Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

ξυπνάω πολύ πρωί

Ξυπνάω πολύ πρωί, μπορώ με το βήχα μου να σκίσω την παρθενιά της σιγής. Εκείνη τη στιγμή ο Θεός περπατάει ξυπόλητος στα χωράφια. Όμως η μέρα αργεί να περάσει, εγώ γίνομαι ένας στεγνός έμπορος και λογαριάζω τα εισοδήματα. Όταν έρχεται μια κρίση, όσοι έχουν χτήματα είναι ευτυχείς. Το χειμώνα θα ξανακατέβω τα σκαλιά των πολύχρωμων υπογείων, φορώντας το πιο μυστηριώδες μου ύφος. Οι τιμές των κρασιών θα 'χουν υψωθεί τρομακτικά, μα δεν θα παίζει ρόλο. Οι χορεύτριες θα μου κάνουν μια γκριμάτσα καθώς, μπροστά από το τραπεζάκι μου, θα σηκώνουν το πόδι τους, χορεύοντας χορούς εξαντρίκ.

Γιώργος Β. Μακρής, "Γραπτά", Εστία 1986

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

στους αγίους αρέσει να κάνουν μπανιστήρι

"Εσύ είσαι επιτέλους;"
Η Καρολίντα, η σύζυγος του διοικητή, ξεχώρισε από το σκοτάδι, ορθώθηκε μπροστά μου. Με την πάλη τα ρούχα της είχαν γίνει κουρέλια. Τώρα, στο φως του φεγγαριού, τη στόλιζε το ίδιο της το κορμί, ήταν η μέλισσα και το λουλούδι μαζί. Έριχνε πίσω το λαιμό, σε ένα προκλητικό γέλιο. Η γλώσσα της, παμπόνηρη, ξεπρόβαλε ανάμεσα στα χείλη. Για μια στιγμή, η Καρολίντα με έκανε να σκεφτώ τη Φαρίδα. Υπήρχε κάτι που τις έκανε να μοιάζουν, πρόσωπο με πρόσωπο. Ή μήπως η φωτιά του πόθου κάνει όλες τις γυναίκες να φαίνονται ίδιες; Τα χέρια μας ενώθηκαν σαν να έτρεμαν το χωρισμό. Ήμασταν κοντά στην εκκλησία, ψάξαμε επειγόντως μια γωνιά.
"Όχι στην εκκλησία, στους αγίους αρέσει να κάνουν μπανιστήρι".
Γυρίσαμε την πλάτη στην πλατεία και μπήκαμε στον στάβλο της Αποστολής. Μέσα μια λάμπα πετρελαίου εξέπεμπε ένα αχνό φως. Την άρπαξα με το ελεύθερό μου χέρι και βαλθήκαμε να ανοίγουμε δρόμο στα άχυρα, σκοντάφτοντας ο ένας στα πόδια του άλλου. Ένας χορός για τον οποίο δεν είχε ακόμα επινοηθεί η μουσική. Γδυθήκαμε όλο αγωνία. Κρέμασα τη λάμπα από τα κέρατα ενός βοδιού και ξαπλώσαμε πάνω στα ξερά χόρτα.

Mia Couto, "Υπνοβάτισσα Γη", Αιώρα 2003 (μετάφραση Ελένη Αθανασοπούλου)

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

ευτυχέστατο φεγγάρι

Λαμπροφόρο μου φεγγάρι,
ποίον ήλιον αντικρίζεις
και με φως πολύ και χάρη
τώρ' αστράφτεις και φωτίζεις;
Τάχα, λέγεις, δεν ευρίσκω
πόθεν έρχεται κι εμπαίνει
στον ολόφωτό σου δίσκο
τούτ' η λάμψη σου η ξένη;
Της αγάπης μου το κάλλος
απ' την γην εις τον αιθέρα
φως λαμπρό, σαν ήλιος άλλος,
στη δική σου ρίχνει σφαίρα.
Ευτυχέστατο φεγγάρι,
εις τον κύκλον όπου τρέχεις,
θαυμαστήν απόψε χάρη
αξιώθηκες να έχεις.
Μα τ' αυτόν τον ήλιον σου,
σε φθονώ τη αληθεία
στον καλόν αντικρισμόν σου
και στη νέα συζυγία.

Αθανάσιος Χριστόπουλος, "Λυρικά", Εστία 2006

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

αν υπήρχε κάποια υποψία αντίφασης

Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει με την κοινωνία. Τη μεταρρυθμίζεις με βάση αυτό που είναι, τον πυρήνα της πραγματικότητάς της. Όχι με βάση κάποια θεωρητική έννοια.
Τίποτα απ' αυτά δεν μπορεί να δικαιολογήσει επαρκώς την πολιτική αδράνεια και απάθεια. Όντως, η κατανόηση είναι απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσει κανείς σε πράξεις που έχουν κάποιο νόημα, και η γνώση των πραγμάτων είναι το μοναδικό προστατευτικό εμβόλιο που μπορούμε να έχουμε ενάντια σε φρούδες ελπίδες και στην επικίνδυνη επιδημία της ευπιστίας.
Στη φρασεολογία συγκεκριμένων ριζοσπαστικών θεωρητικών οι αντιφάσεις έχουν πάρει το χαρακτήρα κάποιας θανατηφόρας ασθένειας στην οποία μόνο οι αντίπαλοι μπορούν να υποκύψουν. Όμως οι αντιφάσεις αποτελούν την ίδια την ουσία της ζωής. Αν υπήρχε κάποια υποψία αντίφασης μεταξύ των χοίρων των Γεργεσηνών, ίσως κάποιοι από αυτούς να είχαν γλιτώσει τον πνιγμό.

Chinua Achebe, "Μυρμηγκοφωλιές στη Σαβάνα", Πάπυρος 2008 (μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου)

ο ένας του άλλου

Η κάμαρα του πύργου σκοτεινή.
Όμως φωτίζουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου με το χαμόγελό τους. Ψηλαφούν μπροστά τους σαν τυφλοί και βρίσκουν ο ένας τον άλλον σαν μια πόρτα. Σχεδόν σαν παιδιά που φοβούνται τη νύχτα, σφίγγονται ο ένας μέσ' στον άλλο. Κι όμως, δε φοβούνται. Δεν υπάρχει τίποτα να τους εναντιωθεί. Μήτε το χθες, μήτε το αύριο - γιατί ο χρόνος κατέρρευσε. Κι εκείνοι ανθίζουν μέσα απ' τα συντρίμμια του.
Εκείνος δε ρωτά: "ο σύζυγός σου;"
Εκείνη δε ρωτά: "τ' όνομά σου;"
Αφού βρέθηκαν για να γίνουν ο ένας του άλλου νέο φύλο.
Θα δώσουν ο ένας στον άλλο εκατό καινούρια ονόματα και θα τα πάρουν πάλι πίσω, σιγανά, όπως βγάζει κανείς ένα σκουλαρίκι.

Rainer Maria Rilke, "Το Τραγούδι του Έρωτα και του Θανάτου του Σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε", Ροές 2003 (μετάφραση Αλεξάνδρα Ρασιδάκη)

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

κατά διαόλου

Οι γλωσσαμύντορες δέχονται ασυζητητί και ανεξέταστα την αλήθεια των εικασιών τους, δίχως στοιχεία και επιχειρήματα. Επιπλέον, επιρρίπτουν την ευθύνη για την επικείμενη συντέλεια της γλώσσας (τους) στην (τεχνοκρατική) παιδεία, στην (υλιστική) κοινωνία και στον τεχνικό πολιτισμό. Όλα αυτά θυμίζουν τα παράπονα ενός ιερέα ότι ο κόσμος πάει κατά διαόλου διότι οι νέοι είναι τεμπέληδες, ενώ έχουν χάσει το σέβας και την ευσέβεια. Ο ιερέας αυτός ζούσε στην Αρχαία Αίγυπτο. Αν ο κόσμος όντως πηγαίνει κατά διαόλου, πηγαίνει κατά 'κει με απελπιστικά αργή ταχύτητα... Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει και με τη γλώσσα.

Φοίβος Παναγιωτίδης, "Μίλα μου για Γλώσσα", Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013