιγμή απόδιωχνε αυτή τη μοναδική απάντηση σ' όλα τα αινίγματα της ζωής και του θανάτου, σαν κάτι εντελώς απαράδεκτο. "Και τώρα τι θες; Να ζήσεις; Πώς να ζήσεις; να ζήσεις όπως ζεις στο δικαστήριο, όταν ο δικαστικός κλητήρας ανακοινώνει: Το δικαστήριο συνέρχεται!" Το δικαστήριο συνέρχεται, συνέρχεται το δικαστήριο, επαναλάμβανε μέσα του. Ιδού το δικαστήριο! Μα δεν είμαι εγώ ο ένοχος! ξεφώνισε γεμάτος κακία. Γιατί; Και τότε έπαψε πια να κλαίει, και στρέφοντας το πρόσωπό του προς τον τοίχο, βάλθηκε να συλλογιέται ολοένα το ίδιο πράγμα: γιατί, προς τι όλη αυτή η φρικαλεότητα;
Μα όσο κι αν σκεφτόταν, απάντηση δεν έβρισκε. Και όποτε του ερχόταν στο μυαλό -και του ερχόταν συχνά- η σκέψη ότι όλα αυτά οφείλονται στο ότι δεν έζησε όπως έπρεπε, αμέσως θυμόταν πόσο σωστή στάθηκε η ζωή του και απόδιωχνε ετούτη την παράξενη σκέψη.

Лев Николаевич Толстой, "Νουβέλες και Διηγήματα", Ροές 2006 (μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου, Σταυρούλα Αργυροπούλου, Ολέγ Τσυμπένκο)

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

όταν πάω να κλέψω

-Κι ένας άνθρωπος με το ταλέντο σας, κύριε, να είναι αναγκασμένος να κλέβει για να ζει!
-Ίσως γι' αυτό έχω κάποιο ταλέντο. Μέχρι τώρα οι συγγραφείς μας, όσοι έγιναν γνωστοί, ήταν άνθρωποι που τους πλήρωνε το κράτος ή η Εκκλησία, που ήθελαν να υπονομεύσουν. Εγώ, primo, παίζω τη ζωή μου κορώνα-γράμματα. Secundo, σκεφτείτε κυρία μου, τους στοχασμούς που φουρτουνιάζουν μέσα μου όταν πάω να κλέψω! κάνω σωστά; λέω στον εαυτό μου. Η θέση του ηγέτη προσφέρει υπηρεσίες που ν' αξίζουν πραγματικά εκατό φράγκα το μήνα; Έχω δυο πουκάμισα, το ρούχο που βλέπετε, κάτι παλιοάρματα, και είμαι σίγουρος πως θα τελειώσω στην κρεμάλα: τολμώ να πιστεύω πως είμαι ανιδιοτελής. Θα ήμουν ευτυχισμένος χωρίς αυτόν τον μοιραίο έρωτα που δεν μ' αφήνει να βρω παρά δυστυχία δίπλα στη μάνα των παιδιών μου. Η φτώχεια με βαραίνει γιατί είναι άσχημη: μου αρέσουν τα ωραία ρούχα, τα λευκά χέρια...
Και κοίταξε τα χέρια της δούκισσας έτσι που την κυρίευσε τρόμος.

Stendhal, "Το Μοναστήρι της Πάρμας", Εξάντας 1988 (μετάφραση Γιώργος Σπανός)

