Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

μια εκδοτική τρέλα

Μόνο όταν απόχτησαν το πρώτο τους παιδί κατάλαβαν, σε μια τυχαία συζήτηση, πως τα γράμματα και των δυο τους ήταν γραμμένα από τον ίδιο γραφιά και, για πρώτη φορά, πήγαν μαζί στην Πύλη να του ζητήσουν να γίνει νονός του παιδιού. Ο Φλορεντίνο Αρίσα ενθουσιάστηκε τόσο με τη χειροπιαστή απόδειξη των ονείρων του, που βρήκε το χρόνο, τον οποίο συνήθως δεν είχε, για να γράψει έναν Οδηγό των Ερωτευμένων, πολύ πιο πλούσιο και ποιητικό από κείνον που πουλιόταν μέχρι τότε στα καροτσάκια για είκοσι σεντάβος και που η μισή πόλη γνώριζε απ’ έξω κι ανακατωτά. Έβαλε σε μια σειρά όλες τις καταστάσεις στις οποίες θα μπορούσαν να βρεθούν η Φερμίνα Δάσα κι εκείνος και για όλες έγραψε τόσα δείγματα, όσες και οι εναλλακτικές λύσεις που μπορούσε να σκεφτεί. Στο τέλος μάζεψε γύρω στα χίλια γράμματα, σε τρεις τόμους τόσο ογκώδεις όσο και το λεξικό της Κοβαρούμπιας, αλλά κανένας εκδότης στην πόλη δε θέλησε να διακινδυνεύσει να τα τυπώσει κι έτσι κατέληξε σε κάποιο πατάρι στο σπίτι, μ’ άλλα χαρτιά από το παρελθόν, αφού κι η Τράνσιτο Αρίσα αρνήθηκε ορθά κοφτά να ξεθάψει τα πήλινα δοχεία της και να ξοδέψει τις οικονομίες ολόκληρης ζωής σε μια εκδοτική τρέλα. Χρόνια αργότερα, όταν ο Φλορεντίνο Αρίσα είχε τα δικά του μέσα για να εκδώσει το βιβλίο, δυσκολεύτηκε πολύ να παραδεχτεί πως τα ερωτικά γράμματα δεν ήταν πια της μόδας.

Gabriel Garcia Marquez, «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας», Λιβάνης 1986 (μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας)

την ανηφόρα τη λένε salizada και το σοκάκι ruga

Αυτό το καλντερίμι με ταξιδεύει μακριά από τον κόσμο που γνώρισα μέχρι τώρα. Κάποιες φορές μύρισα την ευωδιά των μπαχαρικών, άλλες εισέπνευσα τον καπνό των καπνόφυλλων, μα ποτέ δεν ένιωσα όπως τώρα, ότι βρίσκομαι σ’ ένα σταυροδρόμι με διάφορους τόπου ν’ απλώνονται ταυτοχρόνως στα πόδια μου. Ένα suk της Κωνσταντινούπολης, ένα λιμάνι της Κίνας, ένα χάνι της Σαμαρκάνδης, μια γιορτή στους δρόμους της Γρανάδας.
-Καλέ μου κύριε, ώστε θέλεις λοιπόν ν’ αγοράσεις κάτι; Ρώτα με για να σε καθοδηγήσω.
Ο ξεναγός μου είναι ξανά κοντά μου και μου τραντάζει δυνατά το μπράτσο. Με κοιτάζει απ’ την κορφή ως τα νύχια μ’ ένα περίεργο βλέμμα και μου φαίνεται πως αρχίζει ν’ αμφιβάλλει για τις διανοητικές μου ικανότητες.
-Βλέπεις εξοχότατε; Την πλατεία που σε όλες τις πόλεις της Ιταλίας τη λένε piazza, εδώ στη Βενετία τη λένε campo, και τους δρόμους μικρούς-μεγάλους δεν τους λένε vie και strade, αλλά τα μικρά calle, και τους δρόμους δίπλα στα κανάλια fondamenta, την ανηφόρα τη λένε salizada και το σοκάκι ruga…
Ο υδάτινος δρόμος προβάλλει ξανά, στην ίδια ευθεία με το στόμιο μιας επιβλητικής ξύλινης γέφυρας. Οι αναρίθμητες αγκυροβολημένες βάρκες στις δυο όχθες του καναλιού, δεξιά της γέφυρας, και η ακατάπαυστη κίνηση στη φόρτωση και εκφόρτωση των εμπορευμάτων δείχνουν ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του εμπορικού κέντρου της Γαληνοτάτης.
-Ιδού το Ριάλτο, κύριε!

Luther Blisset, «Εκκλησιαστής», Τραυλός 2001 (μετάφραση Χρυσή Κακατσάκη)

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

σκλάβοι της σκέψης

-Είδες; Ψιθύρισε ο Χωλ. Οι αγαπητοί μας δολοφόνοι, αξιολάτρευτοι φιλόσοφοι. Πιστεύεις τώρα πως είναι μάλλον τρελοί, παρά βάρβαροι και κτηνώδεις δολοφόνοι;
Η Γκράνια σήκωσε τους ώμους. «Μπορεί να ορίζουν την ομορφιά μ’ όποιο τρόπο τους αρέσει, αλλά εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω πως έχουν βάλει σκοπό να σκοτώσουν το θείο Σέργιο… τον πατέρα μου».
-Μα δεν βλέπεις; Κατέχονται από ιδέες. Δεν λογαριάζουν την ανθρώπινη ζωή – ούτε καν τη δική τους. Είναι σκλάβοι της σκέψης. Ζουν σε έναν κόσμο ιδεών.
-Με πενήντα χιλιάδες δολάρια, αποκρίθηκε εκείνη.
Ήταν η σειρά του να σηκώσει τους ώμους.

Jack London, «Γραφείο Δολοφονιών Ε.Π.Ε.», Πλέθρον 1997 (μετάφραση Νανά Τσόγκα)

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

ανάμεσα σε δυο κόσμους

Ποιος αμφισβητεί την εντιμότητα και την ειλικρίνεια των περισσότερων μελών τούτων των κομμάτων; Ποιος αμφισβητεί την αφοσίωσή τους στην επανάσταση ή την «ψυχική ανάταση»; Μα αυτά είναι άστοχα. Μια μηχανή, που δεν δουλεύει επειδή είναι κακώς κατασκευασμένη, είναι εξ ίσου άχρηστη με μια μηχανή, που δεν δουλεύει επειδή ο κατασκευαστής της είναι συνειδητός απατεώνας. Και όλη η ειλικρίνεια, η καλή θέληση και η εντιμότητα δεν κάνουν τον άνθρωπο ούτε κατά ένα χαμόγελο ευτυχέστερον. Είναι καιρός ν’ αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο τα γεγονότα και να συνειδητοποιήσουμε ότι, σ’ όλους τους ποικίλους μεταρρυθμιστικούς μηχανισμούς μας, «κάπου έχει λασκάρει μια βίδα». Αυτή η γόνιμη μεταφορά της βιομηχανικής εποχής εφαρμόζεται συνήθως στην νευρωτική διαταραχή, και την χρησιμοποιώ στο παρόν πλαίσιο με άγριες προθέσεις. Θέλω να πω ότι η ουτοπία του μεροληπτικού είναι, από ψυχολογική άποψη, ένα φετίχ, δηλαδή, είναι μια απόπειρα ν’ αντικαταστήσουμε το όλον με το μέρος, και να χύσουμε μέσα στο μέρος ολόκληρο το συγκινησιακό περιεχόμενο που ανήκει στο όλον. Όταν ένας άνδρας παίρνει στην κατοχή του το μαντήλι ή την καλτσοδέτα μιας γυναίκας, και συμπεριφέρεται προς το αντικείμενο αυτό με την ίδια ένταση και το ίδιο ενδιαφέρον που θα έδειχνε και προς την κάτοχό του με σάρκα και οστά, το μαντήλι ή η καλτσοδέτα ονομάζονται φετίχ. Αποτολμώ να υποστηρίξω ότι Σοσιαλισμός, Ποτοαπαγόρευση, Αναλογική Αντιπροσώπευση και διάφοροι αφηρημένοι «–ισμοι» είναι τα φετίχ του οπαδού: είναι απόπειρες ν’ αντικαταστήσουμε το όλον μ’ ένα επί μέρους όργανο ή μιαν επί μέρους λειτουργία της κοινότητας. Είναι αναμφίβολα πολύ ευκολότερο να κλέψεις ένα μαντήλι απ’ το να κατακτήσεις μια κοπέλα. Παρόμοια, είναι ευκολότερο να εστιάσεις το ενδιαφέρον σου στη χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή στην ιδιοκτησία του μηχανολογικού εξοπλισμού και της γης, παρά στην ολότητα των δραστηριοτήτων μιας κοινότητας. Είναι όντως ευκολότερο, μα είναι μοιραίο, γιατί το αποτέλεσμα του φετιχισμού αυτού είναι πιθανόν ότι η κοπέλα μένει ανέραστη, η δε κοινωνία δεν υφίσταται καμιά θεμελιώδη αλλαγή. Επί πλέον, τα μεταρρυθμιστικά στοιχεία μέσα στην κοινωνία αχρηστεύονται με τον φετιχισμό και δεν συμμετέχουν φυσιολογικά στις δραστηριότητες της κοινότητας, και παραμένουν άχρηστοι – στην καλύτερη περίπτωση, περιπλανιούνται ανάμεσα σε δυο κόσμους, «έναν νεκρό, και τον άλλον ανήμπορο να γεννηθεί».

Lewis Mumford, «Η Ιστορία των Ουτοπιών», Νησίδες 1998, (μετάφραση Βασίλης Τομανάς)

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

από κείνους τους φόβους που μας αδειάζουν το μυαλό

Και μια μέρα, μια συνηθισμένη φθινοπωρινή μέρα, βγήκε ένας άνεμος που όσο πήγαινε δυνάμωνε. Κάποια στιγμή άρχισαν ν’ ανοιγοκλείνουν πόρτες-παράθυρα σαν να μάλωναν μεταξύ τους, ποτιστήρια και σκούπες να τρέχουν στις αυλές, τα ρούχα να φεύγουν μαζί με τα σύρματα, κι όσοι βρέθηκαν στους δρόμους, διαβάτες εν αιθρία, κολλούσαν πάνω στα ντουβάρια –αν προλάβαιναν- για να μην τους πάρει κι αυτούς η ανεμοζάλη.
Η Πέρσα είπε στον αδερφό της τον Γιακώβ να μην κουνηθεί ούτε απ’ τη μια κάμαρα στην άλλη γιατί δεν είχε όρεξη να τον κυνηγάει στον αέρα, μα ενώ το ‘λεγε, άνοιξε πίσω της ένα παράθυρο και το ρεύμα την προσγείωσε στα πόδια του.
«Για να σκέφτεσαι τι λες!» της είπε εκείνος με σαρδόνιο μορφασμό.
Και η Φεβρωνία, ψάχνοντας κάτι σ’ ένα παράπηγμα πίσω απ’ το σπίτι, ανάμεσα σε ξύλα και κασσόνια, άφησε το ψάξιμο και πήγε να βγει, μα μόλις έσπρωξε την πόρτα, ο αέρας της την γύρισε στο πρόσωπο. Την ξανάσπρωξε, κι εκείνος της την ξαναγύρισε.
«Α – αέρα, θα μαλώσουμε», του είπε.
Πήρε μια βαθειά ανάσα κι έσπρωξε την πόρτα με τα δυο της χέρια. Και πάλι ο αέρας της την έφερε στο πρόσωπο.
«Μα τι θες τώρα; Να τσακωθούμε;» του είπε πάλι. Και ταραγμένη, θυμωμένη, άρπαξε ένα ξύλο κι έσπρωξε μ’ αυτό την πόρτα – καταφέρνοντας έτσι (αρκετά ανέτοιμη παρ’ όλα αυτά) να πεταχτεί έξω στον άνεμο που λυσσομανούσε…
Μπήκε στο σπίτι σαν μαστιγωμένη. Κι ανήσυχη έσπευσε για επάνω, εκεί που είχαν την Ιουλία, κι όσο να φτάσει, όσο ν’ ανέβει ένα-ένα εκείνα τα σκαλοπάτια που άλλοτε τα έτρεχε και δεν την έφτανε κανένας, έμεινε το στήθος της δίχως ανάσα: απ’ το φόβο, τον άκρατο φόβο πως, αν τυχόν άνοιξε απ’ τον αέρα το παράθυρο που ήταν δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της, δεν θα ξανάβλεπε την κόρη της, θα έβρισκε το κρεβάτι άδειο… Από κείνους τους φόβους που μας αδειάζουν το μυαλό κι ας μην έχουν μεγάλη βάση: είναι δυνατόν, είναι και τόσο εφικτό, να πάρει ο αέρας μια δωδεκάχρονη παιδούλα απ’ το κρεββάτι της; Κι όμως η δύστυχη γυναίκα το σκέφτηκε κι αυτό εκεί στις σκάλες: αν δεν την πήρε σήμερα, θα ζήσει άλλα τριάντα χρόνια!

Ζυράννα Ζατέλη, «Και με το φως των λύκων επανέρχονται», Καστανιώτης 1993

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

η νυχτοπεταλούδα

Σήμερα ο Όσκαρ λέει απλώς: η πεταλούδα έπαιζε ταμπούρλο. Έχω ακούσει λαγούς, αλεπούδες και ασβούς να παίζουν ταμπούρλο με τα μπροστινά τους πόδια καθώς οσμίζονται τον κίνδυνο. Για τα βατράχια λένε πως όταν χαλούν τον κόσμο σαν μικροί τυμπανιστές προμηνύεται κακοκαιρία. Για τον δρυοκολάπτη πως χτυπώντας το ξύλο με το ράμφος του βγάζει τα έντομα απ'την κρυψώνα τους. Τέλος ο άνθρωπος χτυπά νταούλια, τύμπανα, μεταλλικά τύμπανα, κύμβαλα, ταμπούρλα. Μιλά για τουμπανιασμένα πτώματα, για περίστροφα που ο κύλινδρος τους θυμίζει τύμπανο, για επαναληπτικά πυρά όμοια με σφυροκόπημα τυμπάνου ή για τυμπανοκρουσίες και εννοεί επιδεικτική και θορυβώδη διαφήμιση. Τύμπανα συνάζουν τον κόσμο, κρουστά τον συνοδεύουν στον τάφο. Υπάρχουν μικροί και μεγάλοι τυμπανιστές. Υπάρχουν συνθέτες που γράφουν κοντσέρτα για έγχορδα και κρουστά. Σας θυμίζω και τις μέχρι τούδε απόπειρες του Όσκαρ. Μα όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στο ρεσιτάλ που έδωσε η νυχτοπεταλούδα κρούοντας δυο απλούς ηλεκτρικούς λαμπτήρες των εξήντα βατ επ' ευκαιρία της γέννησης μου. Ίσως υπάρχουν μαύροι στην πιο μαύρη Αφρική, όπως επίσης και στην Αμερική, που δεν έχουν λησμονήσει ακόμα την Αφρική, ίσως αυτοί οι ρυθμικά οργανωμένοι άνθρωποι να έχουν το χάρισμα, με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο με της πεταλούδας μου ή μιμούμενοι αφρικάνικες πεταλούδες -οι οποίες ως γνωστόν είναι μεγαλύτερες και λαμπρότερες από τις πεταλούδες της ανατολικής Ευρώπης- να παίζουν τύμπανο πειθαρχημένα και συνάμα αχαλίνωτα. Εγώ μπορώ να κρίνω τη μετρίου μεγέθους, πασπαλισμένη με καφετιά πούδρα νυχτοπεταλούδα την ώρα της γέννησής μου μόνο με βάση τα ανατολικοευρωπαϊκά μου μέτρα. Αυτή η πεταλούδα υπήρξε δασκάλα του Όσκαρ.

Günter Grass, "Το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο", Οδυσσέας 2008 (μετάφραση Τούλα Σιετή)

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

πετώντας προκλητικά ο ένας στον άλλο σφυρίδες

Όμως, παρ' ότι τα σημάδια και τα μηνύματα του ελληνικού λαού ήταν σαφή προς το ΠΑΣΟΚ, εκείνη η οριακή νίκη, αντί να αφυπνίσει, θα παραλύσει στην κυριολεξία τα ήδη κουρασμένα και χαλαρωμένα από τα αγαθά της εξουσίας στελέχη. Οι περισσότεροι υπουργοί και παράγοντες του συστήματος εξουσίας ξεπέρασαν γρήγορα τη νεοδημοκρατική απειλή, κατελήφθησαν και πάλι από το σύνδρομο του ανίκητου και του αιώνιου, παραδόθηκαν, δεσμευμένοι όπως ήταν από πριν, στις απολαύσεις. Αρκετοί οι προκλητικοί, χωρίς μέτρο, χωρίς αιδώ και κυρίως αποκομμένοι από τον ελληνικό λαό, επιδόθηκαν σχεδόν από την επόμενη των εκλογών σε επίδειξη αλαζονείας. Ήταν σαν να έβγαζαν κοροϊδευτικά τη γλώσσα στον ελληνικό λαό και να έλεγαν "σας τη φέραμε και πάλι". ορισμένοι μάλιστα το γιόρτασαν δεόντως, ξεσάλωσαν στην κυριολεξία, περιφρονώντας τους πάντες και τα πάντα. Πασχαλιάτικα μια παρέα από τους υποτιθέμενους "στρατηγούς" της νίκης βρέθηκε στη Μύκονο και υπενθύμισε σε όλους την αλλοίωση και τα βάρη του νεοπλουτισμού που καταδίωκαν τους περισσότερους εκ των εκφραστών της πασοκικής εξουσίας. Τα έπιναν και γλένταγαν από το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την Ανάσταση, πετώντας προκλητικά ο ένας στον άλλο σφυρίδες, άλλοι μεθυσμένοι από τη νίκη, άλλοι πάλι γιατί θεωρούσαν βεβαία την πρόοδό τους στη νέα περίοδο, σίγουροι για τις δουλειές που θα έτρεχαν, για τα λεφτά που θα έβγαιναν. Υπουργοί και "στρατηγοί", πρώην επαναστάτες, εκπρόσωποι της νέας λούμπεν επιχειρηματικής τάξης, που είδε το φως της από την έκλαμψη της Σοφοκλέους, ημιμαθείς τηλεοπτικοί αστέρες και άλλα φρούτα μιας ασύδοτης εξουσιαστικής ομάδας, που απέδιδε αυτό που ο λαός με βαθιά περιφρόνηση προσδιόριζε ως "σύστημα", ενώθηκαν σε μια προκλητική συνεύρεση, η οποία ερέθισε τους πάντες και μετέδωσε τη βεβαιότητα πια ότι το μέτρο είχε χαθεί, ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος συστολής και αυτοσυγκράτησης.

Αντώνης Καρακούσης, "Μετέωρη Χώρα", Εστία 2006

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

από τα είκοσι ένα ποιήματα αγάπης

Κάθε κορφή είναι κρατήρας. Αυτός είναι ο νόμος των ηφαιστείων,
που τα κάνει αιώνια κι εμφανώς θηλυκά.
Δεν είναι ύψος δίχως βάθος, χωρίς φλεγόμενο πυρήνα
αν και οι ψάθινες σόλες μας ξεφτίζουν πάνω στη σκληρή λάβα.
Θέλω να ταξιδέψω μαζί σου σε κάθε βουνό
που να καπνίζει από μέσα σαν την Σίβυλλα που σκύβει πάνω από τον τρίποδά του,
θέλω να πιάσω το χέρι σου καθώς απολεπίζουμε το μονοπάτι,
να νιώσω τις αρτηρίες σου να καίνε όταν σε σφίγγω,
χωρίς να μου ξεφεύγει το μικρό, σαν κόσμημα λουλούδι
άγνωστο για μας, χωρίς όνομα μέχρι να το ξαναονομάσουμε,
που πιάνεται στο βράχο που αργά αλλάζει -
τη λεπτομέρεια αυτήν έξω από μας που μας επιστρέφει στον εαυτό μας,
ήταν εδώ πριν από μας, ήξερε ότι θα 'ρχόμαστε και βλέπει πέρα από μας.

Adrienne Rich, "Σαπφώς Σαπφείροι", Γαβριηλίδης 2001 (μετάφραση Αναστασία Αναστασιάδου)

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

επινοημένη για να κρύβει

Ωστόσο, απ' όλες τις κρυφές πόλεις, η Νέα Ορλεάνη, έτσι μου φαίνεται, είναι η πιο απόκρυφη, αυτή που περισσότερο διαφέρει, στην πραγματικότητα, απ' αυτό που επιτρέπεται σ' έναν ξένο να δει. Η πανταχού παρουσία ψηλών τοίχων, φυλλωμάτων που κρύβουν, χοντρών κλειδωμένων σιδερένιων πυλών, παραθύρων με κλειστά παντζούρια, σκοτεινών σηράγγων που οδηγούν σε κατάφυτους κήπους όπου μιμόζες και καμέλιες δημιουργούν χρωματικές αντιθέσεις και όπου αργόσχολες σαύρες τρέχουν στα φύλλα των φοινικιών τινάζοντας τη διχαλωτή τους γλώσσα, δεν είναι τυχαίο ντεκόρ αλλά αρχιτεκτονική εσκεμμένα επινοημένη για να κρύβει, να μεταμφιέζει, όπως σ' έναν χορό του Μάρντι Γκρα, τη ζωή αυτών που γεννήθηκαν προφυλαγμένοι μέσα σ' αυτά τα οικοδομήματα. Δυο ξαδέρφια που 'χουν εκατό άλλα ξαδέρφια απλωμένα στο πλέγμα οικογενειακών σχέσεων της πόλης και, καθισμένα κάτω από μια συκιά, δίπλα στο σιγανό σιντριβάνι που δροσίζει τον κρυμμένο τους κήπο, ψιθυρίζουν.
Βήματα. Ψηλοτάκουνα γυναικεία βήματα που πλησιάζουν και σταματούν μπροστά μου. Είναι η λεπτή, σχεδόν όμορφη μιγάς που άκουσα νωρίτερα το απόγευμα να καβγαδίζει με τον "μάνατζέρ" της. Χαμογελάει, μου κλείνει το ένα μάτι, μετά το άλλο, και η φωνή της δεν είναι θυμωμένη πια. Ο ήχος της φωνής της είναι σαν τη γεύση που έχουν οι μπανάνες.

Truman Capote, ""Μουσική για χαμαιλέοντες", Καστανιώτης 2008 (μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος)

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

έχασα τις αμφιβολίες μου

«Υποπτεύομαι ότι ο λόγος που δεν μπόρεσα να υμνήσω τον ρευστό κόσμο ήταν γιατί δεν κατόρθωσα να πείσω τον εαυτό μου να πιστέψει στην αξία του. Οι νέοι συχνά νιώθουν ένοχοι για την ηδονή, και φαντάζομαι ότι δεν διέφερα από τους άλλους. Πίστευα, φαντάζομαι, πως το να περνάει κανείς τον καιρό του σε τέτοια μέρη, να σπαταλάει το ταλέντο του εξυμνώντας πράγματα τόσο ασύλληπτα και φευγαλέα ήταν μάλλον χαμένος κόπος, μάλλον ξεπεσμός. Είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς την ομορφιά ενός κόσμου όταν αμφιβάλλει για την αξία του.»
Σκέφτηκα τα λόγια του, μετά είπα. «Πράγματι, Σένσεϊ , ομολογώ πως αυτά που μου λέτε ισχύουν πολύ για το δικό μου έργο. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να τα διορθώσω.
Ο Μόρι-σαν δεν φάνηκε να μ’ ακούει. «Αλλά εδώ και πολύ καιρό έχασα τις αμφιβολίες μου. Όνο», είπε. «Όταν γεράσω, όταν κάνοντας τον απολογισμό του έργου μου διαπιστώσω πως θα το έχω αφιερώσει στην προσπάθεια να συλλάβω τη μοναδική ομορφιά αυτού του κόσμου, πιστεύω πως θα νιώσω ικανοποιημένος. Και κανείς δεν θα με κάνει να πιστέψω πως έχασα τον καιρό μου.»

石黒 一雄, «Ένας Καλλιτέχνης του Ρευστού Κόσμου», Εστία 1990 (μετάφραση Ν. Κ.)

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

huésped

Στην ισπανική γλώσσα, η λέξη «huésped» σημαίνει δύο ρόλους φαινομενικά αντίθετους: του φιλοξενούμενου, δηλαδή κάποιου που φιλοξενείται στο σπίτι ενός άλλου, και του οικοδεσπότη, δηλαδή αυτού του άλλου που φιλοξενεί κάποιον στο σπίτι του. Ίσως όμως αυτή η διπλή χρήση, η λίγο αποσυντονιστική, να εγκλείει στο βάθος μια πολύ βαθιά αλήθεια για την ανθρώπινη ιδιότητα. Γιατί όλοι είμαστε ταυτόχρονα ο ξένος που γίνεται δεκτός στο ξένο σπίτι και ο οικοδεσπότης που τον φιλοξενεί και οφείλει να φροντίσει για την καλοπέρασή του. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε –και μην ξεχνάς «ότι γεννιέμαι σημαίνει έρχομαι σε μια ξένη χώρα», όπως είπε κάποιος αρχαίος Έλληνας- εξαρτώμεθα από τη φιλοξενία που οι άλλοι θα θελήσουν να μας προσφέρουν, χωρίς την οποία δε μπορούμε να ζήσουμε. Όμως σύντομα γινόμαστε κι εμείς αυτοί που οφείλουν να φροντίσουν τους άλλους που έρχονται μετά, προσπαθώντας να τους κάνουμε να νιώθουν όσο το δυνατόν πιο άνετα.

Fernando Savater, «Μιλώντας στο γιο μου για την Ηθική και την Ελευθερία», Πατάκης 2009 (μετάφραση
Αγαθή Δημητρούκα)

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

τέτοιας λογής εφόδια

Πέρασε ο καιρός, και ο ζωγράφος επέστρεψε. Είχε ταξιδέψει βόρεια, για να δει τον ασημένιο καταρράκτη του Κρύσταλ Χιλλς και ν’ αγναντέψει απ’ την κορυφή του ψηλότερου βουνού της Νέας Αγγλίας την απεραντοσύνη των νεφών και των δασών. Όμως δεν παραβίασε την ιερότητα του τοπίου προσπαθώντας να το αναπαραγάγει μέσω της τέχνης του. Είχε επίσης κυλήσει με μονόξυλο στα νερά της λίμνης Τζωρτζ. Η ομορφιά και η μεγαλοσύνη της καθρεφτίστηκαν στην ψυχή του και η ανάμνησή τους σχημάτισε μέσα του έναν πίνακα που θάμπωσε τη θύμηση εκείνων του Βατικανού. Συνοδευόμενος από Ινδιάνους κυνηγούς, είχε φτάσει στο Νιαγάρα, όπου, ξανά, πέταξε στο βάραθρο τη στείρα γραφίδα, φρονώντας πως, εφόσον δεν μπορούσε να ζωγραφίσει τη βουή του καταρράκτη, ήταν ανίκανος να αποτυπώσει τις λεπτομέρειες που συνέθεταν εκείνο το θαύμα. Στην ουσία, σπανίως ένιωθε την ανάγκη να αντιγράψει ένα φυσικό σκηνικό, εκτός κι αν το χρειαζόταν ως πλαίσιο για να σχεδιάσει την ανθρώπινη μορφή, το ανθρώπινο πρόσωπο που στοχάζεται, που αισθάνεται, που πάσχει. Τέτοιας λογής εφόδια αποκόμισε από τις περιπετειώδεις περιπλανήσεις του. Η αυστηρή υπερηφάνεια των Ινδιάνων αρχηγών, η μελαχρινή ομορφιά των κοριτσιών τους, η οικογενειακή ζωή μέσα στις καλύβες, η αθόρυβη, μυστική προέλαση, η μάχη στο σκοτεινό πευκόδασος, το οχυρό των συνόρων με τη φρουρά του, η αντινομία των γέρων Γάλλων πολεμιστών που ανατράφηκαν στην Αυλή και τα μαλλιά τους άσπρισαν μέσα στις θαμνώδεις ερήμους – ιδού ποιες ήταν οι σκηνές και τα πρόσωπα που σχεδίασε. Η έξαψη του κινδύνου, τα φρενιασμένα ξεσπάσματα βίαιων αισθημάτων, η σφοδρότητα των συμπλοκών, η αγάπη, το μίσος, ο πόνος, η παραφροσύνη – κοντολογίς η καταβεβλημένη ψυχή της γέρικης γης του αποκαλύφθηκε με νέα μορφή. Η χαρτοθήκη του γέμισε σχεδιάσματα από το βιβλίο των αναμνήσεών του, στα οποία η ιδιοφυΐα του θα έδινε υπόσταση και τη σφραγίδα της αθανασίας. Πίστεψε πως ανακάλυψε το μυστικό της τέχνης που είχε αναζητήσει τόσο μακριά.

Nathaniel Hawthorne, «Οι Προφητικές Εικόνες», Άγρα 1989 (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου)

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

σαν σκαθάρια

"Παραδώσου!" άκουσε μια αχνή φωνή.
Μπροστά στον Κορότκωφ βρίσκονταν ο αρρωστιάρης ήλιος, ακριβώς πάνω από το κεφάλι του, ένας σταχτής ουρανός, ένα ελαφρύ αεράκι και η παγωμένη άσφαλτος. Από κάτω και απ' έξω η πόλη δήλωνε την παρουσία της μ' ένα ανήσυχο πνιχτό βουητό. Πηδώντας στην άσφαλτο και κοιτώντας γύρω του, ο Κορότκωφ μάζεψε τρεις μπάλες, πήγε στο στηθαίο, ανέβηκε στο πεζούλι και κοίταξε κάτω. Η καρδιά του σφίχτηκε. Μπροστά του έβλεπε τις στέγες των κτιρίων που φαίνονταν επίπεδες και μικρές, πιο πέρα μια πλατεία όπου σέρνονταν σαν σκαθάρια τρόλεϊ και άνθρωποι και ακριβώς από κάτω του διέκρινε γκρίζες φιγούρες που ορμούσαν χορεύοντας στην είσοδο, στη σχισμή που ήταν το στενό. Και πίσω τους είδε ένα βαρύ παιχνίδι, πασπαλισμένο με λαμπερά, χρυσά κεφαλάκια.
"Με περικύκλωσαν!" βόγκηξε ο Κορότκωφ. "Πυροσβέστες!"

Михаил Булгаков, "Διαβολιάδα", Bell 1997 (μετάφραση Βασίλης Καλλιπολίτης)

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

πρέπει να ακούς το ταξίδι σου

Ο Θέμης έλεγε συχνά ότι πρέπει να ακούς το ταξίδι σου, κυρίως να μην του εναντιώνεσαι.
-Αν η πορεία σου σε βγάλει κάπου που δεν το περιμένεις, ε, λοιπόν ναι, είσαι στο σωστό δρόμο.
Καταλάβαινα πολύ καλά τι ήθελε να πει. Οι χάρτες είναι απατηλοί, μας ξεγελούν με τις καθορισμένες αποστάσεις και τις προτεινόμενες διαδρομές τους. Μας ξαναφέρνουν στον ίσιο δρόμο. ενώ το να ταξιδεύεις είναι ένας υπέροχος τρόπος να αφήνεσαι ελεύθερος.

Nicolas Verdan, "Το Ραντεβού της Θεσσαλονίκης", Χαραμάδα 2011 (μετάφραση Μαρία Χρηστίδου)

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

με έναν άνθρωπο που δεν ήξερε

Ξαφνικά ήταν τόσο ειλικρινής με έναν άνθρωπο που δεν ήξερε, περισσότερο από όσο είχε υπάρξει με τους ανθρώπους που έπινε μαζί τους καφέ κάθε μέρα, που τους δάνειζε λεφτά και τον έχουν δει γυμνό σε μια φάρσα συγκατοίκων στο μπάνιο, που τους είδε να κλαίνε και τον είδαν να γίνεται κωλόπαιδο.

Γιώργος Τσαντίκος, "Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα", Βορειοδυτικές Εκδόσεις 2011

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

το να είσαι άνθρωπος είναι δουλειά

Ο Πατέρας σου δουλεύει σκληρά, λέει η μητέρα μου. Από αριστερά δεν έρχεται αυτοκίνητο, γρήγορα περνάμε το δρόμο. Πηγαίνουμε να πάρουμε τον πατέρα μου από τη δουλειά, όπως κάθε Παρασκευή. Στο σπίτι που ο πατέρας μου φροντίζει για την τάξη, το χορτάρι θα του φτάνει μάλλον μέχρι το γόνατο κιόλας. Μ' ένα μαχαίρι πρέπει ν' ανοίγει το δρόμο του για την τάξη, κι όταν επιτέλους φτάνει σ' εκείνη, για να της δώσει να φάει και να πιει, εκείνη του ορμάει, τον δαγκώνει και τον γρατζουνάει, αχάριστη είναι, η τάξη. Πολλοί υπάρχουνε στην πόλη που δεν διαθέτουνε καλαισθησία, πολλοί που το δώρο που τους έγινε δεν ξέρουν να το εκτιμούν κι αυτό που τους έχουν εμπιστευτεί το αφήνουν και διαφθείρεται. Το να είσαι άνθρωπος είναι δουλειά, είπε κάποτε ο πατέρας μου, κι εγώ μπορώ να δω και μόνη μου τη φύση να παίρνει πίσω ό,τι δεν της αντιστέκεται κάθε μέρα. Για να μην παρασυρθεί από τη θάλασσα μέσα στη θάλασσα. Υπάρχουνε κάποια πράγματα που τώρα θα ρυθμίζονται κεντρικά, είπε ο πατέρας μου, είναι μια εποχή μετάβασης, ανοίγουμε νέους δρόμους. Θα πάμε εκεί που δεν έχει πάει ποτέ κανείς. Όποιος θα θέλει να πουλήσει το αυτοκίνητό του, θα το βάζει στην άκρη του δρόμου, μ' ένα άδειο μπουκάλι στη σκεπή. Εγώ θυμάμαι τα πέτρινα σχέδια του χαλιού της πόλης κάτω απ΄τα πόδια μου, γκρίζα, μαύρα κι άσπρα, που πάνω τους παλιότερα, όταν έβγαινα με τη μητέρα μου, πηδούσα πάντα από νησί σε νησί: Οι λεγάμενοι. Μετά οι φίλοι τους. Που θυμούνται. Που φοβούνται. Και στο τέλος όλοι. Ή πάντα πάνω σε μαύρο ή πάντα πάνω σε άσπρο ή πάντα πάνω σε γκρίζο, κρατώντας το χέρι της μητέρας μου. Νέους δρόμους. Το χορτάρι έχει αρχίσει εδώ και καιρό να καλύπτει το μαύρο, το άσπρο και το γκρίζο. Πράσινο. Τώρα μπορώ να πηγαίνω ευθεία, πλαγίως πάνω απ' τα νησιά και τη θάλασσα. Ανοίγουμε νέους δρόμους, εκεί που δεν έχει πάει ποτέ κανείς. Εκεί που βγαίνει χορτάρι. Ο πατέρας μου ξέρει από ρεύματα. Δουλειά.

Jenny Erpenbeck, "Παιχνίδι με τις λέξεις", Ίνδικτος 2008 (μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης)

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

σε μια στιγμή

Ο Τσάρλυ είχε διαβάσει αστυνομικά μυθιστορήματα. είχε διαβάσει εφημερίδες. Ήξερε πως συνέβαιναν εγκλήματα, ήξερε πως άνθρωποι ήταν κλεισμένοι στις φυλακές, μα όλα αυτά τα είχε μάθει από την εξωτερική πλευρά τους. Τώρα ένιωθε μια παράξενη, μια τρομερή εντύπωση, να βρίσκεται σε προσωπική επαφή με κάποιον, που είχε ζήσει αυτά τα ίδια περιστατικά. Θυμήθηκε έξαφνα, ούτε και ο ίδιος δεν ήξερε γιατί, έναν πίνακα του Μανέ, την εκτέλεση κάποιου -μήπως του Μαξιμιλλιανού;- από ένα εκτελεστικό απόσπασμα. Αυτόν τον πίνακα τον είχε βρει πάντα εντυπωσιακό. Τώρα, όμως, καταλάβαινε για πρώτη φορά, πως παρίστανε ένα πραγματικό γεγονός. Ο αυτοκράτωρ είχε σταθεί πραγματικά σ' αυτή τη θέση, και καθώς οι στρατιώτες σήκωναν τα όπλα τους, σίγουρα θα του φάνηκε απίστευτο, πως σε μια στιγμή θα είχε πάψει να ζει.

