Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

να τελειώνουν και να φεύγουν

Έτσι πήγε το πράγμα, μέχρι που πλησίασαν στην Καραϊβική, όπου πάντα φυσάνε οι εποχικοί άνεμοι, οι «trade winds», και δρόσισε κάπως. Η «Αγία Μαρκέλλα» σταμάτησε ξανά για κάρβουνο στο Κουρασάο, απ’ όπου πήρα και λίγα φρούτα και σαλατικά, ενώ βγήκαν και μερικοί για να κάνουν έρωτα στα γρήγορα όπου θα τους πήγαινε ο ταξιτζής. Αυτός ο έρωτας ήταν τόσο μηχανικός, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα έμβολα της μηχανής καθώς μπαινόβγαιναν παλινδρομικά μέσα στους κυλίνδρους ήταν πιο ερωτικά. Αναστέναζαν κιόλας από την πίεση του ατμού κατά έναν τρόπο πολύ παρόμοιο με τους ανθρώπους, υπό την πίεση του ίμερου, στην τελική ευθεία προς τον οργασμό τους. Η διαδικασία αυτή τόσο στις μηχανές όσο και στους ανθρώπους καλείται «εκτόνωση». Από την πλευρά των ναυτικών ο έρωτας αυτός δεν ήταν πάντοτε χωρίς συναίσθημα. Όχι πως ερωτεύονταν μια γυναίκα που δεν είχαν ξαναδεί και μάλλον δεν επρόκειτο να ξαναδούν. Γλιστρούσαν όμως σε μια φαντασίωση που ασφαλώς επηρέαζε την ψυχική κατάστασή τους πριν και μετά το συμβάν. Το μετά ήταν σχεδόν πάντοτε η post coitum tristitia, η μικρή κατάθλιψη μετά τον οργασμό. Αυτή προερχόταν αναπόφευκτα από την επαγγελματική συμπεριφορά της γυναίκας, που μετά φερόταν απροκάλυπτα ως πόρνη, χωρίς τα προσχήματα των προκαταρκτικών, ματιές, χαμόγελα, κομπλιμέντα και τα λοιπά. Αντιθέτως, προχωρούσε στο πλύσιμο και στο ντύσιμο σαν να μην ήταν ο άλλος καν εκεί. Λένε ότι η πόρνη είναι η ιδεώδης ερωμένη, γιατί άμα τελειώσεις… φεύγει. Αυτοί που το λένε βέβαια δεν έχουν κάνει έρωτα, όσες φορές κι αν έχουν συνουσιαστεί ή, μάλλον, αυνανιστεί επί γυναικός. Περιέργως εκεί συμπίπτουν οι πόρνες με τους πελάτες. Γιατί και αυτές θέλουν ακριβώς το ίδιο: να τελειώνουν και να φεύγουν. Πριν συμβούν αυτά όμως, ο ναυτικός περνάει από μια σειρά ψυχικών διακυμάνσεων. Ανάμεσα σ’ αυτές συγκαταλέγεται και η ενοχή απέναντι στη γυναίκα που έχει αφήσει πίσω και που αγαπάει – και από την οποία απαιτεί φυσικά απόλυτη πίστη. Οι πιο ναρκισσιστές φαντάζονται ότι αυτή με την οποία πλαγιάζουν ηδονίζεται. Αυτό βέβαια δεν είναι αδύνατον – εφόσον κοιμηθούν ή περάσουν πολλές ώρες μαζί και έχει προηγηθεί και έξοδος με χορό και τα λοιπά. Αλλά είναι περίπου τόσο σπάνιο όσο και το να σου πέσει το λαχείο. Είναι πιθανόν όμως, εάν και οι δύο είναι πρωτάρηδες στη διαδικασία αυτή, τόσο εκείνη όσο και εκείνος να παρασυρθούν σε μια φαντασίωση ότι εκείνη τη στιγμή βρίσκονται με κάποιον άλλον, του αλκοόλ βοηθούντος.

Τηλέμαχος Μαράτος, «Μιγέλ Θαλασσινός», Κέδρος 2003

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

στου χαμογέλιου της, που νάχα «μπει» γω, την έννοια;

Ω διάολε!.. Νάχεις συ βρει έναν καιρό και να λυσσάν γύρω σου οι άλλοι. Με τις αντλίες πυρός, είχαν δυο μούτσοι βαλθεί πως ν’ αποπλύνουν το πλοίο. Βλέπεις, η άμμος απ’ τα Σιμούν του Σουδάν μας είχε κάμει… ως αρχαίους. Τα φαγητά μας κριτσάναγαν. Ποιος να μου τόλεγε ότι το κρίτσι-κρίτσι (που αυτή έλεγε) δεν ήταν ότι τα φαγιά κριτσανάγαν, αλλά, ότι εννοούσε ποντίκια; «Πως έφαγε (πρωί-πρωί, μου παράστησε) πολύ-πολύ κρίτσι-κρίτσι!» - «Αμ’ εγώ; αμ’ εγώ, (της κάνω εγώ με νοήματα) – εννοόντας ότι στα τέτοια είμαι τσίφτης): εγώ –λέω- να ιδείς κρίτσι-κρίτσι!». Και «τυμπάνισα» για.. «το του λόγου ασφαλές» την κοιλιά μου. Τότ’ αυτή χαμογέλασε. Που νάξερα ότι είχα φάει ποντικούς; Στου χαμογέλιου της, που νάχα «μπει» γω, την έννοια; (Με το να με λέει δε κειος ο χαλές «κουκουβάγια» του, αντικατάστησα το πηλίκιό μου, με κάσκα.. Δεν μ’ απόλειπε, παρά να βάψω μωβ και τα δόντια μου!. Μην –τώρα- θ’ απόχταγα, ως ο κύριος Δεφτάς, και «καρούμπαλο»; - Γι’ αυτό άλλωστε, αυτός, φόραε «μπομπέ»* για να, ο καρούμπαλός του, μη «βρίσκει»!...): Ω φαρδομάνικη των τεμενάδων!... μουρμούρισα – ω πλακομούτσουνη Κίρκη!...

*Γλομποειδές –αυτό- καπέλλο, σκληρό, το και «σκληρό» -για τούτο- ειπωθέντο.

Γιάννης Σκαρίμπας, «Η Μαθητευομένη των Τακουνιών», Νεφέλη 1995

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

δεν το λες καλά, δεν θα περάσεις!

«Σ’ ακούω, φίλε», έλεγε σιγανά αυτός, «πες κι άλλα, όλα πες τα. Βγάλ’ τα, βγάλ’ τα, πες τα όλα, μοναχοί είμαστε, πες τα όλα», καθώς ο νους του και το χέρι έτρεχε με σβελτάδα, σε άλλες εικόνες, ανομολόγητες, πλασμένες όμως εκ του μηδενός, μια και από εμπειρία δεν είχε καμία, όπως καταλάβαινε κι ο λοχίας του, κι αυτές οι πνιγμένες κραυγές που άκουγε εκεί κοντά του, το αντρίκιο αυτό βαριανάσεμα, ήταν γι’ αυτόν τα πρώτα καταδεχτικά κουβεντιάσματα των ανθρώπων της καρδιάς του πάνω στο θέμα. «Πες μας κι εσύ τώρα τι βλέπεις;» του λέει με τη σειρά του της πρώτης Μοίρας ο σκοπός και γέλασε, σαν να του έλεγε· «πρόσεξα, μη νομίζεις, τη φράση σου». Τα ’χασε αυτός για μια στιγμή, αλίμονο αν έλεγε τι βλέπει, θα έμενε το παιδί κατάπληκτο· «βλέπω φως του» του λέει. «Τι φως βλέπεις; τι λες;». «Βλέπω φακό, η έφοδος, κουμπώσου». Και, να, σε λίγο ήρθε κοντά η έφοδος. Ήταν εκείνη η μουστόγρια ο ανθύπας, μόνιμος ανθυπασπιστής, πλάσμα στριμμένο και ανέραστο. «Αλτ! το σύνθημα!» του λέει αυτός. «Πάφος!» του λέγει εκείνος. «Το παρασύνθημα!» «Κυτίον!» λέει ο ανθυπασπιστής. «Δεν το λες καλά, δεν θα περάσεις!». Βγάζει ο ανθύπας το χαρτάκι, το διαβάζει με το φακό. Έτσι, όπως φώτιζε αποκάτω το μούτρο του, σαν τέρας. «Κυτίον!» ξαναλέει. Τότε λέγει αυτώ· «Κυτίον θα πει Κουτί. Άκουσες ποτέ σου τέτοιο σύνθημα; Πέρνα όμως τώρα και μάθε πως Κίτιον, πόλη της Κύπρου, Κίτιον. Δεν άκουσες ποτέ σου, ο Κιτίου;». Και ταυτόχρονα να σπαρταράει μέσα του, καθώς έπιανε τον εαυτό του με το όπλο προτεταμένο να κάνει μες στα άγρια σκοτάδια μάθημα στον ανθυπασπιστή. Πάντως, τον καθυστέρησε και μάλιστα με πολύ επιτυχημένο τρόπο. «Θα σε διορθώσω αύριο στην αναφορά!» του λέγει η κομπλεξική μουστόγρια. «Θα μας τα κλάσεις!» ακούγεται μια άγρια φωνή μέσα απ’ τα σκότη και τα χάνει η μουστόγρια. «Πέρνα τώρα και τα λόγια λίγα!» του λέγει η σωφεράντζα με το αυτόματο. «Θα σας διορθώσω εγώ!». «Σου είπα τι θα μας διορθώσεις!» «Αύριο αρπάζουμε φυλάκα». «Τόσο το καλύτερο θα τα λέμε από πιο κοντά». «Ακούς, εκεί, Κυτίον!». «Της μάνας σου, ρε!». Και γυρνώντας ο της πρώτης Μοίρας του λέγει γλυκά: «Συνάδελφε, άσε τις ντροπές και πες μας τι βλέπεις». Λέγει αυτώ εκείνος· «βλέπω τους ουρανούς ανεωγμένους και τους αγγέλους αναβαίνοντας και καταβαίνοντας εν τω δεσμωτηρίω». Λέγει· «αμήν, αμήν, αμήν».

Γιώργος Ιωάννου, "Επιτάφειος Θρήνος", Κέδρος 1980

σχεδόν καλοί

Μέσ' στην απαλότατη νύχτα, που τ' άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, μέσ' στο νωθρό παράξενο φεγγάρι - το βράδυ εκείνο κι οι άνθρωποι ήταν σχεδόν καλοί.-

Ναπολέων Λαπαθιώτης, "Κάπου περνούσε μια φωνή", Ερατώ 2011

και όλο βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος

Τότες έγινε κάτι φοβερό. Ήταν ο πανικός. Κείνος ο αρχαίος πανικός με το ανατριχιαστικό του σκούξιμο, που χούγιαξε πάνω από το στρατό μας με τη βραχνή φωνή του. Είναι μια στριγκιά, ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό ξερασμένο από τα τεντωμένα λαρύγγια χιλιάδων τρελών που ξεχύθηκαν από τα κελιά τους, παραλοϊσμένοι από την ίδια τους την τρομάρα. Αυτό το σκούξιμο ξεχύνεται, απλώνεται, κυματίζει, συνεπαίρνει στο σίφουνα της μανίας του κορμιά και ψυχές. Ο πανικός φρουμάζει από μέσα σου κι απ’ έξω, από ψηλά, από χάμου, δεξά, ζερβά. Τότες το μυαλό παγώνει μέσα στ’ αυλάκια των κοκάλων, οι αίστησες ξεκόβουν από το χαλινάρι του αφέντη εγκέφαλου, και όλα τα μέλη επαναστατημένα, απειθάρχητα, ενεργούν παρζαβλά, δίχως σκοπό. Ο πανικός φυσάει την κραυγή του μέσα στις ψυχές, θεόσταλτη αρρώστια, κυνηγάει τους ανθρώπους με τη βουκέντρα του σαν ένα κοπάδι άγρια ζα. Τον είδα και τον άκουσα εγώ κείνη τη νύχτα να μας προγκάει μέσα στους πλατιούς, λασπωμένους κάμπους, που κρεμιούνται με όλο το μουσκεμένο χώμα τους στα άρβυλα να σε κρατήσουν. Άκουσα τη φωνή του να ξεχειλίζει, ν’ αντιλαλεί από ρεματιά σε ρεματιά, ν’ αντιχτυπιέται στους βράχους μέσα στις βουερές λαγκαδιές που αφήναμε πίσω στ’ αλαφιασμένο μας φευγιό. Μας πρόφταινε ολούθε. Φώναζε μέσ’ από τα νερά, μέσα από τα δέντρα, μέσ’ από τη λάσπη, από τις κουφάλες και τις σπηλιές. Η μούρη του είναι πλατιά, χλωμή σαν το θειάφι, με τρίχες όρθιες, με μάτια αλλήθωρα, διάπλατα τεντωμένα. Μέσα απ’ εκεί σε κοιτάζει επίμονα η τρέλα. Κι αυτό το φριχτό πράμα, που έχει χίλιες φωνές, χίλια χέρια από μαλακόν ίσκιο, τρέχει καταπόδι σου, πίσω από το τρέκλισμά σου να σε πιάσει. Οι βράχοι μορφάζουν, παραμορφώνουν τα σχήματά τους σπασμωδικά, κουνούν τερατώδικα τα μέλη καταπάνω σου. Τα χαμόδεντρα ψιθυρίζουν συνωμοτικά ενάντιά σου, στριμώχνουνται στις περασιές σου, λουφάζουν και παραμονεύουν καταλαγιασμένα μπρούμυτα, με τα μαλλιαρά τους κεφάλια σμιχτά. Έχουν ευκίνητα χέρια λυγερά, μακριά, με νύχια γαμψά και παραφυλάνε να περάσεις. Τότες τινάζουν ξαφνικά τα νευρωμένα τους πλοκάμια και σε αγκιστρώνουν από το πόδι, από την άκρη της μαντύας. Πέφτεις χάμου και χτυπάς και ματώνεσαι δίχως να μιλήσεις. Ξανασηκώνεσαι πάλι και τρέχεις ολοένα με την ψυχή στο στόμα, και όλο βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος, στο χώρο του πανικού. Σκοντάφτεις σε μια σειρά μισοκαμένα βαγόνια και αλλάζεις δρόμο να τους ξεφύγεις, γιατί σου φτύνουνε σκοτάδι γεμάτο υπονοούμενα φοβερά. Βουίζουν μέσα στη νύχτα με τ’ ανοιχτά τους στόματα, βρικολακιάζουν και σέρνουν τους στρεβλωμένους, τους σκουριασμένους σκελετούς των πίσω σου, σαν τερατώδικα προκατακλυσμικά λείψανα. Δώδεκα χιλιάδες ξετρελαμένοι φυγάδες χιμήξαμε έτσι μέσα στη φαρδιά στράτα του λυτρωμού που δεν είχε σύνορα, να γλιτώσουμε. Περνούσαμε ανάμεσα από τα Σταροχώρια. Και οι χωριάτες, μόλο που δεν είχαμε αγγίξει τρίχα σαν πήραμε τα χωριά τους, παραφύλαγαν το πέρασμά μας. Βγήκανε μέσ’ από το σκοτάδι, κι από τις δυο μεριές, και μας ντουφεκάγανε, κόβανε με τσεκούρια τα πόδια των φαντάρων, ξεριζώνανε με τανάλιες τις γλώσσες τους. Σιδερένια φκυάρια και αξίνες σκίζανε τα παιδιάτικα πρόσωπα των φαντάρων δυο στη μέση.

Στράτης Μυριβήλης, "Το κόκκινο βιβλίο", Εστία 1997

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

νέοι οιδίποδες

Όσα απαγορευτικά σήματα βάλει στους δρόμους η τροχαία, τόσες περισσότερες παραβάσεις θα γίνουν κι αυτό θα δικαιολογήσει τη λήψη περισσότερων ακόμα απαγορευτικών μέτρων, αφού οι οδηγοί είναι τόσο κακοί.
Όσο μια χώρα αισθάνεται ότι απειλείται από μια άλλη, τόσο εξοπλίζεται, αναγκάζοντας τη γειτονική της χώρα να πάρει κι αυτή ανάλογα αμυντικά μέτρα, που θα θεωρηθούν σαν πρόσθετες αποδείξεις για τις πολεμοχαρείς διαθέσεις της.
Είναι πια θέμα χρόνου να ξεσπάσει αυτός ο πόλεμος, που όλοι πλέον περιμένουν. Όσο θα αυξάνουν οι φόροι για να καλύψουν τη φοροδιαφυγή (είτε αυτή είναι αληθινή είτε φανταστική), τόσοι περισσότεροι τίμιοι πολίτες θα γίνονται φοροφυγάδες. Κάθε πρόβλεψη για μελλοντική έλλειψη (σωστή ή όχι) ενός καταναλωτικού αγαθού παρασύρει τις νοικοκυρές να αγοράσουν τόσα αποθέματα, ώστε στο τέλος να δημιουργηθεί όντως η έλλειψη που είχε προαναγγελθεί. Η πρόβλεψη κάθε γεγονότος έχει ένα τελικό αποτέλεσμα: αυτό ακριβώς που είχε προβλεφθεί.
Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να πεισθούμε ή να αφήσουμε να μας πείσουν για ένα αναπόφευκτο μελλοντικό γεγονός και να θεωρήσουμε ότι η πραγματοποίησή του είναι ανεξάρτητη από τη θέλησή μας. (Γι' αυτό, ίσως, οι πνευματιστικές συγκεντρώσεις με μέντιουμ αποτυγχάνουν όταν παρευρίσκεται ένας άπιστος).
Σαν νέοι Οιδίποδες, μπορούμε να πετύχουμε με σιγουριά το αποτέλεσμα που θέλουμε να αποφύγουμε.