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

τότε θα ξέρω για τον καθένα περισσότερα

Καμιά φορά θέλω να μεταμορφωθώ σ’ ένα μικρό κομμάτι κιμωλίας. Τόσο μικρό, σχεδόν αόρατο. Να κάθομαι λευκή σαν φτερό γλάρου πάνω στον μαυροπίνακα. Κανείς να μη με σκέφτεται. Να νιώσω πως οι δακρυσμένες από την ταραχή παλάμες των παιδιών που εξετάζονται, με ποτίζουν και κάνουν την τρυφερή μου σκόνη ακόμα πιο πυκνή. Εγώ θα φιλάω τα ταραγμένα δάχτυλα και με χαρά θα δίνω τη ζεστή μου σάρκα σε διάφορα θεωρήματα. Θα μετράω ήσυχα τον παλμό του καθενός που με κρατά στο χέρι του. θα μαντεύω πάνω στις γραμμές και στις φλέβες της κάθε μιας παλάμης και θα αφήνω λευκή σκόνη σαν ζεστή άμμο. Θα ακούω στο διάλλειμα διάφορα κουτσομπολιά για το κορίτσι που ήμουν πριν, και σιωπηλά θα γελάω. Κι όταν η σύντομη λευκή ζωή μου λιώσει κάτω από το βρεγμένο σφουγγάρι, θα γίνω πάλι η ίδια. Τότε θα ξέρω για τον καθένα περισσότερα. Και μαντεύοντας τα χρώματα από τόσες ταραχές και γαλάζιους νεανικούς παλμούς, θα είμαι η πιο ευτυχισμένη.

Петя Дубарова, «Κείμενα ενός Κοριτσιού», Χαραμάδα 2008 (μετάφραση Μάια Γκιόλα-Γκράχοβσκα)

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

ένα μάτι

Στο βάθος στα μάτια του είχε ακόμα ένα μάτι, που κοίταγε προς τα μέσα, εκεί καρφωμένο, ποτέ νυσταγμένο.

Τάκης Σινόπουλος, "Νεκρόδειπνος", Ερμής 1991

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

ίσως αυτό να είναι αθανασία

Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και η θέα απλώνεται μαγευτική. Αφήνει πίσω της τα κτήρια και κάθεται σε μια πέτρα. Ο λόφος είναι το ιδανικό σημείο συγκέντρωσης, το μόνο μέρος για να νιώσει οικεία, να έχει την πλήρη εποπτεία του χώρου και να μπορέσει να κινηθεί με άνεση και ασφάλεια. Η τιμωρία, η κόλαση, ο παράδεισος, η μεταθανάτια ζωή δεν περιλαμβάνονταν ποτέ στον κώδικα των αξιών της. Αναρωτιέται αν τούτο εδώ συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους, αν είναι το καθαρτήριο. Απορρίπτει την ιδέα. Είναι εδώ γιατί άγγιξε το μενταγιόν, το μόνο πράγμα που έχει κάποιο νόημα να αποκτήσει κανείς σε όλη του τη ζήση. Δεν μετανιώνει που έφαγε την πατρογονική της περιουσία, που ταξίδεψε και αλήτεψε, ούτε που θα πέθαινε. Όχι, μετανιώνει για άλλα σημαντικότερα που με αυτό το κορμί και αυτή τη ζωή δεν μπορεί να διορθώσει. Τα περισσότερα από τα δικά της πρόσωπα έχουν από καιρό πεθάνει. Δεν θα την ένοιαζε διόλου να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή, αν δεν υπήρχαν ο Νίκος και η Λένα. Νιώθει τον πόθο για το κορμί της εγγόνας της να φουντώνει, είναι ίδιες, σα να βγήκε η μια από την άλλη, ίσως αυτή η ομοιότητα να έχει έναν σκοπό, ίσως αυτό να είναι Αθανασία.

Κατερίνα Μαλακατέ, "Κανείς δεν Θέλει να Πεθάνει", Ο Κήπος με τις Λέξεις 2013

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

κάτι το ασφαλές

Συνήθιζα να πηγαίνω στο εστιατόριο "Bob's Big Boy" σχεδόν κάθε μέρα από τα μέσα της δεκαετίας του '70 έως τις αρχές του '80. Έπαιρνα ένα μιλκσέικ, καθόμουν και σκεφτόμουν.
Υπάρχει κάτι το ασφαλές στο να συλλογίζεσαι μέσα σ' ένα εστιατόριο. Μπορείς να παραγγείλεις τον καφέ ή το μιλκσέικ σου, να χαθείς σε παράξενα σκοτεινά μέρη και να επιστρέφεις πάντα στην ασφάλεια του εστιατορίου.

