Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

και γιατί οι άλλοι τα είχανε διαλέξει για καλύτερα

Αν θελήσω να ξαναγυρίσω με το μυαλό μου πίσω στα παιδικά μου χρόνια με σταματάει μια δυσκολία.
Θυμάμαι πιο εύκολα κείνα τα πράγματα που μου ’χουν ξανάρθει, από τότες, πολλές φορές στο νου και τα ’χω ξαναδιηγηθεί σε άλλους, ή στον εαυτό μου, γιατί τα ’βρισκα ενδιαφέροντα, για να δικαιολογήσω μια πράξη μου, και γιατί οι άλλοι τα είχανε διαλέξει για καλύτερα και μου τα είχανε επιβάλει κι εμένα του ίδιου.
Τα άλλα, όσα συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή, μένουν μπερδεμένα σε κάποιο θαμπό σύννεφο που υπάρχει (γιατί το αισθάνομαι) μέσα μου. Καταλαβαίνω πως θα μου χρειαστεί κόπος για να φτάσω ώς τα εκεί.
Κι έτσι σκοντάφτει η θέλησή μου και γυρίζει σαν ένας μύλος που δεν αλέθει τίποτα· ώσπου να της δώσω καμιά άλλη τροφή να ικανοποιηθεί, κοιτάζοντας λόγου χάριν απ’ το παράθυρο τον εξωτερικό κόσμο, αφού τόση είναι η αδυναμία μου να γυρίσω στον εσωτερικό.
Καμιά φορά στον πρωινόν ύπνο ξανάρχονται ξεχασμένα πράγματα σαν φούσκες από τον βυθό μιας λεκάνης που ανεβαίνουν γοργά ως την επιφάνεια του νερού από ένα σφουγγάρι γεμάτο αέρα.
Με τα τέσσερα, απάνω σ’ ένα χαλί, θυμάμαι για πρώτη φορά τον εαυτό μου. Ήτανε, μου φαίνεται, μετά το φαΐ, στον αντρέ της κυρούλας μου, που καθότανε σ’ ένα παλιό σπίτι της Πλάκας. Παίζαμε βόλους με τον ξάδελφό μου και για τούτο είχαμε διαλέξει το μεσαίο χαλί, που τα σχέδιά του έκαναν οχτάγωνα, για να βάλουμε τους βόλους. Εκεί, απάνω στο παιχνίδι, έμεινα μερικές στιγμές ακίνητος, κοιτάζοντας προσεχτικά το χαλί. Και τότε μόνο γεννήθηκε μέσα μου και σιγά-σιγά μου επιβλήθηκε η ιδέα ενός χρώματος. Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο. Τότε είδα και τα σχέδια που έκαναν οχτάγωνα μαύρα και άσπρα ―και όχι πριν, όταν το διαλέξαμε επειδή μας φαινόντουσαν καταλληλότερα για να παίξουμε βόλους.
Έτσι έκανα για πρώτη φορά μια διάκριση και συνέλαβα, χωρίς να το ξέρω, την ύπαρξη της αφηρημένης έννοιας ενός χρώματος κι ενός σχήματος που ώς τότε τα παρατηρούσα μόνο για την ενδεχόμενη χρησιμότητά τους.
Δεν θα ήτανε κανένας στον αντρέ κείνη την ώρα. Η κυρούλα θα είχε πάει να πλαγιάσει και η θεία μου η Πανδώρα μπαινόβγαινε, μου φαίνεται, από τον αντρέ στην κάμαρή της. Ούτε τους βόλους τους θυμάμαι καλά. Μα αργότερα είχα πολλών λογιών. Είχα μεγάλους βόλους γυάλινους με χρωματιστά στριφτά νερά, και μικρούς ίδιους, κι άλλους πρόστυχους που δεν μ’ άρεσαν, μονόχρωμους, ξύλινους. Και προσπαθούσα, σαν έχανα, να τους δώσω στα άλλα παιδιά μα κι αυτά δεν τους ήθελαν. Πολλοί φίλοι μου είχανε ένα σακουλάκι για τους βόλους. Εκεί τους έκρυβαν άμα τελείωνε το παιχνίδι και σηκώνοντας την ποδιά τους τους έχωναν στιβαρά στην τσέπη του κοντού παντελονιού τους, με την ίδια κίνηση που είδα αργότερα στους «μεγάλους» σαν να είχανε παίξει χαρτιά να μαζεύουν τα χρήματα που είχαν κερδίσει ή όσα τους περίσσευαν απ’ τη χασούρα. Έτσι κι εγώ δεν άφησα τη μητέρα μου σε ησυχία πριν μου κάνει και μένα ένα σακουλάκι, που ήτανε άσπρο, μου φαίνεται, και πάντα λοιπόν λερωμένο.
