Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

το αποτέλεσμα της ανάγκης

Μου φάνηκε, λοιπόν, ότι είχα συναντήσει την ανθρωπότητα στην παρακμή της. Η πορφυρή δύση του Ήλιου μου έφερνε στο νου τη δύση της ανθρωπότητας. Για πρώτη φορά άρχισα να αντιλαμβάνομαι μια παράξενη συνέπεια της κοινωνικής προσπάθειας που καταβάλουμε σήμερα. Κι όμως, αν το σκεφτούμε, είναι μια αρκετά λογική συνέπεια. Η δύναμη είναι το αποτέλεσμα της ανάγκης, ενώ η ανταμοιβή της ασφάλειας είναι η αδυναμία. Το έργο για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής –η πραγματική πολιτισμική διαδικασία που καθιστά τη ζωή ολοένα και πιο ασφαλή- είχε προχωρήσει σταθερά προς την κορύφωσή του. Οι θρίαμβοι της ενωμένης μπροστά στη φύση ανθρωπότητας ακολουθούσαν ο ένας τον άλλον. Πράγματα που σήμερα μονάχα τα ονειρευόμαστε είχαν συνειδητά τεθεί σε εφαρμογή και είχαν καρποφορήσει. Και οι καρποί αυτής της σοδειάς ήταν αυτό που έβλεπα!

H. G. Wells, «Η μηχανή του χρόνου», Σκάι 2010 (μετάφραση Φωτεινή Γιοβάνογλου)

Geometropolis.M03

αλλά η κίνηση συνεχιζόταν

Σήμερα γίνομαι σαράντα πέντε ετών. Κάθομαι γυμνός ως τη μέση στο ξενοδοχείο Λυκαβηττός στην Αθήνα, κάθιδρος, ρουφώντας μεγάλες ποσότητες Κόκα Κόλα. Σ’ αυτήν την πόλη δεν γνωρίζω ψυχή. Το βράδυ, όταν βγήκα να βρω κάπου να δειπνήσω, βρέθηκα εν μέσω ενός αλαφιασμένου πλήθους που κραύγαζε κάτι ακατάληπτο. Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, επίκεινται εκλογές. Σουλατσάριζα κατά μήκος μιας ατέλειωτης κεντρικής οδού, μπλοκαρισμένος από ανθρώπους και οχήματα, με κόρνες αυτοκινήτων να στριγκλίζουν μες στ’ αυτιά μου, να μην καταλαβαίνω λέξη, και ξαφνικά μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα πως αυτό είναι, ουσιαστικά, η μεταθανάτια ζωή – πως η ζωή είχε τελειώσει αλλά η κίνηση συνεχιζόταν, πως αυτό είναι η αιωνιότητα.
Σαράντα πέντε χρόνια πριν η μητέρα μου με έφερε στη ζωή. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε που πέθανε. Πέρσι πέθανε κι ο πατέρας μου. Εγώ, το μοναδικό τους παιδί, περπατώ τώρα στους βραδινούς δρόμους της Αθήνας, δρόμους που εκείνοι ποτέ δεν είδαν και ούτε θα δουν. Ο καρπός της αγάπης τους, η φτώχεια τους, η σκλαβιά μέσα στην οποία έζησαν και πέθαναν – ο γιος τους βαδίζει ελεύθερος. Καθώς δεν τους συναντά μέσα στο πλήθος, αντιλαμβάνεται πως κάνει λάθος, αυτό δεν είναι αιωνιότητα.

Joseph Brodsky, «Το τραγούδι του εκκρεμούς», Καστανιώτης 1999 (μετάφραση Δημήτρης Στεφανάκης)

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

γιατί όχι;

Στον απέναντι τοίχο έβλεπα τη μεγάλη ζωγραφιά του που υποτίθεται ότι ήταν αριστούργημα. Τότε ήταν ακόμα στ’ αρχικά στάδια, αλλά μάλλον αναπαριστούσε το Μυστικό Δείπνο με το Χριστό και τους μαθητές Του. Τους κοιτούσα έτσι όπως καθόντουσαν με τ’ αγνά, τα σοβαρά τους πρόσωπα, πιστεύοντας ότι είχαν εξυψωθεί υπεράνω όλων των άλλων, μαζεμένοι γύρω από τον ουράνιο Κύριό τους, εκείνον με το θείο φως πάνω απ’ το κεφάλι του. Χάρηκα στην ιδέα ότι Εκείνος λίγο μετά θα συλλαμβανόταν, ότι ο Ιούδας, που καθόταν κουβαριασμένος στη γωνιά του, σύντομα θα τον πρόδιδε. Σκέφτηκα: «Τώρα ακόμα Τον αγαπούν και Τον τιμούν, τώρα ακόμα κάθεται στο τραπέζι Του, ενώ εγώ στέκομαι εδώ ταπεινωμένος! Αλλά και η δική Του ταπείνωση δεν αργεί. Σε λίγο ούτε κι Αυτός θα κάθεται ανάμεσα στους μαθητές Του, αλλά θα είναι κρεμασμένος στο σταυρό, μονάχος, προδομένος από κείνους τους ίδιους. Θα κρέμεται γυμνός, όπως είμαι κι εγώ τώρα, ταπεινωμένος όπως κι εγώ, εκτεθειμένος στα βλέμματα των άλλων, χλευασμένος και ονειδισμένος. Και γιατί όχι; Γιατί να μην υποφέρει την ίδια ταπείνωση μ’ εμένα; Σ’ όλη Του τη ζωή τον περιέβαλαν με αγάπη, τράφηκε από την αγάπη – ενώ εγώ τράφηκα από το μίσος. Από την ημέρα που γεννήθηκα βύζαξα τον πικρό οπό του μίσους, το στήθος που μου δώσαν έβγαζε χολή, ενώ Αυτόν τον θήλασε η γλυκιά και χαριτωμένη Παναγία και ήπιε το ηδύτερο γάλα που έγινε ποτέ. Κάθεται εκεί αθώος κι ευγενικός και του είναι αδύνατο να πιστέψει ότι κάποιος μπορεί να Τον μισεί, ότι κάποιος θέλει να Του κάνει κακό. Γιατί όχι; Γιατί όχι σ’ Αυτόν; Πιστεύει ότι όλοι στη γη πρέπει να τον αγαπούν ως υιό του ουράνιου Πατρός. Τι απλοϊκότητα! Τι παιδική άγνοια! Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο Τον μισούν κρυφά, ακριβώς λόγω αυτού του θαύματος. Διότι ο Άνθρωπος δεν θέλει να βεβηλωθεί από το Θεό».

Pär Lagerkvist, «Ο Νάνος», Καστανιώτης 1990 (μετάφραση Ερρίκος Μπελιές)

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

πριν τη ζωή, ο θάνατος.

Μαύρη, μέσα σ' ένα κατασκονισμένο φεγγοβόλημα ήλιου αυγουστιάτικου να σου κόβει την ανάσα, μια νεκροφόρα τρίτης τάξης στάθηκε στην είσοδο της καινούριας πολυκατοικίας, πέρα, σ' αυτούς τους νέους δρόμους της Ρώμης, στο τετράγωνο Πράτι ντι Καστέλο.
Θα 'ταν τρεις το μεσημέρι.
Όλα εκείνα τα καινούρια σπίτια, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν ακατοίκητα ακόμη, φαίνονταν σαν να κοίταζαν με τα ξεγυμνωμένα τους παράθυρα εκείνη τη νεκροφόρα. Καμωμένα για να φιλοξενήσουν τη ζωή, να που βλέπουν τώρα το θάνατο να 'ρχεται για θήραμα, ακριβώς εδώ μπροστά τους.
Πριν τη ζωή, ο θάνατος.
Και είχε έρθει αργά αργά, με το πάσο της εκείνη η νεκροφόρα. Ο αμαξάς, καταϊδρωμένος, το 'ριχνε στον ύπνο που και που, με το ημίψηλο ριγμένο στραβά πάνω στη μύτη και το ένα πόδι στο κάθισμα απέναντι. Στην πρώτη είσοδο που του φάνηκε πως είχε το σημάδι του πένθους, μισάνοιχτη πόρτα, ξαμόλησε το πετάλι του φρένου, συγκράτησε τα χαλινάρια και ξάπλωσε να κοιμηθεί πιο άνετα κάτω από το κουβούκλιο. Από την πόρτα του μοναδικού καταστήματος σ' αυτό το δρόμο, εμφανίστηκε τραβώντας τη διχτυωτή κουρτίνα ένα ανθρωπάκι ξεχτένιστο και καταϊδρωμένο, εύρωστο, με τα μανίκια τραβηγμένα πάνω στα τριχωτά του μπράτσα.
-Ψιτ! φώναξε στον αμαξά. Έι, πιο κει!
Ο αμαξάς σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει κάτω απ΄το γείσο του καπέλου που 'χε κατεβασμένο μέχρι τη μύτη. Πάτησε το φρένο, τράβηξε τα χαλινάρια πάνω στην πλάτη των αλόγων και προσπέρασε το μπακάλικο χωρίς να πει λέξη. Εδώ ή εκεί, γι' αυτόν ήταν το ίδιο.

Luigi Pirandello, "Χάος", Καστανιώτης 1989 (μετάφραση Σωτήρης Τριβιζάς - Κατερίνα Γλυκοφρύδη)

άρχισαν να εξασκούν τη δύσκολη τέχνη της άρνησης

Η καταπίεση και η περιφρόνηση ήταν λοιπόν, και έπρεπε να είναι, το μερίδιο της γυναίκας στην εκκολαπτόμενη κοινωνία. Η κατάσταση αυτή ήκμασε μέχρι που η πείρα αιώνων έμαθε στις γυναίκες να αντικαθιστούν τη δύναμη με την πονηριά. Κατάλαβαν επιτέλους ότι, εφόσον ήταν πιο αδύναμες από τους άνδρες, η μόνη λύση ήταν να τους σαγηνεύσουν. Έμαθαν ότι, αν οι άνδρες τις υπέτασσαν με τη βία, αυτές θα μπορούσαν να τους υποτάξουν με την ηδονή. Πιο κακότυχες από τους άνδρες, ήξεραν να χρησιμοποιούν το μυαλό τους και είχαν την ικανότητα να σκέφτονται γρηγορότερα από αυτούς. Κατάλαβαν πρώτες ότι η ιδέα που έχουμε στο μυαλό για την απόλαυση είναι πιο δυνατή από την απόλαυση την ίδια. και ότι η φαντασία ξεπερνά πάντοτε τη φύση. Όταν έμαθαν αυτές τις πρώτες αλήθειες, άρχισαν να καλύπτουν τα θέλγητρά τους για να ξυπνούν έτσι την περιέργεια. Άρχισαν να εξασκούν τη δύσκολη τέχνη της άρνησης, παρόλοπου επιθυμούσαν να ενδώσουν. Από εκείνη τη στιγμή, ήξεραν πως να εξάπτουν τη φαντασία των ανδρών, ήξεραν πως να γεννούν και να κατευθύνουν τις επιθυμίες. Έτσι γεννήθηκαν η ομορφιά και ο έρωτας.

Choderlos de Laclos, "Γυναικών Παιδεία", Ροές 2004 (μετάφραση Σοφία Κορνάρου - Αλεξάνδρα Δημητριάδη)

η ζωή στο μεσοδιάστημα.

Είναι άγνωστο το πόσο καιρό θα πάρει. Όταν λαδώνεις κάποιον (ή όπως αλλιώς λέγεται αυτή η δουλειά εδώ πέρα), πρέπει να ρισκάρεις για το κατά πόσον ο αποδέκτης που βρίσκεται πίσω από τον αποδέκτη των χρημάτων σου μπορεί να κάνει αυτό για το οποίο σε διαβεβαίωσαν -κανένα πρόβλημα! κανένα πρόβλημα!- ή αν θα εξαφανιστεί και δεν θα τον ξαναδείς ποτέ ούτε αυτόν ούτε τα δολάρια.
Η ζωή στο μεσοδιάστημα.
Η ζωή. Μια απαρατήρητη, υπόγεια οδός στην οποία και η προσμονή και η ανυπομονησία αναστέλλονται μαζί με τις αρνήσεις των ιθυνόντων και τις νέες αιτήσεις που πρέπει να γίνουν. Μια είσοδος στην κατάσταση που βιώνει η οικογένεια, στο δρόμο που τερματίζει στην έρημο, στους άντρες που κάθονται στα καφενεία. Όλοι περιμένουν κάτι που μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή -μια επιστροφή από τις πετρελαιοπηγές, η τακτοποίηση ενός παμπάλαιου χρέους, ένα πραξικόπημα οι στρατηγοί του οποίου δεν θα κοιτάξουν να παραγεμίσουν τις δικές τους τσέπες- ή να μη συμβεί ποτέ.

Nadine Gordimer, "Ένας τυχαίος εραστής", Καστανιώτης 2003 (μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο)

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

μόνο στα εικονογραφημένα βιβλία

Αδιάφορος και αποθαρρημένος, περιπλανιόταν στα χαλικόστρωτα δρομάκια με τα χέρια του στις τσέπες, μασουλώντας ένα μαραμένο κοτσάνι απ' το λουλούδι μιας φιλύρας. είχε υγρασία και η παγωνιά του πρωινού και το κοτσάνι στο στόμα του είχε μια γεύση πικρή. Το έφτυσε και στάθηκε ασάλευτος, τελείως καταπονημένος. Τίποτα δε μπορούσε να σκεφτεί. Σήμερα ένιωθε ότι δεν ήταν μήτε πρίγκιπας, μήτε ληστής, μήτε περαματάρης, μήτε χτίστης.
Κατσούφης, έψαχνε ολόγυρα το έδαφος, κλωτσούσε τα χαλίκια με τις μύτες των παπουτσιών του, παραμέρισε ένα γκρίζο γυμνοσάλιαγκα και τον έστειλε να χωθεί στο υγρό χορτάρι. Τίποτα δεν του μιλούσε, μήτε πουλί, μήτε πεταλούδα, τίποτα δεν του χαμογελούσε κι ούτε μπορούσε να του φαιδρύνει τη διάθεση. Τα πάντα σώπαιναν, όλα έμοιαζαν μονότονα και θλιβερά. Δοκίμασε ένα μικρό φραγκόσυκο απ' την πρώτη φραγκοσυκιά που προσπέρασε. Ήτανε κρύο κι είχε γεύση στυφή. Τι ωραίο που θα 'ταν, σκέφτηκε, να μπορούσε να ξαπλώσει καταγής και να μην ξυπνήσει ώσπου όλα πάλι να φαίνονταν όμορφα και καινούρια. Ήταν ανώφελο να περιπλανιέται έτσι, αξιοθρήνητος, περιμένοντας για πράγματα που δεν επρόκειτο να συμβούν. Τι όμορφο που θα 'ταν, λογουχάρη, αν ξέσπαγε ένας πόλεμος και πλήθος στρατιώτες ξεπρόβαλαν απ' το δρόμο πάνω στ' άλογά τους... ή αν έπιανε κάπου φωτιά κάποιο σπίτι... ή αν γινόταν κατακλυσμός. Α, τέτοια πράγματα γίνονταν μόνο στα εικονογραφημένα βιβλία. Στην πραγματική ζωή, ποτέ δεν καταφέρνεις να τα δεις, ίσως και να μην υπάρχουν καν.

Herman Hesse, "Ροσάλντε", Καστανιώτης 1983 (μετάφραση Φώντας Κονδύλης)

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

πίσω από τον χρόνο

Πίσω από τον χρόνο έρχεται χρόνος, αυτή είναι μια πασίγνωστη πρόταση και με ευρεία εφαρμογή, όχι όμως τόσο προφανής όσο μπορεί να φανεί σε όποιον αρκείται στην επιφανειακή ερμηνεία των λέξεων, είτε αδέσποτων, είτε μίας προς μία, είτε αρθρωμένων στη σειρά, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ο τρόπος που τις λέει κανείς, κι αυτός ποικίλλει ανάλογα με το συναίσθημα αυτού που τις εκφράζει, δεν είναι το ίδιο να τις πει κάποιος που, καθώς η ζωή του πήγε άσχημα, περιμένει καλύτερες μέρες, ή να τις εκλάβει ως απειλή, σαν εκδίκηση που το μέλλον υπόσχεται να πάρει. Η πιο ακραία περίπτωση θα ήταν αυτή ενός ανθρώπου που, χωρίς να έχει σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους να παραπονιέται για την υγεία του και την καλοζωία του, θα αναστέναζε μελαγχολικά, Πίσω από τον χρόνο έρχεται χρόνος, μόνο και μόνο επειδή είναι φύσει απαισιόδοξος και έχει την τάση να προλέγει το χειρότερο. Δεν θα γινόταν καθόλου πιστευτό αν ο Ιησούς, στην ηλικία του, έβαζε τέτοιες κουβέντες στο στόμα του, με όποια σημασία κι αν τις χρησιμοποιούσε, εμείς όμως που, όπως ο Θεός, ξέρουμε τα πάντα για τον χρόνο που έφυγε κι αυτόν που θα ‘ρθει, εμείς, μάλιστα, μπορούμε να τις προφέρουμε, να τις μουρμουρίσουμε ή να τις αναστενάξουμε καθώς τον βλέπουμε να ρίχνεται στο μόχθο της ποιμαντικής, στα βουνά της Ιουδαίας, να κατεβαίνει, όταν έρθει η ώρα, στην κοιλάδα του Ιορδάνη. Κι όχι επειδή πρόκειται για τον Ιησού, αλλά επειδή κάθε ανθρώπινο ον έχει μπροστά του, σε κάθε στιγμή της ζωής του, πράγματα όμορφα και πράγματα άσχημα, τα όμορφα πίσω από τα άσχημα, πίσω από το χρόνο χρόνος.

José Saramago, «Το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο», Καστανιώτης 1997 (μετάφραση Αθηνά Ψύλλια)

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

βοηθάει

Έμεινε σιωπηλός για λίγο κι έπειτα με ρώτησε, κάπως απρόθυμα όμως απ' ότι μου φάνηκε: "Ναι, και πως το εξηγείς αυτό;" "Με το χρόνο", του είπα εγώ αφού το σκέφτηκα κάπως. "Τι θα πει με το χρόνο;" "Θα πει ότι ο χρόνος βοηθάει". "Βοηθάει...; Σε τι;" "Σε όλα", είπα και προσπάθησα να του εξηγήσω πώς είναι να φτάνεις σε κάποιον όχι ακριβώς πολυτελή σιδηροδρομικό σταθμό, σε γενικές γραμμές όμως σε ένα σταθμό της προκοπής, καθαρό και ωραίο, όπου τα πάντα ξεκαθαρίζουν σιγά σιγά, με τη χρονική διαδοχή, σκαλοπάτι σκαλοπάτι. Όταν ανέβεις το ένα σκαλοπάτι, όταν το αφήσεις πίσω σου, ακολουθεί το επόμενο. Όταν το ξέρεις αυτό, τότε έχεις ήδη καταλάβει τα πάντα. Κι έχοντας καταλάβει τα πάντα, δεν μένεις άπρακτος: τακτοποιείς καθετί καινούριο, ζεις, ενεργείς, κινείσαι, πληροίς τις συνεχώς καινούριες απαιτήσεις που υπάρχουν σε κάθε σκαλοπάτι. Αν όμως αυτή η χρονική διαδοχή δεν υπήρχε και όλη αυτή η γνώση έπεφτε πάνω μας αμέσως, επιτόπου, τότε το μυαλό μας ίσως να μην μπορούσε να τ' αντέξει, ούτε και η καρδιά μας όμως - έτσι προσπάθησα να φωτίσω κάπως τα πράγματα και τότε εκείνος έβγαλε από την τσέπη του ένα φθαρμένο πακέτο, μου πρόσφερε κι εμένα ένα από τα τσαλακωμένα του τσιγάρα που το αρνήθηκα και μετά από δυο βαθιές ρουφηξιές, με τον αγκώνα να στηρίζεται στο γόνατό του, έτσι, σκυμμένος προς τα εμπρός και χωρίς να με κοιτάζει, μου είπε με φωνή άτονη, υπόκωφη: "Καταλαβαίνω". Από την άλλη, συνέχισα να λέω, εδώ ακριβώς υπάρχει το πρόβλημα, το μειονέκτημα θα μπορούσα να πω ότι με κάποιον τρόπο πρέπει να περάσει κανείς το χρόνο του.

Imre Kertész, "Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο", Καστανιώτης 2003 (μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου)

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

το ίδιο κι η σκιά

Μου φαινόταν άσχημο που έφτανα στο χωριό έτσι βραδιάτικα, μονάχος, και το πρώτο που 'βλεπα ήταν το κοιμητήριο! Έμοιαζε σαν να μου το 'χε βάλει επίτηδες μπροστά μου η Θεία Πρόνοια, για να με κάνει να σκεφτώ τη ματαιότητα τούτου του κόσμου!
Η σκιά του κορμιού μου πήγαινε πάντα μπροστά, μακρουλή, θεόρατη, σαν φάντασμα, κολλημένη στο χώμα, άλλοτε ευθεία στο δρόμο κι άλλοτε να σκαρφαλώνει στο μαντρότοιχο του νεκροταφείου, σαν να 'θελε ν' ανασηκωθεί και να δει καλύτερα. Έτρεξα λίγο. Έτρεξε κι η σκιά. Σταμάτησα. Το ίδιο κι η σκιά. Κοίταξα τριγύρω. Δεν υπήρχε τίποτα να την καλύψει. Η σκιά μου έμελλε να με συνοδέψει βήμα προς βήμα μέχρι να φτάσω.

Camilo José Cela, "Η οικογένεια Πασκουάλ Ντουάρτε", Καστανιώτης 1989 (μετάφραση Ισμήνη Κανσή)

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

μια σαδιστική δραστηριότητα

"Ένα πράγμα θα πρέπει να 'χεις δει πια ολοκάθαρα: το να κάνεις λεφτά είναι πράξη επιθετική. αυτό είναι όλο. Η λειτουργική ερμηνεία είναι η μόνη. Οι άνθρωποι πάνε να παίξουν στο χρηματιστήριο για να σκοτώσουν. Η έκφραση είναι, πάω να κάνω φόνο*. Δεν είναι τυχαίο. Μόνο που δεν έχουν το πραγματικό κουράγιο να σκοτώσουν και στήνουν ένα σύμβολο του φόνου: το χρήμα. Διαπράττουν φόνο στη φαντασία τους. Τώρα, το να μετράς οποιοδήποτε νούμερο είναι πάντα μια σαδιστική δραστηριότητα, σαν να δέρνεις. Στη Βίβλο οι Εβραίοι δεν σου επέτρεπαν να τους μετρήσεις. Ήξεραν ότι ήταν σαδιστικό."
"Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς", είπε ο Ουίλχελμ. Μια παράξενη αμηχανία τον έσχιζε στα δύο. Η μέρα είχε παραζεστάνει και του είχε θολώσει το μυαλό. "Τι είναι αυτό που τους κάνει να θέλουν να σκοτώσουν;"
"Σιγά σιγά θα τον πιάσεις τον μηχανισμό", τον διαβεβαίωσε ο δόκτορ Τάμκιν.

* "I am going to make a killing": θα πιάσω την καλή, θα τα κονομήσω.

Saul Bellow, "Άδραξε τη Μέρα", Καστανιώτης 1998 (μετάφραση Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

η πραγματική υπεροχή του ανθρώπου

«Η θάλασσα!... Η θάλασσα!...», φώναζε με όλη του τη δύναμη.
Στράφηκα προς τη πλευρά του ωκεανού κι απόμεινα ακίνητος από την κατάπληξη. Δεν αντιλαμβανόμουν πλήρως αυτό που έβλεπα, αλλά είχα αμέσως ξεκάθαρη την εντύπωση ότι η συνηθισμένη εικόνα είχε αλλάξει. Άραγε, αυτό δεν αρκούσε για να παγώσει η καρδιά από το τρομακτικό θέαμα της φύσης, αυτής της φύσης που εμείς θεωρούμε αμετάβλητη στην ουσία και που είχε αλλάξει τόσο σε μερικά δευτερόλεπτα;
Ωστόσο, δεν άργησα να ξαναβρώ την ψυχραιμία μου. Η πραγματική υπεροχή του ανθρώπου δεν είναι να κυριαρχήσει στη φύση, να τη νικήσει. Για τον σκεπτόμενο άνθρωπο είναι να την καταλάβει, να μπορέσει να χωρέσει το απέραντο σύμπαν στο μικρόκοσμο του μυαλού του, ενώ για τον δραστήριο άνθρωπο είναι να παραμείνει ψύχραιμος μπροστά στην εξέγερση της ύλης, είναι σαν να της λέει: «Να με καταστρέψεις, μπορεί! Να με αναστατώσεις, ποτέ!»

Jules Verne, «Ο Αιώνιος Αδάμ», Σκάι 2010 (μετάφραση Ειρήνη Δουλάμη)

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

ο λοβός του αυτιού της Χιμίκο

Ο λοβός του αυτιού της Χιμίκο τρίφτηκε ερεθιστικά στον κρόταφο του Μπερντ. Παρόλο που παρέμενε σιωπηλή, το σώμα της έμοιαζε να δέχεται επιθέσεις από ένα εκατομμύριο παθιασμένες αλογόμυγες. Ο Μπερντ σκέφτηκε πως θα μπορούσε να ικανοποιήσει κάπως τις ανάγκες της με τα δάχτυλα ή τα χείλη ή τη γλώσσα του. Του είχε εξηγήσει όμως την προηγούμενη νύχτα πως αντιπαθούσε τις μεθόδους αυτές όσο και τον αυνανισμό. Αν έθιγε ξανά κάτι τέτοιο κι εκείνη το απέρριπτε με τα ίδια λόγια, θα αισθάνονταν κι οι δύο σαν να είχαν αποκρούσει με βδελυγμία ο ένας τον άλλο. Ο Μπερντ σκέφτηκε ότι κάτι θα μπορούσε να γίνει αν η Χιμίκο είχε κάποιες σαδιστικές τάσεις. Θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα να τον χτυπήσει ή να τον κλωτσήσει ή να τον ποδοπατήσει, δε θα δίσταζε ακόμα και να πιει τα ούρα της. Για πρώτη φορά στη ζωή του ο Μπερντ ανακάλυπτε το μαζοχιστή που έκρυβε μέσα του. Και μια κι αυτό συνέβαινε αφού πρώτα είχε βυθιστεί σ' έναν αβυσσαλέο βάλτο ντροπής, ένιωθε να γοητεύεται μ' έναν αυτοκαταστροφικό τρόπο απ' αυτούς τους νέους, και ασήμαντους εξευτελισμούς. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, σκέφτηκε, θα τείνει κανείς προς το μαζοχισμό. Αλλά γιατί να αναφέρεται αόριστα σε άλλους κι όχι αποκλειστικά στον εαυτό του, για να 'ναι και ειλικρινής! Ύστερα από όχι και τόσο πολλά χρόνια από σήμερα, ως σαραντάρης μαζοχιστής, ο Μπερντ ίσως να θυμόταν αυτή τη μέρα σαν την επέτειο της μύησης του σ' αυτή τη λατρεία.
"Μπερντ;"
"Ναι;" είπε ο Μπερντ παραιτημένα - τελικά η επίθεση είχε αρχίσει!
"Πρέπει να καταστρέψεις τα σεξουαλικά ταμπού που μόνος σου έχεις δημιουργήσει. Διαφορετικά ο ερωτικός σου κόσμος θα οδηγηθεί σε φριχτές διαστροφές!"

大江健三郎, "Μια προσωπική υπόθεση", Καστανιώτης 1996 (μετάφραση Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος)

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

σαν να στρατεύεις τον εαυτό σου στην υπηρεσία του εαυτού σου

Το ίδιο και οι ποιητές δηλαδή. Εγκαλούνται για εγκληματική αποσκίρτηση. Θεωρεί χρέος του να της χώσει καλά στο μυαλό πως το γράψιμο είναι σαν να στρατεύεις τον εαυτό σου στην υπηρεσία του εαυτού σου. Άρα, θέμα ηθικής μορφής. Οι ποιητές υπογράφουν μόνοι τους το ένταλμα της θανατικής καταδίκης τους κάθε που έβαζαν την υπογραφή τους. Έργο τους δεν ήταν τόσο η αυτο-έκφραση, όσο η αυτο-δημιουργία. Και το αποτέλεσμα; Ένα ψέμα. Κάθε ποίημα που έγραφαν δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια μεταθανάτια πορδή. Ο μόχθος νεκρών, που μονάχα ένα κουφάρι θα μπορούσαν να γεννήσουν, κατ' εικόνα και ομοίωσή τους. Ο μόχθος τους ήταν εξευτελισμός και ξεπούλημα του στόχου της συγγραφικής τέχνης. Μόνο του ζωντανό στοιχείο; Πως του γουστάριζε η προσωπική του αποφορά. Πεπρωμένο του έργου τέχνης: να συλλαμβάνεται και να ολοκληρώνεται μέσα σε κενό χώρο. Έπρεπε να επιτελεί έναν προορισμό, όπως ας πούμε ένα δημιούργημα της μαγειρικής. Ποιος ο λόγος να φτιάξεις πουτίγκα δαμάσκηνο, εφόσον δεν την προορίζεις για φάγωμα; Διότι, εκτός από αυτο-δεσμευτικό, το γράψιμο είναι για να ενημερώνει, να διαφωτίζει, ίσως και να μεταμορφώνει. Μπορεί ο άνθρωπος να αποτελεί ένα ολίσθημα της λογικής, όμως παραμένει συντελεστής καθόλου ασήμαντος. Και οι άνθρωποι αυτοί ήσαν σχετικοί μόνο επειδή στάθηκαν οι ίδιοι μια σταθερή υπόμνηση του νοητικού προπλάσματος με το οποίο είχε να κάνει ο ποιητής. Κάθε λέξη που έγραψαν στάθηκε κι από ένα αμάρτημά τους.

Harold Pinter, "Οι Νάνοι", Καστανιώτης 2005 (μετάφραση Παύλος Μάτεσις)

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

ποιο είναι το πιο βρώμικο πράγμα στον κόσμο;

"Οι σουπιές δεν μπορούν να βγουν απ' το νερό!"
"Μπορούν!"
"Δεν μπορούν!"
Μέσα σε μια στιγμή η πλατφόρμα γέμισε συζητήσεις, χειρονομίες, σκιές. Για τον Ραλφ, που ήταν καθιστός, ήταν σαν να κατέρρεε η λογική. Φόβος, θεριά, κανένας να μη συμφωνεί ότι το πιο σπουδαίο απ' όλα ήταν η φωτιά. κι όταν κάποιος προσπαθούσε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, η συζήτηση ξέφευγε, φέρνοντας καινούρια, δυσάρεστα θέματα στο προσκήνιο.
Διέκρινε μια μικρή λάμψη στο μισοσκόταδο κοντά του, την άρπαξε από τον Μόρις και φύσηξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Εντελώς αναπάντεχα, επικράτησε αμέσως ησυχία. Ο Σάιμον ήταν κοντά του, απλώνοντας το χέρι στο κοχύλι. Αισθανόταν μια επικίνδυνη ανάγκη να μιλήσει, αλλά το να μιλήσει σε συγκέντρωση του φαινόταν φοβερό.
"Ίσως", είπε διστακτικά, "ίσως να υπάρχει θεριό".
Η συγκέντρωση διαμαρτυρήθηκε έντονα και ο Ραλφ σηκώθηκε όρθιος από την έκπληξη.
"Εσύ, Σάιμον; Τα πιστεύεις αυτά;"
"Δεν ξέρω", είπε ο Σάιμον. Οι χτύποι της καρδιάς του τον έπνιγαν. "Αλλά..."
Η θύελλα ξέσπασε.
"Κάτσε κάτω!"
"Σκάσε!"
"Πάρτε του το βούκινο!"
 "Βλάκα!"
"Σκάσε!"
Ο Ραλφ έβαλε τις φωνές.
"Ακούστε τον! Έχει το βούκινο!"
"Αυτό που θέλω να πω είναι ότι... ίσως το θεριό να 'μαστε εμείς".
"Βλακείες!"
Αυτό ακούστηκε από τον Πίγκυ, ο οποίος είχε ταραχτεί τόσο πολύ που είχε ξεχάσει τους καλούς του τρόπους.
Ο Σάιμον συνέχισε. "Θα μπορούσαμε να είμαστε κάτι σαν..."
Στην προσπάθειά του να μιλήσει για τη μεγαλύτερη αρρώστια της ανθρωπότητας, ο Σάιμον έχασε τα λόγια του. Ύστερα, ξαφνικά, του ήρθε η έμπνευση.
"Ποιο είναι το πιο βρώμικο πράγμα στον κόσμο;"

William Golding, "Ο Άρχοντας των Μυγών", Καστανιώτης 2001 (μετάφραση Ρένα Χάτχουτ)

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

το τι είναι κυριολεκτικό

Η τρέχουσα, κυριολεκτική χρήση πολλών όρων αποτελεί προϊόν εξειδίκευσης μιας αρχικής, ευρύτερης εφαρμογής τους. Ένα νήπιο χρησιμοποιεί αρχικά το «μαμά» σχεδόν αδιακρίτως, και μόνο σιγά σιγά μαθαίνει να κάνει σημαντικές διακρίσεις και τελικά περιορίζει το εύρος του όρου. Συνεπώς, ό,τι μοιάζει με νέα χρήση ενός όρου ίσως δεν είναι παρά η επανάχρησή του στο εσωτερικό μιας περιοχής η οποία είχε προηγουμένως εγκαταλειφθεί. Και ο τρόπος με τον οποίο ένας τρόπος ή ένα σχήμα εφαρμόζεται σε αυτή την περιοχή μπορεί να εξαρτάται από την ημι-συνειδητή ανάμνηση της προηγούμενης ενσάρκωσης του όρου. Υπ’ αυτή την έννοια, μια προσωποποίηση μπορεί να απηχεί έναν αρχέγονο ανιμισμό. Η επανεφαρμογή είναι ούτως ή άλλως μεταφορική, διότι το τι είναι κυριολεκτικό καθορίζεται από την τωρινή πρακτική και όχι από την προϊστορία. Η οικεία επικράτεια ενός σχήματος είναι η χώρα υποδοχής και όχι η χώρα γέννησης, ενώ ο παλιννοστών παραμένει ξένος, παρά τις μνήμες που επανέρχονται. Μια παρόμοια εξήγηση των μεταφορών προτάθηκε μαχητικά από τον Κασίρερ και άλλους. Όσο όμως διαφωτιστική ή και, κατά περίπτωση, αληθής και αν είναι, είναι προφανές ότι δεν κατορθώνει να εξηγήσει τις μεταφορικές εφαρμογές όλων, ή έστω των περισσότερων, όρων. Οι ενήλικες περιπέτειες μιας ετικέτας δεν είναι παρά μόνο σπάνια δυνατόν να αναχθούν στις παιδικές στερήσεις.

Nelson Goodman, «Γλώσσες της Τέχνης», Εκκρεμές 2005 (μετάφραση Πάνος Βλαγκόπουλος)

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

μου μιλάς για συγκυρίες

Δυο δεκαετίες ψέματα, κρυφτούλι που καμιά φορά γινόταν εξευτελιστικό, ώρες ξεκλεμμένες απ’ τη βαμβακερή ανυπαρξία της καθημερινότητας, υπό τον καταναγκασμό μιας ζωής επίσημα ρυθμισμένης, σε πλήρη διαφάνεια, η δική του συγκεκριμένα, σχέδια για ταξίδια που ακυρώνονταν την τελευταία στιγμή: όλο αυτό του φαινόταν ανεμπόδιστο, επιτυχημένο;
«Μου μιλάς για συγκυρίες», της είχε πει στεγνά. «Εγώ σου μιλάω για την ίδια την ιστορία της σχέσης μας, για τη σάρκινη της υπόσταση. Απ’ αυτή την άποψη, κι όποια κι αν είναι η περιοδικότητα των συναντήσεών μας, ακόμη κι αν τις χωρίζει κάποια απόσταση, κάθε μια τους είναι κι ένα θαύμα».
Την κοιτούσε, τα δάχτυλά του χάιδευαν για μια στιγμή το λοβό του αυτιού της, το περίγραμμα του ζυγωματικού της. Έτρεμε η ψυχή της.

Jorge Semprun, «Τα σανδάλια», Εξάντας 2003 (μετάφραση Αύγουστος Κορτώ)

παντού πόρνες... σχεδόν σε αγγίζουν

«Σε αγαπώ», μου έλεγε. «Σε αγαπώ γιατί μου θυμίζεις Ευρώπη, και συγκεκριμένα Παρίσι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκεί ο αισθησιασμός είναι διάχυτος στον αέρα και μεταδοτικός. Ίσως επειδή βλέπεις διαρκώς ζευγαράκια να φιλιούνται στο δρόμο, στα τραπεζάκια των καφενείων, στους κινηματογράφους, στα πάρκα. Τα βλέπεις να αγκαλιάζονται ελεύθερα και να φιλιούνται ατέλειωτα στη μέση του δρόμου, στους σταθμούς του μετρό. Δεν ξέρω, ίσως αυτός είναι ο λόγος. Στην είσοδο κάθε σπιτιού τα βράδια υπάρχει κι από ένα ζευγαράκι, λιωμένοι ο ένας μέσα στον άλλο. Παντού πόρνες... σχεδόν σε αγγίζουν.
Κάποτε, περιμένοντας στη στάση του λεωφορείου, κοίταγα αφηρημένα γύρω μου και είδα μέσα από ένα ακοιχτό παράθυρο έναν άντρα και μια γυναίκα στο κρεβάτι. Η γυναίκα ήταν πάνω στον άνδρα.
Στις πέντε το απόγευμα η κατάσταση γίνεται αφόρητη. Ο αέρας γεμίζει έρωτα και πόθο. Όλοι βγαίνουν στους δρόμους. Τα καφενεία είναι γεμάτα. Στους κινηματογράφους υπάρχουν μικρά θεωρεία εντελώς σκοτείνα. Κλείνεις την κουρτίνα και κάνεις έρωτα στο πάτωμα, χωρίς να σε βλέπουν. Όλα είναι ανοιχτά κι εύκολα. Η αστυνομία δεν ανακατεύεται. Κάποτε ενόχλησε μια φίλη μου κάποιος στο δρόμο κι εκείνη παραπονέθηκε στον αστυνομικό που έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά. Όταν άκουσε τα παράπονά της, γέλασε και είπε: Να λυπάσαι την ημέρα που δεν θα σε ενοχλεί πια κανένας άντρας στο δρόμο. Θα έπρεπε να ευχαριστιέσαι αντί να θυμώνεις.»

Anaïs Nin, «Τα ερωτικά», Εξάντας 1987 (μετάφραση Γεράσιμος Μάρκου, Γιάννης Σταύρου)

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

πρέπει να διαλέξει κανείς

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Πρέπει να διαλέξει κανείς, να μείνει άνθρωπος, ή να γίνει νους. Ο άνθρωπος μπορεί κ’ ενεργεί μόνο γιατί μπορεί και αγνοεί, και ικανοποιείται μ’ ένα μέρος από τη γνώση αυτή, που αποτελεί το ιδιαίτερο παράξενο γνώρισμά του, τη γνώση που είναι λίγο περισσότερη απ’ όσο πρέπει.
ΦΑΙΔΡΟΣ: Κι όμως αυτό το κάτι παραπάνω μας κάνει και είμαστε άνθρωποι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Άνθρωποι!;... Νομίζεις λοιπόν πως οι σκύλοι δε βλέπουν τ’ αστέρια, που δεν έχουν καμιά χρησιμότητα γι’ αυτούς; Θα τους αρκούσε να διακρίνει το μάτι τους τα επίγεια πράματα. Δεν είναι όμως τόσο ακριβώς προσαρμοσμένο στην καθαρήν ωφέλεια, ώστε να μην είναι άξιο μολαταύτα να φτάσει τα ουράνια σώματα και τη μεγαλόπρεπη παράταξη της νύχτας.
ΦΑΙΔΡΟΣ: Γαβγίζουν προς το φεγγάρι ακούραστα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και οι άνθρωποι; Δεν αγωνίζονται με χίλιους τρόπους να γεμίσουν, ή να διασπάσουν την αιώνια σιωπή των απέραντων εκτάσεων που τους τρομάζει;

Paul Valéry, «Ευπαλίνος ή Ο αρχιτέκτων», Άγρα 2005 (μετάφραση Έλλη Λαμπρίδου)

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

σειρά μου

Σειρά μου. Θα ιστορήσω μια τρέλα μου.
Χρόνια κόμπαζα πως δεν υπήρχε εικόνα που να μην τη γνωρίζω και χλεύαζα τις διασημότητες της σύγχρονης ζωγραφικής και της σύγχρονης ποίησης.
Μου άρεσαν οι γελοίες ζωγραφιές, τα υπέρθυρα, τα σκηνικά, οι μπερντέδες των σαλτιμπάγκων, οι επιγραφές, η λαϊκή εικονογράφηση των βιβλίων, η παλιομοδίτικη λογοτεχνία, τα λατινικά της εκκλησίας, οι ανορθόγραφες ερωτικές φυλλάδες, τα ρομάντζα των γιαγιάδων μας, τα παραμύθια με νεράιδες, τα παιδικά βιβλιαράκια, οι παλιές όπερες, τα σαχλά ρεφρέν, οι απλοϊκοί σκοποί.
Ονειρευόμουν σταυροφορίες, ταξίδια εξερευνητών που χάνονται τα ίχνη τους, δημοκρατίες έξω από την ιστορία, θρησκευτικούς πολέμους που καταπνίγηκαν πριν ξεσπάσουν, επαναστάσεις ηθών, μετακινήσεις ηπείρων και φυλών: σ’ όλα τα μάγια πίστευα.
Επινόησα το χρώμα των φωνηέντων! – Α μαύρο, Ε λευκό, Ι κόκκινο, Ο γαλάζιο, ΟΥ πράσινο. – Ρύθμισα τη μορφή και την κίνηση κάθε συμφώνου και καυχήθηκα πως με ένστικτους ρυθμούς ανακάλυψα έναν ποιητικό λόγο που κάποια μέρα θα είναι προσιτός σε όλες τις αισθήσεις. Τα δικαιώματα της μετάφρασης δικά μου.
Στην αρχή ήταν μια άσκηση: κατέγραφα σιωπές, αποτύπωνα το άφατο. Καθήλωνα ιλίγγους.

Arthur Rimbaud, «Μια εποχή στην κόλαση», Γαβριηλίδης 2004 (μετάφραση Χριστόφορος Λιόντακης)

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

παλιά ήταν καλύτερα

Πρέπει να το παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου. Δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα. Οι εικόνες έρχονται ξανά και ξανά στη μνήμη, πολλές ανεπανάληπτες στιγμές. Ακόμη και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα. Ιδίως οι Γάλλοι που αποτελούσαν μάλιστα παραδοσιακά το ένα τρίτο της πελατείας του Ξενοδοχείου. Οι Γάλλοι που έρχονταν από την επαρχία πολλές φορές το χρόνο για σύντομη κάθε φορά διαμονή, και όταν τους έλεγες καλημέρα, την ανταπέδιδαν ευγενικά, ενώ σήμερα δεν μπαίνουν καν στον κόπο να απαντήσουν. Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα. Οι σερβιτόροι φορούσαν λευκό σακάκι με χρυσά σιρίτια. Έκοβαν το ψητό και καθάριζαν τα ψάρια μπροστά στον πελάτη. Το σερβίρισμα γινόταν κατά το ρωσικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο τα φαγητά τοποθετούνταν πρώτα σε ένα βοηθητικό τραπεζάκι μπροστά από τον πελάτη πριν περάσουν στο πιάτο του, και όχι κατά το γαλλικό, που θέλει τον πελάτη να σερβίρεται μόνος του από την πιατέλα την οποία κρατά ο σερβιτόρος, και λιγότερο ακόμη κατά το αγγλικό, οπότε το γκαρσόν κρατά με το ένα χέρι την πιατέλα και με το άλλο σερβίρει τον πελάτη με ένα μαχαιροπίρουνο που το χρησιμοποιεί σαν λαβίδα. Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα. Υπήρχε ένας φρακοφορεμένος μετρ ντ’ οτέλ, ένας αρχικαμαριέρης ανά όροφο και ένα ζευγάρι από έναν βαλέ και μια καμαριέρα ανά σουίτα. Ο καθένας είχε τις αρμοδιότητές του. Στους ορόφους υπήρχε διαρκώς κόσμος. Ένας κλητήρας στην είσοδο του Ξενοδοχείου ανήγγειλε τους επισκέπτες ουρλιάζοντας τα ονόματά τους. Φορούσε μια αλυσίδα στο λαιμό και φράκο με ουρά, όπως οι συνάδελφοί του στο Κοινοβούλιο, κοντά στους οποίους είχε συνήθως μάθει τη δουλειά. Παλιά οι πελάτες περνούσαν περισσότερο χρόνο στο δωμάτιό τους. Ήταν πιο πολλοί εκείνοι που έμεναν στο Ξενοδοχείο σε ετήσια βάση. Τα Χριστούγεννα χάριζαν δώρα στο προσωπικό. Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το Ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι.
Παλιά οι άνθρωποι έκαναν ό,τι έκαναν με το πάσο τους.

Pierre Assouline, «Ξενοδοχείο Lutetia», Πόλις 2006 (μετάφραση Σπύρος Παντελάκης)