David Lynch, "Κυνηγώντας το Μεγάλο Ψάρι", Πατάκης 2009

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

ούρλιαζαν πιο χρησμοδοτικά

Προχώρησα. Χωρίς ουρλιαχτά, σε μια μοιραία σιγή, έφτασε ένα κοπάδι κογιότ και περικύκλωνε τον μυστηριώδη βωμό. Πρόσεξα πως τα ερπετά, συγκεντρωμένα αναγύριζαν και στη βάση του βωμού των φιδιών, ένα σώμα αναδευόταν, το σώμα ενός άντρα. Ο κύριος Πέρχαπς βρισκόταν εκεί.
Πίσω από τον κορμό ενός δέντρου παρέμεινα σε μια φοβερή σιωπή. Πίστεψα ότι είχα μια παραίσθηση αλλά αυτό που στην πραγματικότητα συνέβαινε, ήταν εκείνος ο μεγάλος κλοιός που έκαναν αυτοί οι λύκοι της Αμερικής, αυτά τα κογιότ που ούρλιαζαν πιο χρησμοδοτικά από τους λύκους της Ευρώπης.
Την επόμενη μέρα, όταν φθάσαμε στον καταυλισμό, χρειάστηκε να καλέσουν τον γιατρό για μένα. Ρώτησα για τον πάτερ Ρεγκέρα.
"Ο στρατηγός Ρεγκέρα", μου είπε ο άνθρωπος που βρισκόταν κοντά μου, "είναι απασχολημένος αυτήν τη στιγμή. Του λείπουν τρεις για να τουφεκίσει".

Rubén Darío, "Φανταστικές Ιστορίες", Ερατώ 2013 (μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου, Βασίλης Λαλιώτης)

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

το πελώριο, γκρίζο θηρίο που λέγεται φεβρουάριος

Το πελώριο, γκρίζο θηρίο που λέγεται Φεβρουάριος είχε φάει τον Χάρβεϋ Σούικ ζωντανό. Νάτος σου λοιπόν, θαμμένος μέσα στην κοιλιά εκείνου του μήνα που σου πλάκωνε την ψυχή, να αναρωτιέται αν θα κατάφερνε ποτέ να ξεπεράσει τα παγερά δεινά που θα μεσολαβούσαν ως το Πάσχα.
Δεν πίστευε ότι είχε και πολλές πιθανότητες. Το πιο πιθανό ήταν πως, ώρα με την ώρα που σερνόταν μακριά, θα βαριόταν τόσο πολύ, που κάποια στιγμή απλώς θα ξεχνούσε να αναπνεύσει. Κι ίσως τότε κάποιοι να αναρωτιόνταν γιατί ένας τέτοιος εξαιρετικός νέος είχε σβήσει πάνω στο άνθος της νιότης του. Κι ο θάνατός του θα γινόταν μυστήριο ξακουστό, και δεν θα λυνόταν μέχρι που κάποιος ντετέκτιβ θα αποφάσιζε να αναπαραστήσει μια μέρα από τη ζωή του Χάρβεϋ.
Τότε, και μόνο τότε, θα αποκαλυπτόταν η φριχτή αλήθεια. Αρχικά ο ντετέκτιβ θα ακολουθούσε τη διαδρομή που έκανε κάθε πρωί ο Χάρβεϋ για το σχολείο του, και θα διέσχιζε τους μελαγχολικούς δρόμους. Έπειτα θα καθόταν στο θρανίο του Χάρβεϋ και θα άκουγε το αξιοθρήνητο μουρμουρητό του δασκάλου της Ιστορίας και του δασκάλου της Φυσικής, και θα αναρωτιόταν πώς κατάφερνε εκείνο το ηρωικό αγόρι να κρατάει τα μάτια του ανοιχτά. Και στο τέλος, καθώς η χαραμισμένη μέρα θα μαραινόταν στο σούρουπο, θα έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής. Και όταν θα πατούσε το πόδι του στο ίδιο κεφαλόσκαλο από το οποίο είχε αναχωρήσει εκείνο το πρωί, και πολλοί θα τον ρωτούσαν -γιατί είναι σίγουρο ότι θα τον ρωτούσαν- γιατί είχε πεθάνει μια τόσο γλυκιά ψυχούλα όπως ο Χάρβεϋ Σούικ, θα κουνούσε το κεφάλι του πάνω-κάτω και θα έλεγε:
"Είναι πολύ απλό".
"Σοβαρά;" θα έλεγε το περίεργο κοινό. "Πες μας, πες μας".
Και ο ντετέκτιβ θα τους έλεγε, σκουπίζοντας ένα δάκρυ:
"Τον Χάρβεϋ Σούικ τον έφαγε το πελώριο, γκρίζο θηρίο που το λένε Φεβρουάριο".

Clive Barker, "Ο Κλέφτης του Πάντοτε", Οξύ 2011 (μετάφραση Βασιλης Μπαμπουρης)

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ψάχνοντας για λυκάνθρωπους

Όταν φεύγει ο Τρεντ προσπαθώ να πάρω τον Τζούλιαν, αλλά δεν απαντάει κι αναρωτιέμαι πού μπορεί να 'ναι. Αφού κλείνω το τηλέφωνο είμαι τελείως βέβαιος ότι ακούω κάποιον να ξεφωνίζει στο διπλανό σπίτι, κάτω στο φαράγγι, και κλείνω το παράθυρό μου. Ακούω ακόμα το σκυλί που γαβγίζει από πίσω, ο σταθμός KROQ παίζει παλιά τραγούδια των Doors, το κανάλι δεκατρία παίζει τον "Πόλεμο των Κόσμων" και το γυρνάω να δω κάποιο θρησκευτικό πρόγραμμα όπου ο ιεροκήρυκας στριγκλίζει "Αφήστε τον Θεό να σας χρησιμοποιήσει, να σας χρησιμοποιήσει. Ο Θεός θέλει να σας χρησιμοποιήσει. Χαλαρώστε και αφήστε τον να σας χρησιμοποιήσει, να σας χρησιμοποιήσει". "Χαλαρώστε" απαγγέλει συνέχεια τραγουδιστά. "Να σας χρησιμοποιήσει, να σας χρησιμοποιήσει". Πίνω τζιν με λιωμένο πάγο στο κρεβάτι και φαντάζομαι ότι ακούω κάποιον που προσπαθεί να διαρρήξει το σπίτι. Ο Ντάνιελ όμως λέει στο τηλέφωνο ότι μάλλον είναι οι αδερφές μου που πάνε να πάρουν ένα ποτό. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω τον Ντάνιελ απόψε. Στις ειδήσεις ακούω ότι τέσσερα άτομα δάρθηκαν μέχρι θανάτου στους λόφους χτες βράδυ και μένω ξάγρυπνος όλη νύχτα σχεδόν, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, με το βλέμμα στυλωμένο στην πίσω αυλή, ψάχνοντας για λυκάνθρωπους.

Bret Easton Ellis, "Λιγότερο από το Μηδέν", Σέλας 1987 (μετάφραση Ιουλία Ραλλίδη)

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

κι έρχεται κι άλλος ήλιος

Όπου ξαφνικά θυμήθηκα την Υλαγιαλή. Όλο εκείνο το βράδυ δε μούχε ρθει στο μυαλό! Και ένα φως διαπέρασε σιγά-σιγά το σκοτάδι της ψυχής μου, μια αδύνατη αχτίδα ήλιος, που ήρθε και τη ζέστανε στοργικά. Κι έρχεται κι άλλος ήλιος, ένα μαλακό, λεπτό φως, σαν από μετάξι, που με χάιδεβε τόσο απαλά και μ' αποκοίμιζε. Κι ο ήλιος πληθαίνει ολοένα, ολοένα και δυναμώνει, μεγαλώνει, ανάβει φωτιά στα μηνίγγια μου, και ψήνει βαρύς και καφτερός σα μολύβι το ρουφηγμένο μου μυαλό. Και στο τέλος παίρνει φωτιά μπροστά στα μάτια μου ένα παράφορο καμίνι από φλόγες, ένας πυρπολημένος ουρανός και γη, άνθρωποι και ζώα από φωτιά, βουνά από φωτιά, σατανάδες από φωτιά, μια άβυσσο και μια έρημο, ένα σύμπαν μέσα στις φλόγες! Το τέλος ενού κόσμου μέσα σε φλόγες και σε καπνούς.
Και δεν είδα και δεν άκουσα πια τίποτα...

Knut Hamsun, "Η Πείνα", Δωρικός 1971 (μετάφραση Βασίλης Δασκαλάκης)

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

σταλμένα από καλούς βοηθητικούς φίλους

Υπήρχε κάτι το εριστικό στη φωνή της. Ήτανε σαν ένα φυτό την άνοιξη, που έχει τις ρίζες του σε βρώμικη γη, κ ' ένα λουλούδι, που γυρεύει τον καθαρό αέρα. Κοντά της ένιωθε πολύ καθαρά, πως όλες οι αλήθειες της ανατολικής μεριάς του βουνού, χάνανε το κύρος τους και πως άλλες, καινούριες αλήθειες παίρνανε τη θέση τους. Είχε φωτεινά μάτια, που όταν γύριζε προς το φως γιόμιζαν από κόκκινα και πράσινα στίγματα. Αν τα κοίταζες, όμως, από κοντά, έβλεπες πως δεν ήντουσαν ούτε κόκκινα μήτε πράσινα. Θα τα παρομοίαζες πιότερο με πυρωμένο σίδερο, κάτω από το φς της μέρας. Το χαμόγελο της απλωνότανε γύρω από το στόμα της κάπως απρόσωπο κι ωστόσο πολύ παράξενο, πράμα που μπορείς να συναντήσεις τόσο σε ανθρώπους όσο και σε ζώα, ακόμα και στον εαυτό σου: ένα χαμόγελο που δεν αφορά κανένανε. Φάνηκε και χάθηκε, στο πρόσωπο της, μέσα σε μια στιγμή, σα φύσημα του αέρα.
Έπαψε γρήγορα να μιλά μαζί του. Φαινότανε αφηρημένη, μουρμούριζε, μάλιστα, κ' ένα χορευτικό τραγούδι, κι αυτό κράτησε κάμποση ώρα. Στάθηκε πάλι στο παράθυρο και κοίταζε έξω, βαθιά βυθισμένη μέσα της. Μέσα της, χωρίς άλλο κατοικούσε κάποιο πνεύμα, που ένιωθε σπίτι του και σ' αυτόν και σ' έναν άλλον κόσμο. Όταν, ύστερα, ξαναστράφηκε προς το μέρος του, παράτησε το παράθυρο και δε σιγοτραγούδαγε πια, τον θυμήθηκε πάλι. Χαμογέλασε, πήγε κοντά του και του έσφιξε το χέρι, για να του δείξη, πως ήτανε εκεί.
-Πρέπει να 'μαστε ώριμοι, είπε, ψυχικά ώριμοι. Και πως είναι κανείς ψυχικά ώριμος; Το να είναι ευαίσθητος στα ρεύματα, που είναι παντού γύρω μας, σταλμένα από καλούς βοηθητικούς φίλους. Πρέπει ν' αγαπάμε ο ένας τον άλλο, σαν αόρατα όντα μέσα στο διάστημα. Ο Θεός είναι αγάπη. Πρέπει να προσεύχεσαι για την Ισλανδία.

Halldór Laxness, "Το Φως του Κόσμου", Δωδώνη 1978 (μετάφραση Άρης Δικταίος)

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

αν την ίδια στιγμή μια μύγα

Έπειτα, με διαδοχικά τσιμπολογήματα, φέρτε τα χείλη απ' το σβέρκο προς το σαγόνι, λίγο πιο κάτω απ' το αυτί. Φιλήστε αέρινα το λοβό. Μην ξεχαστείτε εκεί - επιστρέψτε πάραυτα στην τρυφερή απαλότητα του σαγονιού της. Από εκεί οι δρόμοι είναι ανοιχτοί και τα σκυλιά δεμένα. Διασχίστε με τα χείλη το απαλό, χνουδωτό μάγουλο (χνουδωτό;) ώσπου να φτάσετε στη γωνία των χειλών της. Θα καταλάβετε το πότε θα συμβεί και με κλειστά μάτια, γιατί ξαφνικά θα νιώσετε να σφίγγει τους ώμους. Ο λόγος γι' αυτό το σφίξιμο είναι πως τα χείλη αποτελούν μια απ' τις κύριες ερωτογενείς ζώνες του σώματος. Οι νευρικές απολήξεις τους είναι τόσο ευαίσθητες, ώστε και το παραμικρό οπτικό ερέθισμα στέλνει αμέσως ένα ευφρόσυνο μήνυμα στο νευρικό σύστημα, στους μυς και τους αδένες (γι' αυτό και τα φιλιά πρέπει να δίνονται πάντοτε σε εσωτερικό χώρο - αν την ίδια στιγμή μια μύγα έρθει και καθίσει στο ακρόχειλό της, η κοπέλα μπορεί να ερωτευτεί τη μύγα).

Hugh Morris, "Η Τέχνη του Φιλιού", Πατάκης 2006 (διασκευή Πέτρος Χατζόπουλος)

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

το δικαίωμα στην οργή

Σε συνθήκες όπου ο εκφοβισμός διαθέτει τα μέσα για να πραγματοποιηθεί, η απειλή απαιτεί κάτι παραπάνω από την απλή επίκληση αντιποίνων.
Ο καθένας έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κάθε αποτρεπτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένης της βίας, για να υπερασπιστεί τη ζωή ενάντια στις δυνάμεις που είναι αποφασισμένες να την καταστρέψουν. Το να ζητάς το θάνατο ενός τυρράνου -είτε πρόκειται για πολιτικό άνδρα, είτε για αφεντικό, ντόπιο βασανιστή, δολοφόνο που δρα επ' ονόματι του κράτους ή επ' ονόματι ιδιωτών- αντί να πολεμάς το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που παράγει τέτοιους αχρείους, μαρτυρεί ασφαλώς, τόσο από ανθρωπιστική άποψη όσο και από τη σκοπιά της αποτελεσματικότητας, διπλή ασυνέπεια, αλλά δεν επισύρει ποινική καταδίκη. Το να αναθεματίζεις ένα δήμιο, έναν εκμεταλλευτή, ένα μαφιόζο συνδέεται με το δικαίωμα στην οργή, όσο προσβλητική ή ίσως αδικαιολόγητη κι αν είναι.

Raoul Vaneigem, "Τίποτα Δεν Είναι Ιερό, Όλα Μπορούν Να Λεχθούν", Σαββάλας 2000 (μετάφραση Αναστασία Καραστάση)

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

κι ακόμη διψούσαν

Το κορίτσι στεκόταν ακριβώς απέναντί μου. Μου φάνηκε όμως ότι δεν έβλεπε τίποτε γύρω του. Κοίταζε μπροστά του χωρίς να βλέπει τίποτα. Στις άκρες των χειλιών του είχε παγώσει ένα φοβισμένο, γοητευτικό χαμόγελο, λες και σκεφτόταν κάποιον που ήταν απών.
Και ξαφνικά, μέσα από τον φεγγίτη, είδα εκείνα τα φοβερά, γοητευτικά μάτια, που έμοιαζαν να ρίχνουν επικριτικά βλέμματα σε όποιον κοίταζε το κορίτσι, μάτια ανήσυχα, γεμάτα απορία, απειλητικά, μάτια που υπόσχονταν, που τρόμαζαν και ταυτόχρονα μαγνήτιζαν. Και η φωτεινή αχτίδα της ζωής μου έπεσε σ' εκείνα τα λαμπερά, εκφραστικά, μαγικά βάθη και χάθηκε στην άβυσσό τους. Αυτός ο μαγικό καθρέφτης τράβηξε χωρίς αντίσταση την ύπαρξή μου μες στη γοητεία του. Τούτα τα σκιστά τουρκμένικα μάτια σκορπούσαν μια υπερφυσική ακτινοβολία, που με φόβιζε και με μεθούσε. Το κορίτσι έμοιαζε να έχει στραμμένα αυτά τα μάτια προς ένα μακρινό, γεμάτο φόβο τοπίο, ένα τοπίο που δεν μπορούσε να δει κανείς. Είχε ψηλά ζυγωματικά, φαρδύ μέτωπο, λεπτά και σμιχτά φρύδια, και μισάνοιχτα σαρκώδη χείλη, που έδιναν την εντύπωση πως μόλις χώρισαν από ένα μακρύ παθιασμένο φιλί κι ακόμη διψούσαν. Τα ακάλυπτα, μαύρα, ατημέλητα μαλλιά του πλαισίωναν το χλωμό σαν φεγγάρι πρόσωπό του, ενώ ένα τσουλούφι ξέφευγε και έπεφτε στον κρόταφό του. Η απαλότητα των μελών του, η ελαφράδα και η χαλαρότητα των κινήσεών του μαρτυρούσαν πόσο εύθραυστο ήταν, έτοιμο να σπάσει. Οι αρμονικές κινήσεις του κοριτσιού θύμιζαν μπαγιαντέρα, Ινδή χορεύτρια ναού.

صادق هدایت, "Η Τυφλή Κουκουβάγια", Τόπος 2009 (μετάφραση Φωτεινή Σιδηροπούλου)

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

κυνηγοί ονείρων

Κυνηγοί Ονείρων: Αίρεση χαζάρων ιερωμένων που προστάτιδά του ήταν η πριγκίπισσα Ατέχ. Είχαν την ικανότητα να διαβάζουν τα ξένα όνειρα, να κατοικούν μέσα τους, όπως στο σπίτι τους, και να κυνηγούν ορμώντας μέσα απ' αυτά το αγρίμι που τους υπέδειξαν - άνθρωπο, πράγμα ή ζώο. Η παρατήρηση ενός από τους πιο ηλικιωμένους κυνηγούς ονείρων έχει διαφυλαχθεί και λέει: "Στο όνειρο νιώθουμε όπως στο ψάρι στο νερό. Κατά καιρούς αναδυόμαστε από το όνειρο, ρίχνουμε μια ματιά στον κόσμο στην ακτή, αλλά ξανά βυθιζόμαστε βιαστικά και με απληστία, επειδή νιώθουμε καλά μόνο στα βάθη. Σ' αυτές τις σύντομες αναδύσεις μας στη στεριά παρατηρούμε ένα παράξενο πλάσμα, πιο οκνηρό από μας, συνηθισμένο να αναπνέει με διαφορετικό τρόπο από μας και κολλημένο με όλο του το βάρος στη στεριά του, αλλά επίσης στερημένο από τις ηδονές μέσα στις οποίες εμείς ζούμε όπως στο ίδιο μας το σώμα. Γιατί εδώ κάτω η ηδονή και το σώμα είναι αξεχώριστα και είναι ένα και το αυτό. Αυτό το πλάσμα έξω, αυτό είμαστε επίσης εμείς, αλλά εμείς σ' ένα εκατομμύριο χρόνια και ανάμεσα σε μας και αυτό, πέρα από τα χρόνια υπάρχει και η φοβερή ατυχία που γκρεμίστηκε πάνω σ' αυτό το πλάσμα έξω, αφού διαχώρισε το σώμα από την ηδονή..."
Ένας από τους πιο φημισμένους αναγνώστες ονείρων, σύμφωνα με την παράδοση, ονομαζόταν Μοκαντάσα αλ-Σαφέρ. Εκείνος κατάφερε να διεισδύσει βαθύτερα στο μυστικό, πέτυχε να δαμάσει τα ψάρια σε ξένα όνειρα, να ανοίξει την πόρτα σε όνειρα άλλων, να καταδυθεί στα όνειρα βαθύτερα από οποιονδήποτε, πριν από εκείνον, μέχρι τον Θεό, γιατί στο βυθό κάθε ονείρου κείται ο Θεός.

Милорад Павић, "Το Λεξικό των Χαζάρων", Καστανιώτης 2003 (μετάφραση Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης)