Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

το ελάχιστο

Αλλά τί να βρεις τώρα; Τί να θυμηθείς; Όλα θα μείνουν άγραφα. Ατελείωτα. Μόνο που κάθεσαι εσύ τώρα και συλλογίζεσαι όσους ανθρώπους φεύγανε κάθε τόσο από δίπλα σου, όσοι ξέφτισαν, ή χάθηκαν… Πού; Πότε; Πώς; Ρωτάς τον εαυτό σου, τον ίδιον τον εαυτό σου προπάντων, όχι τους άλλους — έστω και αν οι άλλοι τους γνώριζαν.
Ένας-ένας φεύγει και κανείς πια δε θα μείνει, που να μπορεί να θυμηθεί εκείνα τα πρόσωπα, τα σώματα, τα σπίτια, τις πρασιές, τον μάγκανο, τον Κίτσο, εκείνο το κόκκινο αλογάκι… Πού να τα πεις τώρα όλα αυτά πάνω στην ξένη γη, ποιος να σ’ ακούσει, ποιον ενδιαφέρουν! Τότε σκέφθηκες τουλάχιστον να τα συλλογιστείς. Ήθελες να τα έλεγες, μα δεν επρόφθαινες. Έτσι είναι που μπαίνει η τρέλα μέσα στο κεφάλι: Όταν πια δεν προφθαίνεις ούτε να τα σκεφθείς. Ανάκατα όλα, αναμνήσεις, καταστάσεις, ταξίδια, εξορίες σε τόπους που μήτε στη γεωγραφία δεν έβρισκες, δε σου κινούσαν το ενδιαφέρον. Μονότονα όλα, μονότονα. Ε, βέβαια, μονότονα. Ποιος έχει τόσες φορεσιές για να μπορεί τόσο συχνά ν’ αλλάζει!
Και τώρα σε νομίζουν για πεθαμένη. Νά, εδωνά καθόταν — λέει κάποιος τότε και δείχνει με μια κίνηση θολή και ακαθόριστη. Σ’ έχουν για πεθαμένη, λοιπόν. Μονότονα όλ’ αυτά, μονότονα.
Οι άνθρωποι που φεύγουν, αφήνουν τα βιβλία τους, τα σπίτια τους, τα παπούτσια, τα φορέματα, και οι συγγενείς τα δίνουν όλα αυτά τις Απόκριες, για να τα βάλουν οι μασκαράδες. Τα πουλούν έπειτα οι παλιατζίδες. Τα στοιβάζουν μέσα σε μεγάλες σιδερένιες κασέλες, φράκα παλαιϊκά, καμιζόλες με δαντέλες από τη Βενετία, ώσπου στο τέλος να τα πετάξουν στους τενεκέδες των σκουπιδιών. Μαζί με τα βιβλία σου, που τα είχες γράψει εσύ, και τώρα έχουν πάθει μια φοβερή ασθένεια: εσάπισαν.
Μα το περίεργο είναι πως όλα αυτά εσύ τα πιστεύεις, ενώ είναι μα την αλήθεια απίστευτα. Όλα ανακατεμένα, αναμνήσεις, καταστάσεις, ταξίδια, εξορίες, τύποι ξένοι κι ελληνικοί, που πήρανε τους δρόμους μιας αρκετά μακρόχρονης ή και παντοτινής εξορίας. «Το ελάχιστο» —είχε πει κάποιος ποιητής— «παραδεχθήκαμε το ελάχιστο».

Μέλπω Αξιώτη, "Η Κάδμω", Κέδρος 1972

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

μια στιγμή

Της ανθρώπινης ζωής η διάρκεια όσο μια στιγμή, η ουσία της ρευστή, η αίσθησή της θολή, το σώμα -από τη σύστασή του- έτοιμο να σαπίσει, και η ψυχή ένας στρόβιλος, η τύχη άδηλη, η δόξα αβέβαιη. Με δυο λόγια, όλα στο σώμα σαν ένα ποτάμι, όλα της ψυχής σαν όνειρο και σαν άχνη, η ζωή ένας πόλεμος κι ένας ξενιτεμός, η υστεροφημία λησμονιά. Ποιο είναι αυτό που μπορεί να μας δείξει τον δρόμο; Ένα και μόνο: η φιλοσοφία! Κι αυτό σημαίνει να φυλάμε τον θεό μέσα μας καθαρό κι αλώβητο, νικητή πάνω στις ηδονές και τους πόνους, να μην κάνουμε τίποτε στα τυφλά, τίποτε ψεύτικα και προσποιητά, να μην εξαρτιόμαστε από το τι θα πράξει ή τι δεν θα πράξει ο άλλος. Κι ακόμη, να αποδεχόμαστε όσα συμβαίνουν κι όσα μας λαχαίνουν σαν κάτι που έρχεται κάπου από κει απ᾽ όπου έχουμε έλθει και εμείς· και πάνω απ᾽ όλα, να περιμένουμε τον θάνατο με γαλήνια διάθεση, θεωρώντας πως δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διάλυση των συστατικών στοιχείων από τα οποία είναι συγκροτημένο κάθε ζωντανό πλάσμα.

Μάρκος Αυρήλιος, "Τα Εις εαυτόν", Στιγμή 2007 (μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

χιονίζει λέξεις

ξαπλώνει στο κρεβάτι του
αγγίζει τα οστεώδη χέρια του
το κορμί του ζεστό
το στόμα του άγραφη σελίδα
δεν τον φιλά
ανασαίνει δυο στιγμές σιωπής και φεύγει

μέσα της χιονίζει λέξεις

Γεωργία Κολοβελώνη, "Μελάνι στον Ουρανίσκο", Μελάνι 2016

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

βολέψου

Μου άρπαξε το σαγόνι,
το τράβηξε κάτω 
κι άρχισε μέσα μου να μπαίνει.
Τι στο διάολο,
όλα τα 'χεις φάει εκεί,
χωράς.

Βολέψου

Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας, "~", Σαιξπηρικόν 2016