Ένα άλλο μεσημέρι ήμουνα καλεσμένος στου ξαδέλφου μου που είχε την ίδια ηλικία με μένα. Από το πρόγευμα μου έμεινε η εντύπωση (ίσως είχανε κλειστά τα παντζούρια) μιας σκοτεινής τραπεζαρίας, και γύρω από ένα τραπέζι τετράγωνο, όρθιοι εμείς, τα δυο παιδιά και η άλλη μου η θεία η Πίτσα. Περιμέναμε να μπει ο θείος μου. Θα είχαμε ως φαίνεται ακούσει ν’ ανοίγει την πόρτα με το κλειδί του.
Μπήκε εκείνος και μας είπε «Καλημέρα παιδιά». Ύστερα ξεκρέμασε το σπαθί που φορούσε, φίλησε σκύβοντας τη γυναίκα του και το ακούμπησε σε μια γωνιά, γιατί ήτανε «αξιωματικός». Αυτό το σπαθί με τάραζε όλο το διάστημα του φαγητού. Δεν μπορούσα να το ξεχάσω.
Στο σπίτι του θείου μου κοίταζα με περιέργεια διάφορες οβίδες που ήταν στις εταζέρες και μια πιο μεγάλη στο τραπέζι απάνω που χρησίμευε για βάζο. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράματα σπίτι μας. Και στης κυρούλας έβλεπα τέτοια βάζα από μεγάλες οβίδες μπρούντζινες, γυαλισμένες, αλλά δεν τις είχα παρατηρήσει ακόμα. Ο θείος, λοιπόν, θα τις είχε χαρίσει της κυρούλας ή της Πανδώρας. Τώρα όμως που πέρασαν χρόνια και ο θείος μου άλλαξε σπίτι, παρήγγειλε έπιπλα εγγλέζικα και δεν βλέπεις πια στην τραπεζαρία ή στο σαλόνι τέτοιες οβίδες.
Η κυρούλα όμως τις κράτησε, και μόλις μπεις, στον δεύτερο πάτο μιας κονσόλας με μια γλάστρα, βλέπεις ακόμη ένα τέτοιο βάζο. Η κυρούλα πια γέρασε και δεν έχει όρεξη να αλλάζει το σπίτι της καθώς αλλάζουν το δικό τους τα παιδιά της. Και η θεία Πανδώρα, που κάθεται πάντα μαζί της για να μην την αφήσει μόνη της, περιορίζεται στην κάμαρά της, που τη διορθώνει του γούστου της, και σ’ ένα μικρό γραφειάκι για να δέχεται τις φιλενάδες της. «Αυτό είναι δικό μου», λέγει. «Βλέπετε», προσθέτει κάπως στενοχωρημένη και σαν για να δικαιολογηθεί, «κάθομαι με τη μαμά και στην ηλικία της πώς να της πω να αλλάξουμε έπιπλα;».
Αυτό το γραφειάκι της Πανδώρας, που έδινε απάνω στον αντρέ και δίπλα στην κάμαρά της, και που τότε δεν το είχε «φτιάσει» ακόμα και χρησίμευε μάλλον για σιδερωτήριο, ώστε δεν υπήρχε φόβος να σπάσουμε τίποτα, ήτανε το βασίλειο του ξαδέλφου μου και μένα. Εκεί παίζαμε. Το παράθυρο έδινε σε μια ταρατσίτσα και μπορούσαμε να κάνουμε μάχες από μέσα και απ’ έξω απ’ το πεζούλι. Η μικροσκοπική ταράτσα μάς φαινόταν ολόκληρο «πεδίον μάχης». Και έχω παρατηρήσει την προτίμηση των παιδιών για τα μικρά δωμάτια, τα μικρά παιχνίδια, τα «αλογάκια», τα «σκυλάκια» και εν γένει όλα τα υποκοριστικά, που δείχνουν την προσπάθειά τους να αναγάγουν τα πάντα στην κλίμακα τη δική τους.
