Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

αγγίζω το στόμα σου

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του στόματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου. Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή. Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μ’ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω ν’ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.

Julio Cortázar, "Το Κουτσό", Εξάντας 1988 (μετάφραση Κώστας Κουντούρης)

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

να μη γίνουν τα μάτια μας σαν του φιδιού

Καθώς ο Πρόεδρος μιλούσε, ο Ντικ αντίκρισε το πρόσωπό του ανάμεσα στα κοκορόφτερα των Ιταλών στρατηγών. Ήταν ένα πρόσωπο γκρίζο, παγωμένο, πέτρινο, χαραγμένο που έδειχνε μακρύ κάτω απ' το ψηλό καπέλο. Το μικρό του χαμόγελο φαινόταν σαν να το 'χαν ζωγραφίσει εκ των υστέρων. Ο όμιλος των επισήμων απομακρύνθηκε και σε λίγο δεν ακουγόταν πια. Εκείνο τ' απόγευμα στις πέντε, όταν συνάντησε την Αν Ελίζαμπεθ στο διαμέρισμα του Εντ, της τα διηγήθηκε όλα για τους επισήμους και τις ομιλίες, της είπε ότι ο Πρόεδρος στο ρωμαϊκό Φόρουμ έμοιαζε με τη λύκαινα που βύζαιναν ο Ρώμος και ο Ρωμύλος. "Τρομακτικό πρόσωπο, σαν ερπετό ή σαν αυτές τις φάτσες των Ρωμαίων πολιτικών που συναντάς στους τάφους της Αππίας οδού... Ξέρεις τι είμαστε, Αν Ελίζαμπεθ; Είμαστε οι Ρωμαίοι του Εικοστού Αιώνα, και γω που ήθελα να είμαι Έλληνας".
Η Αν Ελίζαμπεθ που ήταν θαυμάστρια του Γουίλσον, ενοχλήθηκε στην αρχή με τα λόγια του. Ήταν εκνευρισμένος κι είχε έξαψη και μίλαγε συνέχεια. Γι' αυτό και δεν κράτησε την υπόσχεσή της και ήπιε μαζί του ένα ζεστό ρούμι μιας και το δωμάτιο ήταν παγωμένο. Στο φως του δρόμου, γύρω από την Πιάτσα ντι Σπάνια, βλέπανε τα πλήθη που περνούσαν συνέχεια μέσα στο σκοτάδι.
"Είναι τρομερό να το σκεφτείς, Αν Ελίζαμπεθ. Δεν μπορείς να φανταστείς τα αισθήματα του κόσμου... Αγρότες προσεύχονται γι' αυτόν μέσα στις καλύβες τους... δεν ξέρουμε τίποτα και τους πατάμε κάτω... είναι η λεηλασία της Κορίνθου... νομίζουν ότι θα τους δώσει ειρήνη, ότι θα δώσει μια ζωή όπως ήταν αυτή πριν από τον πόλεμο. Αρρωσταίνεις αν ακούσεις όλους τους λόγους... Χριστέ μου, ας μείνουμε όσο μπορούμε πιο ανθρώπινοι... να μη γίνουν τα μάτια μας σαν του φιδιού ούτε και τα πρόσωπά μας πέτρινα και να μη γίνει το αίμα μας μελάνι... Δε θέλω να γίνω Ρωμαίος".
"Καταλαβαίνω τι εννοείς", είπε η Αν Ελίζαμπεθ, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του. "Είσαι καλλιτέχνης, Ντικ, και σ' αγαπώ πολύ... είσαι ο ποιητής μου, Ντικ".
"Στο διάολο να πάνε όλα", είπε ο Ντικ, ρίχνοντας τα μπράτσα του γύρω απ' το λαιμό της.

John Dos Passos, "1919", Οδυσσέας 1982 (μετάφραση Τάσος Δενέγρης)

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

η πολιτεία πρέπει να κουρσευτεί

-Η πολιτεία πρέπει να κουρσευτεί, έλεγε και ξανάλεγε μέσα του. Έφτασαν στην όχθη του ποταμού και διάσχισαν την κοίτη του με το χαμηλωμένο απ' το καλοκαίρι νερό, πηδώντας, παραπατώντας και γλιστρώντας πάνω στα κόκκινα, άσπρα και γκρίζα σαν την άσφαλτο βράχια που την έσπερναν. Βγήκαν αντίπερα και ξανάρχισαν να περπατούν στην ξερή και ζεστή λάσπη. Τέλος έφτασαν στον τάφο του παππού του Χανουμάνθ και ορθοί μες στα ψηλωμένα στάχυα άφησαν τη ματιά τους να πλανηθεί ολόγυρα.
-Πού είναι αυτός που ήθελε να 'ρθω εδώ; είπε εκείνη παίζοντας με τα δάχτυλά της ένα μακρύ και χρυσό στάχυ.
-Εγώ είμαι που σε θέλω, αναθεματισμένη, ζαχαροκαλαμένια, ζαχαρομούνα. Εγώ χρυσόκωλη ψηλομύτα.
-Παλάβωσες, τιποτένιε γιε τιποτένιας πουτάνας; Ούτε να μ' αγγίξεις δεν έχεις το δικαίωμα.
-Μα τον πούτσο μου, τώρα θα δεις!
Και λέγοντας αυτά της ρίχτηκε με μανία, την αναποδογύρισε πάνω στα χρυσά στάχυα και ξεσκίζοντας το σάρι της βάλθηκε να της τραβά και να της ξεριζώνει τα κουμπιά της μπλούζας της. Η γυναίκα, αντιπαλεύοντάς τον μ' όλη της τη δύναμη, πάσκισε να τον πετάξει από πάνω της αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να ξανάψει τον πόθο του και τη σεξουαλική του ορμή που η παραμονή του τόσους μήνες στους ξερούς λόφους του Βικαραμπάντ την είχε πολλαπλασιάσει σ' αφάνταστο βαθμό. 

Venkatesh Kulkarni, "Γυμνός στο Ντεκάν", Ροές 1985 (μετάφραση Β. Κατσάνης)

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

να μάθουμε να οπτικοποιούμε και τις υπόλοιπες αισθήσεις μας

Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Ο κινηματογράφος μάς δίνει τη δυνατότητα να μπούμε στο μυαλό και στην καρδιά των χαρακτήρων, "μεγαλώνοντας" τις ιδιαίτερες στιγμές τους. Έτσι γινόμαστε μάρτυρες στιγμών που δείχνουν κάτι, το οποίο πολύ συχνά ούτε οι ίδιοι οι χαρακτήρες δε γνωρίζουν. Αυτή είναι η τέχνη του γκροπλάν, την οποία ο Αϊζενστάιν θεωρούσε ως τη μόνη και πραγματική ουσία του κινηματογράφου.
Το γκροπλάν είναι η ενσωμάτωση του συναισθήματος και ως εκ τούτου αποτελεί σεναριακό στοιχείο. Ο σεναριογράφος το επινοεί και το καταγράφει: Το γκροπλάν ενός χεριού που γίνεται γροθιά, οι σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπο, ένα χέρι που σφίγγει ένα άλλο. Σύμφωνα με τους ερευνητές το μυαλό μας μπορεί να υποστηρίζει είτε την οπτική (visual thinking), είτε τη γενική σκέψη (conceptual thinking). Οι επιστήμονες έχουν μάλιστα υπολογίσει ότι ένας στους έξι ανθρώπους ανήκει στον τύπο που ονομάζουμε "conceptuaiser". Οι υπόλοιποι είναι "visualisers". Είναι μάλιστα εξαιρετικά πιθανό στους καλλιτέχνες το ποσοστό αυτό να είναι μικρότερο.
Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις - όχι όμως απαραίτητα κάθε εικόνα. Για να μπορέσουμε λοιπόν να γράψουμε σε εικόνες και μάλιστα σε εικόνες που να "αξίζουν", πρέπει να μάθουμε να εξασκούμε την οπτική μας σκέψη.
Συνήθως οι "visualisers", όταν περιγράφουν για παράδειγμα ένα δωμάτιο, κινούν τα μάτια τους σε διάφορες κατευθύνσεις, σαν να βλέπουν κάθε αντικείμενο καθώς το περιγράφουν. Αντίθετα, οι "conceptualisers" κοιτάζουν προς μία μόνο κατεύθυνση, σαν να διαβάζουν από μια λίστα.
Πώς μπορούμε όμως να αναπτύξουμε την οπτική μας σκέψη, να γίνουμε "visualisers"; Αν σταθεροποιήσουμε το βλέμμα μας σε ένα αντικείμενο και στρέψουμε την ίδια στιγμή την προσοχή μας σε ένα άλλο στην περιφέρεια του πεδίου όρασής μας, παρόλο που έχουμε την αίσθηση ότι μπορούμε να δούμε αυτό στο οποίο στρέψαμε την προσοχή μας, στην πραγματικότητα το μυαλό μας "πλάθει" το αντικείμενο βασισμένο σε σχετικά ελάχιστες πληροφορίες. Θα καταλάβουμε τη διαφορά και θα συνειδητοποιήσουμε τον τρόπο με τον οποίο συνήθως "βλέπουμε", αν κοιτάξουμε τώρα απευθείας το ίδιο αντικείμενο.
Καθώς στην οπτικοακουστική αφήγηση όλα γίνονται εικόνα και ήχος, πρέπει τέλος να μάθουμε να οπτικοποιούμε και τις υπόλοιπες αισθήσεις μας.

Χριστίνα Kallas-Καλογεροπούλου, "Σενάριο, Η Τέχνη της Επινόησης στον Κινηματογράφο", Νεφέλη 2006

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

πού του νοός ο μαζωμός;

Κανόνας πού; Μετάνοιες πού; Πού πλέον κομποσχοίνι;
Πού στεναγμοί και δάκρυα και καρδιακή οδύνη;
Πού αρετή; Πού η χρυσή εκείνη ησυχία;
Πού έρημος και μοναξιά; Όλα τα εναντία.
Πού η σαράντα ημερών Αγία Κοινωνία;
Πού η συχνή ξαγόρευσις; Όλα τα εναντία.
Πού η μελέτη των Γραφών, ανάγνωσις η θεία;
Πού Θηκαράς ψυχωφελής; Όλα τα εναντία.
Πού του νοός ο μαζωμός και προσοχή βαθεία;
Πού ο της γλώσσης χαλινός; Όλα τα εναντία.
Πού η νηστεία η καλή, παθών η θεραπεία;
Πού των ματιών η συστολή; Όλα τα εναντία.
Πού καθαρότης της ψυχής, και η αμεριμνησία;
Πού της καρδίας συντριβή; Όλα τα εναντία.
Πού η ακτημοσύνη τε και η χαμαικοιτία;
Πού προσευχή η νοερά; Όλα τα εναντία.
Πού σιωπή η θαυμαστή; Πού η συνομιλία;
Πνευματικών και Ασκητών; Όλα τα εναντία.
Πού η αγάπη του Θεού; Πού θεία θεωρία;
Πού άσκησις; Πού προκοπή; Όλα τα εναντία.
Πού του θανάτου θύμησις, η της ζωής αιτία;
Πού μνήμη της Κολάσεως; Όλα τα εναντία.
Πού κρίσης, ανταπόδοσις η φοβερά και θεία;
Πού των καλών ο στοχασμός; Όλα τα εναντία.
Πού Άγιοι; Πού Άγγελοι; Πού η Αθανασία;
Πού Βασιλεία Ουρανών; Όλα τα εναντία.

Καισάριος Δαπόντες, "Κήπος Χαρίτων", Ερμής 1995

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

άλλοτε, προκαλούσε τον άνεμο, τον κεραυνό, τις επαναστάσεις

Ο ρασοφόρος κάθισε κοντά τους, κι ο Πεκυσέ μπήκε στο θέμα του χριστιανισμού.
-Καμιά θρησκεία δε στερέωσε τόσο καλά αυτήν την αλήθεια: "Η φύση δεν είναι παρά μια στιγμή της ιδέας!"
-Μια στιγμή της ιδέας! μουρμούρισε αποσβολωμένος ο ιερωμένος.
-Μα ναι! Ο Θεός παίρνοντας ένα ορατό περίβλημα, έδειξε την ομοούσια ένωσή του μ' αυτήν.
-Με τη φύση; Ω! ω!
-Με το θάνατό του, έδωσε μαρτυρία της ουσίας του θανάτου. Άρα, ο θάνατος υπήρχε μέσα του, αποτελούσε, αποτελεί μέρος του Θεού. Ο άνθρωπος της εκκλησίας κατσούφιασε.
-Όχι βλαστημίες! Ο Χριστός υπόμεινε το μαρτύριο για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.
-Πλάνη! Θεωρούν το θάνατο ως προς το άτομο, όπου ασφαλώς είναι ένα κακό, όμως σε σχέση με τα πράγματα είναι διαφορετικό. Μη διαχωρίζετε το πνεύμα από την ύλη!
-Ωστόσο, κύριε, πριν απ' τη δημιουργία...
-Δεν υπήρξε δημιουργία. Πάντα υπήρχε. Διαφορετικά θα ήταν ένα καινούριο ον που θα ερχόταν να προστεθεί στη θεϊκή σκέψη, πράγμα παράλογο.
Ο εφημέριος σηκώθηκε, έπρεπε κάπου να πάει.
-Είμαι ευχαριστημένος που του τις έβρεξα! είπε ο Πεκυσέ. Δυο λόγια ακόμα! Αφού η ύπαρξη του κόσμου δεν είναι παρά ένα αέναο πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο, κι από το θάνατο στη ζωή, αντί όλα αυτά να υπάρχουν, δεν υπάρχει τίποτα. Όλα είναι εν τω γίγνεσθαι, καταλαβαίνεις;
-Ναι, καταλαβαίνω, ή μάλλον όχι!
Ο ιδεαλισμός, τελικά, εξαγρίωνε τον Μπουβάρ.
-Δεν τον αντέχω άλλο. Το περίφημο cogito μου δίνει στα νεύρα. Παίρνουν τις ιδέες των πραγμάτων για τα ίδια τα πράγματα. Εξηγούν αυτό που ελάχιστα καταλαβαίνουν, με λέξεις που δεν καταλαβαίνουν καθόλου! Ουσία, έκταση, δύναμη, ύλη και ψυχή. Όλα αυτά, αφαιρετικές έννοιες, φαντασίες! Όσο για το Θεό, αδύνατο να ξέρεις πώς είναι, αν μάλιστα υπάρχει! Άλλοτε, προκαλούσε τον άνεμο, τον κεραυνό, τις επαναστάσεις. Τώρα περιορίζεται. Άλλωστε, δε βλέπω τη χρησιμότητά του.
-Κι η ηθική, μέσα σ' όλ' αυτά;
-Α! Τόσο το χειρότερο.

Gustave Flaubert, "Μπουβάρ και Πεκυσέ", Ηριδανός 1982 (μετάφραση Αντώνης Μοσχοβάκης)

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

ένα μικρό κομματάκι

Τρώω ένα μικρό κομματάκι πανσελήνου για να τρελαθώ από τη γεύση της και σε μέρος άγνωστο να βρεθώ, με θεριακλήδες που πίνουν, μουσικούς που τραγουδούν ασταμάτητα και γυναίκες που παίζουν άπληστα.

Γιάνης Πάσχος, "Μια Νυξ δι' εν Έτος", Μελάνι 2009

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

γέλασε ο σατανάς

Σκύλιασε ο διοικητής. Πήδησε με τ’ άλογό του το χαντάκι που μας χώριζε κι ήρθε κοντά μας.
«Oυλέν γκιαούρηδες βλέπετε πως σκοτωνόσαστε γιαμπανά; Nα το ξέρετε. Kανείς δε θα προφτάσει να πάει ως το γκιόλι! Aν είναι κανένας που θέλει να πεθάνει ας έρθει εδώ. Θα τον αφήσω να πιει νερό κι απέ θα τον σκοτώσω με το χέρι μου». Γέλασε ο σατανάς. Ήτανε βέβαιος πως κανείς δεν θα τ’ αποφάσιζε. Σκύλιασε σαν είδε τον πρώτο, ένας μεσόκοπος, με κρεμασμένα τα χέρια πήγε κοντά του. 
«Bαλλαά;» ρώτησε.
«Mπιλλαά», του ’πε και του ’δειξε το νερό.
Kίνησε αποφασιστικά. Πέρασε το χαντάκι, το δρόμο κι έφτασε στο γκιόλι. Mπήκε ως τα γόνατα μες στο νερό, παραμέρισε με τα χέρια του τα γράμπανα κι άρχισε να πίνει.
Tρεις φορές πήρε ανάσα. Kαι κείνος τον περίμενε. Kαι σαν τον είδε πως ετοιμάστηκε να βγει, πήρε το τουφέκι από το διπλανό του στρατιώτη, σκόπευσε και μόλις πάτησε όξω, πυροβόλησε. Έπιασε ο όμηρος με τα δυο χέρια του το στήθος του και ξαπλώθηκε μισός μες στο νερό και μισός έξω.
Δεν το περιμέναμε. Tο μίσος του όμως για τους «γκιαούρηδες» του ’σβηνε κάθε ανθρωπιά. Γέλασε πάλι. Nόμισε πως αυτή τη φορά είχε τσακίσει το ηθικό του κοπαδιού. Kρατούσε το τουφέκι που κάπνιζε ακόμα και ξαναφώναξε: «Ποιος άλλος θέλει να πιει νερό; Άντε ουλέν». Ήτανε βέβαιος πια πως κανείς δε θα τολμήσει.
Ένας άλλος νέος βγήκε στο δρόμο. Δεν πήγε κοντά του. Tου ’κανε νόημα πως συμφωνεί με τον όρο και τράβηξε για το νερό. Ήπιε κι αυτός και με τον ίδιο τρόπο ξαπλώθηκε μες στα καλάμια.
Γύρισε να μας πει: Mπασκά; (άλλος;) μα είδε πως τον περιμένανε τρεις! Άφρισε. «Mπιρέ μπιρέ» (ένας ένας), φώναξε. Kι αυτούς το μάουζερ τους ξάπλωσε στα καλάμια. Kαι σαν είδε πως η σειρά μεγάλωνε έγινε άσπρος. «Γιετέρ γκαρί», φώναξε (φτάνει πια). «Kάλι, γιουρού», κι η φάλαγα κίνησε για την Mαγνησιά.
Στο δρόμο μακαρίζαμε αυτούς που ’χανε μείνει ξαπλωμένοι ξεδιψασμένοι μες στα καλάμια. Eίχανε πιει νερό… Εμάς το μαρτύριό μας πότε θα τέλειωνε;
Ένας φόβος μάς βασάνιζε πως αν πεθάνουμε διψασμένοι το μαρτύριο της δίψας θα συνεχιστεί και μετά το θάνατο.

Έλλη Παπαδημητρίου, «O Κοινός Λόγος», Ερμής 2003

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

το βόλι

Όταν σε βλέπει
καρδιά του λες θα σπάσεις:
δεν ξέρει ακόμη...

Το μικρό πουλί
ρίχνει πίσω το βόλι
στον κυνηγό του.

Το μικρό πουλί
στου κυνηγού την καρδιά
γυρνά το βόλι.

Δ. Ι. Αντωνίου, "Χάι-Κάι και Τάνκα", Ερμής 1972

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

δεν έπρεπε να με σκοτώσετε γι’ αφτό!

Την ίδια γνώμη την είπα κι αλλιώς: «Ουδείς εκών κακός». Αφτό θα πει: μην τιμωρείτε τους αδικητάδες, γατί θαν τους… αδικήσετε. Είναι αθώοι! Δεν ξέρουν ότι κάνουνε κακό! Υπομονή! Άμα τους διδάξουμε τι ναι καλό και κακό, θα λείψουν από τον κόσμο κάκητα κι αδικεμός και θα βασιλέψ’ η καλοσύνη… Χρειάζονται σκολειά. Και τα σκολειά θαν τα χτίζουν οι αδικητάδες. Ξέρετε γιατί; Καλό και δίκιο και χρέος είναι η σακούλα τους. Θα μαθαίνουνε λοιπόν οι ίδιοι στα παιδιά του λαού να μην αντιστέκονται στην αδικία, όταν μεγαλώσουν.
Έτσ’ η φιλοσοφία μου στύλωνε το καθεστός της ανισότητας, «το του κρείττονος συμφέρον». Φυσικά δεν έπρεπε να με σκοτώσετε γι’ αφτό! Οι μελλούμενες πολιτείες θα ξέρουνε καλύτερα τη δουλειά τους. Άμπωνας, Θρανίο, Εφημερίδα και Κλομπ θα δουλεύουνε αδερφικά να χωρίζουνε τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα και να ταιριάζουνε τα’ αταίριαστα με την «αρμονία των τάξεων». Αφτηνής της αρμονίας στάθηκα πρώτος μαέστρος. Κι ας με σκοτώνετε γι’ άθεο. Τα δικά μου τα μαθήματα θαν τα κάνουνε μεθάβριο θρησκεία τους οι Χριστιανοί. Θα με τιμήσουνε για προφήτη του Θεού τους και θα ζωγραφίζουνε τα μούτρα μου στις εκκλησίες τους με πλατύ χρυσοστέφανο γύρω στα τσουλούφια μου.

Κώστας Βάρναλης, «Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη», Κέδρος 1991

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

ξανά και ξανά και ξανά

Έχω μια μαύρη όψη που καθόλου
δε μ' αρέσει. Είναι μια μάσκα που δοκιμάζω.
Μετακινούμαι προς αυτή κι ο βάτραχός της
κάθεται στα χείλη μου και αφοδεύει.
Γέρικος είναι κι εξαθλιωμένος.
Προσπάθησα να τον κρατώ σε δίαιτα.
Δεν του δίνω άγιο μύρο.

Έχω μια καλή όψη που φορώ
σαν θρόμβο αίματος. Την έχω ράψει
πάνω απ' το αριστερό μου στήθος.
Είναι η υψηλή μου αποστολή.
Ο πόθος ρίζωσε εκεί
κι εγώ εσένα έβαλα και το παιδί σου
πάνω στην άκρη του που έσταζε γάλα.

Ω, η μαυρίλα είναι δολοφονική
και η άκρη έχει ξεχειλίσει από γάλα
κι η κάθε μηχανή δουλεύει
και θα σε φιλήσω όταν κόψω
καμιά ντουζίνα νέους άντρες κομματάκια
κι εσύ θα πεθάνεις κατά κάποιον τρόπο
ξανά και ξανά.

Anne Sexton, "Ποιήματα", Printa 2010 (μετάφραση Δήμητρα Σταυρίδου)

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

οι κυριακές πια περνούν όπως φιλμάκι γκραν γκινιόλ

Το Τοτέμ κείται ημιθανές μπροστά στα μάτια τους. Καμώνονται πως δεν το βλέπουν. Το προ-σπερνούν. Ώστε δεν ήταν αθάνατο τελικά. Οι πιστοί πάντα εθελοτυφλούν. Συνεχίζουν να διασχίζουν τους διαδρόμους του μεγαθήριου, σαν αυτό να είναι πάντα εκεί: προσηνές, προσιτό και συγχρόνως μεγαλόπρεπο. Προσκυνούμε την άνεση, το γούστο, το φθηνό που δεν είναι ευτελές. Προσκυνήσαμε πολύ τα σπιτικά μας. Ώσπου έμοιασαν με σκηνικά νεανικής σαπουνόπερας. Χρωματιστοί τοίχοι, λαμπιόνια, φωτιστικά, στυλ, πολύ στυλ. Και τα ρούχα μας. Και τα μαλλιά μας. Στυλ πολύ στυλ. Και γυμνοί δεν ξέραμε κατά πού να κάνουμε, πιο αμήχανοι από ποτέ. Και όταν μιλούσαμε δεν ξέραμε τι να πούμε, πιο μπερδεμένοι από ποτέ. Και τα τρα-γούδια. Μια έντεχνη ποπ με ηλεκτρικές κιθάρες, βαρύ μέικ απ, πονηρούς image makers, ακριβά βίντεο κλιπ, άνευρο κι ασπόνδυλο στίχο.
Το ταμπού είναι να πεις πως δεν έχει άλλο. Πως τελείωσε το ρευστό, οι πιστώσεις, τα αποθέματα. Μαζί να δούμε να αργοπεθαίνουν τα νεκροζώντανα, τα ζόμπι της μη ζωής μας, η προκάτ αισθητική μιας σουηδικής (απ)οικίας, η ευδαιμονία του πολυγκατζετούχου, η new age βαλβίδα εκτόνωσης λαϊφστάιλ νευρώσεων, η μετακίνηση της κουζίνας από τα λαδερά στη ρόκα-παρμεζάνα με μπαλσάμικο, η μουσική υπόκρουση της επίπλαστης ευμάρειας, η απολιτίκ πορεία με ορόσημο σταθμό διορισμένες κυβερνήσεις, η εξάντληση της συμμετοχής στα κοινά από τα πουφ των σόσιαλ μίντια, τα greeklish και τα ακρωνύμια της παγκόσμιας αργκό στο διαδικτυακό μας παρόν, OMG, τα πολυμορφικά αυτοκίνητα στο επαρχιακό τοπίο που έμοιασε φολκλόρ στο βλέμμα ενός ξένου. Το βλέμμα μας.
Οι Κυριακές πια περνούν όπως φιλμάκι γκραν γκινιόλ. Κάνουμε ταμείο. Τι θάψαμε τη βδομάδα που πέρασε. Κάποια γηραιά ελευθερία, καμιά λατρευτή μας αξιοπρέπεια, ένα αδικοχαμένο δικαίωμα, ένα κομμάτι από τον χρόνια αγνοούμενο Λόγο. Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη. Εκεί που παραμένουμε μονάχα θεατές με καρδιές ρέπλικες. Ευειδείς μες στο ευ ζην που μας είπαν να πιστέψουμε κι εμείς το πιστέψαμε. Το Blade Runner ήταν πάντα εδώ. Εμείς είχαμε γυάλινα μάτια και δεν το βλέπαμε. Στο τέλος να θυμηθείς να μου κλείσεις τρυφερά τα βλέφαρα για να μπορέσω να ξαναδώ καμιά ικμάδα φωτός.

Niemands Rose, "Τα Φώτα στο Βάθος", Απόπειρα 2013

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

(άτιτλο)

Τι θα 'κανα χωρίς αυτόν τον κόσμο χωρίς πρόσωπο χωρίς απορίες
όπου η ψυχή δε ζει παρά μια στιγμή όπου κάθε στιγμή
χάνεται στο κενό στη λησμονιά της αλλοτινής της ύπαρξης
χωρίς αυτό το κύμα όπου στο τέλος
κορμί και σκιά καταβροχθίζονται
τι θα 'κανα χωρίς αυτή τη σιωπηλή δίνη των ψιθύρων
που ασθμαίνει μανιασμένη για βοήθεια γι’ αγάπη
χωρίς αυτόν τον ουρανό που υψώνεται
πάνω απ’ τη σκόνη της σαβούρας του

τι θα 'κανα θα 'κανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα
αγναντεύοντας απ’ το φεγγίτη μου μπας και δεν είμαι μόνος
να πλανιέμαι και να φεύγω μακριά απ’ όλη ετούτη τη ζωή
σ’ ένα χώρο μπερδεμένο
χωρίς φωνή ανάμεσα στις φωνές
που είν' έγκλειστες μαζί μου

Samuel Beckett, "Ποιήματα Συνοδευόμενα από Σαχλοκουβέντες", Ερατώ 2004 (μετάφραση Γιώργος Βίλλιος)

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

το τραγούδι του εαυτού μου

Σπίτια και δωμάτια γεμάτα από αρώματα, τα ράφια είναι κατάμεστα από αρώματα,
Ανασαίνω την ευωδιά ο ίδιος και την ξέρω και μου αρέσει,
Και το απόσταγμα θα με μεθύσει, αλλά δεν θα το αφήσω.

Η ατμόσφαιρα δεν είναι άρωμα, δεν έχει τη γεύση από το απόσταγμα, είναι άοσμη,
Είναι για το στόμα μου για πάντα, είμαι ερωτευμένος μαζί της,
Θα πάω στην όχθη δίπλα στο δάσος και θα μείνω ανυπόκριτος και γυμνός,
Τρελαίνομαι να επικοινωνεί μαζί μου.

Ο αχινός της ίδιας της ανάσας μου,
Αντίλαλοι, ρυτιδώσεις, βόμβοι ψιθύρων, αγάπης αρχή, μεταξένια κλωστή, διχάλα και κλήμα,
Η αναπνοή μου και η έμπνευσή μου, ο παλμός της καρδιάς μου, ο πόρος του αίματος και του αέρα μέσα από τους πνεύμονές μου,
Η μυρωδιά πράσινων φύλλων και ξερών φύλλων, και της όχθης και των μαυρισμένων θαλασσόβραχων, και του άχυρου στο σιτοβολώνα,
Ο ήχος των εξακοντισμένων λέξεων της φωνής μου λευτερωμένος στους στρόβιλους του ανέμου,
Μερικά επιπόλαια φιλιά, μερικές αγκαλιές, απλωμένα ολόγυρα χέρια,
Το παιχνίδισμα αχτίνας και σκιάς στα δέντρα καθώς οι λυγεροί κλώνοι λικνίζονται,
Η ευχαρίστηση μονάχος ή μέσα στο συνωστισμό των δρόμων, ή στα χωράφια και στις βουνοπλαγιές,
Η αίσθηση της υγείας, ο τερετισμός το καταμεσήμερο, το τραγούδι μου όταν σηκώνομαι από το κερεβάτι και συναντώ τον ήλιο.

Έχεις λογαριάσει πολλά τα χίλια στρέμματα;
Έχεις λογαριάσει πολλή τη γη;
Έχεις εξασκηθεί τόσο πολύ για να μάθεις να διαβάζεις;
Έχεις νιώσει τόσο λαμπρός για να βρεις το νόημα των ποιημάτων;

Σταμάτα αυτή τη μέρα και τη νύχτα μαζί μου και θα κατέχεις την αρχή όλων των ποιημάτων,
Θα κατέχεις το όφελος της γης και του ήλιου, (μένουν εκατομμύρια ήλιοι ακόμα),
Δεν θα δέχεσαι πια τα πράγματα από δεύτεροι ή τρίτο χέρι, ούτε θα βλέπεις μέσα από μάτια νεκρού, ούτε θα τρέφεσαι από φαντάσματα στα βιβλία,
Δεν θα βλέπεις ούτε μέσα από τα δικά μου μάτια, ούτε θα δέχεσαι τα πράγματα από μένα,
Θα ακούς όλες τις πλευρές και θα τις διηθίζεις ο ίδιος.

Walt Whitman, "Το Τραγούδι του Εαυτού μου", Ηριδανός 2006 (μετάφραση Ζωή Ν. Νικολοπούλου)

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

η σαβούρα των επινοημάτων

Κάπου είχε ακούσει πως το μέτρο της αγάπης είναι να αγαπάς χωρίς μέτρο. Τώρα πια του φαινόταν τόσο απλοϊκό όσο οι καρδούλες και τ' αστεράκια που ζωγραφίζουν στο νηπιαγωγείο. Ο κόσμος είναι πια πολύ δύσκολος για να επιβιώσει η αγάπη κι έτσι αυτός έπρεπε να κάνει ξεχωριστές προσπάθειες για να τη βρει. Μαργαριτάρια και κάρβουνα, διαμάντια αλλά και βότσαλα έβρισκε στο δρόμο του. Οι θεσμοί, η "σαβούρα των επινοημάτων" όπως έλεγε ο Πεσσόα, είχαν αναγκάσει την αγάπη να μετατραπεί στον μεγαλύτερο φυγά των σύγχρονων κοινωνιών. Ενός συστήματος στο οποίο τα ρολόγια χτυπάνε γρηγορότερα από ποτέ και που τα τρένα έχουν συνεχόμενα δρομολόγια. Από νωρίς. Από μικρά παιδιά. Κάποια που είχαν το θράσος να ονειρευτούν κατέληγαν με μια σφαίρα στο κορμί. Ένας μπόμπιρας, με γκρίζα από το άγχος μαλλιά, του σφύριξε μια αλήθεια. "Παλιά δίναμε εξετάσεις με φόβο μήπως δεν μπούμε στη σχολή που θέλαμε. Τώρα δίνουμε εξετάσεις με φόβο μη και δεν βρούμε δουλειά".
Ψάχνοντας για την αγάπη ανακάλυψε πως έλειπε και η ευτυχία, η χαρά και η όρεξη για ζωή. Οι επιθυμίες μας έγιναν βιτρίνες καταστημάτων και η ευτυχία μας πουλιέται στα δελτία των 8. Χάθηκαν όλες οι ελευθερίες μας όταν χάθηκε η ελευθερία της επιθυμίας. Κάναμε το σώμα μας νεκροταφείο κατασκευασμένων αναγκών, χαραμίζοντας το σήμερα για αυτό το γαμημένο αύριο που ποτέ δεν θα έρθει. Πουλήσαμε την αγάπη αγοράζοντας sex...

Δημήτρης Γκιούλος, "Δι Άρλεκιν Πάροντι", Χαραμάδα 2011

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

σπουδή μοναξιάς

Φρουρός σ’ έναν ατέρμονα αγωγό στην έρημο;
Απόσπασμα ενός ανδρός σε κάστρο μες την άμμο;
Όποιος κι αν ήταν.
Την αυγή είδε βουνά αυλακωμένα στο
Χρώμα της στάχτης, κι απάνω η σκοτεινιά που ξεθωριάζει
Βουτηγμένη στο μενεξελί, σπάζοντας σ’ ένα ρευστό κόκκινο
Ώσπου σταθεροποιείται, τεράστια, σ’ ένα φως πορτοκαλί.
Μέρα τη μέρα, και, πριν το νιώσει, χρόνο με το χρόνο.
Για ποιον, ρωτιέται, αυτό το θάμπος;
Για μένα μόνο;
Ωστόσο, θα παραμείνει κι αφού εγώ χαθώ.
Τι είναι τάχα για το μάτι της σαύρας;
Πώς είναι κοιταγμένο από διαβατάρικο πουλί;
Αν είμαι όλη η ανθρωπότητα, υπάρχει τίποτα χωρίς εμένα;
Κι ήξερε πως δεν είχε νόημα να φωνάζει, κανείς δεν μπορούσε να τον σώσει.

Czeslaw Milosz, "Ξένη Ποίηση του 20ού Αιώνα", Ελληνικά Γράμματα 2007 (μετάφραση Σπύρος Τσακνιάς)

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

φράσεις

Ας μη ρίχνουμε στάχτη στα μάτια μας
Το αυτοκίνητο είναι ένα αναπηρικό καρότσι
Το λιοντάρι είναι φτιαγμένο από αρνιά
Οι ποιητές δεν έχουν βιογραφία
Ο θάνατος είναι μια ομαδική συνήθεια
Τα παιδιά γεννιούνται για να ‘ναι ευτυχισμένα
Η πραγματικότητα τείνει να εξαφανιστεί
Το γαμήσι είναι πράξη διαβολική
Ο θεός είναι φίλος καλός των φτωχών.

Nicanor Parra, "Ποιήματα Επείγουσας Ανάγκης", Γαβριηλίδης 2008 (μετάφραση Αργύρης Χιόνης)

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

τόσο γρήγορα σας κούρασε η δημόσια ζωή;

Έπειτα χορεύουμε. Χοροπηδάμε ολόγυρα, με το χαμογελαστό βλέμμα της δασκάλας καρφωμένο επάνω μας, και ξαφνικά τρέχουμε να βοηθήσουμε έναν τραυματία. Τον έχει χτυπήσει ένα αμάξι στο δρόμο. Χαρίζουμε σε φανταστικούς ζητιάνους λίγα ψηλά, γράφουμε επιστολές, βάζουμε τις φωνές στα τσιράκια μας, πηγαίνουμε σε συνελεύσεις, επισκεπτόμαστε μέρη όπου μιλούν γαλλικά, ασκούμαστε στο πώς να βγάζουμε το καπέλο μας, συζητάμε για κυνήγι, για οικονομία και για τέχνη, ασπαζόμαστε πειθήνια τα πέντε χαριτωμένα δαχτυλάκια που μας απλώνουν καταδεκτικά οι κυρίες, τεμπελιάζουμε σαν ρεμπεσκέδες, ρουφάμε καφέδες, τρώμε ζαμπόν στην Βουργουνδία, κοιμόμαστε σε φανταστικά κρεβάτια, ξυπνάμε, στη φαντασία μας πάλι, το επόμενο πρωί απ' τα χαράματα, λέμε: "Καλημέρα σας, κύριε ειρηνοδίκη", παίζουμε μπουνιές, πράγμα που συμβαίνει συχνά στη ζωή, με λίγα λόγια κάνουμε ό,τι κάνει κανείς στην πραγματική ζωή. Κι όταν κουραστούμε απ' αυτές τις ανοησίες, η δεσποινίδα χτυπά το ραβδί στο τραπέζι και λέει: "Allons, εμπρός, αγόρια. Δουλειά!" Τότε ξαναπιάνουμε τη δουλειά μας. Φέρνουμε σβούρες σαν ένα σμάρι σφήκες. Είναι αδύνατον να το περιγράψω καλύτερα, κι όταν αποκάμουμε πια, η δασκάλα φωνάζει: "Πώς; Τόσο γρήγορα σας κούρασε η δημόσια ζωή; Δουλειά, δουλειά. Δείξτε πώς είναι η ζωή. Είναι εύκολη, αλλά πρέπει να είστε δραστήριοι και ξύπνιοι, αλλιώς θα σας τσαλαπατήσει." Κι εμείς ξαναρχίζουμε με καινούρια ζωντάνια. Ταξιδεύουμε, ενώ οι υπηρέτες μας κάνουν του κόσμου τις ανοησίες. Καθόμαστε σε βιβλιοθήκες και μελετάμε. Γινόμαστε στρατιώτες, αληθινοί νεοσύλλεκτοι, πέφτουμε μπρούμυτα και πυροβολούμε. Μπαίνουμε σε καταστήματα για να ψωνίσουμε, σε κολυμβητήρια για να κολυμπήσουμε, σε εκκλησίες για να προσευχηθούμε: "Μη εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν". Και την επόμενη στιγμή κυλιόμαστε στο βούρκο και αμαρτάνουμε. "Σταματήστε. Αρκετά για σήμερα" λέει η δεσποινίδα όταν φτάσει η ώρα. Τότε η ζωή σβήνει και το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή αλλάζει ρότα.

Robert Walser, "Γιάκομπ Φον Γκούντεν", Ροές 2012 (μετάφραση Βασίλης Πατέρας)

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

όμως οι λέξεις τι είπαν;

Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;

Κώστας Μόντης, "Στιγμές", Κέδρος 1978

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

τον βασάνιζε μια πρωτόγονη έννοια της δικαιοσύνης

Γέρνοντας πάνω στην αποβάθρα με την καταξιωμένη από τον χρόνο στάση αυτών που πρόκειται να αυτοκτονήσουν άρχισε να επεξεργάζεται τις λεπτομέρειες. Ήθελε να είναι όσο γινόταν πιο διακριτικός. Τώρα που ο θυμός του είχε ξεθυμάνει, του φαινόταν κρίμα που δεν είχε πιει εκείνο το φλιτζάνι τσάι Δεν ήθελε να αναστατώσει κανέναν αθώο με τη θέα ενός άσχημου θανάτου. Και υπάρχουν ελάχιστες αυτοκτονίες που δεν είναι άσχημες. Ο φόνος είναι άπειρα πιο χαριτωμένος γιατί ακριβώς είναι φροντίδα του δολοφόνου να μην αναστατώνει. Ένας δολοφόνος καταβάλλει άπειρους κόπους μόνο και μόνο για να φανεί ο θάνατος να μοιάζει ήσυχος, ειρηνικός, ευτυχισμένος. Όλα, σκέφτηκε, θα ήσαν πιο εύκολα αν είχε λίγα χρήματα.
Θα μπορούσε, βέβαια, να πάει στην τράπεζα και ν' αφεθεί να τον πιάσει η αστυνομία. Του φαινόταν πιθανό ότι μετά θα τον κρεμούσαν. Αλλά η ιδέα της κρεμάλας, για ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει, είχε ακόμα τη δύναμη να τον εξοργίζει. Αν σκοτωνόταν μόνος του θα το έκανε για ένα έγκλημα για το οποίο ήταν ένοχος. Τον βασάνιζε μια πρωτόγονη έννοια της δικαιοσύνης. Ήθελε να συμμορφώνεται, πάντοτε αυτό ήθελε.
Ένας δολοφόνος θεωρείται απ' τον συμβατικό κόσμο σαν κάτι σχεδόν τερατώδες, αλλά για τον εαυτό του είναι μονάχα ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που πίνει τσάι ή καφέ για πρωινό, ένας άνθρωπος που του αρέσει ένα καλό βιβλίο και που προτιμάει ίσως τις βιογραφίες από τα μυθιστορήματα, ένας άνθρωπος που πέφτει στο κρεβάτι την κανονική ώρα, που προσπαθεί να καλλιεργήσει καλές φυσικές συνήθειες αλλά που πιθανά υποφέρει από δυσκοιλιότητα, που προτιμάει τα σκυλιά ή τις γάτες και που έχει τις δείνα πολιτικές απόψεις.
Μόνο αν ο δολοφόνος είναι καλός άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί τέρας.

Graham Greene, "Το Υπουργείο του Φόβου", Ερατώ 1998 (μετάφραση Δημήτρης Καρέλλας, Στέλλα Μακρή)

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

FR1062/J932

Οι πιο καλοί μου Γνώριμοι είναι εκείνοι
Που λόγια δεν αλλάξαμε Μαζί -
Τ' Άστρα που άγγελλαν έλα στην Πόλη
Ποτέ δεν Με σκεφτήκανε αγενή
Μόλο που στο Ουράνιο Κάλεσμά τους
Δεν το κατόρθωνα ν' αποκριθώ -
Η ακλόνητη - ευλαβική μου Όψη
Αβροφροσύνη τους φαινόταν αρκετή -

Emily Dickinson, "Ποιήματα και Επιστολές", Gutenberg 2013 (μετάφραση Λιάνα Σακελλίου)

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

στην υπηρεσία του πιο υψηλού εγωισμού

Ο deus ex machina πήρε τη θέση της μεταφυσικής παρηγοριάς. Δεν θέλω να πω ότι η τραγική κοσμοθεώρηση καταστράφηκε παντού και πλήρως από την εισβολή του μη διονυσιακού πνεύματος: ξέρουμε απλώς ότι αυτή αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένα είδος κάτω κόσμου όπου εκφυλίστηκε σε μυστηριακή λατρεία. Στο μεγαλύτερο όμως μέρος της επιφάνειας της ελληνικής ψυχής μαινόταν ο καταστροφικός αέρας αυτού του πνεύματος, που εκδηλωνόταν με τη μορφή της "ελληνικής ευδιαθεσίας/νηφαλιότητας", την οποία αποκαλέσαμε πρωτύτερα γεροντική και μη παραγωγική χαρά με την ενθάδε ύπαρξη. Η ευδιαθεσία/νηφαλιότητα αυτή είναι το αντίθετο της υπέροχης "αφέλειας" των παλαιότερων Ελλήνων, η οποία πρέπει να κατανοηθεί, σύμφωνα με την περιγραφή μας, ως το άνθος της απολλώνιας κουλτούρας που βγαίνει μέσα από μια σκοτεινή άβυσσο, ως νίκη την οποία σημειώνει η ελληνική θέληση πάνω στην οδύνη και στη σοφία της οδύνης, καθώς αντικαθρεφτίζει την ομορφιά. Η ευγενέστερη εκδήλωση αυτής της άλλης μορφής της "ελληνικής ευδιαθεσίας/νηφαλιότητας", η αλεξανδρινή, είναι η "ευδιαθεσία/νηφαλιότητα" του θεωρητικού ανθρώπου: φέρει τα ίδια χαρακτηριστικά σημάδια που μόλις συνήγαγα από το μη διονυσιακό πνεύμα - πολεμά τη διονυσιακή σοφία και τέχνη, προσπαθεί να διαλύσει το μύθο, αντικαθιστά τη μεταφυσική παρηγοριά με μια επίγεια αρμονία και μάλιστα έναν δικό της deus ex machina, δηλαδή τον θεό των μηχανών και των χωνευτηρίων, δηλαδή των δυνάμεων των πνευμάτων της φύσης που έχουν ανακαλυφθεί και τεθεί στην υπηρεσία του πιο υψηλού εγωισμού και, τέλος, πιστεύει ότι μπορεί να διορθώσει τον κόσμο με τη γνώση, να καθοδηγήσει τη ζωή με την επιστήμη και να κλείσει το άτομο μέσα σε έναν στενότατο κύκλο επιλύσιμων προβλημάτων, κύκλο μέσα στον οποίον μπορεί αυτό να λέει ευδιάθετα στη ζωή: "Σε θέλω: αξίζει να σε γνωρίσει κανείς."

Friedrich Wilhelm Nietzsche, "Η Γέννηση της Τραγωδίας", Βάνιας 2008 (μετάφραση Ζήσης Σαρίκας)

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

"πώς περνάτε τα απογεύματα της κυριακής σας;"

Έπιασα κουβέντα με ένα υπέροχο χωριατοκόριτσο που φορούσε μια βαμβακερή μπλούζα με χαμηλό ντεκολτέ, που άφησε να φαίνονται τα όμορφα ηλιοκαμένα στήθη της. Ήταν σκυθρωπή. Έλεγε για ξενύχτια στην ύπαιθρο που έψηναν ποπ-κορν στη βεράντα. Σ' άλλη περίπτωση θα' χε χαρεί η καρδιά μου αλλά, επειδή η καρδιά της δεν χαιρόταν όταν μιλούσε γι' αυτά, κατάλαβα πως γι' αυτήν ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να γίνεται: "Και τι άλλο κάνετε για διασκέδαση;". Προσπαθούσα να φέρω τη συζήτηση στους αγαπητικούς και στο σεξ. Τα μεγάλα της, σκοτεινά μάτια μ' ατένισαν άδεια και μ' ένα είδος θλίψης, που πήγαινε πίσω γενιές και γενιές, μέσ' απ' το αίμα της, για το πώς δεν είχε γίνει αυτό που στο βάθος έπρεπε να γίνει - ό,τι κι αν ήταν και καθένας ξέρει για τι μιλάω. "Τι ζητάτε απ' τη ζωή;". Ήθελα να τη βουτήξω και να της το βγάλω έξω. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι ήθελε. Μάσαγε κάτι ιστορίες για δουλειές, σινεμά, όταν θα πήγαινε στης γιαγιάς της το καλοκαίρι, ότι ονειρευόταν να πάει στη Νέα Υόρκη και να δει το Ρόξυ, έλεγε για το φόρεμα που θα φοράει τότε - κάτι σαν κι αυτό που φορούσε το προηγούμενο Πάσχα με λευκή σκούφια με τριαντάφυλλα, ροζ γοβάκια κι ένα πανωφόρι από λιλά καμπαρντίνα. "Πώς περνάτε τα απογεύματα της Κυριακής σας;", ρώτησα. Καθόταν στη βεράντα. Τ' αγόρια περνούσαν με τα ποδήλατα και σταματούσαν να φλυαρήσουν. Διάβαζε τα χιουμοριστικά περιοδικά, ξεκουραζόταν στην κούνια. "Τι κάνετε μια ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα;". Καθόταν στη βεράντα, παρακολουθούσε τ' αυτοκίνητα που περνούσαν στο δρόμο. Αυτή και η μητέρα της έψηναν ποπ-κορν. "Ο πατέρας σας τι κάνει τις νύχτες του καλοκαιριού;". Δουλεύει, είναι στη νυχτερινή βάρδια του λεβητοποιείου, πέρασε όλη του τη ζωή συντηρώντας μια γυναίκα και ό,τι βγήκε απ΄' αυτήν, χωρίς πίστη ούτε λατρεία. "Τι κάνει ο αδερφός σας τις νύχτες του καλοκαιριού;". Κάνει μια βόλτα εκεί γύρω με το ποδήλατο, χασομεράει μπροστά στο μπαρ με τ' αναψυκτικά. "Τι τον καίει να κάνει; Όλους μας, τι μας καίει να κάνουμε; Τι θέλουμε;". Δεν ήξερε. Χασμουρήθηκε. Νύσταζε. Πήγαινε πολύ να τη ρωτήσω. Κανείς δεν μπορούσε ν' απαντήσει. Κανείς δεν θα το 'λεγε ποτέ. Αυτό ήταν όλο. Ήταν δεκαοχτώ χρονών και αρκετά όμορφη, και χαμένη.

Jack Kerouac, "Στο Δρόμο", Πλέθρον 1996 (μετάφραση Δήμητρα Νικολοπούλου)

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

δεν νομίζω ότι τον πειράζει αυτό τον Θεό

Αν δεν το ξέρατε ήδη, είπε, μάθετε τώρα ότι αγαπάω πάρα πολύ τον σκύλο μου. Για την ακρίβεια, αγαπάω πολύ τα περισσότερα ζώα, και πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν υπάρχουν ζώα στον παράδεισο. Είναι μια απ' αυτές τις ερωτήσεις που οι θεολόγοι έχουν συζητήσει εκτενέστατα - δεν είναι τόσο τρελό όσο το πόσοι άγγελοι χωράνε στο κεφάλι μιας καρφίτσας, αλλά τελικά δεν είναι και πολύ χρησιμότερο. Για κάποιους ανθρώπους, ένας παράδεισος γεμάτος σκύλους είναι ο χειρότερος εφιάλτης τους. Τελικά όμως, δεν ξέρουμε στ' αλήθεια πω θα είναι στον παράδεισο. Ο παράδεισος ως μέρος απέχει πολύ από την ικανότητά μας να φανταστούμε. Όταν ο Ιησούς μιλάει γι' αυτόν, τον τοποθετεί σε ανθρώπινους όρους για να μας βοηθήσει να τον κατανοήσουμε. "Στον οίκο του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί ναοί", είπε. "Αν δεν ήταν έτσι, θα σας το είχα πει". Δεν εννοεί, βέβαια, ότι ο παράδεισος είναι μια συνοικία αλλεπάλληλων ναών. Εννοεί ότι υπάρχει χώρος για τον καθένα, κι ότι η ζωή που α οδηγήσει εκεί θα είναι καλύτερη. Κι όταν συνεχίζει και λέει: "Πηγαίνω να ετοιμάσω ένα μέρος για σας", εννοεί ότι οι ανάγκες του καθενός μας θα φροντιστούν ξεχωριστά. Τώρα, αυτό δεν σημαίνει ότι άνθρωποι σαν εμένα θα ξαναβρεθούν με τα κατοικίδια τους. Πιστεύω πως ο παράδεισος θα είναι τόσο υπέροχος, τόσο ξεκούραστος και φανταστικός, που τέτοιου είδους επιθυμίες θα χαθούν μέσα του. Αλλά, και το έχω πει σε κάποιους από σας παλιότερα, από τη δική μου θέση είναι πολύ δύσκολο να σκεφτώ την αιωνιότητα χωρίς ένα σκυλί. Γι' αυτό κάποιες φορές χτυπώ το πόδι μου, και λέω ότι δεν θα πάω εκεί αν δεν υπάρχουν σκυλιά. Δεν νομίζω ότι τον πειράζει αυτό τον Θεό. Ξέρει ότι δεν το εννοώ σοβαρά. Ο Θεός έχει αίσθηση του χιούμορ. Και ξέρει, επίσης, τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας.

James Robertson, "Η Διαθήκη του Γεδεών Μακ", Ίνδικτος 2008 (μετάφραση Γιώργος Δουγανιώτης)

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

κατά το ήμισυ άνθρωποι και κατά το ήμισυ ποδήλατα

«Συνεπώς και συμπερασματικώς», συνέχισε, «μπορείς να συναγάγεις με ασφάλεια ότι και συ ο ίδιος είσαι φτιαγμένος από άτομα όπως και το τσεπάκι σου και η ουρά του πουκαμίσου σου και το εργαλείο που χρησιμοποιείς για να βγάλεις τα υπολείμματα από την κουφάλα του δοντιού σου. Έχεις υπόψη σου τι συμβαίνει όταν χτυπάς ένα κομμάτι σίδερο με ένα καλό σφυρί ή με ένα αμβλύ όργανο;»
«Τι;»
«Όταν πέφτει η βαριά, τα άτομα εξοστρακίζονται στον πάτο του σίδερου και εκεί συμπιέζονται και στριμώχνονται σαν αυγά κάτω από μια κλώσα. Μετά από λίγο με την πάροδο του χρόνου κολυμπάνε γύρω γύρω και τελικά γυρίζουν εκεί που ήταν. Αλλά αν συνεχίσεις να χτυπάς το σίδερο πολλή ώρα και δυνατά δεν τους δίνεται η δυνατότητα να το κάνουν αυτό και τότε;»
«Δύσκολη ερώτηση.»
«Ρώτα έναν σιδερά και θα σου εξηγήσει, θα σου πει ότι το σίδερο βαθμιαία θα διαλυθεί αν συνεχίσεις να το βαράς δυνατά. Μερικά άτομα θα μπουν μέσα στο σφυρί και τα άλλα μισά θα μπουν στο τραπέζι ή στην πέτρα ή στο συγκεκριμένο αντικείμενο που βρίσκεται κάτω από τον πάτο του σίδερου».
«Αυτό είναι γνωστό», συμφώνησα.
«Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι αυτοί που περνάνε το μεγαλύτερο μέρος της φυσικής τους ζωής τρέχοντας με σιδερένια ποδήλατα στα κατσάβραχα αυτής της περιοχής ανακατεύουν την προσωπικότητά τους με την προσωπικότητα του ποδηλάτου τους κι αυτό είναι συνέπεια της ανταλλαγής ατόμων μεταξύ ποδηλάτη και ποδηλάτου και θα εκπλαγείς αν σου πω πόσα άτομα σε αυτά τα μέρη είναι κατά το ήμισυ άνθρωποι και κατά το ήμισυ ποδήλατα.»
Άφησα μια άναρθρη κραυγή που ακούστηκε στον αέρα σαν σκάσιμο σαμπρέλας.
«Και θα τα παίξεις αν ακούσεις πόσα ποδήλατα υπάρχουν που είναι κατά το ήμισυ άνθρωποι, είδος ανθρωποειδές που διαθέτει ανθρωπότητα.»

Flann O’Brien, «Ο Τρίτος Αστυφύλακας», Αλεξάνδρεια 2008 (μετάφραση Άρης Μπερλής)

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

πικραμέρικα

Η μουσική και η ζωγραφική της Αϊτής ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για την Κριστίν όταν έφτασε στο Πορτ-ο-Πρενς. Είναι τόσο αλλιώτικες από τη μίζερη ζωή που περνούν οι κάτοικοι. Πεινάνε, όμως δεν σταματάνε να δημιουργούν αυτήν τη χαρούμενη μουσική και την πολύχρωμη και ολοζώντανη ζωγραφική. Ενώ εμείς οι Αμερικάνοι, που έχουμε τα πάντα, περνάμε τον καιρό μας γκρινιάζοντας. Η υπερβολική απαισιοδοξία. Ο Αϊτινός είναι ακριβώς το αντίθετο από τον Νεοϋορκέζο Εβραίο, σκέφτεται η Κριστίν. Τον Εβραίο του Γούντυ Άλλεν και του Φίλιπ Ροθ. Η σημερινή Αμερική μοιάζει με φαστ-φουντ της συμφοράς. Δεν σταματάει να σερβίρει εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο το ίδιο άθλιο χάμπουργκερ. Δεν ζει κανένας μόνο με χάμπουργκερ, λέει η Βίβλος. Ο ένας (ο Γούντυ Άλλεν) βγάζει μια ταινία κάθε χρόνο. Ο άλλος (ο Φίλιπ Ροθ) ένα βιβλίο. Η δική μας ετήσια δόση πίκρας. Πικραμέρικα. Οι φτωχοί ψοφάνε. Οι πλούσιοι είναι απελπισμένοι. Όμως εδώ είμαστε τόσο μακριά από το Μανχάτταν. Παρ' όλη την τρομερή μιζέρια, η Κριστίν θυμάται (χαμογελώντας ελαφρά) πόσο της έλειπε στην αρχή το Μανχάτταν. Ο σνομπισμός του Μανχάτταν, που κυλάει μέσα στις φλέβες της. Η κομψότητα του ράντικαλ σικ τη δεκαετίας του εβδομήντα, ήταν η εποχή της. Τα φώτα της πόλης, τα άνευ λόγου εγκλήματα, τα κίτρινα ταξί, τα κουβανέζικα καφέ, οι επιθετικές πουτάνες. Η γρήγορη ζωή, δηλαδή! Στην αρχή, αυτό ήταν που της έλειπε. Τώρα λιγότερο. Θυμάται, μ' ένα αινιγματικό χαμόγελο, ότι όλα αυτά που έκανε εκεί σε μια μέρα, εδώ της παίρνουν έξι μήνες.
"Τι είναι ο χρόνος, λοιπόν;" αναρωτιέται, χωρίς να ψάχνει να δώσει μιαν απάντηση.

Dany Laferrière, "Η Σάρκα του Αφέντη", Άγρα 2006 (μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ)

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

μια λεπτή κι αισθησιακή γνώση της βίας

Επιδίωκε να εκτίθεται, και ζούσε τη φρίκη της προσπάθειας να συναρμολογήσει ένα μύθο ενώπιον ενός δισεκατομμυρίου σκοτεινών, στεγνών κι ανελέητων ματιών. Αφήνοντας το αεροπλάνο του, προχωρούσε αποφασιστικά προς το συρματόπλεγμα, περιφρονώντας τις συμβουλές των πραχτόρων του, για ν' αγγίξει κάτι με τα χέρια του. Όντας πολύ κοντά κι έτοιμα ν' ανταποκριθούν στην πρόσκλησή του να έλθουν να τον αποθαυμάσουν είτε από λατρεία είτε με τα όπλα. Κι αυτή η έντονη ενδόμυχη ανέκφραστη βεβαιότητα πως το σώμα του ήταν ένας στόχος σε κάθε δημόσια στιγμή. Νέες νευρικές αισθήσεις ανθίζουν στην κοιλότητα του κήπου του νωτιαίου μυελού του αυχένα του. Θα 'λεγες πως όταν σας κοίταζε, απογύμνωνε το περιεχόμενο του κρανίου σας. Φυσικά. Διότι τα χαμόγελα ενός καλοπροαίρετου θαυμαστή κρύβουν άνετα το θάνατο πίσω από τα δόντια του γάτου. Ούτε παράνοια, ούτε ξεγνοιασιά που αγνοεί το θάνατο, αλλά μια λεπτή κι αισθησιακή γνώση της βίας σ' ένα αιώνιο παρόν.

Jim Morrison, "Σημειώσεις για την Όραση", Ερατώ 1991 (μετάφραση Αντώνης Εμμανουήλ, Τασία Χατζή)

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

αυτή η πίστη πως είμαστε ο πιο έξυπνος λαός στον κόσμο

Κάποια στιγμή, συνήθως ύστερα από μια ώρα στο περίμενε, η κοπέλα έφτανε. Πηγαίναμε στο δωμάτιό μου, την πλήρωνα και γδύναμε ο ένας τον άλλον. Είχε μάθει πια τα γούστα μου κι έδειχνε ιδιαίτερα πρόθυμη να με ευχαριστήσει. Άλλες φορές ξάπλωνα ανάσκελα κι εκείνη καθόταν από πάνω μου, άλλες φορές καθόταν στο πρόσωπό μου κι εγώ της έγλυφα το πράμα της κι άλλες της έφερνα μια πλαστική σακούλα από την κουζίνα και της ζητούσα να τη φέρει γύρω από το κεφάλι μου. Ήταν η ιδανική κορύφωση μιας δύσκολης ημέρας στη πιο θλιβερή χώρα του κόσμου. Πάντα ονειρευόμουν να φύγω από την Ελλάδα, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα. Ένας ψυχίατρος με είχε προειδοποιήσει πως, αν ποτέ έμενα μόνος μου σε μια ξένη χώρα, η κατάθλιψή μου θα εντεινόταν σε τέτοιο βαθμό που θα τρελαινόμουν. Ναι, ενώ τώρα που έμενα στην Ελλάδα, είμαι λογικός. Τίποτα δεν μου αρέσει την Ελλάδα. Η κουτοπονηριά, η θρασυδειλία, η αφέλεια, η κακογουστιά. Αυτή η πίστη πως είμαστε ο πιο έξυπνος λαός στον κόσμο. Οι συνεχείς αναφορές στους αρχαίους ημών προγόνους και στη μητέρα όλων των γλωσσών. Δεν είναι η μητέρα όλων των γλωσσών, ζώα. Όλες οι άλλες γλώσσες θα υπήρχαν και χωρίς τα ελληνικά. Μόνο που χωρίς τα ελληνικά θα ήταν φτωχότερες. Αλλά και πάλι θα κατάφερναν να βρουν όλους αυτούς τους όρους που άντλησαν από τα ελληνικά. Ίσως να μην ήταν τόσο ωραίοι, ίσως να μην ήταν τόσο λειτουργικοί, αλλά θα τους έβρισκαν. Και, τέλος πάντων, δεν την δημιουργήσαμε εμείς τη γλώσσα μας. Οι αρχαίοι Έλληνες το έκαναν. Εμείς δεν δημιουργήσαμε τίποτα. Είμαστε ένας πολιτισμός του τσιμέντου και της μιζέριας. Μισούμε όλοι αυτή τη χώρα και τους ανθρώπου που κατοικούν σε αυτή και δεν περνάει μέρα που να μην ευχόμαστε να ζούσαμε κάπου αλλού. Και όσο πιο πολύ συναναστρεφόμαστε άλλους Έλληνες τόσο πιο πολύ μας γυρίζουν τα άντερα. Γιατί είναι όλα τα πράγματα που μισούμε, κι όμως είναι ακριβώς σαν κι εμάς. Να ζεις στην Ελλάδα σημαίνει να μαθαίνεις να μισείς και να απολαμβάνεις το μίσος. Να συνηθίζεις στην ηλιθιότητα και τη φθορά. Είναι βάσανο να ζεις εδώ, και μόλις έγινε χειρότερο.

Ηλίας Νίσαρης, «Ελληνική Ασφυξία», Εκδόσεις των Συναδέλφων 2013

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

έμοιαζε σαν να τον καρτερούσε να ξυπνήσει

Έτσι, λίγο-λίγο, τ' αχνάρια του μεγάλου Μωλν άρχισαν να μπερδεύονται και οι δεσμοί που τον ένωναν μ' αυτούς που είχε παρατήσει άρχισαν να κόβονται.
Χωρίς θάρρος, σχεδόν αποκαμωμένος πια, αποφάσισε μέσα στην απελπισία του ν' ακολουθήσει το μονοπάτι εκείνο, και όπου πάει. Εκατό βήματα παραπέρα, τον έβγαλε σ' ένα μεγάλο λιβάδι όπου, ξέμακρα η μια από την άλλη, ξέκοβαν κάτι σκιές που θα 'πρεπε να είναι κέδροι, και σ' ένα βαθούλωμα, ένα σκούρο χτίσμα. Ήταν κάτι μεγάλο σαν χειμαδιό, στρούγκα για μεγάλα ζωντανά, μια στάνη παρατημένη. Η πόρτα άνοιξε μ' ένα τρίξιμο. Το φεγγαρόφωτο, κάθε που ο άνεμος έδιωχνε τα σύννεφα, περνούσε από τις χαραμάδες της μάντρας. Παντού μια οσμή μούχλας.
Χωρίς να ψάξει παραπέρα, ο Μωλν ξάπλωσε πάνω στο νοτισμένο άχερο, στήριξε τον αγκώνα καταγής και το κεφάλι στο χέρι του. Έβγαλε τη ζωστήρα του και χώθηκε ολάκερος μέσα στην μπλούζα του, ανεβάζοντας τα γόνατά του στην κοιλιά. Στο νου του ήρθε εκείνη η κουβέρτα της φοράδας που την παράτησε έτσι καταμεσής στο δρόμο. Και πάνω σ' αυτό ένιωσε τέτοια μιζέρια, τέτοια δυστυχία, ένιωσε τέτοιο θυμό για τον εαυτό του, που παραλίγο να τον πάρουν τα κλάματα.
Κι έτσι, ζόρισε το μυαλό του να σκεφτεί άλλα πράγματα. Παγωμένος μέχρι το μεδούλι, θυμήθηκε ένα όνειρο, ένα όραμα καλύτερα, που το 'χε δει μικρό παιδάκι και δεν το 'χε ποτέ αναφέρει σε κανέναν. Ένα πρωί, αντί να ξυπνήσει μέσα στην κρεβατοκάμαρή του, όπου ήταν κρεμασμένα το παντελόνι του και το παλτό του, βρέθηκε, λέει, σ' ένα μακρόστενο πράσινο δωμάτιο που, αντί για τοίχους, είχε σαν φυλλωσιές. Μέσα εκεί έρεε ένα φως τόσο γλυκύ που μπορούσες σχεδόν να το γευτείς. Κοντά στο πρώτο παράθυρο έραβε, λέει, μια κοπέλα με τη ράχη γυρισμένη... κι έμοιαζε σαν να τον καρτερούσε να ξυπνήσει. Δεν είχε βρει τη δύναμη να σηκωθεί απ' το κρεβάτι του και να μπει σ' εκείνη την ονειρεμένη κατοικία. Τον ξαναπήρε ο ύπνος. Την άλλη φορά, όμως, ορκίστηκε, θα σηκωθεί. Αύριο το πρωί ίσως...

Alain Fournier, "O Μεγάλος Μωλν", Καστανιώτης 1999 (μετάφραση Παύλος Μάτεσις)

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

για τον κύριο ή για την κυρία σούμπερτ;

Ε, λοιπόν, πιο εκνευριστικό πράγμα από το να σου λένε πώς πρέπει να αισθάνεσαι δεν υπάρχει. Αποτραβήχτηκα και αυτομάτως το ερωτικό πειραματάκι του κατέρρευσε.
Αργότερα προσπάθησε να μου δώσει κάποιες εξηγήσεις. Ήθελε να μου αποδείξει κάτι σχετικά με την ιστορία των αισθημάτων, είπε. Τα αισθήματα έχουν τη δική τους φυσική ιστορία. Αποκτούν υπόσταση μέσα στον χρόνο, αναπτύσσονται για ένα διάστημα ή δεν καταφέρνουν να αναπτυχθούν, μετά πεθαίνουν ή σβήνουν. Οι μορφές των συναισθημάτων που αναπτύχθηκαν τα χρόνια του Σούμπερτ έχουν πια, ως επί το πλείστον, πεθάνει. Ο μόνος τρόπος που μας απομένει να αναβιώσουμε την εμπειρία είναι μέσω της μουσικής της εποχής. Διότι η μουσική είναι το ίχνος, είναι η αποτύπωση του συναισθήματος.
Εντάξει, είπα, αλλά γιατί πρέπει να γαμιόμαστε την ώρα που ακούμε μουσική;
Διότι η αργή κίνηση του κουιντέτου συμπτωματικά αναφέρεται στο γαμήσι, μου απάντησε. Αν, αντί να αντιστέκομαι, είχα αφήσει τη μουσική να ξεχυθεί μέσα μου, θα είχα βιώσει, σαν μαρμαρυγή, κάτι εντελώς ασυνήθιστο: πώς ήταν να κάνεις έρωτα στη μεταβοναπαρτική Αυστρία.
"Πώς ήταν για τον μεταβοναπαρτικό άντρα ή για τη μεταβοναπαρτική γυναίκα;" ρώτησα. "Για τον κύριο ή για την κυρία Σούμπερτ;"
Αυτό το τελευταίο τον νευρίασε. Δεν του άρεσε να κάνεις πλάκα με τις αγαπημένες του θεωρίες.
"Η μουσική δεν έχει σχέση με το καθεαυτό γαμήσι" συνέχισα. "Η μουσική έχει σχέση με τα προκαταρκτικά, με το φλερτ. Τραγουδάς στο κορίτσι προτού πλαγιάσεις μαζί του, όχι την ώρα που κάνεις έρωτα μαζί του. Της τραγουδάς για να την καλοπιάσεις, για να κερδίσεις την καρδιά της. Της τραγουδάς για να την ρίξεις στο κρεβάτι. Αν δεν περνάς καλά μαζί μου στο κρεβάτι, φταίει ίσως το ότι δεν έχεις κερδίσει την καρδιά μου."

J. M. Coetzee, "Θέρος", Μεταίχμιο 2010 (μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου)

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

πάντα είναι κάτι προσωπικό

Όπως λένε και οι γκάνγκστερ, δεν είναι τίποτα προσωπικό, Μαξ. Εννοείται πως σ' αυτή τη δήλωση υπάρχει ένα μέρος αλήθειας κι ένα μέρος ψέματος. Πάντα είναι κάτι προσωπικό. Έχουμε φτάσει σώοι μέσα από το τούνελ του χρόνου επειδή είναι κάτι προσωπικό. Διάλεξα εσένα επειδή είναι κάτι προσωπικό. Εννοείται πως δεν σε είχα ξαναδεί ποτέ. Προσωπικά ποτέ δεν έκανες κάτι εναντίον μου. Αυτό σου το λέω για την ψυχική σου ηρεμία. Ποτέ δε με βίασες. Ποτέ δεν βίασες κάποια που ξέρω. Ίσως μάλιστα και ποτέ να μην βίασες καμιά. Δεν είναι κάτι προσωπικό. Ίσως εγώ να είμαι άρρωστη. Ίσως όλα αυτά να είναι προϊόν ενός εφιάλτη που δεν τον ονειρευόμαστε ούτε εσύ ούτε εγώ, παρόλο που σε πονάει, παρόλο που ο πόνος είναι αληθινός και προσωπικός. Υποπτεύομαι, ωστόσο, πως το τέλος δεν θα είναι προσωπικό. Το τέλος, η εξάλειψη, η χειρονομία με την οποία όλα θα τελειώσουν ανεπανόρθωτα. Και ακόμα περισσότερο, προσωπικά ή απρόσωπα, εσύ κι εγώ θα ξαναμπούμε στο σπίτι μου, θα ξανακοιτάξουμε τους πίνακές μου (ο πρίγκιπας κι η πριγκίπισσα), θα πιούμε μπίρες, θα γδυθούμε, εγώ θα ξανανιώσω τα χέρια σου να διατρέχουν αδέξια την πλάτη μου, τον κώλο μου, τον καβάλο μου, αναζητώντας ίσως την κλειτορίδα μου, χωρίς να ξέρουν όμως που ακριβώς βρίσκεται, θα σε ξαναγδύσω, θα πάρω το πουλί σου με τα δυο μου χέρια και θα σου πω ότι την έχεις πολύ μεγάλη ενώ στην πραγματικότητα δεν την έχεις πολύ μεγάλη, Μαξ, και αυτό θα 'πρεπε να το ξέρεις, και θα το ξαναβάλω στο στόμα μου και θα το ρουφήξω πιθανότατα όπως κανείς δεν σου το έχει ρουφήξει, και μετά θα σε γδύσω και θα σ' αφήσω να με γδύσεις, το ένα από τα χέρια σου απασχολημένο με τα κουμπιά, το άλλο να κρατά ένα ποτήρι ουίσκι, και θα σε κοιτάξω στα μάτια, ατά τα μάτια που είδα στην τηλεόραση (και που θα τα ονειρευτώ και πάλι) και που μ' έκαναν να διαλέξω εσένα, και θα επαναλάβω και πάλι πως δεν είναι τίποτα προσωπικό, θα σου ξαναπώ, θα ξαναπώ στην αηδιαστική και ηλεκτρική ανάμνησή σου πως δεν είναι τίποτα προσωπικό, και ακόμα και τότε θα 'χω τις αμφιβολίες μου, θα κρυώνω όπως κρυώνω τώρα, θα προσπαθώ να θυμηθώ όλα τα λόγια σου, ακόμα και τα πιο ασήμαντα, και δεν θα μπορώ να βρω σ' αυτά παρηγοριά.

Roberto Bolaño, "Πουτάνες Φόνισσες", Άγρα 2008 (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου)

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

που πάνε αλήθεια οι φονιάδες, φίλε;

«Τι είναι αυτό, ποιο είναι αυτό το ακατανόμαστο σκοτεινό και μυστήριο πράγμα˙ ποιος είναι εκείνος ο απατηλός, κρυμμένος δυνάστης, εκείνος ο άκαρδος και άσπλαχνος μονάρχης που με προστάζει˙ ώστε, ενάντια σε κάθε φυσική επιθυμία και πόθο, να πιέζω, να στριμώχνω και να συνθλίβω τον εαυτό μου έτσι, διαρκώς˙ και αψηφώντας τον κίνδυνο να είμαι έτοιμος να κάνω ό,τι, στο βάθος της φυσικής καρδιάς, δε θα τολμούσα όπως τολμώ αυτή τη στιγμή; Είναι ο Αχαάβ, ο Αχαάβ; Είμαι εγώ, ο Θεός ή αυτός που σηκώνει τούτο το χέρι αυτή τη στιγμή; Αν όμως ο επιβλητικός ήλιος δεν κινείται ο ίδιος˙ αλλά είναι απλά ένα παιδί που κάνει θελήματα στον ουρανό˙ κι αν ένα άστρο δε μπορεί να περιστραφεί παρά από κάποια αόρατη δύναμη και μόνο˙ πώς μπορεί τότε, τούτη-‘δώ η μικρή καρδιά να χτυπάει, αυτός-εδώ ο μικρός εγκέφαλος να στοχάζεται, αν ο Θεός, κι όχι εγώ, δεν προκαλεί εκείνους τους χτύπους, δεν προκαλεί εκείνες τις σκέψεις, δε δίνει εκείνη τη ζωή; Ο ουρανός, φίλε μου, είναι αυτός που μας κάνει να στριφογυρίζουμε διαρκώς σ’ αυτό τον κόσμο, όπως αυτό-εκειδά το μανουβέλο – η Μοίρα είναι απλώς η μανιβέλα. Κι αυτό γίνεται στον αιώνα, το βλέπεις! δες εκείνον το χαμογελαστό ουρανό κι αυτή την αβυθομέτρητη θάλασσα! Πρόσεξε όμως! κοίτα αυτόν-εκειδά τον τόνο! ποιος τον υποχρεώνει να κυνηγάει και να μπήγει τα δόντια του σε εκείνο το χελιδονόψαρο; Που πάνε αλήθεια οι φονιάδες, φίλε; Ποιος θα τους καταδικάσει, όταν ο ίδιος ο δικαστής είναι στο εδώλιο χρόνια τώρα; Παρόλα αυτά, είναι γλυκό, πολύ γλυκό το αεράκι και γλυκός ο ουρανός˙ η ατμόσφαιρα μοσχοβολάει τώρα, σα να φυσάει από κάποιο μακρινό λιβάδι˙ κάπου στους πρόποδες των Άνδεων ξεραίνουν σανό, Στάρμπακ, και οι θεριστές κοιμούνται μες στο νιοθέριστο χορτάρι. Κοιμούνται; Ναι, όσο κι αν μοχθούμε, κοιμόμαστε στο τέλος όλοι πάνω στο χωράφι. Κοιμόμαστε! Ναι, και σκουριάζουμε μες στην πρασινάδα˙ όπως τα δρεπάνια της περασμένης χρονιάς που είναι πεταμένα καταγής, παρατημένα στις μισοθερισμένες αυλακιές – Στάρμπακ!»

Herman Melville, «Μόμπι-Ντικ ή Η Φάλαινα», Gutenberg 1991 (μετάφραση Α.Κ. Χριστοδούλου)

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

τέσσερα συστατικά στοιχεία του λαϊκισμού

Τέσσερα συστατικά στοιχεία του λαϊκισμού είχαν διαποτίσει τη φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ και παρήγαγαν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα: Ο μανιχαϊσμός της ιδεολογίας και του πολιτικού λόγου γεννούσε έτσι κι αλλιώς μια επιθετικότητα προς τον «εχθρό», μια δυσφορία προς το διάλογο και τις «αποχρώσεις» της αλήθειας, μια ευκολία να αναγορεύεται η διαφωνία και η διαφορετικότητα σε υπονόμευση και «συνωμοσία» κατά του κόμματος, του αρχηγού και της «αλλαγής». Η εργαλειακή-βολονταριστική αντίληψη του κράτους, σύμφωνα με την οποία οι θεσμοί ήταν εργαλεία έτοιμα να υποταχθούν στην πολιτική βούληση του κατόχου τους προκειμένου να υπηρετήσουν ένα σχέδιο ή μια πολιτική που είχαν σχηματιστεί έξω από αυτούς. Η εξ αντικειμένου υποτίμηση των θεσμών που προκύπτει από την άμεση και αδιαμεσολάβητη σχέση του Αρχηγού (και των εκπροσώπων του) με τη φαντασιακή κοινότητα «λαός», καθόσον και οι δυο πόλοι τη επικοινωνίας επενδύονται αμοιβαία με κύρος υπερβατικό που ξεπερνάει τους θεσμούς. Η ακράτητη ροπή προς την εξουσία καθαυτή, αλλά και η ανάγκη διατήρησής της ως μέσου για τη συνοχή ενός αντιφατικού και κατακερματισμένου συνόλου κοινωνικών δυνάμεων το οποίο δεν είχε ενοποιηθεί πολιτικά στη βάση ενός σαφούς προγράμματος. Αυτά τα συστατικά της κομματικής κουλτούρας κατέληξαν στην υποταγή των θεσμών στο κομματικό συμφέρον, είτε με τη χρήση του κράτους για εκλογικούς λόγους είτε με τη νομή της εξουσίας ως αυτοσκοπού και αυτάρκη νομιμοποιητικό λόγο των εφαρμοζόμενων πολιτικών και της συμπεριφοράς των κυβερνητικών αξιωματούχων.

Γιάννης Βούλγαρης, «Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης», Θεμέλιο 2001

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

θα πρέπει να έρχεσαι συνέχεια

Ο Κυριάκος τον ρωτούσε διάφορα για την προέλευση κάθε εικόνας, στο πλαίσιο της άτυπης νοητικής εκγύμνασης που είχε αναλάβει, αλλά και της δικής μου ενημέρωσης. Αυτό θα πρέπει να είχε επαναληφθεί πολλές φορές στο παρελθόν, γιατί όπου ο Δημήτρης Λέτσιος κόμπιαζε ή έδειχνε να μην μπορεί να ανασύρει εύκολα από τη μνήμη του το ιστορικό κάποιας φωτογραφίας, εκείνος του θύμιζε όσα του είχε πει παλιότερα. Στις περιπτώσεις που απεικονίζονταν άνθρωποι ή ανθρώπινη δραστηριότητα, ρωτούσα κι εγώ να μάθω τι είχε συμβεί λίγο πριν τη λήψη ή και αμέσως μετά. Τότε, χαμογελώντας μου διηγείτο πότε, που και κάτω από ποιες συνθήκες τράβηξε τη φωτογραφία, με τόση όρεξη, ώστε έφτανε σε σημείο να βαριανασαίνει. Κάποια στιγμή γύρισε και μου είπε: «Πίσω από κάθε φωτογραφία κρύβεται μια ιστορία». «Πόσο θα ήθελα να τις ακούσω αυτές τις ιστορίες!» απάντησα ενθουσιασμένη. Αυτόματα σοβάρεψε και με κοίταξε αυστηρά στα μάτια. «Πρόσεξε τι λες!» «Αλήθεια λέω…» ψέλλισα απορώντας για την αλλαγή στο ύφος του. «Αν θέλεις να μάθεις ιστορίες, θα πρέπει να έρχεσαι να τις ακούς» συνέχισε. «Εννοείται» απάντησα. «Ναι, αλλά πρέπει να είσαι σίγουρη γι’ αυτό. Αν πεις ότι θα έρχεσαι, θα πρέπει να έρχεσαι συνέχεια, όχι να έρθεις μια φορά και μετά να εξαφανιστείς. Είναι όρος. Αν δεν τον δεχτείς, δεν πρόκειται να ξεκινήσω να μιλάω» εξήγησε στον ίδιο αυστηρό τόνο.

Νατάσα Καρακατσάνη (Συλλογικό), «Πρόσωπα της Ανακασιάς Βόλου», Κέντρο Πολιτισμού και Κοινωνικής Παρέμβασης «Ιωλκός» 2013

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

όταν όμως δεν υπάρχουν άλλες δυνατότητες διασκέδασης

Αν η γνώμη της Ελίζαμπεθ είχε βασιστεί αποκλειστικά στη δική της οικογένεια, θα ήταν αδύνατο να έχει σχηματίσει μια πολύ ευχάριστη εικόνα της συζυγικής ευτυχίας ή της οικογενειακής γαλήνης. Ο πατέρας της, γοητευμένος από τα νιάτα και την ομορφιά, και από την όψη της ευχάριστης ιδιοσυγκρασίας που προδίδουν συνήθως αυτά, είχε νυμφευτεί μια γυναίκα που το φτωχό της πνεύμα και οι περιορισμένοι ορίζοντές της σύντομα νέκρωσαν κάθε αίσθημα πραγματικής αγάπης που είχε γι’ αυτήν. Ο σεβασμός, η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη, χάθηκαν για πάντα. Και όλες του οι αντιλήψεις περί οικογενειακής ευτυχίας ανατράπηκαν. Αλλά ο κύριος Μπέννετ δεν ήταν ο άνθρωπος που θα γύρευε παρηγοριά για την απογοήτευση που του είχε προκαλέσει η αφροσύνη του στις απολαύσεις που τόσο συχνά παρηγορούν τους άτυχους για την ανοησία ή τη φαυλότητά τους. Αγαπούσε ιδιαίτερα την εξοχή και τα βιβλία, και η κύρια απόλαυσή του πήγαζε απ’ αυτές τις δύο προτιμήσεις. Ο μόνος σχεδόν λόγος που αισθανόταν υποχρέωση προς τη γυναίκα του ήταν επειδή η ανοησία και η άγνοιά της τον βοηθούσαν να διασκεδάζει. Δεν πρόκειται βέβαια για το είδος ευτυχίας που ένας άνδρας θέλει συνήθως να οφείλει στη σύζυγό του. Όταν όμως δεν υπάρχουν άλλες δυνατότητες διασκέδασης, ο πραγματικός φιλόσοφος ξέρει να εκμεταλλεύεται εκείνες που του προσφέρονται. 

Jane Austen, «Υπερηφάνεια και Προκατάληψη», Σμίλη 1996 (μετάφραση Δημήτρης Γ. Κικίζας)

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

take me into your skin

κρατάω την καρδιά σου μαζί μου(την κρατάω μες
στην καρδιά μου)δεν την αποχωρίζομαι ποτέ(όπου
κι αν πάω πηγαίνεις κι εσύ,καλή μου,κι ό,τι γίνεται
από μένα μόνο είναι δικό σου έργο,αγαπημένη μου)
                                                               δεν φοβάμαι
καμία μοίρα(γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου)δεν θέλω
κανέναν κόσμο(γιατί ομορφιά μου εσύ είσαι ο κόσμος μου,η αληθινή)
και είσαι εσύ ό,τι από πάντα σημαίνει ένα φεγγάρι
κι ό,τι ένας ήλιος πάντα θα τραγουδάει είσαι εσύ

εδώ βρίσκεται το βαθύτερο μυστικό που κανένας δεν γνωρίζει
(εδώ βρίσκεται η ρίζα της ρίζας και ο ανθός του ανθού
και ο ουρανός του ουρανού ενός δέντρου που ονομάζεται ζωή:που
                                                               αναρριχάται
ψηλότερα απ’ όσο η ψυχή μπορεί να ελπίζει ή ο νους να κρυφτεί)
και αυτό είναι το θαύμα που θέλει τ’ αστέρια χωριστά

κρατάω την καρδιά σου(την κρατάω μες στην καρδιά μου)

e.e. cummings, «33x3x33», Νεφέλη 2004 (μετάφραση Χάρης Βλαβιανός)

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

τα πιο σκυθρωπά μοναστήρια

Βρίσκονται σε μερικές επαρχίες σπίτια που η όψη τους εμπνέει μια μελαγχολία όμοια μ' εκείνη που προξενούν τα πιο σκυθρωπά μοναστήρια, οι πιο μουντές χερσάδες ή τα πιο θλιβερά χαλάσματα.. Ίσως και να υπάρχουν μέσα σ' αυτά τα σπίτια κι η σιγαλιά του μοναστηριού κι η ξεραΐλα της χερσάδας και των χαλασμάτων οι σκελετοί· η ζωή και οι κινήσεις εκεί μέσα είναι τόσο ήσυχες που ένας ξένος θα τα 'παιρνε γι' ακατοίκητα, αν ξαφνικά δε συναντούσε την κρύα και χλωμή ματιά ενός προσώπου ακίνητου, που η μισομοναστηρίσια μορφή του προβάλλει πάνω από τα κάγκελα τού παραθυριού, μόλις ακουστεί ασυνήθιστη περπατησιά.

Honoré de Balzac, "Ευγενία Γκραντέ", Κάκτος 2006 (μετάφραση Κ. Παπαλεξάνδρου)

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

οι δώδεκα μήνες

Το πρωί τράβηξα μόνος μου στο μοναστήρι, που βρίσκονταν πάνω στο βουνό, καμιά μισή ώρα έξω απ’ το χωριό. Ήταν κι αυτό ρειπωμένο. Μονάχα το μπροστινό και λίγο απ’ το πλάγι του στέκονταν ακόμα, έτοιμο κι αυτό να πέσει. Από τη μισογκρεμισμένη πόρτα του μπήκα μέσα. Οι καλόγεροί του σα να κοιμούνταν. Τα κελάρια του γεμάτα, τα μιντέρια του στρωμένα. Απ’ τα μικροπαραθυράκια του έβλεπα πέρα τα μαύρα βουνά, σαν κύματα που με κύκλωναν. Πατήματα δεν ακούονταν στις πλάκες της αυλής που ’ταν σκεπασμένες από αγριόχορτα και φύλλα. Η νύχτα έφτανε βουβή. Μονάχα ο ρύακας μουρμούριζε. Όταν το νυχτοπούλι άρχιζε τα ρυαχτά του, αποτραβιόμουνα στη φωτιά του τζακιού μου, συντροφευμένος από σκιές…
Το μοναστήρι είχε πολλά παλιά πράγματα. Το πιο πολύτιμο ήταν ένα βημόθυρο, από το τέμπλο της εκκλησιάς. Απάνω στα δυο βαριά βουνίσια ξύλα του ήταν ζωγραφισμένος ο «Ευαγγελισμός» και σειρά, από πάνω προς τα κάτω, στη μεριά που θηλύκωναν, οι «δώδεκα μήνες» που παράσταιναν τη ζωή του τόπου, τον καιρό που ζωγραφίστηκαν. Μιλούν για το λαό, όπως ήταν τότε, με τους αρχόντους του, τις δουλειές και τα συνήθεια τους, επάνω κάτω έτσι όπως τα ’νιωθα καθώς τους ξεσήκωνα.
Ιανουάριος: Είναι νύχτα ακόμα. Μέσα στο κατάκλειστο σπίτι, η παλιά αρχόντισσα με τα νυχτικά της, τα σγουρά μαλλιά της αχτένιστα χυμένα στους ώμους της, κάθεται στην πολυθρόνα συρμένη δίπλα στο τζάκι. Δυο υπηρέτριες όρθιες την υπηρετούνε. Η μια μόλις μπαίνει κουβαλώντας ένα χοντρό κούτσουρο. Η άλλη φεύγει από μπροστά της σαστισμένη. Η κυρά της ανασηκωμένη στο κάθισμα, της φωνάζει θυμωμένα. Βιάζεται να ετοιμαστεί για την εκκλησία της.
Φεβρουάριος: Παραμονή απόκριας. Ο χωρικός κατεβάζει τα βόδια του με το βοδαμάξι του να τα πουλήσει. Κάποιος τα χτυπά από πίσω να προχωρήσουν. Το μεγάλο κολώνει μουγκρίζοντας. Το μικρό ακολουθεί φοβισμένο. Ο ζωέμπορας, ριγμένος βαριά πάνω στο ραβδί του, τα κοιτάζει λοξά σα να τα ζυγιάζει. Τα κοιτάζει κι ο χωρικός, όπως τα σέρνει μπροστά του, σα για μια τελευταία φορά, λυπημένα…
Μάρτιος: Μέσα στο πυκνό δάσος, μέσα στην αστέναχτη φύση, τ’ όρνιο περνά ψηλά κρώζοντας. Έπειτα, μες στη σιγαλιά, ακούγεται το χτύπημα του ξυλοκόπου. Δυο άντρες κόβουνε ξύλα. Η γυναίκα τα σηκώνει από χάμω με κόπο. Εδώ απάνω στα βουνά, που η ζωή είναι φτωχή με πολλά βάσανα, μονάχα τα νερά είναι μπόλικα και τα ξύλα…
Απρίλιος: Λιώσανε πια τα χιόνια. Τα κουδούνια λαλούν γλυκά, τα ποτάμια κατηφορίζουν. Στις πολιτείες, σε κιόσκια χωμένα μέσα σε πρασινάδες, οι κοπέλες κόβουν τα πρώτα λουλούδια. Τ’ αυλάκια, οι φράχτες κελαηδούν. Τ’ αυτιά γεμίζουν από ήχους. Στο σπίτι, μέσα στην αυλή, η τριανταφυλλιά μεγάλωσε και σκάλωσε ώς το παράθυρο. Από κει απλώνει η κοπέλα το χέρι και κόβει το πρώτο τριαντάφυλλο, για να στολίσει το κεφάλι…
Μάιος: Αυγή ακόμα, όλα είναι σκούρα και τ’ ανήλια μέρη είναι σκοτεινά σα νύχτα. Το χορτάρι μόλις χρυσίζει στην πρώτη αχτίδα. Τ’ αρχοντόπουλο με τον υποταχτικό του πάει καβάλα για κυνήγι. Το πρωινό αγέρι που φυσά, του παίρνει τη σάρπα. Το σκυλί τρέχει μπροστά μυρίζοντας. Μες απ’ τη φτέρη πετιέται ο λαγός… Μόλις προφταίνει να γυρίσει το κεφάλι…
Ιούνιος: Έφτασε το θέρος. Ο κόσμος είναι χυμένος έξω στα χωράφια και δουλεύει. Όλη τη μέρα θερίζουν, δεματίζουν. Τα βράδια φτάνουνε κουρασμένα. Οι γυναίκες με τα γαϊδουράκια φεύγουν μονάχες για το χωριό. Οι άντρες κάθονται να φαν κι ύστερα ξαπλώνουν δίπλα στα δεμάτια. Περνούν μεσάνυχτα κι ακόμα ακούς κουβέντες. Τα γκρεμνά είναι γεμάτα από μια χρυσαφένια ημεράδα. Όλα, θαρρείς, μαζί τους αγρυπνούν και ξαποσταίνουνε…
Ιούλιος: Ο άρχοντας, κρατώντας μπράτσο τη γυναίκα του, που δεν ξέχασε να πάρει μαζί της και το κανατάκι της, βγαίνει να δει τα υποστατικά του. Οι δούλοι του δουλεύουν. Κουρασμένοι, δεν έχουν τον καιρό ούτε να τον κοιτάξουν. Παίρνει τότε κι αυτός κάτι απ’ τα χέρια τους, τάχα να τους βοηθήσει…
Αύγουστος: Απ’ το πρωί, οι κοπέλες βγήκαν στ’ αμπέλια. Στις πλαγιές τώρα ακούονται τα γέλια τους και τα χάχανά τους. Μέσα στην πόλη ακούονται, πάλι, άλλοι χαρούμενοι κρότοι. Οι βαγενάδες που φτιάχνουν τα βαγένια τους…
Σεπτέμβριος: Τα σταφύλια κουβαλήθηκαν στα σπίτια και πέφτουν με κοφίνια και με κάδους μες στα πατητήρια. Τ’ ανοιχτά κατώγια των σπιτιών μυρίζουν. Βγαίνουν τα καινούργια τσίπουρα και τα πετιμέζια…
Οκτώβριος: Πέρασαν και τα πρωτοβρόχια. Η παλιά καλαμιά έχει μαυρίσει και σαπίσει. Τα βόδια ανασηκώνουνε παντού τ’ αφράτα χώματα, που χύνονται μαλακά γύρω από τ’ αλέτρι. Τα χωράφια απλώνονται σαν βελούδο, ανεβαίνοντας ώς το δάσος, σιμά στ’ αγριοβαλάνια. Από κει πάλι ακούεται το πελέκι που κόβει κλαδί για το χειμώνα. Δεμένο περιμένει τ’ άλογο στη ρίζα του χαμόπρινου, Όταν φορτώνεται να φύγει, ο τόπος γεμίζει από ερημιά. Πέρα, βαθιά, ακούονται φωνές και μακρινά γαβγίσματα.
Νοέμβριος: Έχει πλακώσει πια ο χειμώνας. Έξω φυσά ο αγέρας σε μια πλάση πεθαμένη και σαβανωμένη. Τα γυμνά κλαριά της λεύκας δέρνονται. Τα χλωμά φυλλαράκια σιγοτρέμουν. Οι αχοί σβήνουν μέσα στην ερημιά. Άξαφνα ακούγεται μια τουφεκιά στα πλάγια…
Δεκέμβριος: Παραμονή Χριστούγεννα. Σφάζονται τα γουρούνια. Μέσα στην αυλή κρέμονται, μ’ ανοιγμένη την κοιλιά, ανάποδα. Ο νοικοκύρης όρθιος σιάζει το κρέας τους. Η νοικοκυρά καθισμένη πιο πέρα, πλένει μέσα στο λεβέτι τ’ άντερα, μαλώνοντας τη γάτα. Έξω ακούονται οι γκάιντες, τα κάλαντα…
Ώς να ξεσηκώσω και τους δώδεκα μήνες, είχε περάσει η άνοιξη. Μες στ’ αυγινό αγέρι, τα τριαντάφυλλα της αυλής άνοιγαν κι η μοσκοβολιά τους με μέθαγε. Έξω απ’ τα παράθυρά μου τα πουλιά κελαηδούσαν, ο ήλιος έλαμπε. Όταν βγήκα ν’ αποχαιρετήσω, διχαλωτά πέφταν τα ποτάμια, σμίγοντας βοερά, σα να διπλοχαιρετιούνταν. Έσκυψα κι ήπια. Ψιλές ψιχάλες μου ράντισαν το πρόσωπο. Ξαναγύρισα στο μοναστήρι να ευχαριστήσω τη «Δέξα Παναγία» και να ετοιμάσω τα πράγματά μου.

Στρατής Δούκας, "Οδοιπόρος", Κέδρος 1994

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

ένα περιφραγμένο πεδίο δυνάμεων

Το φωτο-πορτρέτο είναι ένα περιφραγμένο πεδίο δυνάμεων. Τέσσερα φαντασιακά στοιχεία διασταυρώνονται, αναμετριόνται, και παραμορφώνονται εκεί μέσα. Μπρος στο φακό είμαι την ίδια στιγμή: αυτός που πιστεύω πως είμαι, αυτός που θα ήθελα να πιστεύουν πως είμαι, αυτός που ο φωτογράφος πιστεύει πως είμαι, κι αυτός που ο φωτογράφος μεταχειρίζεται για να επιδείξει την τέχνη του. Μ' άλλα λόγια, αλλόκοτη ενέργεια: δεν παύω να μιμούμαι τον εαυτό μου, και γι' αυτό κάθε φορά που με φωτογραφίζουν (που αφήνω να με φωτογραφίσουν), έχω πάντα μιαν αόριστη αίσθηση αναυθεντικότητας, καμιά φορά κι απάτης (όπως σε ορισμένους εφιάλτες). Φαντασιακά, η Φωτογραφία (αυτή που έχω την πρόθεση να βγάλω) αναπαρασταίνει εκείνη την πολύ λεπτή στιγμή όπου, πράγματι, δεν είμαι ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο, αλλά μάλλον ένα υποκείμενο που νιώθει να γίνεται αντικείμενο: βιώνω τότε μια μικρο-εμπειρία του θανάτου (της παρένθεσης): γίνομαι αληθινά φάσμα. 

Roland Barthes, "Ο Φωτεινός Θάλαμος", Κέδρος 1983 (μετάφραση Γιάννης Κρητικός)

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

τόσο καλός που έβλεπες τις σκέψεις του

Ο Κολέν αισθανόταν ντροπή που ήταν τόσο πλούσιος.
-Άκου, Σικ, είπε, θέλεις λίγα από τα χρήματά μου;...
Η Αλίζ κοίταξε με τρυφερότητα τον Κολέν. Ήταν τόσο καλός που έβλεπες τις σκέψεις του, γαλάζιες και μοβ, να σαλεύουν μέσα στις φλέβες των λεπτοκαμωμένων του χεριών.
-Δεν νομίζω ότι χρειάζεται, είπε ο Σικ...
-Θα μπορούσες να παντρευτείς την Αλίζ!... είπε ο Κολέν.
-Οι γονείς της δεν θέλουν, απάντησε ο Σικ, και δεν θέλω να μαλώσει μαζί τους. Είναι πολύ μικρή...
-Δεν είμαι τόσο μικρή! είπε η Αλίζ και σηκώθηκε από το καπιτονέ κάθισμα, τονίζοντας έτσι το προκλητικό της στήθος.
-Δεν θέλει να πει αυτό!... τη διέκοψε ο Κολέν. Άκου, Σικ, έχω εκατό χιλιάδες διπλομύρια, θα σου δώσω το ένα τέταρτο, και θα μπορέσεις να ζήσεις ήσυχα. Θα συνεχίσεις να δουλεύεις κι έτσι δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα.
-Ποτέ δεν θα μπορέσω να σ' ευχαριστήσω αρκετά, είπε ο Σικ.
-Μη μ' ευχαριστείς, είπε ο Κολέν. Αυτό που μ' ενδιαφέρει, δεν είναι η ευτυχία όλων των ανθρώπων αλλά του καθενός ξεχωριστά.

Boris Vian, "Ο Αφρός των Ημερών", Νεφέλη 2013 (μετάφραση Μαρίνα Λεοντάρη, Μαρία Παπαδήμα)

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

ο καταστολέας ή λογική

Όλες οι Γραφές ή οι ιεροί κώδικες υπήρξαν οι αιτίες για τα ακόλουθα λάθη:
1. Πως ο άνθρωπος έχει δύο πραγματικές αρχές ύπαρξης, ήτοι: ένα Σώμα και μια Ψυχή.
2. Πως η ενέργεια η αποκαλούμενη Κακό, εκπορεύεται μόνο από το Σώμα και η Λογική, η αποκαλούμενη Καλό, εκπορεύεται μόνο από την Ψυχή.
3. Πως ο Θεός βασανίζει τον άνθρωπο στην Αιωνιότητα επειδή είναι έρμαιο των Ενεργειών του.
Όμως τα ακόλουθα αντίθετα είναι αληθινά στο εξής:
1. Ο Άνθρωπος δεν έχει σώμα χωριστό από την Ψυχή του. Γιατί αυτό που ονομάζουμε Σώμα είναι μέρος της Ψυχής που το διακρίνουμε με τις πέντε Αισθήσεις, τις μοναδικές διόδους της Ψυχής στις μέρες μας.
2. Η Ενέργεια είναι η μόνη ζωή που εκπορεύεται από το Σώμα και η Λογική είναι το όριο ή η εξωτερική περιφέρεια της Ενέργειας.
3. Η Ενέργεια είναι Αιώνια Ηδονή.
Όσοι καταπιέζουν την επιθυμία, το κάνουν επειδή η δική τους είναι αρκετά αδύναμη ώστε να καταπιεστεί, και ο καταστολέας ή Λογική σφετερίζεται τη θέση της και κυβερνά τον άβουλο. Κι έχοντας καταπιεστεί γίνεται σιγά-σιγά παθητική, ώσπου στο τέλος καταντάει σκιά της επιθυμίας. 

William Blake, «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης», Βιβλιοβάρδια 2006 (μετάφραση Δημήτρης Χοροσκέλης)

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

τι όμορφη γυναίκα, γαμώτο!

Δεν με κορόιδεψε. Ήταν εκεί. Πανέμορφη. Έλαμπε ανάμεσα σ' όλες τις άλλες. Πουλούσε τις φόρμες στην είσοδο του Ούλτρα. Αυτό θα πει γυναίκα. Φορούσε μια ολόσωμη εφαρμοστή μαύρη φόρμα από λίκρα, με όλη την πλάτη έξω. Το μαλλί ίσιο και ελεύθερο. Ψηλοτάκουνα παπούτσια πλατφόρμες, μέσα στη μόδα, και πόδια γυμνασμένα, τέλεια. Κορμί σφριγηλό, θεϊκό. Ήταν σχεδόν γυμνή. Διαγράφονταν τα πάντα. Οι ρώγες, ο αφαλός, η απαλή καμπύλη της κοιλιάς μέχρι τα μικρά χείλη του κόλπου της. Μπορούσα σχεδόν να μυρίσω τις μασχάλες της, μ' αυτό τον λεπτό και ερωτικό ιδρώτα που έχουν οι μαύρες. Τι όμορφη γυναίκα, γαμώτο! Ήταν πολλές γυναίκες μαζεμένες που πουλούσαν τα πάντα. Από δολάρια μέχρι τσίχλες. Συνέχεια σε κίνηση, κοιτάζοντας τριγύρω. Παραφυλώντας για αστυνομικούς που από μακριά έκαναν τα στραβά μάτια, αλλά με το σκληρό βλέμμα εκείνου που ξέρει ότι έχει το παιχνίδι στα χέρια του. Ήταν όλες τους έτοιμες να βάλουν στις τσάντες το εμπόρευμα που είχαν στο χέρι και να εξαφανιστούν σαν δαιμονισμένες. Στην τσίτα, με τα μάτια τους δεκατέσσερα, στην πρίζα.
Στάθηκα για μια στιγμή πίσω της. Είχε πολλή ζέστη και ήταν ιδρωμένη. Είχε μια πολύ λεπτή μυρωδιά ιδρώτα. Ο πούτσος μου άρχισε να πρήζεται με τη μία. Μόνος του. Μόλις τη μύρισα καύλωσα. Ψιθυριστά της είπα στο αυτί:
"Σου τα αγοράζω όλα όσα σου έχουν μείνει".

Pedro Juan Gutiérrez, "H Βρόμικη Τριλογία της Αβάνας", Μεταίχμιο 2011 (μετάφραση Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη)

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

σαν μπάλες του μπιλιάρδου χτυπημένες με γιγάντια αόρατη στέκα

Εξαντλημένος από τούτη την παράλογη έχθρητα στρέφει το βλέμμα στον ουρανό που σκοτεινιάζει και μονομιάς γεννιέται κι άλλος παραλογισμός, τόσο δυνατός και πειστικός που 'ναι σαν να τον βλέπει: Το λυκόφως παίρνει άξαφνα φωτιά, καθώς ένας απρόσκλητος κομήτης διαπερνά την ατμόσφαιρα, βάναυσος σαν αρχηγός των Βανδάλων, έτοιμος να βιάσει και να καταστρέψει τον πολιτισμένο κόσμο. Ο εκτυφλωτικός επικείμενος Αρμαγεδδών είναι ορατός παντού, ως κι οι πιγκουίνοι της Ανταρκτικής σκορπίζουν πανικόβλητοι, σκούζοντας και βουτώντας στα παγωμένα νερά να σωθούν. Μα στο τέλος δε σώζεται τίποτα και κανείς. Ο κομήτης συγκρούεται με τη Γη, τη βγάζει απ' την τροχιά της. Σαν μπάλες του μπιλιάρδου χτυπημένες με γιγάντια αόρατη στέκα κι οι άλλοι πλανήτες χάνουν την ισορροπία τους και το ηλιακό σύστημα διαλύεται σε μια άηχη έκρηξη, διασαλεύοντας το μαγνητικό πεδίο του γαλαξία αλυσιδωτά, προξενώντας ολοένα μεγαλύτερη ανισορροπία, κι άλλες συγκρούσεις κι εκρήξεις. Το μαύρο κενό δεν μπορεί να καταπνίξει τις αλλεπάλληλες μοιραίες ταλαντώσεις, οι γαλαξίες πέφτουν ο ένας μετά τον άλλο σαν ντόμινο. Κι έτσι, μέσα σε δευτερόλεπτα ή αιώνες (καθώς τίποτα δεν έχει μείνει όρθιο πλέον, καμιά σταθερά για μέτρηση του χρόνου και του χώρου) όλη η μεγαλοφυής Δημιουργία, το περίτεχνα δομημένο χάος, εξαφανίζεται, άνθρωποι και μακρυσμένοι εξωγήινοι -φιλικοί ή εχθρικοί ποτέ δε θα μάθουμε- σβησμένοι, πιο νεκροί κι απ' το θάνατο.
Ο Νίκος κλείνει τα μάτια απολαμβάνοντας τη ζοφερή φαντασίωση. Τι γλύκα έχει η εξολόθρευση άμα δεν τη μοιράζεσαι;

Αύγουστος Κορτώ, "Ο Αφανισμός του Νίκου", Καστανιώτης 2008

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

μια φωνή έβαζε τους επιθετικούς προσδιορισμούς

Στη διάρκεια του σιδηροδρομικού ταξιδιού στην Ιταλία, ο Φ. δεν έπαψε να εγκωμιάζει την τελειότητα της γαστρονομίας των τρένων (pizzoccheri della Valtellina, ένας μαυριδερός χυλός, την όψη του οποίου ο Βάλτερ αναγκάστηκε να προσπεράσει), το τοπίο του Πάδου και της Τοσκάνης, τις εντυπωσιακές γυναίκες και τον λεγόμενο "νεορεαλιστικό" κινηματογράφο που, κατά την κρίση του, ήταν η καλύτερη απόδειξη του απατηλού "θαύματος" που τόσο αμφισβητούσε. Ο Βάλτερ συγκατένευσε σιωπηλά, όχι γιατί συμφωνούσε πάντα, αλλά γιατί του αρκούσε το ότι μια φωνή έβαζε τους επιθετικούς προσδιορισμούς.
Τα λογύδρια του Φ. τού υποδείκνυαν συχνά πως δεν έπρεπε να χάσει απ' τα μάτια του τις αποσκευές τους και, παρατηρώντας την καλοσυνάτη έκφραση ευχαρίστησης του συντρόφου του, σκεφτόταν ότι, από αξιολογικής πλευράς, "την ομορφιά δεν την κατέχουν τα πράγματα, ούτε είναι μια αυταπόδεικτη αλήθεια, αλλά μια αξία... γιατί το ωραίο δεν είναι, αλλά αξίζει", ενώ η εικόνα του τοπίου που κατίσχυε της καταστροφής του πολέμου τού έλεγε το αντίθετο. Σκεφτόταν επίσης ότι δεν θα μπορούσε πλέον να προβεί σε τέτοιου είδους εικασίες παρά μόνο σαν παιχνίδι, μια νέα αντιπαραβολή προσώπων πάνω σε ρυζόχαρτο η οποία θα του επέτρεπε να ανασυνθέσει το χαμένο του είναι, το κάπως συρρικνωμένο τώρα, μάλλον σκόρπιο, και ανοιχτό, αν όχι σ' ένα είδος ευτυχίας, τουλάχιστον σ' έναν ειρηνικό τρόπο διαβίωσης σε αυτόν τον κόσμο.

Carlos Sampayo, "Τη Χρονιά που Δραπέτευσε το Λιοντάρι", Πόλις 2007 (μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου)

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

ποιος θα τον κατακρίνει;

Ποιος θα τον κατακρίνει; Ποιος δε θ’ αναγαλλιάσει μυστικά όταν ο ήρωας βγάλει την πανοπλία και σταθεί στο παράθυρο να κοιτάξει τη γυναίκα και το γιο του, που πολύ μακρινοί στην αρχή, σιγά σιγά όλο και πλησιάζουν, μέχρι που χείλη και βιβλίο και κεφάλι βρίσκονται ολοκάθαρα μπροστά του, αν και είναι ακόμα υπέροχα και ξένα απ’ την ένταση της απομόνωσής του και απ’ την ερημιά των αιώνων και το χαμό των άστρων, κι αν τέλος βάζοντας την πίπα του στην τσέπη και σκύβοντας μπροστά της το μεγαλόπρεπο κεφάλι του – ποιος θα τον κατακρίνει αν προσκυνήσει την ομορφιά του κόσμου; 

Virginia Woolf, "Μέχρι το Φάρο", Οδυσσέας 2006 (μετάφραση Έλλη Μαρμαρά)

πλαταμώνας

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

θα βάλω μέσα ένα όνειρο

Αν μου 'λέγαν: σου μένουν είκοσι χρόνια ζωής, πως θα 'θελες να περάσεις το κάθε εικοσιτετράωρο που σου απομένει να ζήσεις; Θα απαντούσα: δώστε μου δυο ώρες ενεργητικότητας και είκοσι δύο ώρες για να ονειρεύομαι υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορώ να θυμάμαι -γιατί το όνειρο δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μέσα από τη μνήμη που το τρέφει. Λατρεύω τα όνειρα, ακόμη κι όταν είναι εφιάλτες, όπως συμβαίνει συνήθως με τα δικά μου. Τα όνειρά μου είναι διαρκώς σπαρμένα από εμπόδια, που τα συναντώ ξανά και ξανά. Αλλά το ίδιο μου κάνει. Αυτός ο τρελός έρωτας για το όνειρο, για την απόλαυση του να ονειρεύομαι τελείως απαλλαγμένος από οποιαδήποτε ανάγκη για εξήγηση, είναι ένα από τα βαθιά αισθήματα που μ' έφεραν κοντά στο σουρεαλισμό. Ο "Ανδαλουσιανός σκύλος" γεννήθηκε από τη συνάντηση ενός ονείρου μου με ένα όνειρο του Νταλί. Αργότερα εισήγαγα όνειρα στις ταινίες μου, προσπαθώντας να αποφύγω τον λογικό κι επεξηγηματικό ρόλο που παίζουν συνήθως. Μια μέρα είπα σ' ένα μεξικανό παραγωγό -που όμως δεν του άρεσε καθόλου το αστείο μου: "Αν η ταινία βγει πολύ μικρή, θα βάλω μέσα ένα όνειρο".

Luis Buñuel, "Η Τελευταία Πνοή", Οδυσσέας 2006 (μετάφραση Μαρία Μπαλάσκα)

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

ελευσίνα

κι όταν εγώ δεν θάχω σώμα

Κι όταν εγώ δεν θάχω σώμα
να έρχομαι πλέον εδώ,
θα συνεχίζεις εσύ ακόμη,
ακόμη κι ακόμη ν'ακούγεσαι, θάλασσα.
Όμως μπορεί να σε ακούνε και μένα
για κάμποσο ακόμη. Μπορεί
να βρίσκουνε και άλλα πράγματα
άγνωστα που τους είχαν διαφύγει,
μέσα στις λέξεις μου.

Νικηφόρος Βρεττάκος, "Συνάντηση με τη Θάλασσα", Ποταμός 2012

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

ο μότσαρτ

O Mότσαρτ μ' ένα μαύρο σκύλο τριγυρίζει τα καμμένα
σπίτια· ψάχνει κει μέσα στην καφτή τέφρα και την καρβου-
νίλα.
Σε μερικές γωνιές δεν έχουν ακόμη σβήσει οι φωτιές...

―ΠAPAΞENO -λέει- ΠOYΘENA ΔEN AKOYΓETAI ΠIA H MOYΣIKH MOY...

Μίλτος Σαχτούρης, "Ποιήματα 1945-1971", Kέδρος 1977

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

και ιδού ίππος πυρρός

Κεφαλή αλόγου σκύβει να πιει νερό.
Ίσα που πρόλαβε να δει, εκτός απ’ τη μορφή του, μιαν αλογόμυγα επάνω στα καπούλια, πριν σπάσει ο καθρέφτης της πηγής.
Ρουθούνια ανοιγμένα γεμάτες γουλιές ήρεμη ανάσα και μόνο τα μάτια του τρομαγμένα, με το τρέμισμα μιας σκιάς στον αέρα.

Ξανά.

Αναπεπταμένο πεδίο. Γύρω βουνά. Ένα άλογο πίνει νερό. Η καμπύλη του αυχένα του τόξο καλά τανυσμένο. Αεράκι στη χαίτη, όταν μαύρο πουλί περνάει ψηλά. Η σκιά του βιτσιά στα καπούλια. 

Ξανά.

Χαμηλή πτήση με ελικόπτερο πάνω από τη Δρακολίμνη της Τύμφης. Καταπράσινο οροπέδιο ανάμεσα σε χιονισμένα βουνά.
Στη όχθη της λίμνης ένα άλογο πυρρό ξεδιψάει. Αλαφιάζεται. Τρέχει. Τρέχουν μαζί του και τ’ άλλα λευκά, φαιά, πυρρά, σίβα, μαύρα, 150 άλογα κάτω από ένα καπώ, στο δρόμο Ιωαννίνων-Κοζάνης. 

Μιχάλης Γκανάς, περιοδικό Τα Νεφούρια, τεύχος 14, Πρωτοχρονιά 2006

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

επειδή η πράξη ταυτίζεται με την εξήγηση

Καμιά φορά τυχαίνει να κάνουμε κάτι χωρίς να ξέρουμε γιατί. Όταν πια το έχουμε κάνει, η πράξη αυτή μας εκπλήσσει ή μας τρομάζει. Ωστόσο, από την έκπληξη ή τον φόβο μας δίνετε μια εξήγηση, κι αυτό είναι απαραίτητο, αφού το ανεξήγητο μας γεμίζει αγωνία, κάτι που δεν αντέχουμε να κουβαλάμε για πολύ. Όταν όμως σκεφτούμε την εξήγηση ή την εκφράσουμε με τα λόγια, ξεχνάμε ότι αυτό συνέβη εκ των υστέρων και ότι η πράξη προηγείται. Αν μας το θυμίσει κανείς -επειδή η πράξη ταυτίζεται με την εξήγηση- τότε όλα είναι μια χαρά. Καμιά φορά όμως δεν είναι όλα μια χαρά. όταν ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι η ερμηνεία που μας δόθηκε είναι απατηλή, γιατί, όταν οι συνέπειες τις πράξης μας έρθουν στο φως, αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται τελικά για παραποίηση αυτού που κατά βάθος επιδιώκαμε με την πράξη. Τότε είναι που νιώθουμε μια τεράστια αγωνία. Γιατί αληθινή αγωνία είναι να μην μπορείς να εμπιστευτείς τις ίδιες σου τις σκέψεις - και αυτές μόνο. Αληθινή αγωνία είναι να γνωρίζεις ότι οι σκέψεις σου σε διαψεύδουν, ενώ εσύ είσαι αληθινός.

Stig Dagerman, "Καμένο Παιδί", Εστία 1998 (μετάφραση Μαργαρίτα Μέλμπεργκ)

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

ήταν ένα μαύρο πλήκτρο

Ήταν ένα μαύρο πλήκτρο. Ακούμπησα το δάχτυλο πάνω του και, προτού το κατεβάσω, είχα όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσω πως είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή: ήμουν έτοιμος και δεν έπρεπε να κωλυσιεργώ περισσότερο. Στην πλατεία απλώθηκε μια σιωπή που μου θύμισε το κενό που αισθάνεσαι λίγο πριν συμβεί ένα ατύχημα που δεν μπορείς να αποφύγεις. Η πρώτη νότα αντήχησε σαν πέτρα που πέφτει σε λιμνούλα. Αποσβολωμένος με αυτό που είχα κάνει, ακολούθησα τυφλά την παρόρμησή μου και, με την παλάμη ορθάνοιχτη, έπαιξα μια συγχορδία που ακούστηκε σαν χαστούκι. Συνέχισα νευρικά τα πρώτα μέτρα. Ξάφνου, έγειρα πάνω στο πιάνο, χαμήλωσα απότομα την ένταση και άρχισα να τσιμπώ ένα "πιανίσιμο" στις ψιλές νότες. Το αποτέλεσμα μου άρεσε και σκέφτηκα να συνεχίσω τους αυτοσχεδιασμούς. Έχωνα τα χέρια μέσα στην ηχητική μάζα και τη μάλαζα σαν να δούλευα ένα εύπλαστο και ζεστό υλικό. Κάθε τόσο σταματούσα, επιβραδύνοντας το ρυθμό και προσπαθούσα να δώσω νέα μορφή στη μάζα. Όταν όμως έβλεπα ΄τι κινδύνευε να μου κρυώσει, έπαιζα πιο γρήγορα και τις έδινα πίσω τη ζεστασιά της. Ήταν σαν να βρισκόμουν στο εργαστήρι ενός μάγου. Δεν γνώριζα τα υλικά που είχε αναμείξει για να ανάψει ετούτη η φωτιά, τον ακολουθούσα όμως σε κάθε του έμπνευση.

Felisberto Hernández, "Κανείς δεν άναβε τα φώτα", Μεταίχμιο 2003 (μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου)

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

οι παλιοί αστρονόμοι

«Να το φεγγάρι σου, πάντα εκεί», της έδειξε με το χέρι ένα χαλίκι βγαλμένο από τα νύχια κάποιας κοσμικής θύελλας.
«Δεν είναι εξαίσια τα ονόματα που έδιναν οι παλιοί αστρονόμοι στις τοποθεσίες του φεγγαριού;» τον ρώτησε εκείνη.
«Το Έλος της Διαφθοράς. Αυτό είναι το μόνο που θυμάμαι.» «Θάλασσα του Σκοταδιού… Θάλασσα της Γαλήνης…»
Στέκονταν πλάι πλάι χωρίς να μιλάνε, με τον άνεμο να παίρνει τον καπνό των τσιγάρων πίσω απ’ τους ώμους τους. Απ’ εδώ η κοιλάδα έμοιαζε με θάλασσα, θάλασσα φουρτουνιασμένη. Πέρα απ’ το δρόμο για το Τομαλίν η γη κυμάτιζε κι άφηνε να σπάσουν προς όλες τις κατευθύνσεις τα βάρβαρα κύματα των αμμόλοφων και των βράχων. Πάνω απ’ τους λόφους, με τη μυτερή σειρά των ελάτων σαν σπασμένα γυαλιά πάνω σε μεσοτοιχία, ένα κοπάδι από λευκά σύννεφα σαν απολιθωμένα κύματα. Πίσω όμως από τα ηφαίστεια είδε τώρα πως είχαν μαζευτεί μαύρα σύννεφα καταιγίδας. «Η Σοκότρα» σκέφτηκε «η μυστηριώδης νήσος μου στην Αραβική θάλασσα, απ’ όπου προέρχονταν ο λίβανος και τα μύρα και όπου ποτέ κανείς δεν έχει πάει –»
Κάτι από την άγρια δύναμη αυτού του τοπίου που στάθηκε κάποτε πεδίο μάχης, έμοιαζε να του φωνάζει, - μια παρουσία γεννημένη από τη δύναμη αυτή που την κραυγή της ολόκληρο το είναι του την αναγνώριζε σαν κάτι γνωστό, κάτι που έπιασε για μια στιγμή και το ξανάριξε στον άνεμο – κάποιο νεανικό σύνθημα θάρρους και περηφάνιας˙ την παθιασμένη και τόσο συχνά υποκριτική έκφραση της ψυχής μας, σκέφτηκε, της επιθυμίας μας να είμαστε, να κάνουμε, το καλό, αυτό που είναι σωστό. Ήταν σαν να κοίταζε τώρα, πίσω απ’ όλες αυτές τις ατέλειωτες πεδιάδες, πίσω απ’ τα ηφαίστεια, τον απέραντο γαλάζιο ωκεανό, νιώθοντας πάντα μέσα στην ψυχή του, την απεριόριστη ανυπομονησία, την απέραντη νοσταλγία.

Malcolm Lowry, «Κάτω από το ηφαίστειο», Αστάρτη 1983 (μετάφραση Μαρίνα Λώμη)

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

μια ζωντανή μνησικακία

-Κάνει ζέστη εδώ, είπα.
-Αλήθεια, κι αυτό δεν είναι τίποτα, μου απάντησε ο άλλος. Μη δίνεται σημασία. Θα το νιώσετε ακόμα πιο πολύ σαν φτάσουμε στην Κομάλα. Αυτό το μέρος βρίσκεται πάνω από τη χόβολη της γης, στο στόμα ακριβώς της Κόλασης. Μάλιστα λένε πως πολλοί απ’ αυτούς που πεθαίνουνε εδώ, σαν φτάνουνε στην Κόλαση γυρίζουν πίσω για να πάρουν την κουβέρτα τους.
-Εσείς τον ξέρετε τον Πέδρο Πάραμο; τον ρώτησα.
Τόλμησα να το κάνω, γιατί στα μάτια του διέκρινα μια στάλα εμπιστοσύνης.
-Ποιος είναι; ξαναρώτησα.
-Μια ζωντανή μνησικακία, μου απάντησε.

Juan Rulfo, «Πέδρο Πάραμο», Πατάκης 2005 (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου)

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας

Από εκεί και πέρα, αν εξετάσουμε τη σημερινή κατάσταση, κατάσταση αποσύνθεσης και όχι κρίσης, κατάσταση αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, διαπιστώνουμε μια αντινομία πρώτου μεγέθους: Το απαιτούμενο είναι κολοσσιαίο, πάει πολύ μακριά –και οι άνθρωποι, τέτοιοι που είναι και τέτοιοι που αναπαράγονται συνεχώς από τις δυτικές κοινωνίες μα και από τις άλλες, βρίσκονται σε κολοσσιαία απόσταση από αυτό. Τι είναι το απαιτούμενο;
Με δεδομένη την οικολογική κρίση, την ακραία ανισότητα της κατανομής των πόρων μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών, την απόλυτη σχεδόν αδυναμία να συνεχίσει το σύστημα τη σημερινή του πορεία, το απαιτούμενο είναι μια νέα φαντασιακή δημιουργία που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα ανάλογο στο παρελθόν, μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους ζωής διαφορετικούς, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο. Αυτό θα απαιτούσε φυσικά μια αποδιοργάνωση των κοινωνικών θεσμών, των σχέσεων εργασίας, των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών σχέσεων.
Αυτός όμως ο προσανατολισμός απέχει απίστευτα από τα όσα σκέφτονται, και ίσως από τα όσα ποθούν οι άνθρωποι σήμερα. Αυτή είναι η κολοσσιαία δυσκολία που πρέπει ν’αντιμετωπίσουμε. Θα έπρεπε να θέλουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες θα έχουν πάψει να κατέχουν κεντρική (ή μοναδική) θέση, όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου και όχι ύστατος σκοπός, στην οποία επομένως θα έχουμε παραιτηθεί από την τρελή κούρσα προς μια συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση. Αυτό δεν είναι απλώς αναγκαίο για να αποφύγουμε την τελεσίδικη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος. Είναι αναγκαίο κυρίως για να βγούμε από τη ψυχική και ηθική εξαθλίωση των σύγχρονων ανθρώπων.
Θα έπρεπε λοιπόν από εδώ και πέρα οι άνθρωποι (μιλάω τώρα για τις πλούσιες χώρες) να δεχτούν ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιοτικό επίπεδο και να παραιτηθούν από την ιδέα ότι ο κεντρικός σκοπός της ζωής τους είναι να αυξάνεται η κατανάλωση τους κατά 2 με 3% το χρόνο. Για να το δεχθούν αυτό, θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόημα στη ζωή τους. Ξέρουμε, ξέρω ποιο είναι αυτό το κάτι άλλο – τι ωφελεί όμως, από τη στιγμή που η μεγάλη πλειονότητα του κόσμου δεν το δέχεται και δεν κάνει αυτό που πρέπει ώστε να γίνει πραγματικότητα; Αυτό το άλλο είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων, αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροιόντων. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να πάψει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου. Άλλο πολιτικό σύστημα, μιαν αληθινή δημοκρατία που θα συνεπαγόταν τη συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων.Μιαν άλλη οργάνωση της παιδείας, ώστε να διαπλάθονται πολίτες ικανοί να ασκούν και να άρχονται, σύμφωνα με τη θαυμάσια έκφραση του Αριστοτέλη- και ούτω καθ’ εξής.
Εννοείται ότι όλα αυτά θέτουν θεμελιώδη προβλήματα: για παράδειγμα, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει μια αληθινή, μια άμεση δημοκρατία, όχι πια με 30.000 πολίτες, όπως στην Αθήνα της κλασσικής εποχής, μα με 40 εκατομμύρια πολίτες, όπως στη Γαλλία, ή ακόμα και με πολλά δισεκατομμύρια άτομα στην κλίμακα του πλανήτη; Προβλήματα κολοσσιαίας δυσκολίας, που όμως κατά τη γνώμη μου μπορούν να λυθούν –με την προϋπόθεση ότι η πλειονότητα των ανθρώπων και των ικανοτήτων τους θα κινητοποιηθεί για τη δημιουργία λύσεων, αντί να προβληματίζεται για το πότε θα μπορέσει να αποκτήσει τρισδιάστατη τηλεόραση.
Αυτά είναι τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας – και η τραγωδία της εποχής μας είναι ότι η δυική ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά νοιάζεται για αυτά. Πόσον καιρό ακόμα η ανθρωπότητα θα κατατρύχεται από τις ματαιότητες και τις ψευδαισθήσεις που ονομάζουμε εμπορεύματα; Μια καταστροφή οποιουδήποτε είδους – οικολογική, για παράδειγμα – θα προκαλέσει άραγε μια βίαιη αφύπνιση, ή μήπως την εμφάνιση αυταρχικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων; Κανείς δε μπορεί να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Εκείνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι όλοι όσοι έχουν συνείδηση του φοβερά σοβαρού χαρακτήρα των ζητημάτων πρέπει να προσπαθήσουν να μιλήσουν, να ασκήσουν κριτική σε αυτή την ξέφρενη πορεία προς την άβυσσο, να ξυπνήσουν την συνείδηση των συμπολιτών τους.

Κορνήλιος Καστοριάδης, "Η Άνοδος της Ασημαντότητας", Ύψιλον 2007 (μετάφραση Κώστας Κουρεμένος)

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

ένας νάρκισσος νέου τύπου

Ένας Νάρκισσος νέου τύπου, σακατεμένος από τη θλίψη, μπαϊλντισμένος από αηδία για τον εαυτό του, στοχάστηκε ώρα πολύ πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό του. Κατάλαβε ότι το πρόσωπό μας είναι εκείνο το μέρος της σάρκας μας που η παρουσία των ομοίων μας το πλάθει και το ξαναπλάθει, το αναθερμαίνει και το ζωντανεύει αδιάκοπα. Ένας άνθρωπος που μόλις άφησε κάποιον με τον οποίον είχε μια ζωηρή συνομιλία: στο πρόσωπό του παραμένει για κάμποση ώρα μια ζωντάνια που σβήνει σιγά-σιγά κι η επέλευση ενός άλλου συνομιλητή θα κάνει τη φλόγα της να ξαναφουντώσει. "Ένα πρόσωπο σβησμένο. Ένας βαθμός απαλοιφής που, αναμφίβολα, ποτέ μέχρι τώρα δεν τον έφτασε το ανθρώπινο είδος". Ο Ροβινσώνας είχε προφέρει αυτές τις λέξεις φωναχτά. Κι όμως η φάτσα του, την ώρα που ξεστόμιζε τούτα τα βαριά σαν πέτρες, λόγια δεν είχε κινηθεί πιότερο από μια μπουρού ή από ένα βούκινο. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι χαρούμενο κι έβαλε τα δυνατά του να χαμογελάσει. Αδύνατον. Υπήρχε αλήθεια κάτι το παγωμένο στο πρόσωπό του και για να σπάσει ο πάγος θα χρειάζονταν πολύωρα και χαρούμενα ξανανταμώματα με τους δικούς του. Μόνο το χαμόγελο ενός φίλου θα μπορούσε να του ξαναδώσει το χαμόγελο...
Ξεκόλλησε από το φριχτό γήτεμα του καθρέφτη και κοίταξε γύρω. Δεν είχε ό,τι του χρειαζόταν σε τούτο το νησί; Μπορούσε να σβήσει τη δίψα, να χορτάσει τη πείνα, να φροντίσει για την ασφάλεια κι ακόμα για την άνεσή του, κι υπήρχε κι η Βίβλος για να ικανοποιεί τις πνευματικές του απαιτήσεις. Ποιος λοιπόν, με μόνη τη δύναμη ενός χαμόγελου θα έκανε τον πάγο που παρέλυε το πρόσωπό του να λιώσει; Τα μάτια του έπεσαν τότε στον Τεν που ήταν καθισμένος κατάχαμα, δεξιά του και σήκωνε τη μουσούδα προς το μέρος του. Μήπως ο Ροβινσώνας είχε παραισθήσεις; Ο Τεν χαμογελούσε στον κύριό του! Το μαύρο χείλος του, φίνο και δαντελωτό, σηκωνόταν μόνο από τη μια πλευρά της μούρης του κι άφηνε να φανεί μια διπλή σειρά σκυλόδοντα. Συνάμα έγερνε αστεία το κεφάλι από τη μια μεριά και θα έλεγες πως τα φουντουκιά του μάτια ζάρωναν ειρωνικά. Ο Ροβινσώνας άρπαξε με τα δυο του χέρια το χοντρό τριχωτό κεφάλι και το βλέμμα του καλύφθηκε από συγκίνηση. Μια ξεχωριστή θέρμη χρωμάτισε τα μάγουλά του κι ένα ανεπαίσθητο ρίγος έκανε τις άκρες των χειλιών του να τρέμουν. Ήταν όπως στις όχθες του Ουζ, όταν η πρώτη ανάσα του Μάρτη σ' έκανε να προαισθανθείς τα σπαρταρίσματα της άνοιξης που σε λίγο θα έμπαινε. Ο Τεν έκανε πάντα τη γκριμάτσα του κι ο Ροβινσώνας τον κοιτούσε με πάθος θέλοντας να ξαναβρεί την πιο γλυκιά από τις ιδιότητες του ανθρώπου. Από εκείνη την ημέρα κι έπειτα ανάμεσά τους γινόταν ένα παιχνίδι. Ξαφνικά ο Ροβινσώνας διέκοπτε τη δουλειά του, το κυνήγι, το περπάτημα στην ακρογιαλιά ή στο δάσος -ή άλλοτε άναβε ένα δαδί στη μέση της νύχτας- και το πρόσωπό του, που άρχιζε πια να ξαναζωντανεύει, κοίταζε τον Τεν μ' έναν ορισμένο τρόπο. Κι ο Τεν με το κεφάλι γερτό του χαμογελούσε και το σκυλίσιο χαμόγελό του μέρα με τη μέρα καθρεφτιζόταν όλο και πιο καθαρά στο ανθρώπινο πρόσωπο του κυρίου του.

Michel Tournier, "Παρασκευάς ή στις μονές του Ειρηνικού", Εξάντας 1986 (μετάφραση Χρήστος Γ. Λάζος)

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ας...

Σε τούτο το μεταξύ,
ας παίζουμε με τις λέξεις,
ας παίζουμε της ομιλίας το θείο παιγνίδι
ανύποπτοι ποιητές
που κλέψανε το μυστικό
να βλέπουνε και ν' ακούνε,
ν' αγγίζουνε και να γνωρίζουνε τα πράγματα,
την εικόνα του Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ' αστραφτερές λέξεις ας παίζουμε
καθώς παιδιά μ' αθώα χοχλάδια
που ξεβράστηκαν στ' ακροθαλάσσι
μόλις αγγίζοντας τη μυστική φωτιά
μόλις μαντεύοντας
τον κρύφιο κεραυνό,
με χώμα ας σκεπάζουμε και στάχτη
τη φλόγα που οι θνητοί ν' αγγίσουν δεν τολμούν
δέσμιοι στο θάνατο
ας ξανοίγουμε τις χάρτινες βαρκούλες μας
μες στον αστραποβόλο ωκεανό...

Μελισσάνθη, "Οδοιπορικό", Καστανιώτης 2000

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

το κίτρινο

Στα χρόνια του παππού μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κι έγινε το υποστατικό. Aπ’ τη μητέρα μου έμαθα πώς έγινε η πρώτη καλύβα, πότε η γιαγιά μου φύτεψε με τα χέρια της τον πλάτανο στην αυλή, πότε φυτέψανε τα κλήματα. Στο υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό ξύλο. Στη μέση ήταν μια αυλή και γύρω-γύρω της, η μια χτισμένη κοντά στην άλλη, ήταν οι οικοδομές. Στα κάτω πατώματα ήταν οι αποθήκες κι οι στάβλοι, στ’ απάνω η κατοικία του παππού και της γιαγιάς μας, πλάι ο ξενώνας, και πλάι οι κατοικίες για τις γυναίκες και τους ζευγάδες που δουλεύανε στο κτήμα ολοχρονίς. Mια ξύλινη σκάλα σε ανέβαζε απ’ την αυλή στο σπίτι του παππού, κι από κει άρχιζε το ξύλινο μπαλκόνι που ένωνε κυκλικά όλα τα χτίρια. Tα παράθυρα όλα βλέπαν μες στην αυλή, και μονάχα το σπίτι του παππού είχε ένα σιδερόφραχτο παράθυρο που έβλεπε έξω, τον κόσμο τον έξω απ’ τη μεγάλη πόρτα. Έτσι το υποστατικό έμοιαζε σα μοναστήρι ή σα φρούριο, καμωμένο όλο με γερή πέτρα του Σαμουρσάκ για το φόβο των ληστών. Όμως δεν είχε τίποτα απ’ την ασκητική αυστηρότητα των μοναστηριών, μήτε απ’ την αγριότητα των φρουρίων. Ήταν βαμμένο με γαλάζιο χρώμα.
Σ’ ένα επιτούτου δωμάτιο ήταν φυλαγμένα σαν πολύτιμα πράματα τα όπλα, γκράδες και μαρτίνια και σπαθιά, όσα θα φτάνανε για ν’ αρματώσουν όλους τους ζευγάδες σε ώρα ανάγκης, αν μας ρίχνονταν ληστές. Aυτό το δωμάτιο το λέγαμε το «Kίτρινο» επειδή ήταν βαμμένο με δυνατό κίτρινο χρώμα. Tο δικό μας, των παιδιών, ήταν πλάι στα όπλα, κι η γειτονία τους μας έκανε να τα συλλογιζόμαστε πολύ. Kαι καθώς το Kίτρινο ήταν πάντα κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός απ’ τον παππού, η φαντασία μας του έδινε μεγάλες διαστάσεις, το σχημάτιζε σα μυστικό καταφύγιο μυθικών πλασμάτων.
Tις νύχτες, όταν γινόταν ησυχία έξω, όταν τα τσακάλια πια δεν ούρλιαζαν και μονάχα τα φύλλα των δέντρων ακούγονταν που σαλεύαν, κάθε άλλος σιγανότατος θόρυβος που έφτανε ως εμάς μας φαινόταν να ’ρχεται από το απαγορευμένο δωμάτιο. Tότε το ένα παιδί ξυπνούσε το άλλο.
― Άκουσες; έλεγε η μικρή Άρτεμη και μ’ έσπρωχνε. Ξυπνούσα τρομαγμένος και ρωτούσα:
― Tι είναι;
― Άκου! Πλάι κάτι γίνεται! Στο Kίτρινο...
Έβαζα όλη την προσοχή κι αφουγκραζόμουν. H γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους, κι απ’ το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάξει μονάχα σ’ ένα παιδί. Oι ρίζες των δέντρων σαλεύουν στα σκοτεινά γυρεύοντας νερό να πιουν, οι φλούδες των κορμών σαλεύουν για να χυθούν οι χυμοί στους κλώνους και στα φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζουνται έρημα στο μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε και χάθηκε, ένα άλλο, κυνηγημένο από μεγαλύτερό του αγρίμι, δεν μπόρεσε να περάσει στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαραχτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. Ύστερα όλα ησυχάζουν, κι έρχεται η Mεγάλη Σιωπή.
― Άκου!... λέει πάλι η Άρτεμη όταν γίνεται ησυχία.
― Tσακάλι θα ’ταν και πέρασε, της λέω.
― Mα όχι! Όχι το τσακάλι! Nά! Tώρα, τώρα! Kει μέσα! Άκουσε!
Tεντώνω το αυτί μου κι ανοίγω τα μάτια μου όσο μπορώ. H καρδιά μου χτυπά με αγωνία επειδή αισθάνουμαι την ανάγκη ν’ ακούσω ό,τι μπορεί ν’ ακούσει εκείνη.
― Aχ! λέω τέλος απελπισμένα. Δεν ακούω τίποτε! Mονάχα τα φύλλα...
― Kαημένε! Tα φύλλα! Tι λες για φύλλα! κάνει η φωνή της μες στο σκοτάδι, και ξέρω πως στα μάτια της θα λάμπει η περιφρόνηση. Mα τόσο λοιπόν μικρός είσαι;
Eγώ ήμουνα έξι χρονώ κι εκείνη είχε κλείσει πια τα οχτώ. Aυτό δε με πείραζε τόσο. Aλλά μου ερχόταν να κλάψω απ’ το κακό μου και απ’ το παράπονο επειδή η Άρτεμη ήταν κορίτσι, κι ένα κορίτσι δε θα ’πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι. Kι όμως, νά που έτσι γινόταν ―αδικία πολλή ήταν στον κόσμο.
― Ό,τι θέλεις λες! της κάνω τέλος θυμωμένα. Aκούς τα φύλλα στα δέντρα και θαρρείς πως είναι στο Kίτρινο! Xμ!
― Kακομοίρη! Eγώ λέω ό,τι θέλω; διαμαρτύρεται η Άρτεμη. Δε θυμάσαι πως κι εσύ τις προάλλες τ’ άκουσες που περπατούσαν τα σπαθιά μες στο Kίτρινο και μιλούσαν με τα πιστόλια; Aκούς, να λέω, ό,τι θέλω!
H Άρτεμη είχε δίκιο. Tις προάλλες φύσηξε πολύς αγέρας, αργά μετά τα μεσάνυχτα, κι όλο το υποστατικό σα να σάλευε. Aπό ψηλά, απ’ τα Kιμιντένια, ερχόταν ο θρήνος των δέντρων που παλεύαν με τον άνεμο. Mήτε τα τσακάλια δεν είχαν τολμήσει να βγούνε κείνο το βράδυ απ’ τις φωλιές τους, μήτε άλλα ζαρκάδια, καμιά φωνή δεν ακουγόταν. Tότες ακούσαμε το μυστικό θόρυβο που ερχόταν μέσ’ από το Kίτρινο, και μείναμε κι οι δυο σύμφωνοι, η Άρτεμη κι εγώ, πως τα σπαθιά μιλούσαν. Λοιπόν, τώρα γιατί να μην πιστεύω;
― Eσύ όλο κοιμάσαι, αυτό είναι! συμπεραίνει η Άρτεμη, θέλοντας να εξηγήσει την αδυναμία μου. Eγώ όμως ξαγρυπνώ κι έχω συνηθίσει τ’ αυτί μου να παίρνει.
― Kαλά, καλά! της λέω πάλι. Eσύ τα ξέρεις όλα! Kάθισε, λοιπόν, να ξαγρυπνάς με το σκοτάδι... Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι.
Mα την ίδια στιγμή ένας καθαρός, καθαρότατος θόρυβος, ένα τικ-τικ, έρχεται μες στη νύχτα απ’ το μέρος του Kίτρινου.
― T’ άκουσες επιτέλους;... ψιθυρίζει στα σκοτεινά η φωνή της Άρτεμης, και θαρρώ πως τρέμει. T’ άκουσες;
― Aχ, τ’ άκουσα! μουρμουρίζω κι εγώ με ταραχή. Tι να ’ναι;
― Tα σπαθιά ξυπνούνε..., λέει εκείνη. Mα τότε ξυπνά κι η Aνθίππη. Eίναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως δώδεκα χρονώ κι είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας.
― Tι έχετε εσείς εκεί; ρωτά σιγανά.
― Aνθίππη, άκου!... λέει η Άρτεμη, κι η φωνή της είναι σα να γυρεύει βοήθεια. Tα σπαθιά ξυπνήσαν στο Kίτρινο!...
H Aνθίππη ακούει κι ύστερα λέει ατάραχη:
― Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Kοιμηθείτε!
Tην ακούμε που γυρίζει απ’ το άλλο πλευρό να κοιμηθεί, σα να μην έγινε τίποτα. Σκεπάζουμαι κι εγώ ως το κεφάλι, μα τα μάτια δεν κλείνουν. Oι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Pοδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ’ ασημένια μαλλιά και με το Mεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Tα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξυπνήσαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κι έρημα. Aνοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Kι ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:
«Περιμένετε νά ’ρθουμε! Περιμένετε νά ’ρθουμε κι εμείς στη Pοδοπαπούδα!»
«Eλάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ’ το χρυσόψαρο. «Eλάτε και σας περιμένουμε!»
Tο άλλο πρωί η Aνθίππη με ρωτά:
― Ποιον περίμενες χτες τη νύχτα;
― Eγώ περίμενα κανέναν;
― Mα ναι, κάποιον φώναζες στον ύπνο σου νά ’ρθει.
Δε θυμούμαι πια τίποτα και της λέω πως θα ’ταν όνειρο.

Ηλίας Βενέζης, "Αιολική Γη", Εστία 1969