Somerset Maugham, "Διακοπές στο Παρίσι", Γκοβόστης 1992 (μετάφραση Στέλλα Βουρδούμπα)

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

διπλή μερίδα μάτια

Γιατί της έκοβε τον ύπνο ο Ιγνάζι-Σαβιέ; Θα τον κατασπάραζε. Πρώτα θα του έβγαζε τα γυαλιά, θα τον φιλούσε στα βλέφαρα, θα του τα φωτογράφιζε, θα του έβγαζε εκείνα τα δύο μεγάλα και ανήσυχα μάτια, θα τα φύλαγε στην τσέπη της και θα τα είχε έτσι για πάντα μαζί της μέχρι τον τάφο. Και (όταν πια θα πέθαινε) τα σκουλήκια θα έβρισκαν διπλή μερίδα μάτια.

Quim Monzó, "Το Μέγεθος της Τραγωδίας", Πάπυρος 2011 (μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός)

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

το όνειρο κάποιου που είμαι εγώ

Η Τζίνα δεν απαντά, σαν να μην είχε ακούσει. Ο Μπιάνκο βγαίνει από το ράντσο. Στην πεδιάδα δεν κινείται τίποτα, δε βλέπεις ούτε ένα πουλί, ένα ζώο, ένα συννεφάκι, κι επικρατεί πλήρης άπνοια. Το μπεζ άχυρο, τόσο μαλακό που σβωλιάζει κάτω από τις μπότες του Μπιάνκο, δε γυαλίζει στο εξωπραγματικό και σταχτύ φως. "Ονειρεύομαι", σκέφτεται ο Μπιάνκο. "Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι είμαι στο σπίτι μου στο Παρίσι και κοιμάμαι με μια από τις ερωμένες μου μετά από έναν χορό στην πρεσβεία όπου μπορεί να ήπια ένα ποτηράκι σαμπάνια παραπάνω, ίσως και ονειρεύομαι. Μπροστά απ' τα μάτια μου περνούν εικόνες αποσπασματικές και ασυνάρτητες, ότι δηλαδή μου έστησαν παγίδα οι θετικιστές, ότι κατέφυγα στη Νορμανδία και στη Σικελία, ότι αγόρασα ένα κομμάτι γης στην πεδιάδα στην άκρη του κόσμου, ότι γνώρισα έναν γιατρό που τον έλεγαν Γκάρυ Λόπες και μια γυναίκα που τη λένε Τζίνα, ότι την παντρεύτηκα, ότι υπάρχει μια εχθρική δύναμη που για κάποιους σκοτεινούς λόγους προσπαθεί να με καταστρέψει, ότι έχει εξαπλωθεί επιδημία σε μια πόλη κι ότι τώρα βρίσκομαι σε έναν κενό χώρο, γκρίζο και μπεζ, όπου δε συμβαίνει τίποτα, εκτός από την ίδια τη σιωπή των ονείρων, το όνειρο κάποιου που είμαι εγώ και που δεν ξέρει ότι κοιμάται στο κρεβάτι του, σε έναν τόπο που λέγεται Παρίσι, που λέγεται κόσμος.

Juan José Saer, "Η Ευκαιρία", Ίνδικτος 2000 (μετάφραση Λένα Θεοδωρίδου)

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

για το καλό σας

Αυτή τη φορά κοίταξε προς το μέρος μου. Ήταν φοβερά τρομακτικό να τον ακούει κανείς να σωρεύει τη μια μετά την άλλη τις αποδείξεις εναντίον της μις Ρέητσελ και να ξέρει ότι αν και θα 'θελε να την υπερασπίσει δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την αλήθεια των γεγονότων που επικαλούνταν. Δόξα τω θεώ, είμαι υπεράνω της Λογικής. - Αυτό με βοήθησερ να επιμείνω στη γνώμη μου που 'ταν γνώμη και της κυρίας μου. Αυτό ενθάρρυνε και τη διάθεση μου να αγνοήσω με θρασύτητα τον κ. Καφ. Επωφελειθείτε καλοί μου φίλοπι, σας εκλιπαρώ από το παράδειγμά μου. Θα σας γλιτώσει από πολλούς μπελάδες. Ξεπεράστε τη λογική και θα δείτε τι καλά θα κόψετε τα νύχια όλων των ευαίσθητων ανθρώπων που θα θελήσουν να σας ξύσουν για το καλό σας!

Wilkie Collins, "Η Φεγγαρόπετρα", Μέδουσα 1991 (μετάφραση Τάσος Δαρβέρης)

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

απλά έχουμε γίνει πιο παγκόσμιοι

Κάποια μέρα θα ‘μαι ένας γερο-μεθύστακας παραλής και ποιος ξέρει σε τι κόσμο θα ζω. Θα σέρνομαι άρρωστος και κάθε φορά που θα βγαίνω απ’ το σπίτι θα μου την πέφτουν για λεφτά. Οι συντάξεις θα έχουν κοπεί κι εγώ θα παρακολουθώ σαπουνόπερες καθισμένος στην πολυθρόνα, περιμένοντας να πεθάνω. Τουλάχιστον θα έχω ζήσει τα λίγα χρόνια της νιότης. Τα έξοδα της κηδείας μου πάντως αποκλείεται να τα πληρώσω. Αξιοπρεπής θάνατος; Ρε, δεν πάτε να γαμηθείτε; Θα ‘χω πολλές ιστορίες να λέω σ’ αυτούς που θα μου δίνουν την προσοχή τους και οι πιτσιρικάδες θα εκπλήσσονται που τον παλιό καλό καιρό υπήρχε ζωή. Θα με κοιτάζουν κάπως διαφορετικά.
Το έκανα κι εγώ. Πέρναγα τα λόγια των γέρων για ασυναρτησίες μέχρι που στάθηκα να τους ακούσω. Τα νοήματα θέλουν χρόνο γα να αποκαλυφθούν, μα οι άνθρωποι είναι ανυπόμονοι. Οι γέροι που αράζουν στις στάσεις των λεωφορείων, τις βιβλιοθήκες και τις παμπ, όταν τους περισσεύουν λίγα χρήματα, όλοι αυτοί που ψάχνουν να σκοτώσουν την ώρα τους, είναι άνθρωποι που μπορούν να σε διδάξουν ιστορία. Έχουν πολλά να πουν για τα επεισόδια στα γήπεδα, το σεξ και τα ναρκωτικά. Για οτιδήποτε κάνεις. Τίποτα δεν είναι καινούριο. Γελούν και μου λένε πως σήμερα είμαστε ένα τίποτα, πως το Λονδίνο έχει πλαδαρέψει.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Απλά έχουμε γίνει πιο παγκόσμιοι κι όλοι αυτοί που θέλουν να γίνουν Τζον Πίλτζερ γυρίζουν ένα ντοκιμαντέρ για το βλάκα του χωριού. Στεκόμαστε όλοι μπροστά από μια οθόνη και παρακολουθούμε ο ένας τον άλλο. Κάτσε ν’ ακούσεις ένα συνταξιούχο και θα δεις πως και παλιά υπήρχε βία στα γήπεδα. Πάρε για παράδειγμα τη Μίλγουολ. Η έδρα τους έχει τιμωρηθεί πολλές φορές και κανείς δεν μπορεί να με πείσει πως οι τύποι δεν ήταν κολλημένοι. Έχω ακούσει αρκετές ιστορίες και τις πιστεύω. Ποτέ δεν έχει υπάρξει η χρυσή εποχή της αγάπης και της ειρήνης. Αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας των εφημερίδων και της τηλεόρασης. Δημόσια έκθεση. Μαζική διασκέδαση. Μια τεράστια γαμημένη ματιά απ’ την κλειδαρότρυπα.

John King, «Εργοστάσιο Ποδοσφαίρου», Οξύ 1998 (μετάφραση Δημήτρης Αγγελίδης)

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

σε εκείνους που τα δημιουργούν

Ο άνθρωπος είναι ένα ανήσυχο ον, ένα irrequietum cor, όπως αναφέρει ο άγιος Αυγουστίνος. Διότι σκοπός της μάχης ανάμεσα στο καλό και στο κακό δεν είναι τόσο να δώσουμε νέες λύσεις στα υφιστάμενα προβλήματα, αλλά να εντοπίσουμε προβλήματα και ανωμαλίες εκεί όπου μέχρι τώρα βλέπαμε την αιώνια φύση των πραγμάτων. Ο μεγαλύτερος έπαινος σε αυτόν τον αγώνα δεν πρέπει να απονέμεται σε εκείνους που λύνουν τα προβλήματα, αλλά σε εκείνους που τα δημιουργούν, όσο αντιπαθητικούς και αν τους θεωρούν, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, οι κομφορμισμοί της εκάστοτε εποχής. Στην πραγματικότητα, η δημιουργία προβλημάτων είναι ακριβώς αυτό που κάνουν οι βιβλικοί προφήτες, αυτοί οι "πληγωμένοι" άνθρωποι, οι οποίοι εμφορούνται από μια ασυνήθιστη ηθική απαίτηση. Όταν αυτά τα προβλήματα λυθούν, νέα προβλήματα υποδεικνύονται από άλλους, οι οποίοι, χάρη σε μια αγάπη που δεν έχει όρια στις απαιτήσεις της, έχουν γίνει και αυτοί μη ανεκτικοί όσον αφορά τον πόνο του πλησίον τους και έτσι συνεχίζονται τα πράγματα όσο υπάρχει κακό στον κόσμο. Συνεπώς η πληγή της αγάπης τροφοδοτεί μια ατελείωτη σειρά από ιστορικές μεταβολές.

Philippe Nemo, "Τι είναι η Δύση;", Εστία 2008 (μετάφραση Δ. Αναγνωστόπουλος, Π. Μέγγουλη, Α. Σταθάκη, Ι. Χόνδρου, Θ. Χρυσανθοπούλου)

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

αλαργινό

Απ’ το ίδιο παράθυρο, το ανατολικό, ο Κίτσος έβλεπε το ποτάμι. Αλαργινό το έλεγαν, ίσως γιατί, ενώ φαινόταν κοντινό, έβανες δρόμο πολύ για να το φτάσεις. Το χειμώνα κατέβαζε έναν κόσμο κούτσουρα και κορμούς δέντρων, αρκετούς για να υλοτομήσουν μια καινούρια πόλη. Τα καλοκαίρια, πάλι, στέρευε κι απόμενε γυμνό, σαν φιδάκι να λιάζεται. Οι άνεμοι διάβαιναν πάνω του, κινημένοι απ’ το βοριά. Πρώτα περνούσαν τα Τέμπη, σάρωναν τον θεσσαλικό κάμπο κι ίσαμε να φτάσουν στην Αττική, στάθμευαν για διανυκτέρευση στη Λοκρίδα. Ίσως γι’ αυτό πάντα αργά τις νύχτες οι φούστες των κοριτσιών σηκώνονταν ένα δάχτυλο και χαλνούσαν οι χωρίστρες στ’ αγόρια. Όμως, ήταν άνεμοι φιλικοί, ξεθυμασμένοι απ’ τα ταξίδια τους – πρόσφυγες κι αυτοί. Περνούσαν ξυστά τους τοίχους, αναποδογυρίζοντας τ’ αραγμένα ποδήλατα, χαλνώντας την τάξη στ’ άδεια κοφίνια. Σήκωναν μικρούς κουρνιαχτούς και καταλάγιαζαν – όπως όλα τα πράγματα στην επαρχία. Ξέφευγαν μόνο οι δράκοντες, σκαλισμένοι στα κάγκελα των μπαλκονιών. Ακίνητοι, ύψωναν τις ουρές με τα λέπια, κουλουριασμένοι, μαύροι και σερπετοί. Με αργή, κυκλωτική κίνηση, έπειτα μ’ ένα ξαφνικό ντιρέκτ, το σκοτάδι έπεφτε πάνω στην κωμόπολη και την αποτέλειωνε.

Μένης Κουμανταρέας, «Τα Μηχανάκια», Κέδρος 2007

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

γιώργος θεοτοκάς

Ο Γ. Θεοτοκάς πιστεύει σε μια ορθοδοξία ευαγγελική, κοινωνικά ευαίσθητη, ανοιχτή στην Ευρώπη και τον κόσμο, οικουμενική. Πράγματα σημαντικά, τότε και τώρα. Η κύρια ωστόσο συμβολή του στη θεώρηση της Ορθοδοξίας βρίσκεται αλλού: στη βαθιά πεποίθησή του ότι ο μόνος δρόμος σήμερα για μια Ορθοδοξία που να είναι αληθινή και ζωντανή Εκκλησία του Χριστού περνάει μέσα απόν πολιτικό πολιτισμό της Ευρώπης. Με τα κείμενά του και με τη στάση του λέει το απλούστατο αλλά, φευ, διόλου αυτονόητο για την ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι μπορείς δηλαδή να πιστεύεις στον Χριστό και να είσαι ταυτόχρονα υποστηρικτής της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων. Κάνει ένα βήμα παραπέρα: υποστηρίζει ουσιαστικά ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να είναι κανείς σήμερα καλός χριστιανός έξω από το να είναι ταυτόχρονα και δημοκρατικός πολίτης:
«Δε ζητούμε, προς Θεού, από την Εκκλησία μας να κάμει πολιτική. Της ζητούμε να συναντήσει κι αυτή κάπου τον Κύριο της – ή τουλάχιστο να το προσπαθήσει.»*

*Γ. Θεοτοκάς, «Η Εκκλησία στον καιρό μας», εφ. Το Βήμα, 10.04.66

Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο», Εστία 2010

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

το κάθε θηρίο έχει τα παιχνίδια του

-Πως ανοίξατε την πόρτα; Ρώτησε φοβισμένος ο Φαντόριν. Θυμάμαι ότι γύρισα δύο φορές το κλειδί, κλείνοντας.
-Ιδού το μαγνητικό αντικλείδι, του εξήγησε πρόθυμα ο αναμενόμενος τόση ώρα επισκέπτης, ο οποίος του έδειξε κάποιο μακρουλό ραβδάκι, που εξαφανίστηκε αμέσως ύστερα στην τσέπη του. Πολύ άνετο πραγματάκι. Το δανείστηκα από έναν ντόπιο κλέφτη. Εξαιτίας της δουλείας μου, έρχομαι σε επαφή με διάφορα απαίσια υποκείμενα, από τον πάτο της κοινωνίας. Τελειότατοι άθλιοι, σας διαβεβαιώνω. Ούτε στ’ όνειρό του δεν τους είδε ο κύριος Ουγκώ. Αλλά κι αυτοί έχουν ανθρώπινες ψυχές και μπορεί κανείς να βρει τον κατάλληλο τρόπο να έρθει σ’ επαφή μαζί τους. Τούτα τα τέρατα τα’ αγαπώ μάλιστα και εν μέρει μπορώ να πω ότι κάνω μια συλλογή μ’ αυτούς. Όπως είπε κι ο ποιητής, «ο καθένας διασκεδάζει όπως μπορεί», αλλά τι τα θες. Μας περιμένει ο θάνατος, που είναι ίδιος για όλους. Ή όπως λένε οι Γερμανοί, το κάθε θηρίο έχει τα παιχνίδια του, jedes Tierchen hat sein Plaisirchen.

Борис Акунин, «Αζαζέλ», Σύγχρονοι Ορίζοντες 2004 (μετάφραση Πέτρος Ανταίος)

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

τόσο πυκνό, τόσο έξυπνα σχεδιασμένο

Με κάθισαν μπροστά στη νεαρή που προοριζόταν να συμπληρώσει το τράνζιτό μου. Λυπήθηκα που δεν είχα πέσει στη χαριτωμένη, με τις ξανθιές μπούκλες. Αλλά και ο φύλακας άγγελός μου δεν ήταν άσχημος: με μαύρες μπούκλες, καστανό δέρμα, που έπρεπε να είχε στην αφή μια αίσθηση από βελούδο. Με κοίταξε καλά στα μάτια, σοβαρά και σκληρά, σαν να ήταν μια προανάκριση για τη Δευτέρα Παρουσία. Ξαφνιάστηκα με τις ερωτήσεις της. Καταχώρισε με φροντίδα τις απαντήσεις μου, όλα τα στοιχεία της περασμένης μου ζωής, το σκοπό των περασμένων χρόνων. Τόσο πυκνό, τόσο έξυπνα σχεδιασμένο ήταν αυτό το δίχτυ από ερωτήσεις, που καμιά λεπτομέρεια της ζωής μου δεν θα ξέφευγε από τον πρόξενο, αρκεί να ήταν πραγματικά αυτή η ζωή μου. Τόσο λευκό, τόσο κενό δεν υπήρξε ποτέ κανένα από τα ερωτηματολόγια στα οποία προσπάθησαν σ’ αυτό το μέρος να συλλάβουν μια ζωή που είχε ήδη φύγει, που δεν υπήρχε φόβος να πέσει σε αντιφάσεις. Όλες οι λεπτομέρειες ήταν σωστές. Τι σημασία είχε που το όλο πράγμα δεν ήταν σωστό; Όλα τα τεχνάσματα που θα φώτιζαν τον άνθρωπο στον οποίο θα επέτρεπαν να αποδημήσει ήταν εκεί. Μόνο που ο ίδιος ο άνθρωπος δεν ήταν εκεί. Μου έπιασε τότε τον καρπό του χεριού και με οδήγησε σε ένα τραπέζι όπου βρισκόταν το μηχάνημα για τα δακτυλικά αποτυπώματα των υποψηφίων για το τράνζιτο. Μου εξήγησε υπομονετικά πώς να πιέσω, όχι πολύ δυνατά, όχι πολύ ελαφρά, τον δεξιό, τον αριστερό μου αντίχειρα, όλα τα δάχτυλα και τις παλάμες των χεριών μου. Μόνο που δεν ήταν καν αυτά τα δάχτυλα του άνδρα που θα του επέτρεπαν να φύγει. Πόσο αισθάνθηκα, μέσα από την υγρή από το μελάνι σάρκα των χεριών μου, τα άσαρκα χέρια του άλλου που δεν ήταν πια κατάλληλα για τέτοια αστεία! Ο φύλακας άγγελος μου με επαίνεσε πολύ, γιατί τα έκανα όλα με ακρίβεια και προσοχή. Τη ρώτησα αν θα έπαιρνα κι εγώ ένα κόκκινο κορδελάκι. Γέλασε με το αστείο μου. Τέλος με οδήγησε μπροστά στο γραφείο του προξένου σαν έναν υποψήφιο για τράνζιτο που τον είχε βρει εντάξει. Ο πρόξενος περίμενε όρθιος. Κάτι στο πρόσωπο και στη στάση του υποδήλωνε ότι η τελετή που θα έκανε τώρα μαζί μου, που τόσο συχνά την έκανε, όπως ένας πάστορας τις βαπτίσεις, ήταν εξίσου σημαντική. Οι γραφομηχανές τερέτισαν για λίγο ακόμα, ύστερα άρχισαν οι πένες. Όταν όλα είχαν υπογραφεί κάμποσες φορές, ο πρόξενος έκανε μιαν ελαφρά υπόκλιση. Εγώ προσπάθησα να μιμηθώ την υπόκλισή του.