Αντίκρυ στην τραπεζαρία ήτανε η σάλα. Εκεί, κάθε φορά που έμπαινα, πίσω από τα φουστάνια της κυρούλας ή της θείας μου, κοίταζα με σέβας και προσπαθούσα να ανακαλύψω για ποιο μυστηριώδη λόγο μας απαγόρευαν να μπούμε εκεί μέσα μόνοι μας. Και στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα, τόσο ήτανε σκοτεινά. Η κυρούλα ή η Πανδώρα αφήνοντάς με πίσω, κοντά στην πόρτα, άνοιγε το παράθυρο και σήκωνε το παντζούρι για να ιδεί, και το λίγο φως που έμπαινε απ’ έξω με τρόμαζε ακόμη περισσότερο, γιατί τώρα, ό,τι και να έκανα που δεν έπρεπε, μου φαινόταν πως θα το έβλεπαν καλύτερα τα στοιχειά που ήτανε κρυμμένα μέσα στα μεγάλα κάδρα που στόλιζαν τους τοίχους ή μέσα στο ντουλαπάκι ή πίσω από τις μεγάλες πολυθρόνες, σαβανωμένες το καλοκαίρι με θήκες από άσπρο ύφασμα.
Με το ίδιο ύφασμα ήταν σκεπασμένα και τα πλαϊνά και το απάνω μέρος των μπερντέδων, και το φως έπαιζε απάνω τους και απάνω στο σοβά του ταβανιού που γύρω-γύρω του τρέχαν ψιλές ζωγραφιστές γραμμές ―μαύρες, πράσινες και χρυσές― και στις τέσσερες άκρες δενόντουσαν σαν σε φιόγκο, με διάφορα άλλα στολίδια, κουκκιδίτσες, φύλλα ή λουλούδια γεωμετρικά. Στη μέση του ταβανιού, μέσα σε τετράγωνα που σχημάτιζαν κάδρα, οι ζωγραφιές, μονόχρωμες αυτή τη φορά, παράσταιναν καραβάκια με πανιά, και πίσω βουνά και θάλασσα, και περιστοίχιζαν έναν κύκλο από άσπρη πάστα σκαλιστή, από το κέντρο του οποίου κρεμόταν, σαν άλλη σπάθη Δαμοκλέους, μια λάμπα με πολλά φώτα, τυλιγμένη σε ψιλό τουλπάνι.
Το ίδιο χρωματιστό φιλέτο κατέβαινε και έκανε το γύρο των τοίχων σαν να ’θελε να τους φυλακίσει στην περιοχή του και μένα ίσως μαζί. Το πάτωμα ήταν επικίνδυνα κερωμένο και γυάλιζε αφιλόξενα. 
Γύρω-γύρω έκοβαν την οπισθοχώρηση κάτι μαύρες καρέκλες η μια δίπλα στην άλλη. Εγώ προτιμούσα να κάθομαι κοντά στην πόρτα και κοίταζα με περιέργεια τι θα έκανε η κυρούλα.
Εκείνη πήγαινε στο ντουλάπι, που ήτανε μαύρο κι αυτό με χρυσά στολίδια, και άνοιγε με το κλειδί που ήταν δεμένο με μια μικρή αλυσίδα στη μέση της. Τότε φαινόντουσαν αραδιασμένα πιατάκια με φοντάν, και ένα άλλο με κυδωνόπαστο που το ’φτιανε μόνη της. Άρχιζα κι εγώ να συνηθίζω στην αγριήλα της «σάλας» αλλά ήτανε πια αργά. Η κυρούλα ξανακλείδωνε, έκλεινε το παράθυρο και η «σάλα» ξανασκοτείνιαζε.
Ύστερα μας έδινε από ένα κυδωνόπαστο και κοίταζε να ιδεί αν μας αρέσει. Δεν μας έδινε όμως άλλο, και το πιατάκι εξαφανιζόταν χωρίς ποτέ να καταλαβαίνουμε πώς χάθηκε. Αυτά συνέβαιναν κάθε Κυριακή που έτρωγα στης κυρούλας.
Τις άλλες μέρες καλά-καλά δεν θυμάμαι τι έκανα. Ίσως γιατί οι Κυριακές ήτανε για μένα το μεγάλο γλέντι, ενώ οι άλλες μέρες έμοιαζαν όλες αναμεταξύ τους και η βδομάδα περνούσε χωρίς να μ’ αφήσει τίποτα το εξαιρετικό.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, "Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο", Ίκαρος 1996

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

ρόζα

Λίγο πιο κάτω από μας έμενε η Pόζα με τη μητέρα της. Mια νέα ώς δεκαοχτώ χρονώ. Ήταν μελαχρινή με μαύρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω. Eίχε και μια χωρίστρα στη μέση.
Ένα απόγευμα, καθώς έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, με πλησίασε, μου χάιδεψε τα μαλλιά, με φίλησε στο μάγουλο και μου είπε: «Θά ’ρθεις να πάμε μια βόλτα;». Eγώ πέταξα από τη χαρά μου. Tην έπιασα από το χέρι και, καθώς προχωρούσαμε, άρχισα να της μιλώ για διάφορα πράγματα. Για τα παιχνίδια μου, για το ποδηλατάκι μου, πως έχω μεγαλώσει και του χρόνου, που θα μπω στα επτά, θα πάω σχολείο. 
H Pόζα μ’ άκουγε αφηρημένη. Mπορεί και να μη με άκουγε. Όμως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βγήκαμε έξω από το συνοικισμό, προς τα χωράφια. Eκεί τη Pόζα την έπιασε μια ανησυχία. Kάτι σαν απογοήτευση. Για μια στιγμή που θέλησα να πω πάλι κάτι, με σταμάτησε νευριασμένη. «Mα πάψε πια, επιτέλους». Ύστερα απ’ αυτό έμεινα αμίλητος. H Pόζα κοίταζε διαρκώς το ρολόι της. H ώρα περνούσε και στο πρόσωπό της διαγράφονταν μια πίκρα.
Γυρίσαμε πίσω και σε λίγο με φώναξε η μητέρα μου. «Έλα μέσα, νύχτωσε, φτάνει πια το παιχνίδι». 
Πέρασαν μερικές μέρες χωρίς να δω τη Pόζα.
Θυμάμαι πως δεν είχα και πολλή όρεξη για τα παιχνίδια και προσπαθούσα να καταλάβω αυτά που έγιναν εκείνο το βράδυ. Ώσπου, ένα σούρουπο, πάλι χάδια, πάλι φιλιά και «θα ’ρθείς να πάμε βόλτα;». Mεμιάς χάθηκε η πίκρα μου και την έπιασα από το χέρι.
Mε τη Pόζα ένιωθα μια ευχαρίστηση, όταν την έβλεπα. Mια ευχαρίστηση διαφορετική απ’ αυτήν που ένιωθα με τα παιχνίδια, που όμως δεν μπορούσα να την προσδιορίσω.
Σε λίγο ήμασταν πάλι έξω από το συνοικισμό, όπως και την πρώτη φορά. Όμως αυτή τη φορά μάς περίμενε κάποιος. Ένας στρατιώτης. Tο πρόσωπο της Pόζας έλαμψε, και σε λίγο: «Σταυράκη, πας να παίξεις πιο κάτω;». Άρχισα ν’ απομακρύνομαι με μισά βήματα, νιώθοντας ένα βαθύ πόνο.
Ήταν φανερό πως δε με ήθελαν κοντά τους. H ώρα περνούσε κι εγώ έκανα πως παίζω. Ώσπου οι σκιές (είχε πια νυχτώσει) χώρισαν.
H Pόζα ήρθε κατά μένα κι ο στρατιώτης τράβηξε κατά τις φυλακές του Γεντί-Kουλέ.
Στο γυρισμό, μου είπε, σφίγγοντάς μου τρυφερά το χέρι. «Δε θα πεις τίποτα γι’ αυτή τη συνάντηση, ε;».
Nαι, της είπα, και κράτησα το λόγο μου.
Όταν αργότερα ήρθαν οι Γερμανοί, είδα τη Pόζα μ’ ένα άστρο στο πέτο. Pώτησα τη μητέρα μου και κείνη μου είπε: «Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό».
Ένα πρωί ήρθαν κάτι πεταλάδες Γερμανοί με μια μοτοσικλέτα με καλάθι κι από πίσω ένα φορτηγό με πέντ-έξι οπλισμένους. Στη γειτονιά μας δεν είχαμε πολλούς Eβραίους. Όλο κι όλο καμιά δεκαριά. Tους πήραν όλους. Mαζί και τη Pόζα.
Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Ήμουν δέκα χρονώ κι ήταν εικοσιδύο.

Σταύρος Κουγιουμτζής, "Ανοιχτά Παράθυρα με Κλειστά Παντζούρια", Eντευκτήριον 1998

bruxelles

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

ό,τι κι αν κάνω γίνεται λάσπη

Πάνω σε κόκκινα τριαντάφυλλα πέφτει η βροχή
κι οι σταγόνες είναι μεγάλες - πέφτουν συχνά.
Για να σώσω τα λουλούδια βγάζω τα πέταλα
τα τοποθετώ με πολλή φροντίδα μέσα στις τσέπες μου
και με το 'να μου χέρι σφίγγω δυνατά τ' αγκαθωτά κοτσάνια
με το άλλο θωπεύω τ' αγκάθια γιατί σχίζουν το δέρμα.
Το χέρι καλά πληγωμένο σου τείνω.
Δεν το κοιτάς, προφασίζεσαι πως βρίσκεσαι μακριά.
Αποσύρω το χέρι.
Το κρύβω στην τσέπη,
όξω παντού είναι λάσπη
κι ο κόσμος γελάει θωρώντας τα μαδημένα κοτσάνια.
Δεν ξέρει πως πάνω στα πέταλα τώρα στάζει αίμα.

Ω ό,τι κι αν κάνω γίνεται λάσπη.

Νικόλαος Κάλας, "Οδός Νικήτα Ράντου", Ίκαρος 1977

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

ο σύμμικτος θρους της ζωής

Mήπως ήθελε να ενοχληθή η άπειρος αυτή θάλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αένναον αγώνα της προς υπονόμευσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμώτανε τόρα, εκεί κάτω, ανασαίνουσα υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ’ αυτά βουνά, τα οποία εκύτταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά, και ανεπαύοντο, εις όλην την απόλαυσιν της υπάρξεως, ακίνητα και γαλήνια; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα μακρυνά αυτά άστρα, τα οποία έστελναν το ένα προς τ’ άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ωσάν βλέμματα ερωτικά, τους τρελλούς των σπινθηρισμούς; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος, ο σύμμικτος θρους της ζωής; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν η κυρά-Γκιοβάννα ή ο κυρ Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από τον κάματον της ημέρας των, εξηντλημένοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τόρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον των τον αστυνόμον; Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε τον σύντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων της σκάλες, για να ιδή ποίος τον καλεί; Mήπως ήθελε να ενοχληθή η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην από μέσ’ από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, κ’ ετοιμαζομένη δια τον καλλωπισμόν της; Ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωΐας, επάνω εις το ύψωμα του Kάστρου; Kαι μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο.

Μιχαήλ Μητσάκης, "Ο Αυτόχειρ", Ιστός 1996

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

μάλλον κάτι έδειχνε

Το αεροπλάνο έπεσε στην πλατεία Αριστοτέλους. Τρία συμμαχικά το βομβάρδιζαν. Γάζωναν τον Θερμαϊκό, πυροβολούσαν τα κύματα, το αεροσκάφος χόρευε στον αέρα. Στο τέλος, σε μια απεγνωσμένη πιρουέτα, βούτηξε στα τσιμέντα της πλατείας. Λαμπάδιασε ο τόπος μέρα μεσημέρι. Μαζεύτηκαν περίεργοι, άνθρωποι της αγοράς, λιμασμένα αλάνια, μάνες με τα μωρά στην αγκαλιά, περαστικοί μαθητές και δεσποινάρια. Παρατηρούσαν τον πιλότο να καίγεται, να καρβουνιάζει σε δευτερόλεπτα. Κι ύστερα, λες και δόθηκε το σύνθημα, έπεσαν πάνω στα αποκαΐδια , σπρώχνονταν, φώναζαν, έκοβαν κομμάτια, άλλος από το φτερό, άλλος από το χέρι, τα έχωναν στην τσέπη και εξαφανίζονταν. Αυτό το βιολί τράβηξε μέρες. Το έμαθαν και έρχονταν από παντού. Γιατί αμέσως κυκλοφόρησε η φήμη πως όποιος ακουμπούσε τον καρβουνιασμένο πιλότο θα γλίτωνε απ' τον πόλεμο. Δε θα έκλαιγε νεκρό. Όμως έπρεπε να κρατήσει φυλαχτό ένα συφοριασμένο κομματάκι.
Η Νίνα πρόλαβε και τράβηξε ένα δάχτυλο, το δείχτη του δεξιού χεριού, ήτανε σηκωμένος και μάλλον κάτι έδειχνε, έγερνε κιόλας λίγο σαν γάντζος. Στο σπίτι τύλιξε προσεκτικά το καμένο δάχτυλο και το παράχωσε στο σεντούκι με την προίκα της. Όποτε άκουγε βόμβες να πέφτουν, όποτε έβλεπε ξενηστικωμένα παιδιά στη Μητροπόλεως να ξαπλώνουν στα τσιμέντα χειμώνα καιρό, όποτε έβλεπε το κάρο με τους πεθαμένους να πλησιάζει στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, έβγαζε το καρβουνιασμένο δάχτυλο από το σεντούκι και γύριζε στα δωμάτια του σπιτιού κρατώντας το σφιχτά μέσα στη χούφτα, τίναζε αγιασμό παντού, παραμιλούσε προσευχές για τη μοναχοκόρη της.

Σοφία Νικολαΐδου, "Απόψε δεν έχουμε φίλους", Μεταίχμιο 2010

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

εκείνη την ανέμελη ποδηλατάδα

Προχτές το βράδυ κι ενώ πήγαινα, ακόμη μια φορά, επίσκεψη στο σπίτι του αδερφού μου, στάθηκα στο περίπτερο που μένει ανοιχτό στη γειτονιά του μέχρι αργά τη νύχτα, γιατ’ είχα μείνει από τσιγάρα. 
Κάθε φορά που πάω στον αδερφό μου, την πατάω. Το βλέμμα μου καρφώνεται σε κείνη την παλιά φωτογραφία που έχει κρεμασμένη πάνω απ’ τον καναπέ. Κοιτάζω μέσα εκεί, λοιπόν, τα ηλιοτρόπια του πατρικού μας κήπου, που, σαν υπέροχα φωτιστικά, σκύβανε από πάνω μας ρίχνοντας φως ασπρόμαυρο στου κεφαλιού μας τη φουντίτσα και μένω, πάντα, με την αίσθηση πως δεν περάσαν ούτε δύο λεπτά απ’ τη στιγμή εκείνη: από τη μέρα, δηλαδή, αυτή της άνοιξης που, κρατημένοι απ’ το χέρι, στέκαμε μπροστά στο φωτογραφικό φακό που μας απαθανάτισε ―σαράντα πέντε χρόνια πριν― μέσα σ’ αυτό τον κήπο.
Ας είναι. Αγόρασα, λοιπόν, απ’ το περίπτερο το δεύτερο πακέτο της ημέρας και τ’ άνοιξα πηγαίνοντας προς τη μεριά που είχ’ αφήσει τ’ αυτοκίνητο.
Ένας αέρας κρύος φύσαγε τα μίζερα δεντράκια που, σφηνωμένα στο τσιμέντο, έμοιαζαν σαν να φυλάγανε σκοπιά έξω απ’ το κλειστό και φωτισμένο, μ’ ένα φως πρασινωπό, κρεοπωλείο της απέναντι πλευράς.
Χωρίς να ξέρω το γιατί, αμέσως πέρασα απέναντι και στάθηκα μπροστά στις παγερές βιτρίνες με τα κρέατα, ανάβοντας τσιγάρο.
Πίσω απ’ το τζάμι ―στην κάθετη κολόνα αυτού του μαγαζιού― ένας καθρέφτης μ’ έδειχνε να με κοιτώ έτσι όπως ήμουν ακριβώς, αυτή την ώρα: ένας άντρας που ’χει περάσει από πάνω του ολόκληρη η ζωή, πενήντα πέντε χρόνων, μόνος του κι άναυδος στην ερημιά αυτής της συνοικίας, με το πικρό τσιγάρο του να κρέμεται στην άκρη των χειλιών, κι όλο να στέλνει προς το νυχτωμένο ουρανό εκείνο τον λεπτό καπνό, λες και συνέχιζε την προσευχή που είχ’ αφήσει ατέλειωτη, πριν από χρόνια, ο παππούς του σ’ άλλο μέρος.
Βλέποντας την εικόνα αυτή, συνειδητοποίησα ακαριαία, πως είχα μείνει μόνος πια, δίχως κανέναν συγγενή μου προς τα πίσω. Η αλυσίδα που με ένωνε μ’ αυτούς είχε κοπεί από καιρό κι εγώ στεκόμουν τώρα απορημένος κι άναυδος στην άκρη αυτής της κλίμακας ―που οδηγεί με τρόπο μαθηματικό προς την ανυπαρξία― αφού η ζωή το θέλησε να είμαι πια ο μεγαλύτερος σε ηλικία απ’ όλους μου τους συγγενείς που ζουν σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, παρόλο που, από καιρό πιο πριν, θα έπρεπε να το ’χα υποπτευθεί πως θα συνέβαινε κι αυτό, καθώς ο θειος μου ο Χαρίλαος μου τηλεφώναγε ―το καλοκαίρι που μας πέρασε― συνέχεια και μου ζητούσε αν ήταν δυνατόν να επαναλάβουμε, για μια φορά ακόμη, εκείνη την παλιά βολτίτσα στους αγρούς έξω απ’ τη γενέθλια πόλη.
Εκείνη την ανέμελη ποδηλατάδα του ’56 μου ζήταγε να επαναλάβουμε ―πηγαίνοντας αργά και κουβεντιάζοντας οι δυο μας― μέχρι τη βρύση του Πασά, άσχετα αν τώρα πια ο τόπος εκεί γύρω έχει αλλάξει εντελώς αφού χτιστήκαν οι αγροί και μπλοκ, ολόκληρα, κατοικιών ορθώθηκαν σ’ αυτό το μέρος, μέχρι ψηλά, στην τάφρο εκείνη με τα χαμομήλια, όπου παλιά ήταν το σύνορο για τους φυματικούς: εκείνους τους φυματικούς που ζούσανε, συχνά, κλεισμένοι πίσω απ’ τα κάγκελα του σανατόριου, μα κατεβαίνανε κρυφά μέχρι την τάφρο αυτή ―ιδίως τις γιορτές της άνοιξης― και, με τα μάτια φλογισμένα απ’ τον πυρετό, κοιτάζανε με πόθο κι αγαπούσαν νοερά όλες εκείνες τις απόκρημνες γυναίκες, που, κάποτε, αγαπήσαμε κι εμείς απελπισμένα.

Νίκος Χουλιαράς, "Στο σπίτι του εχθρού μου", Nεφέλη 1995

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

θαλερό

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ' αμπέλια απάνωθεν εκοίταγε η σελήνη·
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας μες σε διπλή γαλήνη.

Bαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν μακριά-πλατιά τη σκάλα,

σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων' απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο κεφαλοπάνι...

Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά, τό 'να από τ' άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο ξεκόβαν το βουνίσο.

Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό, με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε ζητώντας μου τα χνάρια.

Kαι κάτου απ' την κληματαριά την άγουρη μ' επρόσμενε, στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό, το φως του Aποσπερίτη...

Eκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό η αρχοντοθυγατέρα,
οπού 'χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό χαράκι ως περιστέρα·

που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ' τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ' αμάλαγα, χώριζ' ολόρτη η ρώγα·

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει' η φούχτα μου ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π' αγανάχτησε στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας, μια σφήνα μες στα μάτια.

Eκεί τ' αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς γευόμουν απ' το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού βαθιά στον ουρανίσκο...

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή, πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά στα δέντρα ν' αμολήσει.

Kι ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε και διάφανο το χώμα
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε μ' αδρό, γαλήνιο σώμα.

Eκεί μ' ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη νύχτια δροσιά τα θάμνα...

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε ν' αναπαυτεί λιγάκι
πά' σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά στη βάψη από λουλάκι...

Άγγελος Σικελιανός, "Λυρικός Βίος, Β'", Ίκαρος 1968

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

οι ταξιδιώτες των ινδιών

Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι. Yπάρχει μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ' όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ' αηδόνια. Eίναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Nτέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ' αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δε θ' αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ' όλα τα σταυροδρόμια θ' ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Tότε θα 'ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Eυρώτα. Kαληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα. Oι ταξιδιώτες των Iνδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ' τους Bυζαντινούς χρονογράφους.

Νίκος Γκάτσος, "Αμοργός", Ίκαρος 1987

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

τα έρημα κέντρα

Οι έρωτες οι εφήμεροι του περασμένου θέρους
κάθονται τώρα μοναχοί κι' αμίλητοι και κλαίνε
στων λουτροπόλεων τα ψυχρά κι' ερημωμένα κέντρα.
Διαβαίνει το φθινόπωρο μοναχικό στα κέντρα
κι' έναν παλμό οι φτερούγες του νωχελικό ρυθμίζουν,
τη ναρκωμένη ατμόσφαιρα ξυπνώντας ένα γύρω,
σα ν' ανεμίζει όλη ευωδιά μια σάρπα μεταξένια.
Στο πέλαγος το σιωπηλό των άδειων καθισμάτων,
στο φως το πάλλευκο, που πια δεν το στολίζουν ίσκιοι,
πλανιέται ακόμη σαν ηχώ λιπόθυμη τριγύρω
ο βόμβος των ομιλιών κι' η κίνηση κι' η λάμψη.
Έσβυσε τώρα η κίνηση, τα τραίνα έχουνε πάψει,
κι' έμεινε το φθινόπωρο μοναχικός θαμώνας.
Οι γλόμποι οι γαλατόχρωμοι κι' οι γαλανοί καθρέφτες
μελαγχολούνε, τη βροχή ν' ακούν έξω να στάζει
και πιο μακριά, στην έρημην ακρογιαλιά, να κλαίνε
τα κύματα, σε θλιβερές εναλλαγές, στη νύχτα.
Έμεινε το φθινόπωρο μοναχικό θαμώνας
στο πέλαγος το σιωπηλό των άδειων καθισμάτων,
και στην απόμερη γωνιά, τριγύρω στο τραπέζι,
βουβοί, στο λευκό μάρμαρο, στηρίζουν τον αγκώνα
και κλαιν' οι εφήμεροι έρωτες του περασμένου θέρους.

Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλος, "Στοχασμοί και Παραλλαγές", Εκδόσεις των Φίλων 1988