Paul Watzlawick, "Φτιάξε την δυστυχία μόνος σου", Αλήστου Μνήμης 2001 (μετάφραση Αντώνης Γκίκας)

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

δεν ανακεφαλαίωνε τα βιβλία της

Την παντρεύτηκε στην εκκλησία μπροστά στους μικρούς του γκάνγκστερ και πέντε διακόνους. Του ξέσκιζε την καρδιά η εικόνα της Εντουίνα με τα βιβλία της, να μεταφέρεται από ένα μπουρδέλο του Κάνσας Σίτυ στο δικό της κολέγιο. Ο Τζούπιτερ δεν είχε διαβάσει ποτέ βιβλίο στη ζωή του. Αλλά την παρακολουθούσε νοερά να διατρέχει τις λέξεις. Τον εξόργιζε και τον διέγειρε, γιατί η Εντουίνα δεν μιλούσε περί κουλτούρας, δεν ανακεφαλαίωνε τα βιβλία της. Της αγόρασε ένα ρετιρέ στο ποτάμι από την πλευρά του Μιζούρι, αλλά δεν χρειαζόταν να τη φυλάει. Δεν έβγαινε από τον πύργο της για να πάει σε νάιτ κλαμπ ή πολιτικές συγκεντρώσεις με το νεαρό βασιλιά της. Πως να επένδυε σε μια γυναίκα που ήταν ουσιαστικά αόρατη; Αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο μαζί της. Την ανάγκασε να μπει σε αεροπλάνο, απήγαγε την ίδια τη γυναίκα του. Και πάλι όμως δεν άφηνε το δωμάτιό της στις Βρυξέλλες ή το Βερολίνο. Τα μουσεία δεν την ενδιέφεραν. Τα καλά εστιατόρια την έκαναν να φτερνίζεται. Μόνο ένα πράγμα τη σήκωσε από το κρεβάτι της: η επίσκεψη σε μια σοκολατοβιομηχανία. Ο Τζούπιτερ τη δωροδωκούσε με βελγικές σοκολάτες. Το μόνο που θυμόταν η Εντουίνα από το ταξίδι τους ήταν ο δρόμος όπου φτιαχνόταν η "Le Lion", η πιο μαύρη σοκολάτα του πλανήτη. Το γεγονός κατέπληξε τον νεαρό βασιλιά, που προσπαθούσε να μορφωθεί. Η Εντουίνα τρελαινόταν για γλυκά, όπως όλα τα κορίτσια του μπουρδέλου. Οι πόρνες μεγαλώνουν με σοκολάτες.

Jerome Charyn, "Ομπλόμοβα ή Οι Κακοί Πεθαίνουν Νέοι", Άγρα 2003 (μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη)

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

ο ίδιος προσωπικά

Το ζητούμενο της άμεσης δημοκρατίας είναι η ανασύσταση της ανθρώπινης κοινότητας σε μια κλίμακα μεγέθους στην οποία ο κάθε άνθρωπος που είναι μέλος της να έχει τη δυνατότητα ο ίδιος προσωπικά, με τα λόγια και τις πράξεις του, να καθορίσει την τύχη της. Αυτή η ανθρώπινη κοινότητα, μια κοινότητα σύμπραξης και συνομιλίας, είναι μια συλλογικότητα που αποτελείται από "μοναδικά άτομα" και δρα ή θέτει κανόνες για τον εαυτό της, όπως η ίδια θεωρεί καλύτερα. Σαν κοινότητα βοηθάει τον καθένα στις βιοτικές του ανάγκες σ' ένα πνεύμα αλληλεγγύης. Κυρίως όμως του δίνει την ευκαιρία να πάρει το λόγο, να αναλάβει μια πρωτοβουλία, να ξεκινήσει κάτι καινούριο. Εδώ το κάθε άτομο αναλαμβάνει ως προσωπική του ευθύνη τις υποθέσεις της κοινότητας. Κοινωνικός άνθρωπος γίνεται ο καθένας προσωπικά όχι δι' αντιπροσώπου. Το προσωπικό και το δημόσιο παύουν να μαλλιοτραβιούνται. Σε μια τέτοια κοινότητα, κοινότητα άμεσης αλληλόδρασης, το άτομο θραύει τα στενά όρια της οικογενειακής και προσωπικής του ζωής και δημιουργεί τη θεμελιακή για την ένταξή του στον κόσμο σχέση, τον κόσμο στην ιστορική του συνέχεια και τις οικουμενικές του διαστάσεις. Ο "άπολις", ο ιδιώτης, το άτομο χωρίς τη μεσολάβηση της δικής του πόλης, το άτομο από μόνο του απέναντο στον κόσμο γενικά, δεν μπορεί ποτέ να είναι μια "αυτοσυνείδητη δραστηριότητα". Δεν μπορεί καν να διατηρήσει το περίγραμμα της διακριτής του ατομικότητας, να προστατευτεί από τις ανεξέλεγκτες κοσμικές δυνάμεις στις οποίες είναι έρμαιο.

Γιώργος Λιερός, "Σκέψεις για την Άμεση Δημοκρατία", Εκδόσεις των Συναδέλφων 2011

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ένα υποστήριγμα επαρκές

Πέρα από αυτές τις εξαιρετικές συμπτώσεις, που, εξάλλου, δεν γνωρίζω καν αν πρέπει να τις αποδώσω στο σώμα ή στο πνεύμα μου, ζω μια ζωή τόσο κενή ώστε μετά βίας μπορεί να γίνει πιστευτή, και μου κοστίζει τόσο να κρύβω από τη γυναίκα μου την παράλυση του είναι μου, και από τους ανθρώπους μου την αδιαφορία που μου γεννούν οι υποθέσεις της περιουσίας μου. Και μου φαίνεται πως μόνο η καλή και αυστηρή εκπαίδευση, την οποία χρωστώ στον μακαρίτη τον πατέρα μου, και η πρώιμη συνήθεια να μην αφήνω να περνά ανεκμετάλλευτη καμία ώρα της ημέρας προσφέρουν στη ζωή που ζω ένα υποστήριγμα επαρκές για τον έξω κόσμο και μιαν επίφαση ταιριαστή με τη θέση και το πρόσωπό μου. 

Hugo Von Hofmannsthal, "Η Επιστολή του Λόρδου Τσάντος", Άγρα 2009 (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου)

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

ο φωτοφράχτης

Οι ώρες μέσα απ' τους ιριδισμούς και τα παιχνίδια ρέουν, όπως ανάμεσα στα πολυτρίχια τα διαυγή νερά. Και ο ρεμβασμός με τα κλειδιά του ανοίγει τους ορίζοντες, που απλώνουν μεγαλώνουν, σαν κύκλοι πέτρας που έπεσε σε επιφάνειαν αδιατάρακτη από πράξεις φθαρτές και νόθες.
Όρθρος η ώρα η πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία, με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ένας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαίσιας.
Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλάσσει πλήρως την εικόνα από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης επιθυμίας.

Ανδρέας Εμπειρίκος, "Οκτάνα", Ίκαρος 2000

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

genius loci

"Και πως προτίθεσαι να τα αποδείξεις όλα αυτά;"
"Να σου πω, αν υπήρξε κάποιος απ' έξω, μπορεί να βρεθούν τα ίχνη του και να συλληφθεί. Αυτή θα ήταν η πιο αποτελεσματική απ' όλες τις αποδείξεις. Αν όχι, όμως - ε, τα βοηθήματα της επιστήμης απέχουν πολύ από του να έχουν εξαντληθεί. Πιστεύω πως μια βραδιά σ' εκείνο το γραφείο θα με βοηθούσε πολύ."
"Μια βραδιά μόνο;"
"Σκοπεύω να πάω εκεί πέρα σε λίγο. Το έχω κανονίσει με τον αξιότιμο Έημς, που δεν είναι με κανένα τρόπο ειλικρινής σχετικά με τον Μπάρκερ. Θα καθίσω σ' εκείνο το δωμάτιο για να δω αν η ατμόσφαιρα του μου φέρνει κάποια έμπνευση. Είμαι οπαδός της θεωρίας Genius Loci*. Χαμογελάς, φίλε Γουώτσον. Καλά, θα δούμε. Τώρα που θυμήθηκα, δεν έχεις μια μεγάλη ομπρέλα;"
"Εδώ είναι."
"Ωραία, θα τη δανειστώ αν γίνεται."
"Ασφαλώς - αλλά τι αξιοθρήνητο όπλο! Αν υπάρξει κίνδυνος..."

*Αναμνήσεις που συνδέονται με έναν τόπο. Δύναμη αναπόλησης ενός τόπου.

Arthur Conan Doyle, "Η Κοιλάδα του Φόβου", Ελευθεροτυπία 2006 (μετάφραση Σπάρτη Γεροδήμου)

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

πρέπει να πάω σπίτι μου

Αργά το απόγεμα, με πικρές σκέψεις στο μυαλό, περίμενα στη στάση το λεωφορείο για το γυρισμό. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Κάτι πουλιά αργοπορεμένα είχαν αποπροσανατολιστεί και γυρόφερναν πάνω από τους φανοστάτες και το μοναδικό δέντρο της πλατείας, αναζητώντας τις φωλιές τους.
Το λεωφορείο στην αφετηρία ήρθε στην ώρα του αλλά δεν μπήκα, γιατί σε όχημα εν στάσει με πιάνει έντονη κλειστοφοβία, και περίμενα πρώτα να πάρει κι άλλους επιβάτες. Έκανα μια βόλτα πίσω από την πλατεία, μα όταν ξαναγύρισα το λεωφορείο είχε γίνει άφαντο. Απελπισία μ' έζωσε και άρχισα να ψάχνω απεγνωσμένα για ταξί. Δύο πέρασαν από μπροστά μου τρέχοντας. Κι ενώ ήταν άδεια δεν μου έδωσαν σημασία και δεν σταμάτησαν να με πάρουν.
Αλλά, να το λεωφορείο μου ξαναφάνηκε στην πλατεία. Ήρθε από ένα στενό δρόμο, πέρασε από μπροστά μου, μα ο οδηγός του δεν ανταποκρίθηκε στο νεύμα που του έκανα. Στον μισό όμως γύρο της πλατείας σταμάτησε κι άνοιξε τις πόρτες. Έτρεξα κι ανέβηκα, αλλά οι λιγοστοί επιβάτες, δυο-τρεις άντρες και μια γυναίκα, μου έκαναν νόημα να βγω.
"Πρέπει να πάω σπίτι μου", τους λέω.
"Κατέβα γρήγορα. Δεν βλέπεις ποιον κουβαλάμε μαζί μας; Ρίξε μια ματιά στο τελευταίο κάθισμα".
Κοίταξα, αλλά αυτό που δεν είδα ή δεν μπορούσα να δω και το 'βλεπαν οι άλλοι με τρόμαξε τόσο πολύ, ώστε κατέβηκα ευθύς κι άρχισα να τρέχω πανικόβλητος.

Ε.Χ. Γονατάς, "Τρεις Δεκάρες", Στιγμή 2006

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

το απόφθεγμα του σπινόζα

Οι σκεπτικιστές έχουμε την πολύ ανθρώπινη τάση να απολαμβάνουμε την αποκάλυψη της αλήθειας για όσα ήδη θεωρούμε ανοησίες. Είναι διασκεδαστικό να εντοπίζει κανείς τα σφάλματα στους συλλογισμούς των άλλων, αλλά δεν είναι αυτό το κυρίως ζητούμενο. Ως σκεπτικιστές και κριτικά σκεπτόμενοι άνθρωποι, θα πρέπει να υπερνικούμε τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις, διότι κατανοώντας τα σφάλματα των άλλων και αντιλαμβανόμενοι τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη υπόκειται σε κοινωνικό έλεγχο και σε πολιτισμικές επιδράσεις, μπορούμε να εμβαθύνουμε στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε την ιστορία τόσο της επιστήμης όσο και της ψευδοεπιστήμης. Αν δούμε την ευρύτερη εικόνα του τρόπου με τον οποίο τα κινήματα αυτά εξελίχθηκαν και ανακαλύψουμε πώς πλανήθηκε η λογική σκέψη, δεν θα επαναλάβουμε τα ίδια σφάλματα. Ο Ολλανδός φιλόσοφος του 17ου αιώνα Βαρούχ Σπινόζα (Baruch Spinoza) το διατύπωσε καλυτερα απ' όλους: "Έχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ".

Michael Shermer, "Γιατί οι Άνθρωποι Πιστεύουν σε Παράξενα Πράγματα;", Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2003 (μετάφραση Μιχάλης Παναγιωτάκης)

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

κατά κράτος

Να φανταστείς, μια μέρα χάθηκαν κάποια λεφτά ενός φαντάρου της φρουράς. Ήταν ένα ήσυχο χωριατόπαιδο με μηδέν έξοδα, έκανε κομπόδεμα και το μισθό του φαντάρου και ό,τι του έστελναν οι δικοί του. Κάποιος μάγκας το επισήμανε και τα βούτηξε. Το παιδί έκλαιγε, άρχισαν ανακρίσεις, έρευνες, κακό. Κάποιος κοπρίτης δεκανέας λέει στο λοχαγό, "να ψάξουμε και τους κομμουνιστές, κύριε λοχαγέ, μπορεί αυτοί να τα πήρανε τα λεφτά". Ο λοχαγός τον κοίταξε - τα μάτια του ήταν χωμένα στις κόχες, κάτω από δασιά φρύδια, κι όταν τον ρωτούσες κάτι, πάντα σε κοιτούσε σα να σκεφτόταν βαθυστόχαστα. Δε συνέβαινε βέβαια αυτό, απλώς, λόγω των ηρεμιστικών, η πληροφορία αργούσε να φτάσει στον εγκέφαλο. Κοίταξε λοιπόν για κάτι δευτερόλεπτα το δεκανέα, και ξαφνικά του αμολάει ένα φούσκο λέγοντάς του: "Βρε παλιοκερατά, πως τολμάς να λες τέτοια πράγματα γι' αυτούς τους ανθρώπους; Αυτοί ένα μήλο παίρνουν κατά λάθος από το μαγειρείο και το γυρίζουν αμέσως πίσω, λεφτά θα έκλεβαν;" Το μυαλό του δε χώραγε πουστιές, ήταν πέρα για πέρα ακέραιος. Τον είχαμε κερδίσει κατά κράτος, που λένε...

Χρόνης Μίσσιος, "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς", Γράμματα 1985

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

το ξέρει ήδη

Όταν φτάνει η μέρα που κάποιος βγαίνει από το νοσοκομείο, το ξέρει ήδη από το πρωί και αν είναι στο πόδι, τριγυρνά στους θαλάμους, ξαναβρίσκει το βήμα που χρησιμοποιεί στον έξω κόσμο, σφυρίζει, παριστάνει τον υγιή στους αρρώστους, όχι επειδή θέλει να τους κάνει να ζηλέψουν αλλά για την απόλαυση να μιλά με ενθαρρυντική φωνή. Βλέπει τον ήλιο ή την ομίχλη, ό,τι κι αν είναι, από τα παράθυρα, αφουγκράζεται τους θορύβους της πόλης: και όλα είναι αλλιώτικα τώρα απ' ό,τι τα 'νιωθε κάθε πρωί να μπαίνουν -φως και ήχοι ενός κόσμου απρόσιτου- ανάμεσα από τα κάγκελα του κρεβατιού για να τον ξυπνήσουν. Εκεί έξω τώρα είναι και πάλι ο κόσμος του: ο θεραπευμένος τον δέχεται σαν φυσικό και συνηθισμένο. Και ξαφνικά αρχίζει πάλι ν' αντιλαμβάνεται τη μυρωδιά του νοσοκομείου. 

Italo Calvino, "Μαρκοβάλντο", Καστανιώτης 2005 (μετάφραση 'Εφη Καλλιφατίδη)

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

madrid

ισχυριστείτε πως νικήσατε παρόλο που έχετε ηττηθεί

Αυτό το θρασύ κόλπο έχει ως εξής: Όταν ο αντίπλαος έχει απαντήσει πολλές από τις ερωτήσεις σας χωρίς οι απαντήσεις να ευνοούν το συμπέρασμα στο οποίο επιθυμείτε να καταλήξετε, συνεχίστε να υποστηρίζετε τη θέση σας -παρότι δεν έχει αποδειχτεί- σαν να έχει αποδειχτεί, και θριαμβολογήστε.
Αν ο αντιπαλός σας είναι συνεσταλμένος ή ηλίθιος και εσείς έχετε πολύ θράσος και δυνατή φωνή, μπορεί να τα καταφέρετε.

Arthur Schopenhauer, "Η Τέχνη του να Έχεις Πάντα Δίκιο", Πατάκης 2011 (μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά)

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

καλές για μας, που είμαστε ηλίθιοι

-Όλα αυτά αληθεύουν.
-Υπάρχουν τότε τρεις άνθρωποι;
-Όχι βέβαια, υπάρχει ένας μονάχα, ο ίδιος πάντοτε. Μόνο που ταξιδεύει.
-Διάβολε! Αυτό μου κινεί την περιέργεια. Μήπως μπορούμε να μάθουμε κι εμείς αυτή την ιστορία;
-Ω, μα την πίστη μου! Δεν πρόκειται δα για μυστήριο. Θα σας τη διηγηθεί και ο τελευταίος χωρικός.
-Εσείς την ξέρετε;
-Γαλουχήθηκα με αυτήν. Αυτές όμως οι ιστορίες, βλέπετε, είναι καλές για μας, που είμαστε ηλίθιοι. Εσείς οι άλλοι δεν τις πιστεύετε.
-Απόδειξη ότι τις πιστεύω είναι ότι θα εισπράξετε πέντε φράγκα ως φιλοδώρημα, αν μου τη διηγηθείτε.
-Αλήθεια;
-Να τα.
-Και τι τις κάνετε αυτές τις ιστορίες, που τις πληρώνετε με τέτοιες τιμές;
-Τι σας νοιάζει;

Alexandre Dumas, "Μύθοι και Θρύλοι των Μεγάλων Δρόμων", Καλέντης 2001 (μετάφραση Λήδα Παλλαντίου)

madrid

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

η παιδιάστικη αυτή επιθυμία

Μια μέρα που, για κάποια υπόθεση σοβαρή, που ενδιέφερε ολόκληρο το Τάγμα, επισκέφτηκε τον κύριο Σωβέλ, δικηγόρο στο Παρλαμέντο, αντίκρυσε έναν καραγκιόζη κρεμασμένο στο τζάκι κι αμέσως ένιωσε έναν τρομερό πειρασμό να τραβήξει τον σπάγγο. Με πολύ κόπο κατόρθωσε να συγκρατηθεί. Αλλά η παιδιάστικη αυτή επιθυμία τον κυνηγούσε διαρκώς και δεν τον άφηνε πια σε ησυχία. Στις μελέτες του, στους θρησκευτικούς στοχασμούς του, στις προσευχές του, στην εκκλησία, στο συνοδικό, στο εξομολογητήριο, στον άμβωνα, τον κατείχε ο πειρασμός αυτός. Αφού πέρασε μερικές μέρες φοβερής ταραχής, αποφάσισε ν’ αναφέρει την εξαιρετική αυτή περίπτωση στον αρχηγό του μοναστικού Τάγματος που, τη στιγμή αυτή, βρισκόταν ευτυχώς στο Παρίσι. Είταν ένας εξαιρετικός δάσκαλος κι ένας απ’ τους πρωθιεράρχες της εκκλησίας του Μιλάνου. Αυτός λοιπόν συμβούλεψε τον πάτερ Μαζιτό να ικανοποιήσει μιαν επιθυμία αθώα στην ουσία της, οχληρή στις συνέπειές της και που μπορούσε, αν αφηνόταν να φουντώσει, να προκαλέσει στην ψυχή που κατέτρωγε τις χειρότερες διαταραχές. Σύμφωνα με τη γνώμη, ή καλύτερα κατά διαταγή του αρχηγού, ο πάτερ Μαζιτό ξαναγύρισε στο σπίτι του Σωβέλ, που τον δέχτηκε όπως και την πρώτη φορά στο γραφείο του. Εκεί, ξαναβλέποντας κρεμασμένο τον καραγκιόζη στο τζάκι, πλησίασε με λαχτάρα και ζήτησε απ’ τον οικοδεσπότη την άδεια να του τραβήξει για λίγο το σπάγγο. Ο δικηγόρος του έδωσε ευχαρίστως την άδεια και του ομολόγησε εμπιστευτικά πως κι ο ίδιος πολλές φορές έπιανε τον Σκαραμούς (αυτό ήταν τ’ όνομα του καραγκιόζη) και τον έκανε να χορεύει ενώ συγχρόνως ετοίμαζε τις αγορεύσεις του και πως, την προηγούμενη μέρα ακόμα, είχε κανονίσει πάνω στις κινήσεις του Σκαραμούς το λόγο του για την υπεράσπιση μιας γυναίκας που την κατηγορούσαν άδικα ότι είχε δηλητηριάσει τον άντρα της. Ο πάτερ Μαζιτό έπιασε τρέμοντας τον σπάγγο, κι είδε κάτω απ’ το χέρι του τον Σκαραμούς να τινάζεται σα δαιμονισμένος που τον ξορίζουν. Αφού ικανοποίησε έτσι την επιθυμία του, απολυτρώθηκε απ’ τον πειρασμό.

Anatole France, «Οι Θεοί Διψούν», Γκοβόστης 1989 (μετάφραση Τάκης Μπάρλας)

αυτό είναι το δύσκολο μ’ αυτή την εποχή

Γιατί κατά βάθος η μοναξιά στα νιάτα είναι πολύ μεγαλύτερη από τα γεράματα. Αυτές οι λέξεις δεν είναι δικές μου, τις έχω διαβάσει σ’ ένα βιβλίο και είναι δυστυχώς πολύ αληθινές. Πες μου είναι αλήθεια ότι οι μεγάλοι περνούν εδώ μια πολύ δύσκολη εποχή; Όχι. Δεν είναι αλήθεια. Οι μεγάλοι έχουν ήδη διαμορφωμένες αντιλήψεις για το πώς πρέπει να φέρονται και για τη ζωή γενικά. Εμείς οι νέοι έχουμε διπλή αγωνία να διατηρήσουμε τις απόψεις μας σε μια εποχή που όλα τα ιδανικά καταστρέφονται, που οι άνθρωποι δείχνονται από την κακή τους πλευρά, που αμφιβάλλει κανείς για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και το Θεό. Κάποιος που θα πει ότι οι μεγάλοι στο πίσω σπίτι πέρασαν μια δύσκολη εποχή, δεν μπορεί να φανταστεί πόσο δύσκολη ήταν η εποχή αυτή και τι προβλήματα ορμούσαν πάνω σε μας τους νέους. Προβλήματα για τα οποία ίσως να είμαστε ακόμα πολύ τρυφεροί και που όμως έπρεπε να τα ξεπεράσουμε γιατί μας πίεζαν παρά τη θέλησή μας. Όταν μετά από πολύ καιρό νομίζαμε ότι είχαμε βρει μια λύση αυτή η λύση καταρριπτόταν δυστυχώς έπειτα από λίγο εκ των πραγμάτων. Αυτό είναι το δύσκολο μ’ αυτή την εποχή. Ιδανικά, όνειρα, ωραίες προσδοκίες, όλα αυτά δεν μπορούν να κρατήσουν. Χτυπιούνται και καταρρίπτονται από την τρομερή πραγματικότητα και καταστρέφονται τελείως. Είναι θαύμα ότι δεν έχω χάσει τελείως τις ελπίδες μου, παρόλο που φαίνονται παράδοξες και ανεκπλήρωτες. Αλλά εγώ συγκρατούμαι, τις κρατώ με δύναμη γιατί θέλω να πιστέψω παντού και πάντα στο καλό του ανθρώπου. Δεν μπορεί να καταφέρει κανένας να τοποθετήσει την ανθρωπότητα με βάση τον θάνατο, την κακομοιριά, την ανακατωσούρα. Βλέπω ότι ο κόσμος σιγά-σιγά καταρρέει όσο πάει και περισσότερο και γίνεται μια έρημος κι όλο δυνατότερα πλησιάζει η βροντή που θα σκοτώσει και μας, νιώθω τον πόνο των χιλιάδων και όμως άμα κοιτάξω προς τον ουρανό, σκέφτομαι ότι όλα αυτά κάποτε θα γυρίσουν στο καλό, δε γίνεται. Ότι η σκληρότης θα πάρει ένα τέλος, ότι η ειρήνη και η ηρεμία θα βασιλεύσει πάλι όπως και η τάξη σ’ αυτόν τον κόσμο. Εν τω μεταξύ όμως εγώ πρέπει να διατηρήσω τα ιδανικά μου. Σε εποχές οι οποίες όταν έρθουν θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να κρατηθούν.

Anna Frank, «Το Ημερολόγιο», Ζαχαρόπουλος 1989 (μετάφραση Έρση Λάγκε)

άθλιοι κατ’ ανάγκη

Σε κάθε χώρα θεωρούν ότι τα οικουμενικά ελαττώματα και δεινά των ανθρώπων και της ανθρώπινης κοινωνίας είναι τοπικά χαρακτηριστικά. Ποτέ δεν βρέθηκα σ’ ένα μέρος όπου να μην άκουσα: εδώ οι γυναίκες είναι ματαιόδοξες και άστατες, δε διαβάζουν σχεδόν καθόλου, είναι αμόρφωτες, εδώ οι άνθρωποι είναι αδιάκριτοι, κουτσομπόληδες και κακεντρεχείς, εδώ με το χρήμα, την εύνοια και την ποταπότητα καταφέρνεις τα πάντα, εδώ βασιλεύει ο φθόνος, και οι φιλίες δεν είναι ειλικρινείς και πάει λέγοντας, θαρρείς και αλλού τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι άνθρωποι είναι άθλιοι κατ’ ανάγκη, αλλά θέλουν να πιστεύουν ότι είναι άθλιοι κατά σύμπτωση.

Giacomo Leopardi, «Σκέψεις», Opera 2001 (μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ)

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

φίλτρο και όριο

Ο συνδυασμός των δύο χρωμάτων της απαγόρευσης και της ανεκτικότητας αναδεικνύει εδώ πλήρως την αμφισημία της ρίγας. Συνιστά ταυτόχρονα οδηγό και εμπόδιο, φίλτρο και όριο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορείς να περάσεις εφόσον υπακούσεις σε κάποιους περιορισμούς. Σε άλλες πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσεις. Όπως μπροστά στις σιδηροδρομικές διαβάσεις, στα συνοριακά φυλάκια ή σε ένα μπλόκο της αστυνομίας. Όλα δηλώνονται με έναν καταιγισμό από κοκκινόλευκες ρίγες που φαίνονται από μακριά -ίσως είναι αυτό που διακρίνεται σήμερα από τη μεγαλύτερη απόσταση- αλλά και προκαλούν μια ταραχή ή και πραγματικό φόβο. Πίσω από αυτόν τον τύπο ρίγας υπάρχει πάντα κίνδυνος. Και, μαζί με τον κίνδυνο, υπάρχει η εξουσία -κίνδυνος άλλου είδους- που ενσαρκώνει ο χωροφύλακας, ο αστυνομικός, ο φύλακας, ο τελωνιακός. Η ρίγα οδηγεί συχνά στη στολή και η στολή στην τιμωρία.
Οι περισσότερες κοκκινόλευκες ρίγες της οδικής σήμανσης λειτουργούν λοιπόν σαν παραπέτασμα. Είναι κατά κάποιο τρόπο το σύμβολο μιας πόρτας ή ενός φράχτη που μπορούμε να διασχίσουμε μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Μια απλή οριζόνται γραμμή με κόκκινες και λευκές ραβδώσεις που κόβει τον δρόμο (και δηλώνει για παράδειγμα μια σιδηροδρομική διάβαση) έχει το ίδιο αποτέλεσμα με ένα γιγάντιο κιγκλίδωμα που θα έφερε τις ίδιες ρίγες τοποθετημένες στο ίδιο σημείο. Περιγράφουμε εδώ ένα βασικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας της ρίγας: τη μετωνυμία. Το ριγέ είναι μια δομή που επαναλαμβάνεται επ' αόριστον. Είτε βρίσκεται πάνω σε μια μικροσκοπική επιφάνεια είτε λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις, οι ιδιότητές του μένουν οι ίδιες. Ό,τι ισχύει για το επιμέρους, ισχύει και για το σύνολο και η δομή υπερισχύει της μορφής. Εξ ου και η εκπληκτική πλαστικότητα των χρήσεων της ρίγας και η σταθερότητα της λειτουργίας της διαμέσου των αιώνων ως σημείου, εμβλήματος ή χαρακτηριστικού γνωρίσματος ανεξάρτητα από τα υλικά, τις τεχνικές ή τον περιβάλλοντα χώρο.

Michel Pastoureau, "Το Ρούχο του Διαβόλου", Μελάνι 2003 (μετάφραση Αννά Καρακατσούλη)

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

ωδή για την ακεραιότητα της χώρας

Γνωρίζουν άραγε οι στρατηγοί μας

πως οι φαντάροι αφού μιλήσουν
στο υπεραστικό κορίτσι τους
αφήνουν μαλακά το ακουστικό τους
σα να χαϊδεύουν;

Πολύ ανησυχώ
αρχίζω να φοβάμαι
για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Γιάννης Βαρβέρης, "Αναπήρων Πολέμου", Ύψιλον 1982