Anna Seghers, «Τράνζιτο», Άγρα 2006 (μετάφραση Γιώργος Δεπάστας)

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

τίποτα από όσα ειπώθηκαν δεν είναι αλήθεια

Η νύχτα προχωρούσε βαθιά μέσα στη νύχτα μαζί ου και ότε έγινεν εσπέρα έφερον προς αυτόν διαμονισμένους πολλούς και ιδού γυνή αιμορροούσα δώδεκα έτη, πλησίασα σ’ αυτόν, ήγγισεν το άκρον του ιματίου αυτού επειδή στενή είναι η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η φέρουσα εις την ζωή όταν
ήταν να φύγω μου έλεγαν
τίποτα δεν ειπώθηκε
τίποτα από όσα ειπώθηκαν δεν είναι αλήθεια.

Έφτασα νύχτα, γύρω στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, όπως γίνεται σ’ όλα τα ευτελή και πλήρη αστικά μυθιστορήματα, η δωδεκάτη νυχτερινή είναι μία ώρα ευκάμπτου ανάγκης, μια ώρα με πολλά περιθώρια ανταποκρίσεων στον ανατολικό αερολιμένα κι έκλαιγα καθώς χάναμε ύψος με το σαγόνι μου βυθισμένο στη νάυλον σακούλα του εμετού.

Δεν ήξερα λοιπόν που βρισκόμουν,
δεν ήξερα αν ήταν βράδυ ή μόλις πρωί
και παρ’ όλο που το φως ήταν επώδυνα άσπρο
ξεχώριζα τα φύλλα στα δέντρα
δεν ήξερα αν ήταν φύλλα που μόλις ανοίγουν
ή φύλλα που θα πέσουν αμέσως μετά
δεν ξέρω αν είναι φθινόπωρο ή εντελώς καλοκαίρι
πάντως είναι κάτι που πρόκειται σαφώς να σαπίσει
πριν τελειώσει
έτσι είμαστε εγώ κι εσύ

Νατάσα Χατζιδάκι, «Συνάντησέ την, το βράδυ», Πλέθρον 2009

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ένα μουστάκι

Κατόπιν μιλήσαμε για καμιά ωρίτσα περί Θεού και πολιτικής, γιατί όταν οι άνθρωποι μιλούν με αγνώστους, συζητούν πάντα τα πιο σπουδαία και μεγάλα θέματα. Κι αυτό επειδή στο πρόσωπο του αγνώστου αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο αυτόν καθ’ εαυτόν. Η εικόνα και ομοίωση του Θεού δεν αλλοιώνεται από ομοιότητες με κάποιον θείο μας ή από επιφυλάξεις που μπορεί να μας δημιουργεί ένα μουστάκι.

G. K. Chesterton, «Λέσχη Αλλόκοτων Επαγγελμάτων», Άγρα 1988 (μετάφραση Γ. Ν. Πεντζίκης)

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

σαν θεωρεία ήταν πολύ καλή και ευχάριστη

Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος επιμελούς έρευνας, κατά την οποία επισκέφθηκε τα μεγαλύτερα κέντρα απώλειας στυλό σ’ όλον το Γαλαξία, και τελικά σχημάτισε μια αλλόκοτη θεωρεία, που έκανε μεγάλη εντύπωση εκείνη την εποχή. Κάπου στο Σύμπαν, είπε, ανάμεσα σ’ όλους τους πλανήτες που κατοικούν ανθρωποειδή, ερπετοειδή, ιχθυοειδή, βαδίζοντα δενδροειδή και υπερ-ευφυείς αποχρώσεις του μπλε χρώματος, υπήρχε και ένας πλανήτης παραδομένος σε στυλοειδείς μορφές ζωής. Και σ’ αυτόν τον πλανήτη πήγαιναν τελικά τα στυλό όταν δεν τα πρόσεχε κανείς, δραπετεύοντας κρυφά από σκουληκότρυπες στο διάστημα, σ’ έναν κόσμο όπου ήξεραν πως θα απολάμβαναν έναν μοναδικά στυλοειδή τρόπο ζωής, θα ανταποκρίνονταν σε υψηλά ερεθίσματα προσανατολισμένα στα στυλό, και γενικά θα περνούσαν μια καλή ζωή, σύμφωνα με τα στάνταρτ των στυλό.
Και σαν θεωρεία ήταν πολύ καλή και ευχάριστη, ώσπου ο Βιτ Βούτζαγκιγκ άρχισε ξαφνικά να υποστηρίζει πως είχε βρει τον πλανήτη αυτόν και πως είχε δουλέψει εκεί για ένα διάστημα οδηγώντας τη λιμουζίνα μιας οικογένειας φτηνών πράσινων στυλό με ανταλλακτικό, ώσπου συνελήφθη, φυλακίστηκε, έγραψε ένα βιβλίο και τελικά κατέληξε σε φορολογική εξορία, όπως συμβαίνει συνήθως μ’ αυτούς που είναι αποφασισμένοι να γελοιοποιηθούν δημοσίως.

Douglas Adams, «Γυρίστε τον Γαλαξία με Ωτοστόπ», Φανταστικός Κόσμος 2005, (μετάφραση Δημήτρης Αρβανίτης)

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

φόβος θανάτου

Αρκεί μια μικρή αλλαγή για να μετατεθεί η γενική υπόθεση του φόβου κατάρρευσης σε έναν ειδικό φόβο θανάτου. Αυτός ίσως είναι ένας φόβος πιο κοινός και που απορροφούν οι θρησκευτικές διδασκαλίες περί μιας μετά θάνατον ζωής, ως διάψευση του γεγονότος του θανάτου.
Όταν ο φόβος θανάτου είναι σημαντικό σύμπτωμα, η υπόσχεση για μεταθανάτια ζωή αποτυγχάνει στο να φέρει ανακούφιση, και ο λόγος είναι ο ψυχαναγκασμός του ασθενούς στην αναζήτηση του θανάτου. Κι εδώ, εκείνο που αναζητιέται είναι ο θάνατος που συνέβη χωρίς να γίνει εμπειρία.
Όταν ο Keats ήταν «σχεδόν ερωτευμένος με τον γαλήνιο θάνατο»*, σύμφωνα με την ιδέα που προτείνω, επιθυμούσε έντονα τη γαλήνη που θα επερχόταν, αν είχε μπορέσει να «θυμηθεί» το γεγονός του θανάτου του, αλλά για να θυμηθεί, έπρεπε να βιώσει την εμπειρία του θανάτου στο παρόν.

*"Darkling I listen; and, for many a time/I have been half in love with easeful Death,/ Call’d him soft names in many a mused rhyme,/ To take into the air my quiet breath […}" (John Keats, "Ode to a Nightingale"

D. W. Winnicott, «Φόβος Κατάρρευσης», Άγρα 2010 (μετάφραση Πάνος Αλούπης)

νυχτερινό προσκλητήριο

Ήρθαν εχθροί, κουρσάροι, και κούρσεψαν το σπιτικό. Έσφαξαν τους γέρους και τις γριές. Πήρανε τις γυναίκες και τα παιδιά και βάλανε φωτιά στις αποθήκες. Κι απόμειναν λεύτεροι, να κυκλοφορούνε όπου θέλουν κι όπως θέλουν, μια γυναίκα και κάτι ζώα της γειτονιάς: Γατιά, σκυλιά, κοτόπουλα… μπαίνουν, βγαίνουν ελεύτερα από την ξεχαρβαλωμένη ανοιχτή οξώπορτα, και ξεδιαλένε τα απομεινάρια… Η γυναίκα άμα είδε, πως η πόρτα δεν έκλεινε, την άφησε ανοιχτή και γύρισε μέσα, δεν ενδιαφέρθηκε να τη νοικοκυρέψει προτού νυχτώσει, ούτε την πρώτη βραδιά, ούτε τις επόμενες. Την αφήνει έτσι διάπλατα ανοιχτή. Και πάλι τις άλλες πόρτες παραμέσα, του κυρίως σπιτιού, τις κλείνει για το κρύο. Γιατί, αν και μόνη –απομονωμένο βρίσκεται το σπίτι σε αρκετή γύρω περιοχή- δε φοβάται απολύτως τίποτε. Τη ρωτάνε κάπου-κάπου, καθώς περνάει, οι παλιοί της γνώριμοι:
-Και δε φοβάσαι μόνη; Σ’ αυτό μάλιστα το σπίτι, που γίνηκαν κει μέσα τόσοι φόνοι! τόσες σφαγές! τόσα εγκλήματα! που χύθηκε τόσο αίμα!... Λένε πως το χυμένο αίμα αχνίζει και βογκάει, άμα είναι αίμα σκοτωμένου…
-Καθόλου δε φοβάμαι! Είναι τόσο ήμερο το σπίτι, σα να το κατοικούσαν άγγελοι πριν από μένα…

Έλλη Αλεξίου, «Υπολείμματα Επαγγέλματος», Καστανιώτης 1978

τα άτομα που προσαρμόζονται καλύτερα σ’ αυτές τις περιόδους είναι και τα πιο επικίνδυνα

Η βία και η επίκληση του φόνου βολεύονται μέσα στο τεράστιο κενό που υπάρχει στην καρδιά του μοντερνισμού και που μπορεί να δεχτεί καινούριες ουτοπίες*. Οι συγκινήσεις και οι φόβοι που προκαλούν οι εικόνες βίας και καταστροφής, μπορούν να βυθίσουν και πάλι την ανθρωπότητα σε μια περίοδο ταραχών όπου η λογική, η επιχειρηματολογία και η ισορροπία παραμερίζονται από την παρόξυνση των παθών. Τα άτομα που προσαρμόζονται καλύτερα σ’ αυτές τις περιόδους είναι και τα πιο επικίνδυνα. Οι νέες μορφές τρομοκρατίας μπορούν επομένως να ερμηνευτούν ως προειδοποίηση. Ο Φρόιντ ήταν πεπεισμένος ότι στην καρδιά του πολιτισμού υπήρχε κάτι που αψηφούσε κάθε βούληση και κάθε δυνατότητα μεταρρύθμισης. Ίσως είχε δίκιο. Αλλά οι μεγάλοι καλλιτέχνες πάντα πρότειναν μια άλλη απάντηση στο ιστορικό αίνιγμα, την οποία ο Μότσαρτ εξέφρασε απλά, λέγοντας ότι ο άνθρωπος βρίσκεται στη γη όχι για να παλινδρομεί, να επαναλαμβάνει ή να ντρέπεται για τα εγκλήματά του, αλλά «για να προχωράει πάντα πιο μακριά».

*Πρβλ. το σχόλιο του Νικολάι Μπερντιάεφ: «Δεν ξέραμε και πολλά για τις ουτοπίες και παραπονιόμαστε ασταμάτητα για την αδυναμία πραγμάτωσής τους. Αυτές όμως, αποδείχτηκαν πολύ πιο εφικτές απ’ ό,τι νομίζαμε. Τώρα, το θέμα που τίθεται είναι να αποφύγουμε την οριστική πραγμάτωσή τους. Οι ουτοπίες είναι πιο εφικτές απ’ ό,τι θα ήθελε μια πραγματική πολιτική, δηλαδή ο ορθολογικός υπολογισμός των ανθρώπων της εξουσίας.»

Thérèse Delpech, «Άγριος Αιώνας», Κασταλία 2007 (μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη)

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

λίγο κράτησε ο Baradoz

Λίγο κράτησε η αθωότητα, τότε που η αγάπη δίχως όρια βασίλευε ανάμεσα σε όλα τα πλάσματα. Λίγο κράτησε ο Επίγειος Παράδεισος, που ήταν και Θαλάσσιος Παράδεισος, θαρρώ, τότε που τα πλοία ταξίδευαν με πρίμα τον άνεμο, δίχως να χρειάζονται καπετάνιους και χειρουργούς, και ο Αδάμ έφτανε να κάνει μια κίνηση και βίρα οι άγκυρες, και τα πανιά φούσκωναν και σαλπάραμε, κι ήταν σκέτη απόλαυση. Λίγο κράτησε ο Baradoz, τότε που δεν υπήρχε ούτε deiz ούτε noz. Κι ύστερα οι ναυτικοί άρχισαν να ιδρώνουν, να δέχονται διαταγές και βουρδουλιές. Ο λοστρόμος να κοιτάζει τ’ άστρα και να φοβάται. Οι τυφώνες να στροβιλίζονται και να κατεβαίνουν από τον ουρανό.
Η γάγγραινα των τυράννων εξαπλώθηκε, έφτασε μέχρι τη γέφυρα των καραβιών και τρύπωσε μέσα στα σπίτια στη στεριά.

Giuseppe Conte, «Σκλάβοι της Ελευθερίας», Πόλις 2010 (μετάφραση Δήμητρα Δότση)

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

η οργή της μουσικής

Και στο τέλος του πρώτου τραγουδιού η Τζες έβαλε το δάχτυλό της στο λαιμό και άρχισε να κάνει γκριμάτσες.
«Μα είναι τόσο λαπάς» είπε. «Είναι, ξέρω γω, ποιητής ή κάτι τέτοιο».
Αυτό το είπε ως προσβολή: σπαταλούσα το χρόνο μου με κάποια που θεωρούσε τους ποιητές κάτι σαν κολοβακτηρίδια.
«Εμένα δε με ενοχλεί» είπε ο Μάρτιν. «Δε θα σηκωνόμουν να φύγω αν έπαιζε σ’ ένα μπαράκι».
«Εγώ θα έφευγα» είπε η Τζες.
Αναρωτήθηκα αν ήταν δυνατόν να τους βαρέσω και τους δύο συγχρόνως, αλλά απέρριψα την ιδέα με το επιχείρημα ότι θα ήταν υπερβολικά γρήγορη η σφαλιάρα και δε θα τους πονούσε αρκετά. Εγώ θα ήθελα να συνεχίσω να τους κοπανάω κι αφού θα είχαν πέσει κάτω, κι αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να βαρέσω τον καθένα χωριστά. Είναι η οργή της μουσικής, η οποία θυμίζει την οργή της οδήγησης*, μόνο που είναι πιο δικαιολογημένη. Όταν σε πιάνει η οργή της οδήγησης, ένα κομμάτι του εαυτού σου ξέρει ότι φέρεσαι σαν καραγκιόζης, όταν όμως σε πιάνει η οργή της μουσικής, εκπληρώνεις το θέλημα του Κυρίου και ο Θεός τους θέλει αυτούς τους ανθρώπους πεθαμένους.
Και τότε συνέβη κάτι αλλόκοτο, αν μπορείς να ονομάσεις αλλόκοτη μια βαθιά ανταπόκριση στο Five Leaves Left.
«Μα καλά. Αυτιά δεν έχετε;» είπε ξαφνικά η Μορίν. «Δεν ακούτε πόσο δυστυχισμένος είναι και πόσο όμορφα είναι τα τραγούδια του;»

*Η οργή της οδήγησης (road rage) είναι η οργή που νιώθουν όσοι οδηγούν υπό δύσκολες συνθήκες και η οποία τους ωθεί σε βίαιη συμπεριφορά (Σ.τ.Μ.)

Nick Hornby, «Η Κάθοδος των Τεσσάρων», Πατάκης 2005 (μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου)

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

καλύτερη από το τίποτα

Θεωρώ τον αθεϊσμό ανοησία. Αυτοί που πιστεύουν στα σοβαρά ότι δεν υπάρχουν ανώτερες δυνάμεις από τους ίδιους δεν είναι εντελώς στα καλά τους. Το ανθρώπινο είδος παραπαίει τόσο αβοήθητο, ώστε δεν αντιλαμβανόμαστε πως είναι δυνατόν να πέσει κανείς θύμα μιας τέτοιας μεγαλομανίας. Οποιαδήποτε δεισιδαιμονία μού είναι προτιμότερη. Και είναι οπωσδήποτε καλύτερη από το τίποτα. Πριν βγείτε στη σκηνή καλό είναι να σας φτύσει κάποιος. Φτου φτου φτου! Λίγη μαγεία δεν βλάπτει! Ή, αν αυτό σας είναι δύσκολο, Γιοαχίμ, τότε θα έπρεπε τουλάχιστον να σταυροκοπιέστε ή να χτυπάτε ξύλο κάθε φορά που πρόκειται να εγκύψετε στη σκοτεινή επιστήμη σας.

Hans Magnus Enzensberger, «Η Ιωσηφίνα κι εγώ», Scripta 2008 (μετάφραση Σπύρος Μοσκόβου)

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

είμαι περικυκλωμένος

Δεν είναι το τέλος του κόσμου. Είναι το τέλος του κόσμου. Κανένα επιχείρημα, καμιά διδασκαλία δεν φέρνει αποτέλεσμα. Ήταν κάποτε –θυμάσαι;- ένας καιρός που δεν τη γνώριζες, τότε ζούσες χωρίς εκείνη. Και το μεγαλύτερο πένθος δεν έφερε ποτέ κανέναν πίσω. Σφίγγεις την καρδιά σου για το θάνατο μιας γυναίκας, ωστόσο χιλιάδες πεθαίνουν κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Τι να κάνουμε. Είμαι εγωιστής, είμαι αδύναμος, έχω καρδιά μόνον για μία.
Η ζωή συνεχίζεται. Δεν συνεχίζεται. Καλά, καλά, το ξέρω, στο τέλος αυτό που θέλουμε, εμείς τα ζωντανά πλάσματα που ανασαίνουμε (είμαι ακόμη ένα από αυτά;) είναι η ζωή. Σε αυτό που πάνω από όλα θέλουμε να πιστεύουμε είναι η επίμονή και η ανθεκτικότητα της ζωής. Αντιμέτωποι με την επιλογή μεταξύ θανάτου και του πιο ελάχιστου υπαινιγμού ζωής, και από ποια ανοησία, και από ποιο ασήμαντο πράγμα δεν θα γραπωνόμασταν προκειμένου να διατηρήσουμε άσβεστη ετούτη την πίστη μας; Σ’ ένα φύλλο; Σ’ ένα μοναδικό μουσκεμένο, πράσινο φύλλο; Θα μας αρκούσε, σίγουρα. Από πού αρπάζονται οι ετοιμοθάνατοι τις τελευταίες τους στιγμές; Από την ηλιαχτίδα που γλιστράει από τις κουρτίνες, από τους ήχους ενός παιχνιδιού τένις, από το θόρυβο ενός παρισινού δρόμου;
Μα το Θεό, είμαι περικυκλωμένος από φύλλα!

Graham Swift, «Εσαεί», Εστία 1999 (μετάφραση Αλέξης Εμμανουήλ)

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

λυσσασμένο σκυλί

-Δε σε τάραξαν όλα αυτά;
-Ναι. Μου συνέβησαν δύο περίεργα πράγματα. Το πρώτο, είναι απίστευτη ιστορία: περπατούσα στην οδό Ντιντούς Μουράντ, την πρώην οδό ντ’ Ισλύ, όταν ανακάλυψα ότι ένας κινηματογράφος, που ξεχνάω τα’ όνομά του, έγινε ταινιοθήκη. Φωτογράφισα την πρόσοψη για τον Πάκο, ξέροντας πόσο θα χαιρόταν βλέποντας ότι έπαιζε το Λυσσασμένο Σκυλί του Κουροσάβα, έπειτα μπήκα για να δω αυτό, το άγνωστο σε μένα, φιλμ νουάρ. Η αίθουσα ήταν σχεδόν άδεια. Αναστατώθηκα από τους ήρωες της ταινίας, ένα δίδυμο μπάτσων, ενός νέου κι ενός πιο ηλικιωμένου, που μου θύμισαν τον Πάκο και τον μπαμπά… Δυο σειρές μπροστά μου, καθόταν ένας τύπος. Μετά από κάμποση ώρα, άρχισε να με εκνευρίζει γιατί κουνιόταν ασταμάτητα στο κάθισμά του. Όταν σηκώθηκα για ν’ αλλάξω θέση είδα ότι αυνανιζόταν! Κι όμως, στην οθόνη δεν προβαλλόταν τίποτα το διεγερτικό, ίχνος γυμνού, γυναικείου ή αντρικού, ίχνος αισθησιασμού. Μόνο η μιζέρια και η απελπισία των εξαθλιωμένων του Τόκιο…
-Και τι συμπεραίνεις απ’ αυτό;
-Ότι το μόνο που του απέμεινε ήταν το σκοτάδι για τις φαντασιώσεις του.
-Είπες δυο πράγματα, ποιο είναι το δεύτερο;

Maurice Attia, «Παρίσι Μπλουζ», Πόλις 2010 (μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη)

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

el sueño

Περπάταγα στην αμμουδιά
κι αποφάσισα να σ’ αφήσω.

Πατούσα μια μαύρη λάσπη
που τρεμούλιαζε,
κι όπως βούλιαζα και ξανάβγαινα
πήρα την απόφαση να φύγεις
από μέσα μου, με βάραινες
σαν πέτρα κοφτερή,
και σχεδίασα το χαμό σου
βήμα βήμα:
θα έκοβα τις ρίζες σου,
θα σ’ αμόλαγα στον άνεμο μόνη.

Αχ εκείνο το λεπτό
καρδιά μου, ένα όνειρο
με τα τρομερά φτερά του
σε σκέπαζε.

Ένιωθες να σε καταπίνει η λάσπη,
και με φώναξες κι εγώ δεν ερχόμουν,
και χανόσουν, ακίνητη,
ανυπεράσπιστη
μέχρι που πνίγηκες μέσα στο στόμα της άμμου.

Έπειτα η απόφασή μου συνάντησε το όνειρό σου,
κι από το χωρισμό
που μας έσκιζε την ψυχή,
αναδυθήκαμε καθαροί ξανά, γυμνοί,
αγαπώντας ο ένας τον άλλον δίχως όνειρο,
δίχως άμμο,
ακέραιοι και ακτινοβολώντας,
σημαδεμένοι από τη φωτιά.

Pablo Neruda, «Ερωτικά ποιήματα», Πατάκης 2009 (απόδοση Αγαθή Δημητρούκα)

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

μια τέτοια αμοιβαία εξαπάτηση

Οι ερωτευμένοι υπογράφουν με το αίμα τους το ακόλουθο ελλειπτικό συμβόλαιο: «Εσύ θα υποκριθείς ότι εγώ είμαι ότι πιο σημαντικό για σένα, το κέντρο του κόσμου σου, κι εγώ ότι είσαι το κέντρου του δικού μου. Έτσι θα ξεχάσουμε ότι, μόλις βγήκαμε απ’ τα παιδικά μας χρόνια, ήμαστε αθεράπευτα μόνοι, καθένας περιορισμένος στον κύκλο του δικού του κόσμου… Εσύ θα υποκριθείς ότι εγώ είμαι για σένα κάτι μοναδικό και αναντικατάστατο, ότι είσαι μαζί μου ακριβώς επειδή εγώ είμαι εγώ, ενώ στην πραγματικότητα, η βαθύτερη ταυτότητά μου σου είναι άγνωστη και απροσπέλαστη, κι εγώ δεν είμαι τίποτα παραπάνω από έναν από τους εκατοντάδες ηθοποιούς που θα μπορούσαν να σου παίξουν τον ίδιο ρόλο. Σε αντάλλαγμα, εγώ θα υποκριθώ ότι εσύ είσαι για μένα κάτι μοναδικό και αναντικατάστατο (κάτι που δε θα μου είναι διόλου δύσκολο, από τη στιγμή που θα με κάνεις να πιστέψω ότι είμαι μαζί σου ακριβώς επειδή εσύ είσαι εσύ…»
Από την άλλη, μια τέτοια αμοιβαία εξαπάτηση είναι νοητή μόνο στα πλαίσια μιας μυθολογίας βαθιά εδραιωμένης. Κατά τον ίδιο τρόπο που η θρησκεία είναι μια μορφή έρωτα (προς τον θεοποιημένο πατέρα, δηλαδή προς την αρχή της εξουσίας), έτσι και η αγάπη είναι μια μορφή θρησκείας, η μυθική απόκριση στον απροσπέλαστο και άγνωστο χαρακτήρα της ετερότητας. Αν η θρησκεία είναι μια μυθολογία προορισμένη να εξορκίζει το φόβο της μοναξιάς, κι έτσι σας αποτρέπει απ’ το να έρθετε απευθείας αντιμέτωποι με το πρόβλημα, και ευνοεί τη διαιώνιση μιας κοινωνίας εξατομικευμένης (ή, ακόμα χειρότερο, μοριοποιημένης) και αναλληλέγγυης, βασική αιτία της απόλυτης μοναξιάς μέσα στην οποία ζείτε.

Carlo Frabetti, «Το βιβλίο κόλαση», Opera 2003 (μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης)

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

ο κατήγορος της δημιουργίας

Όταν ο ολιγόπιστος γέρο Καντ ύψωσε τα μάτια του στον έναστρο ουρανό και είπε ότι εκεί επάνω είδε την απόδειξη του Ηθικού Νόμου, ή όταν εκείνος ο άλλος ολιγόπιστος αππό την ανάποδη, κοιτάζοντας τον ίδιο ουρανό τρομοκρατήθηκε από εκείνα τα κενά διαστήματα που τον αγνοούσαν, δεν έκαναν άλλο από το να λένε το ίδιο πράγμα με διαφορετική ψυχική διάθεση ή ίσως απλώς με διαφορετικές λέξεις. Τίποτα από όλα αυτά δεν είμαι εγώ: αυτό αισθάνονταν. Τι σχέση έχει η ανθρώπινη ηθική με το δρόμο που ακολουθούν τα αστέρια, τι το καλό ή το φαύλο υπάρχει στη γέννηση των κόσμων ή στην καταστροφή τους; Τι το τρομακτικό μπορεί να υπάρχει, εκτός κι αν ένας αριθμός έχει από μόνος του κάτι το μοχθηρό, σε εκατό χιλιάδες εκατομμύρια άστρα που περιστρέφονται στο κενό προς την αδιάφορη αιωνιότητα; Πώς να μη σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος ήταν το μοναδικό αληθινά ξένο πράγμα προς τη φύση, ένα κομμάτι που δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί σε αυτήν, το απρόβλεπτο αποτέλεσμα μιας τάξης που κάποτε αρκέστηκε απόλυτα στον εαυτό της και που, στην πραγματικότητα, αν εξαιρέσουμε τη συνείδησή μας, τα ερωτήματά μας, τα αισθήματά μας, εξακολουθούσε να αρκείται στον εαυτό της. Αν ήταν αυτό, αν ήταν αυτή η παγωμένη και απάνθρωπη τάξη που με απέκλειε από αυτό που ο Βαν Χούτεν αποκαλούσε δημιουργία του Θεού, τότε αποδεικνυόταν αρκετά σαφής η βιβλική παραβολή του δέντρου της γνώσης. Είπε επρόκειτο για μήλο είτε όχι, το φρούτο του παραδεισένιου δέντρου διέφθειρε τη δημιουργία. Δεν διέφθειρε τον άνθρωπο: τον δημιούργησε. Με την πρώτη απορία που δημιουργήθηκε στο πιθηκίσιο μυαλό ενός ανθρωποειδούς που αναζητούσε στα τέσσερα σαλιγκάρια ή ρίζες ή έναν θεό, εμφανίστηκε πάνω στη γη η αταξία, το απρόβλεπτο και πλέον χωρίς καμιά ελπίδα να διορθωθεί. Αυτός ο καταρράκτης, αυτά τα δέντρα, αυτά τα πουλιά τα φοβισμένα στον ύπνο τους, αυτά τα ατάραχα αστέρια, δεν έθεταν ερωτήματα πάνω στο πεπρωμένο τους ούτε αναζητούσαν αλήθειες, έτσι ήταν, τελεία και παύλα, όπως ισχυριζόταν ο αρχαιολόγος όταν μιλούσε για το Θεό του. Η ευφυΐα είναι ο αντίπαλος και ο κατήγορος της δημιουργίας. Είναι η αμαρτία: είναι ο Σατανάς. Ο Παράδεισος δεν ήταν ένας χαμένος κήπος σε κάποια μεριά της Γης, αλλά η Γη ολόκληρη, και, παρόλο που κατοικούμε σε αυτήν, από τη Γη εκδιωχθήκαμε.

Abelardo Castillo, «Το κατά Βαν Χούτεν Ευαγγέλιο», Καστανιώτης 2005 (μετάφραση Αγγελική Αλεξοπούλου)

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

δεν αντιλαμβάνονται τι ακριβώς μεταδίδουν

«Μη συγχέεις τον συγγραφέα με τα πρόσωπά του» αποκρίθηκες εσύ. «Εγώ δεν πιστεύω σε τίποτα. Σημασία έχει ότι αυτοί πιστεύουν».
«Η Israfel Society είναι μια οργάνωση δολοφόνων που διοικείται από κακά πνεύματα;»
«Η Israfel Society πιθανόν δεν δολοφόνησε ποτέ κανέναν. Γι’ αυτό απέτυχε και σ’ αυτή την πρώτη της απόπειρα. Υποπτεύομαι ότι είναι μια από τις πολλές οργανώσεις, με αντιπροσώπους σε όλον τον κόσμο, που είναι σε κατάσταση συναγερμού για να μην βρεθούν τυχαία οι γνωστικοί κώδικες από κάποιον που δεν τους καταλαβαίνει. Ή επαγρυπνούν για εμφανίσεις νέων μυστικών μηνυμάτων στο έργο συγγραφέων που, πολλές φορές, δεν αντιλαμβάνονται τι ακριβώς μεταδίδουν, όταν γράφουν για να θυμηθούν κάτι που ποτέ δεν το έζησαν. Όλες οι οργανώσεις αποτελούν μέρος ενός συστήματος συναγερμού που δημιουργήθηκε, αν δεν κάνω λάθος, πριν από ακριβώς τετρακόσια χρόνια, σε μια σύνοδο των γνωστικών ρευμάτων που συνήλθε στην Πράγα, στη βιβλιοθήκη του βασιλιά της Βοημίας. Μάλλον συγκλήθηκε από έναν άνθρωπο ονόματι Τζων Ντη. Και θα μπορούσε να ονομαστεί "επιχείρηση Αιώνιος Ουραγκοτάγκος"».
«Βρε Χόρχε!»

Luis Fernando Verissimo, «Ο Μπόρχες και οι Αιώνιοι Ουραγκοτάγκοι», Άγρα 2007

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

αυτό που νιώθουμε όταν πεινάμε

Γι’ αυτό, εκείνο το ίδιο βράδυ, η νεκρική καμπάνα του χωριού μου φάνηκε φορτωμένη, όχι από απελπισία, μα από μια ευθυμία ανάλαφρη και τρυφερή. Εκείνη που σήμαινε τις κηδείες και τα βαφτίσια, σήμαινε για μια ακόμη φορά το πέρασμα απ’ τη μια γεννεά στην άλλη. Και δεν ένιωθες παρά μια απέραντη χαρά ακούγοντας να ψέλνονται αυτά τα αρραβωνιάσματα μιας φτωχής γριούλας με τη γη.
Αυτό που μεταδινόταν έτσι από γεννιά σε γεννιά, με την αργή πρόοδο μιας ανάπτυξης δέντρου, ήταν η ζωή μα ήταν κι’ η συνείδηση. Τι μυστηριώδης άνοδος! Ξεκινάμε από μια λυωμένη λάβα, από μιαν αστρική ζύμη, από ένα ζωντανό κύτταρο που βλάστησε από θαύμα και, σιγά σιγά, υψωνόμαστε μέχρι το σημείο να γράφουμε καντάτες και να ζυγίζουμε γαλαξίες.
Η μάνα δεν είχε μεταδώσει μόνο τη ζωή: είχε διδάξει στους γιους της μια γλώσσα, τους είχε εμπιστευτεί το φορτίο που συγκέντρωνε αιώνες, την πνευματική πατρογονική κληρονομιά που η ίδια είχε πάρει σαν παρακαταθήκη, αυτό το μικρό κλήρο από παραδόσεις, από αρχές και μύθους που αποτελεί τη διαφορά που χωρίζει τον Νεύτωνα ή τον Σαίξπηρ απ’ το κτήνος των σπηλαίων.
Αυτό που νιώθουμε όταν πεινάμε, μ’ αυτή των πείνα που ωθούσε τους στρατιώτες της Ισπανίας, κάτω απ’ τις ριπές, προς το μάθημα της βοτανικής, που ώθησε τον Μερμόζ προς τον Νότιο Ατλαντικό, που ωθεί τον άλλο προς το ποίημα του, σημαίνει πως η γένεση δεν συμπληρώθηκε ακόμη και πως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας και το σύμπαν. Μας χρειάζεται να στήσουμε γέφυρες μέσα στη νύχτα. Οι μόνοι που το αγνοούν είναι εκείνοι που μετατρέπουν τη σύνεσή τους σε μια αδιαφορία που θεωρούν εγωϊστική, όμως όλα διαψεύδουν αυτή τη σύνεση! Συνάδελφοι, συνάδελφοί μου, σας έχω μάρτυρες: πότε νοιώσαμε ευτυχισμένοι;

Antoine de Saint-Exupéry, «Γη των Ανθρώπων», Λυχνάρι 1976 (μετάφραση Αλίκη Βρανά)

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

madrid

είναι εύκολο να γίνει κανείς εγωιστής;

Κάποτε, σε μια χαλαρή συζήτηση που είχαμε αρχίσει για τους αναρχικούς, μνημόνευσα τον θεωρητικό τους πρόδρομο, τον Μαξ Στίρνερ, που δίδασκε ότι ιδεώδης κοινωνία είναι η κοινωνία των εγωιστών. «Κι αν υποτεθεί ότι έχει ως ένα βαθμό δίκιο, είναι εύκολο να γίνει κανείς εγωιστής;», αναρωτήθηκε ο Καραμανλής. Τυχαία έπεσα αργότερα σε μια σκέψη της Σιμόν Βέιλ: «Ο άνθρωπος θα ήθελε να είναι εγωιστής και δεν το μπορεί. Αυτό είναι το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό της δυστυχίας του και η πηγή του μεγαλείου του». Του διάβασα την περικοπή θυμίζοντάς του την παλιά συζήτησή μας. «Βρίσκεσθε στο ίδιο κλίμα» -του είπα μισοαστεία-μισοσοβαρά- «με την ιδιόρρυθμη Γαλλίδα φιλόσοφο, ηρωική κοινωνική ακτιβίστρια, μαχήτρια της γκωλικής Αντίστασης και ριζοσπαστική ερμηνεύτρια, παρά την εβραϊκή της καταγωγή, της χριστιανικής δογματικής!...».
Γέλασε. Όταν του πρόσθεσα ότι ένα από τα σπουδαία έργα της είναι για τις χριστιανικές ιδέες στην πλατωνική φιλοσοφία, μου είπε σοβαρά: «Αυτό πραγματικά θα ήθελα να το διαβάσω. Αν βρω καιρό…».

Τάκης Λαμπρίας, «Καραμανλής ο Φίλος», Ποταμός 1998

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ήταν στοιχηματζής γεννημένος

-Και ο Χέμινγουεϊ; Ήξερε από κοκόρια;
-Προφανώς ήξερε… Εγώ τον έμαθα, διαβεβαίωσε ο Τορίμπιο και προσπάθησε να βολέψει το σκελετό του στην πολυθρόνα. Για να καταλάβεις αν ήξερε, όταν έφυγε από την Κούβα για να πάει να σκοτωθεί, μου είπε πως όταν τελείωνε το βιβλίο για τους ταυρομάχους θα έγραφε ένα για τους κοκοράδες. Εγώ θα ήμουν ο πρωταγωνιστής και εκείνος θα διηγιόταν τις ιστορίες των καλύτερων κοκοριών μου.
-Θα ήταν καλό βιβλίο.
-Καλό βιβλίο, προφανώς, διαβεβαίωσε ο γέρος.
-Κι εκείνος, πόνταρε γερά;
-Ναι, γερά, ήταν στοιχηματζής γεννημένος. Στα άλογα, στα κοκόρια… και είχε τύχη ο παλιοκερατάς, σχεδόν πάντα κέρδιζε. Όμως, αφού είχε κερδίσει, μεθοκοπούσε και μερικές φορές σπαταλούσε και χάριζε όλα τα κέρδη του. Δεν τον ενδιέφερε το χρήμα, εκείνο που του άρεσε ήταν ο αγώνας. Είχε μανία με τις κοκορομαχίες και με το θάρρος των κοκοριών. Τον ενθουσίαζε να βλέπει έναν κόκορα να έχει μείνει τυφλός από τις σπιρουνιές και να συνεχίζει να παλεύει χωρίς να βλέπει τον αντίπαλο. Αυτό τον ξετρέλαινε.
-Παράξενος τύπος, έτσι;
-Καργιόλης, σου το είπα ήδη. Για μένα, είχε το δαίμονα μέσα του. Γι’ αυτό έπινε τόσο… για να καλμάρει το δαίμονα.

Leonardo Padura, «Αντίος, Χέμινγουεϊ», Καστανιώτης 2007 (μετάφραση Κώστας Αθανασίου)

lisboa

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

μα πρέπει να ζήσουν κι οι δικηγόροι

-Ώστε δεν έχτε καλήν ιδέα για τον γάμο;
-Δεν λέω τίποτα. Είν’ ένα έργο που δεν θα ‘θελα να το παίξω ποτέ. Δυο άνθρωποι που ενώνονται επ’ άπειρον με ανόητες ευχές, ένας άλλος που πληρώνεται να τις πει, δώρα από τρίτους που προσπαθούνε να επωφεληθούνε από τη σύμβαση κι ένας σύντομος μήνας έρωτα, ύστερα ρουτίνα, νοικοκυριό, μικροαδυναμίες, εκείνος απιστεί με την πρώτη μικρή που θα την δελεάσει μ’ ένα χαρτονόμισμα, εκείνη με τον πρώτο που θα φανεί καπάτσος. Κι οι δυο αποφεύγουνε να κοιταχτούνε στα μάτια και κανονίζουνε το μενού της ημέρας μ’ ένα φίλημα υποχρεωτικό.
-Δεν είναι πάντοτε έτσι.
Είναι βέβαια και εξαιρέσεις. Όταν ο κύριος τύχει να είναι πιστός δημιουργούνται ψυχολογικά δράματα. Όταν είναι η κυρία τότε ξεμυξίζει τα μωρά της, ανακατεύει τη σούπα και προσφέρει βενεδικτίνη και θέμα για κακογλωσσιές.
-Ή επαναστατεί.
-Ε! Μα πρέπει να ζήσουν κι οι δικηγόροι.
-Και τα δράματα τιμής;
-Ναι. Σ’ αυτήν την περίπτωση η τιμή είναι ένας εγωισμός άσκημα τοποθετημένος. Δεν τιμωρούμε παρά την καταπάτηση των δικαιωμάτων μας. Ύστερα κλαίμε, οι ένορκοι βρίσκουνε ελαφρυντικά και αθωωνόμαστε προς αιωνίαν δόξα της τιμής.

Νίκος Τσιφόρος, «Τζιμ κακής ποιότητας», Ερμής 2003

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

αστυνομικός σοσιαλισμός

Πέρα από τον Άζεφ και τη διείσδυσή του στις ριζοσπαστικές οργανώσεις, η Οχράνα χρηματοδοτούσε κρυφά τα εργατικά συνδικάτα. Ο Ζουμπάτοφ, που είχε στα νιάτα του κάποια επαναστατική δράση, αντιλαμβανόταν πως οι εργάτες είχαν πραγματικά παράπονα που ήθελαν με κάποιο τρόπο να τα εκφράσουν. Έτσι, επινόησε αυτό που λέγεται Ζουμπατοφισμός, ή αστυνομικός σοσιαλισμός. Τοποθετώντας πράκτορες της Οχράνα επικεφαλής των εργατικώς συνδικάτων, ο Ζουμπάτοφ ήλπιζε πως οι εργάτες θα κατεύθυναν τη δυσαρέσκειά τους προς τους πλούσιους μεγαλοβιομηχάνους, και όχι κατά του τσάρου. Καθώς, ωστόσο, ο Ζουμπάτοφ θεωρήθηκε υπεύθυνος για μια σειρά απεργιών, απολύθηκε από την Οχράνα τον Αύγουστο του 1903, και επικεφαλής των εργατικώς συνδικάτων διορίστηκε ο πάτερ Γκαπόν (1870-1906), ένας ορθόδοξος ιερέας που είχε αποκτήσει τη φήμη πως υποστήριζε τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Δυστυχώς, ο Γκαπόν πήρε τον ρόλο του πιο σοβαρά απ’ όσο έπρεπε.

Terry Crowdy, «Ιστορία της Κατασκοπίας», Lector2007 (μετάφραση Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης)

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

δεν έχει διάρκεια αυτό, δεν μπορεί να έχει διάρκεια

Κι όμως, παρ’ όλη την αγωνία μου, είναι το θνητό της κομμάτι και όχι το θεικό που παραμένει για μένα φωτεινό, όσο αμαυρωμένη κι αν είναι η λάμψη του, μες στους ίσκιους του παρελθόντος. Στη Μνήμη μου υπάρχει ως η εκδήλωση του ίδιου του εαυτού της. Ποια είναι η πιο πραγματική: η γυναίκα που κείτεται στη χορταριασμένη πλαγιά των αναμνήσεών μου ή η διασκορπισμένη σκόνη και το ξεραμένο μεδούλι, τα μόνα δικά της πράγματα που διατηρεί πλέον η γη; Δίχως αμφιβολία για άλλους, επιμένει, είναι μια κινούμενη φιγούρα στα κέρινα ομοιώματα της μνήμης, μα η δική τους εκδοχή θα είναι διαφορετική από τη δική μου καθώς και του ενός από του άλλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαπλώνεται και διασπείρεται ο ένας στο νου των πολλών. Δεν έχει διάρκεια αυτό, δεν μπορεί να έχει διάρκεια, δεν είναι αθανασία. Κουβαλάμε τους νεκρούς μαζί μας μόνο μέχρι να πεθάνουμε κι εμείς κι έπειτα είμαστε εμείς που μεταφερόμαστε για λίγο νοερά κι ύστερα οι μεταφορείς μας πέφτουν κι αυτοί με τη σειρά τους κι έτσι συνεχίζονται οι γενιές μέχρι εκεί που δε χωράει ο νους. Θυμάμαι την Άννα, η κόρη μας, η Κλερ, θα θυμάται την Άννα κι εμένα, ύστερα η Κλερ θα αποχωρήσει και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα θυμούνται εκείνη, μα όχι εμάς, κι αυτή θα είναι η ύστατή μας διάλυση. Πράγματι, κάτι δικό μας θα απομένει, μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, μια μπούκλα μαλλιών, μερικά αποτυπώματα, κάποια δικά μας μόρια στον αέρα του δωματίου όπου αφήσαμε την τελευταία μας πνοή, κι όμως, τίποτε από αυτά δεν θα είμαστε εμείς, αυτό που είμαστε κι αυτό που υπήρξαμε, παρά μόνο των νεκρών οι στάχτες.

John Banville, «Η Θάλασσα», Καστανιώτης 2005 (μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο)

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

στη Μαδέρα δε ζούσε κανείς πριν από την ανακάλυψή της

«Υπάρχουν στο νησί οπαδοί της Ανεξαρτησίας;»
Του εξήγησα ότι στη Μαδέρα δε ζούσε κανείς πριν από την ανακάλυψή της από τους Πορτογάλους τον 15ο αιώνα.
«Τι εντυπωσιακή εικόνα, αν τη σκεφτεί κανείς σε βάθος!» απάντησε. «Ένα νησί για αιώνες έρημο».
Του εξήγησα ότι η απουσία ανθρώπων μέχρι την άφιξη των Πορτογάλων έκανε σουρεαλιστική οποιαδήποτε ιδέα περί ανεξαρτησίας. Του εξήγησα ότι δεν συνέβαινε το ίδιο όπως στα Κανάρια, για παράδειγμα, τα οποία άλλωστε κατοικούνταν από τους Γουάντσες πριν από την άφιξη των Ισπανών.
Τον ρώτησα αστειευόμενος:
«Δεν πιστεύω να ήρθατε στη Μαδέρα έχοντας κατά νου να οργανώσετε κίνημα ανεξαρτησίας;»
Το πήρε στα σοβαρά.
«Νομίζετε ότι στην ηλικία μου είμαι σε θέση να κάνω τέτοιο πράγμα; Ήρθα για διακοπές. Κουρασμένος από την οικογένειά μου».
Έμεινε σκεφτικός, φαινόταν πάλι μελαγχολικός.
«Ή, καλύτερα, ήρθα γιατί ήρθα και στην πραγματικότητα δεν ξέρω γιατί είμαι εδώ. Δεν κάνω τίποτε άλλο απ’ το να φτάνω σε μια πόλη και, λες και προσπαθώ να ξεφύγω από κάτι, να φεύγω αμέσως για κάποια άλλη. Πήγα στο Πόρτο, την επόμενη μέρα ήμουν κιόλας στη Λισαβόνα, σήμερα στη Φουνσάλ. Δεν θα παραξενευόμουν αν αύριο πήγαινα στο Πράσινο Ακρωτήριο».
«Δεν σας αρέσει το ξενοδοχείο;»
«Ναι, μακάρι όμως να είχε ένα παράρτημα στο Πράσινο Ακρωτήριο και άλλο ένα στον πορθμό του Μαγγελάνου. Καταλαβαίνετε τι εννοώ…»

Enrique Vila-Matas, «Το κάθετο ταξίδι», Καστανιώτης 2004 (μετάφραση Ελεάνα Τσόκα)

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

πριν από τον ηλεκτροφωτισμό

Μεταξύ αστείου και σοβαρού συζητούσαμε την ιδέα να χρησιμοποιήσουμε το φως των κεριών, αλλά μονάχα για όσα έργα γράφτηκαν πριν από τον ηλεκτροφωτισμό. Ίσως σας φαίνεται εκκεντρικό και ολωσδιόλου περιττό, αν όμως φωτίσετε μια ελαιογραφία με κεριά, θα καταλάβετε ότι αποκτά όψη εντελώς διαφορετική από τη συνηθισμένη, όσο καλά φωτισμένη κι αν ήταν πριν. Γίνεται άλλος πίνακας, οι σκιές αποκτούν ζωή και θα ‘λεγε κανείς ότι πλέον δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο φως που γεννά η χρωστική ύλη και στο δωμάτιο όπου βρίσκεται ο πίνακας. Οι χώροι προεκτείνονται περνώντας σε μια άλλη διάσταση.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με ορισμένα βιβλία, γιατί μια σελίδα είναι, εκτός των άλλων, και μια καταπληκτική εικόνα. Ένα παιχνίδι από γραμμές και μικρά σχήματα που επαναλαμβάνονται από φωνήεν σε σύμφωνο, με τους δικούς τους κανόνες σύνθεσης και ρυθμού. Πάντα έχει σημασία η γραμματοσειρά και το μέγεθος που επιλέχθηκε, το πλάτος των περιθωρίων, η ποιότητα του χαρτιού, η αρίθμηση στα δεξιά ή στο κέντρο, οι άπειρες λεπτομέρειες που κάνουν ένα βιβλίο να ξεχωρίζει. Όσο καινούρια κι αν είναι η έκδοση, όσο λευκό κι αν είναι το χαρτί, στο φως των κεριών αποκτά μια πατίνα που προσθέτει αξίες και αποχρώσεις με τρόπο μαγικό. Και πόσο απολαυστικοί είναι οι διάδρομοι!

Carlos Maria Dominguez, «Το Χάρτινο Σπίτι», Πατάκης 2006 (μετάφραση Λένα Φραγκοπούλου)

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

και χαράζει το σχήμα της

Η βροχή συνοδεύει τη βαρύτητα και χαράζει το σχήμα της. Η πτώση, όμοια με το φράκταλ, είναι μια μορφή που τη βρίσκουμε παντού στη φύση. Αρκεί να σταθούμε και να παρατηρήσουμε: από τα πρώτα μας δόντια μέχρι το μήλο του Νεύτωνα, όλα πέφτουν.
Κάποια μέρα, οι αστροφυσικοί θα ανακαλύψουν το προφανές: καθώς η βροχή πέφτει πάνω στη Γη, τη σπρώχνει και την κάνει να γυρίζει. Η βροχή είναι υπεύθυνη για την περιστροφή της υδρόγειας σφαίρας γύρω από τον άξονά της και γύρω από τον Ήλιο.

Martin Page, «Περί Βροχής», Αστάρτη 2007 (μετάφραση Λόισκα Αβαγιανού)

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

από περιέργεια

Μπορεί αύριο να πεθάνω!.. και δε θα μείνει στη γη κανένας που να με κατάλαβε απόλυτα. Άλλοι θα με θεωρούν χειρότερο, άλλοι καλύτερο απ’ ότι είμαι στην πραγματικότητα… Άλλοι θα πουν: ήταν ένα γενναίο παιδί, άλλοι – ήταν ένα παλιοτόμαρο. Και η μια και η άλλη άποψη θα είναι ψεύτικη. Ύστερα απ’ αυτά αξίζει τάχα τον κόπο να ζει κανείς; κι όμως συνεχίζει να ζει – από περιέργεια: καρτερεί κάτι καινούριο… Γελοίο και δυσάρεστο!

Михаи́л Ю́рьевич Ле́рмонтов, «Ένας Ήρωας του Καιρού μας», Ζαχαρόπουλος 1985 (μετάφραση Ηρακλής Αντρόνικοφ)

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

toledo

οι μικροί

Ο κόσμος των εκδόσεων έχει δύο όψεις. Από τη μια, υπάρχει η κυριαρχία εκείνων που ονομάζονται «έμποροι». Σε ορισμένους εκδοτικούς οίκους, αυτοί επιβάλλουν τον νόμο. Στα γραφεία τους, το ειδικό βάρος της ηλιθιότητας ανά τετραγωνικό μέτρο σπάει όλα τα ρεκόρ. Όχι μόνο δεν διαβάζουν, όχι μόνο δεν τους ελκύουν τα πνευματικά ζητήματα, αλλά επιπλέον διαπιστώνεις πως μισούν τη διανόηση. Πράγμα, άλλωστε, που εξηγείται πολύ καλά. Ξέρουν πως οφείλουν τα πάντα στους δημιουργούς, έτσι λοιπόν τους εκδικούνται. Ή τους αγνοούν. Για τον εορτασμό μιας επετείου σ’ έναν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της χώρας, μοιράστηκαν στους καλεσμένους βιβλία που δεν περιείχαν παρά λευκές σελίδες. Κάποιοι άρχισαν να ειρωνεύονται: «Αυτό είναι τ’ όνειρό τους!»
Παράλληλα με αυτό τον κόσμο του μη βιβλίου ή του σκουπιδιού, για να μιλήσω όπως ο Πιερ Ανκέλ, διασώζεται ένα ολόκληρο εκδοτικό ρεύμα για το οποίο ο εμπορικός σκοπός δεν είναι πρωταρχικός, ρεύμα που θέλει να συνδυάσει την εμπορικότητα με τις έννοιες της ομορφιάς, της πρωτοτυπίας, της αναζήτησης, της εξέγερσης και, ας πούμε τη λέξη χωρίς να ντρεπόμαστε, της ευφυΐας. Ο καλός εκδότης είναι ένας ονειροπόλος ρεαλιστής. Εξακολουθεί να υπάρχει σε πολλούς μικρούς εκδοτικούς οίκους, μπορεί να βρεθεί και σε κάποιους μεγάλους.
Με τους συναδέλφους μου, καταλήξαμε να λέμε ότι αυτή η δυαδικότητα υπήρχε πάντοτε. Παράδειγμα ο Γουτεμβέργιος, που πέθανε μέσα στη φτώχεια για μια ιστορία με λεφτά. Πάντα όμως υπήρχε ένα ρεύμα αντίθετο στο μεγάλο ποτάμι της βλακείας. Πιθανόν, οι δεινόσαυροι να είναι αυτοί οι ογκώδεις τόμοι που τυπώνονται σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα και για τους οποίους κανείς δεν θα μιλάει σε τρία χρόνια. Όπως δεν μιλούν πια για τον Σκριμπ, που θριάμβευσε στη θεατρική σκηνή της εποχής του, ή για τον Ευγένιο Συ, εξαιρετικά δημοφιλή μυθιστοριογράφο (ενώ ο Σταντάλ παρέμενε στη σκιά). Εμείς οι άλλοι, οι μικροί, οι χωρίς διακρίσεις, θα είμαστε ακόμα εκεί, πάνω στον πάγκο ενός βιβλιοπώλη εκπτώσεων διαρκείας ή ενός υπαίθριου παλαιοπώλη, στο έσχατο καταφύγιο της ελευθερίας. Κρατάμε γερά. Είμαστε σίγουροι για το έργο μας. Δεν θα πεθάνουμε παρά μαζί με τον τελευταίο άνθρωπο. Είμαστε πάντα ζωντανοί!

Paul Desalmand, «Ένα βιβλίο για πέταμα», Πόλις 2008 (μετάφραση Μαρία Γαβαλά)

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

έκανα αυτό που ξέρω

Είπε ο Τζο: «Τι εννοείς τον έφαγες;» Κυριολεκτικά; αναρωτήθηκε, ανατριχιάζοντας από την αηδία. Η έντονη οργανική αντίδραση τον σάρωνε, τον κατέκλυζε, σαν το σώμα του να προσπαθούσε από μόνο του να τραβηχτεί μακριά. Ωστόσο, κατάφερε λίγο πολύ να το κρύψει.
«Έκανα αυτό που ξέρω», είπε ο Τζόρι. «Είναι δύσκολο να το εξηγήσω, αλλά το κάνω εδώ και καιρό με πολλούς ημίζωους. Τρώω τη ζωή τους, τα απομεινάρια τους. Κάθε άνθρωπος έχει πολύ λίγη ζωή μέσα του, έτσι χρειάζομαι πολλούς. Παλιότερα περίμενα μέχρι να περάσουν κάποιον καιρό στη μισοζωή, αλλά τώρα πρέπει να τους τρώω αμέσως. Για να μπορέσω να επιβιώσω. Αν έρθεις κοντά μου και τεντώσεις τα’ αυτιά σου –θα ανοίξω το στόμα μου-, θα ακούσεις τις φωνές τους. Όχι όλους, αλλά τουλάχιστον τους τελευταίους που έφαγα. Τους γνωστούς σου». Σκάλισε με το νύχι του έναν από τους πάνω κοπτήρες του, γέρνοντας το κεφάλι του στο πλάι για να περιεργαστεί τον Τζο, περιμένοντας την αντίδρασή του. «Δεν έχεις να πεις τίποτε;» ρώτησε.

Philip Dick, «Ubik», Τόπος 2007 (μετάφραση Τίνα Θέου)

ενώ μπορείς κάλλιστα να έχεις ένα καλάσνικοφ στο χέρι

Ο Άρθουρ Καίσλερ, ο πολύ μεγάλος αυτός συγγραφέας (που τον είχα γνωρίσει, και μάλιστα ήταν κάτι περισσότερο από γνωριμία) ήταν πεπεισμένος πως ο εγκέφαλός έχει δύο μέρη: ένα μέρος μικρό, ηθικό και ορθολογικό (αυτό ακόμα πιο μικρό), κι ένα πελώριο πίσω μέρος του εγκεφάλου, κτηνώδες, ζωώδες, διεκδικητικό, γεμάτο φοβίες, ανορθολογικότητα και φονικά ένστικτα. Και πως θα χρειαστούν ακόμα εκατομμύρια χρόνια –ωραία προοπτική!- για να προφτάσει η ηθική εξέλιξη την κατάστασή μας, τις μεθόδους καταστροφής και επιθετικότητας που διαθέτουμε. Είναι μια άποψη. Άραγε την ασπάζομαι; Προσπαθώ να την παρουσιάσω, ανεπαρκώς, στο βιβλίο μου – έχετε δίκιο. Η παρατεταμένη ειρήνη, η παρατεταμένη ευημερία, ιδιαίτερα όταν δημιουργείται σε συνθήκες κακού, αλλά όχι αποκλειστικά, προκαλεί απέραντη πλήξη. Η ιταλική λέξη είναι πολύ πιο δυνατή: noia, κάτι σαν ανία, σαν μίασμα – μπαφιάζεις, για να το πούμε στην καθομιλουμένη! Ενώ μπορείς κάλλιστα να έχεις ένα καλάσνικοφ στο χέρι, κι αμέσως αισθάνεσαι αρρενωπός, ωραίος, άντρας, έτοιμος για δράση.

George Steiner, «Η Βαρβαρότητα της Άγνοιας», Scripta 1998 (μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας)

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Φαίδρος

Το επιχείρημα «ο μύθος υπεράνω του λόγου» μας κάνει να δούμε το γεγονός ότι κάθε παιδί γεννιέται με την ίδια άγνοια που είχε και ο άνθρωπος των σπηλαίων. Αυτό που εμποδίζει τον κόσμο να επιστρέψει στον άνθρωπο του Νεάντερνταλ, είναι ο διαρκής, ατελεύτητος μύθος, που μετατρέπεται σε λόγο, αλλά παραμένει μύθος, ο τεράστιος κορμός της κοινής μας γνώσης που ενώνει τα μυαλά μας όπως ενώνονται τα κύτταρα στο ανθρώπινο σώμα. Το να αισθάνεσαι ότι δεν είσαι και τόσο ενωμένος, ότι μπορείς να δεχτείς ή να απορρίψεις το μύθο επειδή έτσι σ’ αρέσει, σημαίνει ότι δεν έχεις καταλάβει τι είναι ο μύθος.
Υπάρχει μόνο ένα είδος ανθρώπου, έλεγε ο Φαίδρος, που δέχεται ή απορρίπτει τον μύθο μέσα στον οποίο ζει. Κι ο ορισμός αυτού του ανθρώπου, όταν έχει απορρίψει τον μύθο, είπε ο Φαίδρος, είναι «τρελός». Το να βγεις από τον μύθο σημαίνει να τρελαθείς…

Robert Pirsig, «Το Ζεν και η Τέχνη της Συντήρησης της Μοτοσικλέτας», Κάκτος 1994 (μετάφραση Ρένα Καρακατσάνη)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

ζηλεύαμε τα ταξίδια του

Η αδερφή του Ζουβ ήταν υπερβολικά όμορφη. Μας ήταν αδύνατον να το ανεχτούμε.
Όταν πήγαινε για μπάνιο στο ποτάμι, άφηνε το ποδήλατό της κλειδωμένο με το λουκέτο του μπροστά στην είσοδο των λουτρών. Καθώς κυκλοφορούσε πάντα με τη φούστα της να ανεμίζει, και βεβαίως χωρίς μεσοφόρι, καμιά φορά τις ζεστές μέρες η σέλα του ποδηλάτου της ήταν κάθυγρη. Όσο περνούσαν οι βδομάδες όλο και πιο εμφανείς ασπριδεροί κυκλικοί λεκέδες σχηματίζονταν πάνω στη σέλα. Στριφογυρίζαμε μαγεμένοι γύρω από κείνο το καυτό δερμάτινο λουλούδι – ένας άσσος κούπα αποτυπωμένος εκεί ψηλά και που ζηλεύαμε τα ταξίδια του. Συχνά κάποιος από μας, φτάνοντας τα όριά του, απομακρυνόταν από την παρέα και χωρίς καυχησιολογίες και ψευτοντροπές, πήγαινε κι ακουμπούσε φευγαλέα το πρόσωπό του πάνω σ’ εκείνη τη σέλα, θεματοφύλακα ενός άγνωστου μυστηρίου.

Maurice Pons, «Παρθενικές», Άγρα 2008 (μετάφραση Βάνα Χατζάκη)

άνδρος

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

ο εκ Ταρασκόνης

Το μεσημέρι των Χριστουγέννων καθίσαμε οι τρεις μας να φάμε μια βραστή κότα με ρύζι, μέσα σε ένα δωμάτιο παγωμένο και υγρό. Αμέσως μετά το φαγητό ο αδελφός μου πήγε στη διπλανή αυλή, όπου τον περίμεναν οι φίλοι του. Εγώ κάθισα κοντά στο παράθυρο, τύλιξα τα πόδια μου με μια μάλλινη κουβέρτα και πήρα το μικρό, χοντρό βιβλίο, κυττάζοντας αφηρημένα τον τίτλο του:

Αλφόνσου Δωδέ
Ταρταρίνος ο εκ Ταρασκόνης
Μετάφραση υπό:
Αλ. Παπαδιαμάντη
Καταστήματα «Ακροπόλεως»
Β. Γαβριηλίδη

Κανένα όνομα δεν μου ήταν γνωστό – αλλά οι περιπέτειες του ήρωα, που τις διάβαζα σε μια γλώσσα περίεργη (και την οποία δεν πολυκαταλάβαινα) με παρέσυραν επί ώρες σε άλλους, παράξενους κόσμους.
Κάποτε (είχε αρχίσει, πια, να σκοτεινιάζει) η μάνα μου μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο και, χωρίς να πει τίποτα, γύρισε τον διακόπτη του ηλεκτρικού, ανάβοντάς μου το φως.

Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, «Ο θησαυρός των αηδονιών», Γαβριηλίδης 2009

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

έγκλημα θεμελίωσης

Η δουλεία στις αποικιακές φυτείες και στις "βιομηχανίες" πρώτων υλών -σε μία έκταση που ξεπερνούσε κατά πολύ τη δουλεία στην αρχαιότητα- ήταν ένα από τα ιδρυτικά εγκλήματα του συστήματος της εμπορευμετικής παραγωγής. Εδώ, για πρώτη φορά σε τόσο ευρεία κλίμακα, πραγματοποιήθηκε η "εξολόθρευση μέσω της εργασίας". Ήταν το δεύτερο έγκλημα θεμελίωσης της κοινωνίας της εργασίας. Ο λευκός, στιγματισμένος ήδη από τα καταστροφικά αοτελέσματα της αυτοπειθαρχίας, μπορούσε να αντισταθμίσει το καταπιεσμένο μίσος για τον εαυτό του και το σύμπλεγμα κατωτερότητάς του ξεσπώντας στους "άγριους". Όπως η "γυναίκα", οι αυτόχθονες θεωρούνταν ότι ήταν πρωτόγονα χόμπιτ, κάτι μεταξύ ζώων και ανθρώπων. Ο Ιμάνουελ Καντ διατύπωσε την αιχμηρή εικασία ότι οι μπαμπουίνοι θα μπορούσαν να μιλήσουν αν ήθελαν, και δεν το έκαναν γιατί φοβόντουσαν ότι θα τους βάλουν να δουλέψουν.

Gruppe Krisis, "Κείμενα για την Εργασία και την Κρίση", Εκδόσεις των Ξένων 2010 (μετάφραση Σωκράτης Παπάζογλου, Εύη Παπακωνσταντίνου)

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

δεν είναι παράνομο να επινοείς ανθρώπους

Η φωτογραφία που είχε αιχμαλωτίσει τη φαντασία του άνδρα εκείνου, που αποκρυστάλλωσε (ή διατύπωσε) τον προσωπικό του μυστικισμό σχετικά με τη σεξουαλικότητα ήταν, όπως εξάλλου είναι πάντοτε αυτά τα πράγματα, ένα είδος μνήμης. Ήταν ταυτόχρονα κάτι υπερ-επιθυμητό, και πολύ αντιπροσωπευτικό της ιδανικής εικόνας του εαυτού του. Ήταν, επίσης, μια καταγραφή της πραγματικότητας, υπό την έννοια ότι κωδικοποιούσε κάτι από την προσωπική του ιστορία (μας αιχμαλωτίζει πάντα αυτό που κάποτε ήμασταν, ή που θα θέλαμε να είμαστε). Μια φορά μάλιστα, μου είπε ότι όλα αυτά που έλεγε πρέπει να ακούγονται σα να "μην υπάρχουν πραγματικές γυναίκες στην ιστορία μου". Κι έπειτα πρόσθεσε, χωρίς ίχνος ρεμβασμού, χωρίς την παραμικρή κρυφή ειρωνεία: "Πάντως δεν είναι παράνομο να επινοείς ανθρώπους".

Adam Philips, "Το κουτί του Χουντίνι", Νάρκισσος 2005 (μετάφραση Βασίλης Αθανασιάδης)

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

τα σπασίματα

Καθώς είπα, τα θραύσματα των σπασμένων ποτηριών είναι αρκετά επικίνδυνα. Οι μποτίλιες δεν σπάνε εύκολα. Και, συχνά, τινάζουν σαν τόπι. Για να γίνει θρύψαλα η μποτίλια πρέπει να την κοπανήσεις καταγής καθέτως. Και να μην την πιάσεις απ’ το λαιμό, αλλά να την χουφτώσεις από τον κορμό της. Οι βλακέντιοι αμολάνε τα μπουκάλια σχεδόν παράλληλα με το δάπεδο, μη προβλέποντας τις συνέπειες, γιατί δεν ξέρουν από τη Φυσική πως η γωνία προσπτώσεως ισούται με την γωνία ανακλάσεως. Εδώ, βέβαια, παίζει ρόλο και η σύσταση του δαπέδου. Είναι αδύνατο να σπάσεις ποτήρια σε ξύλινο πάτωμα, ή στο χώμα. Το τσιμέντο διευκόλυνε την κατάσταση.
Όταν κάποιος πελάτης σπάσει πολλά πιάτα, σπεύδουν οι βοηθοί του μαγαζιού και σκουπίζουν τα σπασμένα. Κάνουν αυτή τη δουλειά γοργά και προσεκτικά για να μην σηκωθεί κουρνιαχτός. Κάποτε – κάποτε, τα ξημερώματα, τα σπασμένα πιάτα είναι τόσο πολλά που σχηματίζουν έναν σωρό. Τα χαράματα της μέρας που σκοτώθηκε ο Παπαιωάννου (3-8-1972), καθισμένος πάνω στον σωρό από τα σπασμένα πιάτα, έπαιξε ένα αξέχαστο ταξίμι. [Μου ήταν γραφτό, να ξαναδώ τον Παπαιωάννου, ύστερα από ελάχιστες ώρες, νεκρό και ολόγυμνο στο ανατομείο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας.] Ο ίδιος ο Παπαιωάννου, όταν τα σπασίματα – μαζί με τα χειροκροτήματα – δημιουργούσαν έναν ορυμαγδό, φώναζε απ’ το μικρόφωνο: ησυχία! Θα ξυπνήσει το μωρό…

Ηλίας Πετρόπουλος, «Το Άγιο Χασισάκι», Νεφέλη 1991

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

μα όσοι ξαγρυπνούσαν ζήλευαν τον ύπνο τους

Οι κοιμισμένοι στέναζαν, μα όσοι ξαγρυπνούσαν ζήλευαν τον ύπνο τους.
Κοίταξαν ίσια μπροστά, αναζητώντας με το βλέμμα τα κάρα με το ψωμί, πέρα στο δρόμο που έχασκε στείρος, ερημωμένος από τη θύελλα της επανάστασης, σαν νεκρό έντερο που είχε πάψει να σιτίζει την κοιλιά της Γαλλίας. Ένας δρόμος λευκός, που ξετυλιγόταν ατέλειωτος κάτω από τον μουδιασμένο ουρανό, λιάζοντας το χλωμό του μέτωπο στον ορίζοντα, πλαδαρός σαν τα πρόσωπα των παπάδων, αφράτος σαν τα μάγουλα των επισκόπων, αρρυτίδωτος σαν καλοταϊσμένος καλόγερος που απλώνει το χέρι ψωμοζητώντας. Απλωνόταν γαλήνιος σαν τη θεία λειτουργία στα χωριά, στεφανωμένος από τα γκρίζα συννεφάκια του απομεσήμερου, σαν ένας γερο-ηγούμενος, που μετά το γεύμα αποσύρεται στο διακονικό, βυθίζεται ανάλαφρα στην πολυθρόνα και γλυκοκοιμάται, ενώ οι μπούκλες της περούκας του πέφτουν στο μέτωπό του.
Το ρακένδυτο πλήθος σκορπούσε μιαν αφόρητη μπόχα. Οι βρόμικοι λαιμοδέτες τους ανέμιζαν γύρω από τα σταχτιά τους πρόσωπα. Ένα πνιγηρό κλάμα έσκιζε κάθε τόσο τη φριχτή σιωπή. Ως εκεί που έφτανε το μάτι, δεν έβλεπες παρά μια θάλασσα από κουρελιασμένα τρίκοχα, ενίοτε στολισμένα με λερωμένα φτερά στρουθοκαμήλου, να σκιρτούν στον άνεμο. Οι σκόρπιες μαύρες σιλουέτες θύμιζαν τα πετρωμένα βήματα ενός σκοτεινού μενουέτου, ενός μακάβριου χορού με μπροστάρη τον θάνατο, που στο πρόσταγμά του όσοι ακολουθούσαν πίσω του είχαν ευθύς μαρμαρώσει, είχαν μεταμορφωθεί σε έναν θεόρατο σωρό από μαύρες πέτρες, καθηλωμένοι και ξεπαγιασμένοι από τα μαρτύρια, σαν σιωπηλές στήλες άλατος. Μια απολιθωμένη στρατιά από αναρίθμητους Λωτ, βγαλμένους από τα κολασμένα καμίνια των Γομόρρων.

Georg Heym, «Ο Κλέφτης», Νεφέλη 2009 (μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης)

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

παρεδώσε με τον Εξαποδώ

Όλο το χωριό αναστατώθηκε. Ορισμένοι, οι πιο γραμματιζούμενοι, έλεγαν ότι ήταν πλαστογράφος κι ότι έφτιαχνε κίβδηλα νομίσματα. Άλλοι, οι θρησκόληπτοι και απλοϊκοί, έλεγαν πως είχε παρεδώσε με τον Εξαποδώ.
Ο Σίκο ντα Τιράνα, ο καροτσιέρης, που περνούσε μπροστά από το σπίτι του αινιγματικού ανθρώπου βαδίζοντας δίπλα στο κάρο του που στρίγκλιζε, κοιτούσε την καμινάδα στη σάλα να καπνίζει κι άρχιζε να σταυροκοπιέται και να λέει το πάτερ ημών χαμηλόφωνα. Και αν δεν επενέβαινε ο φαρμακοποιός, ο αρχιφύλακας θα είχε διατάξει να περικυκλωθεί πάραυτα το σπίτι εκείνου του ύποπτου ατόμου που διατάρασσε τη φαντασία σύσσωμου του πληθυσμού μιας πολιτείας.

Afonso Henriques de Lima Barreto, "Η νέα Καλιφόρνια", Εκδόσεις των Φίλων 2009 (μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος)

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

όπως οι κυνηγοί

Τώρα είμαστε όλοι κυνηγοί ή πρέπει να γίνουμε κυνηγοί και καλούμαστε ή υποχρεωνόμαστε να δρούμε όπως οι κυνηγοί, με την ποινή του αποκλεισμού από το κυνήγι, εάν δεν το κάνουμε, και της υποβίβασής μας στην κατηγορία του θηράματος (γεγονός που ούτε το σκέφτεσαι). Και οποτεδήποτε κοιτάζουμε γύρω μας, το πιθανότερο είναι να δούμε άλλους μοναχικούς κυνηγούς όπως εμείς ή κυνηγούς που θηρεύουν σε αγέλες, τρόπο με τον οποίο ενίοτε και εμείς προσπαθούμε να ενεργήσουμε. Και πρέπει να προσπαθήσουμε ιδιαίτερα πριν μπορέσουμε να εντοπίσουμε έναν κηπουρό που στοχαζόταν πάνω σε κάποια προσχεδιασμένη αρμονία πέρα από το φράκτη του ιδιωτικού κήπου του και έπειτα βγήκε έξω από αυτόν για να την υλοποιήσει. Η σχετική έλλειψη κηπουρών και η αυξανόμενη αφθονία κυνηγών είναι αυτό που οι κοινωνικοί επιστήμονες συζητούν υπό το εμπεριστατωμένο όνομα της «εξατομίκευσης». Σίγουρα δε θα βρούμε πολλούς θηροφύλακες ή ακόμα και κυνηγούς με τα βασικά στοιχεία της κοσμοεικόνας του θηροφύλακα – αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι με «οικολογική συνείδηση» είναι ξεσηκωμένοι και προσπαθούν να αφυπνίσουν και τους υπόλοιπους από εμάς. Αυτή η αργή αλλά σταθερή εξόντωση της φιλοσοφίας των θηροφυλάκων σε συνδυασμό με την παρακμή της φιλοσοφίας των κηπουρών είναι αυτό που οι πολιτικοί εκθειάζουν κάτω από το όνομα της «απορρύθμισης».

Zygmunt Bauman, «Ρευστοί Καιροί», Μεταίχμιο 2009 (μετάφραση Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας)

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

δεν υπάρχει Θεός κι εμείς είμαστε οι προφήτες του

Αν ήσουν ο τελευταίος άνθρωπος στη γη από που θα το καταλάβαινες λες; είπε.
Δεν νομίζω ότι θα το καταλάβαινες. Απλώς θα ήσουν.
Κανείς δεν θα το 'ξερε.
Δεν θα 'χε όμως και σημασία. Όταν πεθαίνεις το ίδιο σου κάνει άμα πεθαίνουν μαζί σου κι όλοι οι άλλοι.
Ο Θεός μπορεί να το 'ξερε. Αυτό εννοείς;
Δεν υπάρχει Θεός.
Δεν υπάρχει;
Δεν υπάρχει Θεός κι εμείς είμαστε οι προφήτες του.
Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται κι είσαι ακόμα ζωντανός. Πως βρίσκεις να φας;
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρεις;
Οι άνθρωποι όλο και κάτι σου δίνουν.
Οι άνθρωποι;
Ναι.
Φαΐ εννοείς;
Φαΐ, ναι.
Σιγά μη σου δίνουν.
Κι όμως, εσείς μου δώσατε.
Εγώ δεν σου 'δωσα τίποτα. Το αγόρι σου 'δωσε.
Είναι κι άλλοι άνθρωποι στο δρόμο. Δεν είστε οι μοναδικοί.
Ενώ εσύ είσαι ο μοναδικός;
Ο γέρος κοίταξε με κάποια επιφύλαξη. Τι θες να πεις; είπε.
Είναι κι άλλοι μαζί σου;
Τι άλλοι;
Άνθρωποι, γενικά.
Κανείς δεν είναι μαζί μου. Τι λες τώρα;
Για σένα λέω. Για το ποια μπορεί να είναι η ασχολία σου.
Ο γέρος δεν απάντησε.
Φαντάζομαι θα θες να 'ρθεις μαζί μας.
Να 'ρθω μαζί σας;
Ναι.
Δεν θα με πάρετε.
Δεν θες να 'ρθεις, στην ουσία.
Ούτε μέχρι εδώ θα 'ρχόμουν αν δεν πεινούσα.
Οι άνθρωποι που λες ότι σου δώσανε να φας. Τι ήταν;
Κανείς δεν μου 'δωσε τίποτα. Απ' το μυαλό μου το 'βγαλα.
Τι άλλο έβγαλες απ' το μυαλό σου;
Στον ίδιο δρόμο μ' εσάς είμαι κι εγώ. Ίδιοι είμαστε.
Και σε λένε όντως Ιλάι;
Όχι.
Δεν θες να πεις πως σε λένε δηλαδή;
Δεν θέλω.
Γιατί;
Γιατί δεν σ' το εμπιστεύομαι τ' όνομά μου. Μπορεί μετά να το κάνεις ό,τι θες.

Cormac McCarthy, "Ο Δρόμος", Καστανιώτης 2007 (μετάφραση Αύγουστος Κορτώ)

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

η τρέλα μου έκλεψε τα μάτια

Από τις μέρες της πολιτικής μου στράτευσης είχα μάθει μια τακτική: ο καλύτερος τρόπος να καταπολεμήσεις το συναισθηματισμό και την απελπισία συνίσταται, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στο να εστιάσεις την προσοχή σου στις τεχνικές πλευρές του προβλήματος. Έκανα τον ακόλουθο συλλογισμό: είσαι νεκρός. Βρίσκεσαι σε ένα κρύο και απομονωμένο νησάκι, σε αποστάσεις ασύλληπτες από οποιαδήποτε βοήθεια. Είσαι νεκρός, είσαι νεκρός, επανέλαβα φωναχτά ενώ έστριβα τσιγάρο. Αυτή είναι η παρούσα σου κατάσταση: είσαι νεκρός. Συνεπώς, αν δεν βγεις από αυτή, δεν θα έχεις χάσεις τίποτα. Αλλά αν κατορθώσεις να σωθείς, θα τα έχεις κερδίσει όλα: τη ζωή σου.
Δεν θα έπρεπε να περιφρονούμε τη δύναμη των μοναχικών στοχασμών. Το τσιγάρο που κάπνιζα μετατράπηκε, ως δια μαγείας, στον καλύτερο ταμπάκο του κόσμου. Και εκείνος ο καπνός που έβγαινε από τους πνεύμονές μου ήταν η υπογραφή του ανθρώπου που παίρνει την απόφαση να πολεμήσει σε κάποιες Θερμοπύλες. Ήμουν εξαντλημένος, ναι, αλλά η κούραση είχε εξαφανιστεί. Δεν με κατείχε, είχε κι αυτή εξαντληθεί μαζί μου. Δεν με ενδιέφεραν πια τα κίνητρα που με είχαν οδηγήσει ως εκείνη τη μακρινή γωνιά. Δεν είχα παρελθόν, δεν είχα μέλλον. Βρισκόμουν στο τέλος του κόσμου, βρισκόμουν στη μέση του πουθενά, βρισκόμουν μακριά από τα πάντα. Όταν αποκάπνισα εκείνο το τσιγάρο, βρισκόμουν απείρως μακριά από τον εαυτό μου τον ίδιο.

Albert Sánchez Piñol, «Ψυχρό Δέρμα», Bell 2005 (μετάφραση Στράτος Ιωαννίδης)

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

διπαλυχαιτοκορμοεκτομία

Τον καιρό που ο Δόκτορας σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, είχε κουραστεί από την πολλή μελέτη, εκτός που του έτυχε και μια ερωτική απογοήτευση. Για όλα τούτα σκέφτηκε πως θα τον ωφελούσε μια μακρινή οδοιπορία. Ξεκίνησε μ’ ένα σακίδιο στον ώμο, διέσχισε την Ιντιάνα, το Κεντάκι, τη Βόρεια Καρολίνα, τη Γεωργία, έφτασε ως τη Φλόριντα. Απ’ όπου πέρασε, όλοι όσους αντάμωνε – αγρότες, βουνήσιοι, άνθρωποι που ζούσαν στα λιβάδια, ψαράδες – όλοι τον ρωτούσαν για ποιο λόγο οδοιπορούσε.
Επειδή αγαπούσε να λέει την αλήθεια, προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συμβαίνει. Τους είπε πως είχε πάθει νευρασθένεια κι ακόμη πως επιθυμούσε να επισκεφτεί τα μέρη εκείνα και να νοιώσει τη μυρωδιά της γης, να κοιτάξει το χορτάρι, τα πουλιά, τα δέντρα, να χαρεί τη φύση, και πως για όλα τούτα ο καλύτερος τρόπος ήταν να περιοδεύει πεζός. Μα δεν τους καλάρεσε που ακούσαν την αλήθεια. Σουφρώσανε τα φρύδια τους, κουνούσαν το κεφάλι τους με δυσπιστία κι άλλοι χαμογελάσανε ειρωνικά για να του δείξουν πως ξέρανε πως λέει ψέματα και πως τα ψέματά του τους διασκεδάζουν. Μερικοί πάλι φοβήθηκαν για τις θυγατέρες ή για τα γουρούνια τους και τον διατάξανε, αν θέλει το καλό του, να του δίνει από εκεί όσο μπορεί πιο γρήγορα.
Έτσι αποφάσισε να μην ξαναπεί την αλήθεια. Τους διηγήθηκε πως είχε βάλει στοίχημα και πως αν έφτανε στο τέρμα, θα κέρδιζε εκατό δολάρια. Τότε όλοι τον πιστέψανε και του φερθήκανε με συμπάθεια. Τον καλούσανε να φάει, να κοιμηθεί στο σπίτι τους, του ευχηθήκανε καλή επιτυχία και, γενικά, δείχνανε πως τον εκτιμούσαν. Ο Δόκτορας, ωστόσο, εξακολουθούσε ν’ αγαπάει την αλήθεια, μόλο που ήξερε πως δεν την αγαπά όλος ο κόσμος και πως είναι μια επικίνδυνη ερωμένη.

John Steinbeck, «Ο δρόμος με τις φάμπρικες», Ελευθεροτυπία 2006 (μετάφραση Κοσμάς Πολίτης)

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

στα χρώματα του Πολύγνωτου

Που έτσι είναι (-ή μάλλον ήτανε) και οι ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΚΕΣ (-πόσες έγχρωμες πάλι φωτογραφίες δεν έχω κάνει κι απ' αυτές...), ...-και που έτσι ήτανε και κάποια μικρά εξοχικά σπίτια (-ξύλινα όλα) στο Καβούρι και στη Βουλιαγμένη (-έχω κάνει σχετικά έγχρωμα σχέδια από το 1939...), ...-μόνο που θα' θελα τώρα να θυμηθώ πως πριν από τον πόλεμο, στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά, ο τότε Υπουργός "Παιδείας και Θρησκευμάτων", έβγαλε μια διαταγή που όριζε "να βαφτούνε όλα τα παραλιακά σπίτια της Αίγινας άσπρα", στην όψη τους προς τη θάλασσα, γιατί η Ελλάδα είναι ΑΣΠΡΗ και γιατί αυτά τα σπίτια, στην Αίγινα, ήτανε όλα βαμμένα στα χρώματα του Πολύγνωτου, στην ΩΧΡΑ, στο ΧΟΝΤΡΟΚΟΚΚΙΝΟ, στο ΜΑΥΡΟ (-σε μια κάτω ζώνη του σπιτιού), αλλά και στο λουλακί. Απόδειξη... τρανή, πως η Ελλάδα δεν είναι άσπρη. Και που η Διαταγή εκτελέστηκε. Γιατί και σήμερα ακόμα, όταν πάει κανείς και ξύσει, με ένα σουγιά, ή με ένα κλειδί, το άσπρο χρώμα, θα βγει από κάτω το χρώμα που είχανε αρχικά τα σπίτια: ένα ΚΟΚΚΙΝΟ, μια ΩΧΡΑ, ένα ΜΑΥΡΟ, ένα ΛΟΥΛΑΚΙ.

Άρης Κωνσταντινίδης, "Η Αρχιτεκτονική της Αρχιτεκτονικής", Άγρα 1992

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

κάτω από τα πόδια σας

Εγώ δε "σκοτώνω", εγώ "κάνω κάποιον να πεθάνει".
Από το "σκοτώνω" ως το "κάνω κάποιον να πεθάνει" η απόσταση είναι όση από το έγκλημα στο σεισμό. Είμαστε συνηθισμένοι στην τρομερή συμφορά του θανάτου (τα αμέτρητα πτώματα των μαλακίων που παράγει η θάλασσα μέρα με τη μέρα και που σαπίζουν στον ήλιο κάτω από την άμμο, ή κλεισμένα στο σπειροειδές περίβλημα των σαλιγκαριών), αλλά αποστρεφόμαστε τη θέληση και τα σκοτεινά σχέδια ενός φτωχού δολοφόνου όπως εγώ - σε αυτή τη "θέληση" ακριβώς έγκειται η καταδίκη του εγκλήματος - γι' αυτό σας προτείνω να με σκεφτείτε σαν μια ταπεινή καταστροφή, έναν μικρό σεισμό που το επίκεντρό του είναι κάτω από τα πόδια σας.
Αντιλαμβάνεστε τον τρόπο που συνεχίζετε; Πρώτα η "ταυτότητά" μου, τώρα τα "κίνητρά" μου. Σκεφτείτε, επινοήστε τα δικά σας! Είναι σίγουρο ότι δε σας λείπουν οι λόγοι για να δολοφονηθείτε μέσω κάποιου τρίτου, κάποιου υπηρέτη: αναζητήστε τους και ησυχάστε. Αφιερώστε μου όμως το φόβο σας. Σας συνιστώ και πάλι το ρομαντισμό, επειγόντως.

José Carlos Somoza, "Γράμματα ενός ασήμαντου δολοφόνου", Κέδρος 2007 (μετάφραση Ντίνα Σιδέρη)

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

ακηδία

Υπάρχουν λέξεις στα αρχαία ελληνικά για την αεργία (για παράδειγμα, σχόλη, άλης και αργός) και για ένα είδος κορεσμού ή μιας μπλαζέ κατάστασης του μυαλού (για παράδειγμα, η λέξη κόρος), αλλά δύσκολα κάποια από αυτές αντιστοιχεί εξ ολοκλήρου στην αντίστοιχη δική μας έννοια της βαρεμάρας. Η πιο κοντινή είναι πιθανώς η ακηδία, η οποία προέρχεται από το κήδος, που σημαίνει να νοιάζεσαι, συν το αρνητικό πρόθεμα. Αυτή η έννοια, όμως, παίζει μόνο έναν ελάσσονα ρόλο στην πρώιμη ελληνική σκέψη, όταν περιγράφει μια κατάσταση αποσύνθεσης, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι σαν χαύνωση ή σαν έλλειψη συμμετοχής. Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τον 4ο μ.Χ. αιώνα, με τους Πρώτους Πατέρες στις ερήμους πέρα από την Αλεξάνδρεια, για να αποκτήσει ο όρος ένα πιο τεχνικό νόημα, περιγράφοντας τώρα μια κατάσταση κορεσμού από τη ζωή ή κούρασης. Ο Ευάγριος ο Ποντικός (περ. 345-399) θεωρεί την ακηδία δαιμονική. Ο μεσημεριανός δαίμονας (daemon meridianus) είναι ο πιο πανούργος απ' όλους τους δαίμονες, επιτίθεται στον μοναχό στο μέσο της μέρας, το καταμεσήμερο, με τον ήλιο να μοιάζει ακίνητος στον ουρανό. Τα πράγματα μένουν ως έχουν σ' αυτή την κατάσταση, αλλά φαίνεται να έχουν χάσει εντελώς τη ζωντάνια τους. Ο δαίμονας κάνει τον άνθρωπο να σιχαίνεται το μέρος στο οποίο βρίσκεται - ακόμα και την ίδια του τη ζωή.

Lars Svendsen, "Η φιλοσοφία της βαρεμάρας", Σαββάλας 2006 (μετάφραση Παναγιώτης Καλαμαράς)

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

με ποινή το όνειδος και το πρόστιμο

Έχουμε ένα εργαστήρι μαθηματικών επιστημών, όπου κατασκευάζουμε όλα τα εργαλεία, τόσο τα αστρονομικά όσο και τα γεωμετρικά, που είναι διαλεκτής ποιότητας.
Έχουμε τον οίκο εξαπάτησης των αισθήσεων, όπου επινοούμε κάθε τρόπο εξαπάτησης, ψευδαίσθησης, οραμάτων, γητείας και αυταπάτης. Αλλά βρίσκουμε και τα αδύνατα σημεία τους. Εύκολα θα πειθόσουν ότι εμείς, με τόσα φυσικά επιτεύγματα που κινούν το θαυμασμό, θα μπορούσαμε να ξεγελάμε συνεχώς τις αισθήσεις, αν φυσικά θέλαμε να παρουσιάζουμε αυτά τα επιτεύγματα για θαύματα. Αλλά απεχθανόμαστε κάθε ψέμα και απάτη σε σημείο, μάλιστα, που να απαγορεύουμε σε όλους τους αδελφούς –με ποινή το όνειδος και το πρόστιμο- να παρουσιάζουν οποιοδήποτε έργο ή αντικείμενο της φύσης σαν θαύμα ή υπερβολή. Είναι υποχρεωμένοι να το παρουσιάζουν με τον αληθινό του χαρακτήρα, δίχως επιτηδεύσεις.
Αυτά είναι, τέκνο μου, τα πλούτη του Οίκου του Σολομώντος.

Francis Bacon, «Η Νέα Ατλαντίς» (από τη συλλογή «Utopia»), Μεταίχμιο 2007 (μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης)