Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

με το τόξο του κέρδιζε πολέμους

Ο κριτικός Έντμουντ Ουίλσον δανείστηκε μια αρχαία εικόνα για να περιγράψει τον ποιητή. Μοιάζει, λέει ο Ουίλσον με τον Φιλοκτήτη στην Ιλιάδα. Ο Φιλοκτήτης ήταν ο καλύτερος τοξότης στον κόσμο. Με το τόξο του κέρδιζε πολέμους. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για τους Έλληνες που πολιορκούσαν την Τροία. Χρειάζονταν τον Φιλοκτήτη. Αλλά το είχαν εξορίσει σε ένα νησί. Γιατί; Διότι είχε μια πληγή που βρομούσε τόσο πολύ, ώστε κανείς δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Ο Οδυσσέας ανέλαβε να τον φέρει στην πολιορκημένη Τροία. Αν όμως οι Έλληνες ήθελαν το τόξο, έπρεπε να υπομείνουν και τη δυσωδία. Αυτό, πιστεύει ο Ουίλσον είναι η εικόνα του ποιητή - είναι απαραίτητος, αλλά δεν μπορεί να ζει κανείς μαζί του.

John Sutherland, "Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας", Πατάκης 2014 (μετάφραση Γιώργος Λαμπράκος)

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

η δύναμη που μέσα απ'το πράσινο φιτίλι το άνθος οδηγεί

Η δύναμη που μέσα απ'το φιτίλι το άνθος οδηγεί
Οδηγεί την πράσινη ηλικία μου, τις ρίζες των δέντρων ταράζει,
Είναι ο καταστροφέας μου.
Και δεν έχω φωνή για να ομολογήσω στο τσακισμένο ρόδο
Πως από τον ίδιο χειμέριο πυρετό λυγίσανε τα νάτια μου.

Η δύναμη που το νερό οδηγεί ανάμεσα από τα βράχια
Οδηγεί το κόκκινο αίμα μου, στεγνώνει τα στόμια των πηγών
Κερώνει το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή για να ιστορήσω στις φλέβες μου
Πως από την πηγή του βουνού το ίδιο στόμα ρουφά.

Το χέρι που στη στέρνα περιστρέφει το νερό
Ταράζει και τη σύρτη, δένει τον άνεμο ενώ φυσά
Ορτσάρει τα άρνενά μου.
Και δεν έχω φωνή να πω στον κρεμασμένο
Πως από τον πηλό μου έγινε του δήμιου ο ασβέστης.

Κολλούν σα βδέλλα στην πηγή τα χείλη του χρόνου
Η αγάπη στάζει και μαζεύεται όμως το χυμένο αίμα
Θα απαλύνει τις πληγές της.
Και δεν έχω φωνή να πω στον άνεμο μιας εποχής
Πως έχει ο χρόνος χαράξει έναν πυρανό γύρω απ' τ' αστέρια.

Και δεν έχω φωνή να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου το ίδιο έρχεται κυρτό σκουλήκι.

Dylan Thomas, "Ποιήματα", Βιβλιοβάρδια 2008 (μετάφραση Μαρία Αρχιμανδρίτου)

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

έγινε ησυχία, ο μαέστρος ξερόβηξε

Σαν να έσφιγγα ένα κομμάτι σαπούνι, ανοίγω την παλάμη και από μέσα της ξεχύνεται ένα γαλαζωπό φως. Το χέρι μου λούζεται από τους φανοστάτες μιας άλλης εποχής. Η λάμψη τους ζωγραφίζει μπροστά μου τη μορφή του Έντι. Έχει το ένα χέρι στην τσόχα και με το άλλο πιάνει την άσπρη μπάλα, έτοιμος να δοκιμάσει μια δύσκολη στεκιά. Τον ζωγραφίζει ακόμα σκυμμένο σε ένα διαγώνισμα Μαθηματικών, να σκεπάζει το μολύβι του για να κρύψει τις απαντήσεις. Στο γαλάζιο φως, τη μια βλέπω το χέρι του να γραπώνει ένα βέλος και την άλλη να ξεβιδώνει ένα μπουλόνι, όμως το πρόσωπό του παραμένει θαμπό.
Πριν από χρόνια, την Ημέρα των Πεσόντων, ο πατέρας μου και άλλοι βετεράνοι παρήλαυναν φορώντας τα στρατιωτικά τους χιτώνια. Εγώ έπαιζα στην μπάντα. Διασχίσαμε συντεταγμένοι το χωριό και φτάσαμε στο νεκροταφείο. Έβρεχε. Απ' τη θέση μου χάζευα τους οπλίτες που εκτελούσαν τα παραγγέλματα αγέρωχοι και καμαρωτοί. Τα διαστήματα ανάμεσα στις βολές ήταν χρονομετρημένα στην εντέλεια. Τέσσερις φορές άστραψαν τα όπλα τους και άλλες τόσες αντήχησε ο ουρανός. Η βροχή μύριζε απ' την αψάδα των πυρών και απ' το νοτισμένο μαλλί των στολών μας. Έγινε ησυχία, ο μαέστρος ξερόβηξε. Έκανα ένα βήμα μπροστά και άρχισα να παίζω -κάπως παράφωνα, είν' η αλήθεια- κι ένα παιδί απ' τον απέναντι λόφο απάντησε στα σαλπίσματά μου. Τέλειωσα πρώτος και κατέβασα τη σάλπιγγα. Μόλις έσβησε στην ομίχλη η τελευταία νότα, ένιωσα ένα ξαφνικό τίναγμα και -μα τον Θεό- άκουσα τα ακρωτηριασμένα χέρια του Έντι να χτυπούν μέσ' από το φέρετρο για να πάψουμε.

Breece D'J Pancake, "Τριλοβίτες", Μεταίχμιο 2015 (μετάφραση Γιάννης Παλαβός)

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

δεν με προσέχουν·

Οι θόρυβοι δυναμώνουν· πλατεία Κλισύ· ας βιαστούμε· αδιάκοπα, μακριοί θλιμμένοι τοίχοι· μια πιο παχιά σκιά στην άσφαλτο· και τώρα κάτι κοπέλες, τρεις κοπέλες που κουβεντιάζουν· δεν με προσέχουν· η μία, πολύ νέα, εύθραυστη, με μάτια που κοιτούν χωρίς ντροπή, και τι χείλη! σ' ένα δωμάτιο γυμνό, σκοτεινό, ψηλοτάβανο, γυμνό και γκρίζο, κάτω από το φως των κεριών, μέσα στον λήθαργο που προκαλεί ο θόρυβος από τους κατάμεστους δρόμους· ναι, σ' ένα ψηλοτάβανο, στενό δωμάτιο, με ένα φτηνοκρέβατο, μια καρέκλα, ένα τραπέζι και γκρίζους τοίχους, θα γονατίσει, αυτό το αγριμάκι, στο κρεβάτι, και θα ανεβοκατεβαίνουν τα ακόλαστα χείλη της καθώς θα βογγά και θα λαχανιάζει... Νάτη, αυτή η κοπέλα· κουβεντιάζει· και οι τρεις στο πεζοδρόμιο, αγνοώντας τους διαβάτες· όσο για μένα, αύριο έχω μάθημα στη βαρετή σχολή, και σε τρεις μήνες εξετάσεις· θα πετύχω· αντίο, τότε, καθημερινή ανεμελιά, θα πρέπει να βρω δουλειά· τέλος πάντων· τώρα, κορίτσια παντού· το καφέ· κάτι νεαροί μπαίνουν μέσα· ένας κύριος που μοιάζει στον ράφτη μου· αν συναντούσα έναν φίλο· βέβαια, είναι καλύτερα να είσαι μόνος ένα τέτοιο όμορφο βράδυ, να περπατάς ελεύθερα και άσκοπα στους δρόμους· η σκιά από τις φυλλωσιές κυματίζει πάνω στην άσφαλτο, ένα σύντομο, δροσερό αεράκι, τα πολύ στεγνά και λευκά πεζοδρόμια λάμπουν· εκεί, μια παρέα από στητά, πολύ ψηλά και αδύνατα κορίτσια, με γοητευτικούς τρόπους· εκεί, κάτι παιδιά· οι προσόψεις τρεμοφέγγουν· το φεγγάρι χάθηκε· ολόγυρα ένα θρόισμα· τι; ήχοι συγκεχυμένοι, διάσπαρτοι, ενωμένοι, ένα θρόισμα... μπράβο, Απρίλη! ω! τι όμορφο, το όμορφο βράδυ, έτσι ελεύθερο, δίχως σκέψεις, έτσι πολύ μοναχικό βράδυ.

Eduard Dujardin, "Έδρεψε Δάφνες", Νησίδες 2001 (μετάφραση Μιχάλης Αρβανίτης)