Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

"πώς περνάτε τα απογεύματα της κυριακής σας;"

Έπιασα κουβέντα με ένα υπέροχο χωριατοκόριτσο που φορούσε μια βαμβακερή μπλούζα με χαμηλό ντεκολτέ, που άφησε να φαίνονται τα όμορφα ηλιοκαμένα στήθη της. Ήταν σκυθρωπή. Έλεγε για ξενύχτια στην ύπαιθρο που έψηναν ποπ-κορν στη βεράντα. Σ' άλλη περίπτωση θα' χε χαρεί η καρδιά μου αλλά, επειδή η καρδιά της δεν χαιρόταν όταν μιλούσε γι' αυτά, κατάλαβα πως γι' αυτήν ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να γίνεται: "Και τι άλλο κάνετε για διασκέδαση;". Προσπαθούσα να φέρω τη συζήτηση στους αγαπητικούς και στο σεξ. Τα μεγάλα της, σκοτεινά μάτια μ' ατένισαν άδεια και μ' ένα είδος θλίψης, που πήγαινε πίσω γενιές και γενιές, μέσ' απ' το αίμα της, για το πώς δεν είχε γίνει αυτό που στο βάθος έπρεπε να γίνει - ό,τι κι αν ήταν και καθένας ξέρει για τι μιλάω. "Τι ζητάτε απ' τη ζωή;". Ήθελα να τη βουτήξω και να της το βγάλω έξω. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι ήθελε. Μάσαγε κάτι ιστορίες για δουλειές, σινεμά, όταν θα πήγαινε στης γιαγιάς της το καλοκαίρι, ότι ονειρευόταν να πάει στη Νέα Υόρκη και να δει το Ρόξυ, έλεγε για το φόρεμα που θα φοράει τότε - κάτι σαν κι αυτό που φορούσε το προηγούμενο Πάσχα με λευκή σκούφια με τριαντάφυλλα, ροζ γοβάκια κι ένα πανωφόρι από λιλά καμπαρντίνα. "Πώς περνάτε τα απογεύματα της Κυριακής σας;", ρώτησα. Καθόταν στη βεράντα. Τ' αγόρια περνούσαν με τα ποδήλατα και σταματούσαν να φλυαρήσουν. Διάβαζε τα χιουμοριστικά περιοδικά, ξεκουραζόταν στην κούνια. "Τι κάνετε μια ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα;". Καθόταν στη βεράντα, παρακολουθούσε τ' αυτοκίνητα που περνούσαν στο δρόμο. Αυτή και η μητέρα της έψηναν ποπ-κορν. "Ο πατέρας σας τι κάνει τις νύχτες του καλοκαιριού;". Δουλεύει, είναι στη νυχτερινή βάρδια του λεβητοποιείου, πέρασε όλη του τη ζωή συντηρώντας μια γυναίκα και ό,τι βγήκε απ΄' αυτήν, χωρίς πίστη ούτε λατρεία. "Τι κάνει ο αδερφός σας τις νύχτες του καλοκαιριού;". Κάνει μια βόλτα εκεί γύρω με το ποδήλατο, χασομεράει μπροστά στο μπαρ με τ' αναψυκτικά. "Τι τον καίει να κάνει; Όλους μας, τι μας καίει να κάνουμε; Τι θέλουμε;". Δεν ήξερε. Χασμουρήθηκε. Νύσταζε. Πήγαινε πολύ να τη ρωτήσω. Κανείς δεν μπορούσε ν' απαντήσει. Κανείς δεν θα το 'λεγε ποτέ. Αυτό ήταν όλο. Ήταν δεκαοχτώ χρονών και αρκετά όμορφη, και χαμένη.

Jack Kerouac, "Στο Δρόμο", Πλέθρον 1996 (μετάφραση Δήμητρα Νικολοπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου