Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

ο εκ Ταρασκόνης

Το μεσημέρι των Χριστουγέννων καθίσαμε οι τρεις μας να φάμε μια βραστή κότα με ρύζι, μέσα σε ένα δωμάτιο παγωμένο και υγρό. Αμέσως μετά το φαγητό ο αδελφός μου πήγε στη διπλανή αυλή, όπου τον περίμεναν οι φίλοι του. Εγώ κάθισα κοντά στο παράθυρο, τύλιξα τα πόδια μου με μια μάλλινη κουβέρτα και πήρα το μικρό, χοντρό βιβλίο, κυττάζοντας αφηρημένα τον τίτλο του:

Αλφόνσου Δωδέ
Ταρταρίνος ο εκ Ταρασκόνης
Μετάφραση υπό:
Αλ. Παπαδιαμάντη
Καταστήματα «Ακροπόλεως»
Β. Γαβριηλίδη

Κανένα όνομα δεν μου ήταν γνωστό – αλλά οι περιπέτειες του ήρωα, που τις διάβαζα σε μια γλώσσα περίεργη (και την οποία δεν πολυκαταλάβαινα) με παρέσυραν επί ώρες σε άλλους, παράξενους κόσμους.
Κάποτε (είχε αρχίσει, πια, να σκοτεινιάζει) η μάνα μου μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο και, χωρίς να πει τίποτα, γύρισε τον διακόπτη του ηλεκτρικού, ανάβοντάς μου το φως.

Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, «Ο θησαυρός των αηδονιών», Γαβριηλίδης 2009

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

έγκλημα θεμελίωσης

Η δουλεία στις αποικιακές φυτείες και στις "βιομηχανίες" πρώτων υλών -σε μία έκταση που ξεπερνούσε κατά πολύ τη δουλεία στην αρχαιότητα- ήταν ένα από τα ιδρυτικά εγκλήματα του συστήματος της εμπορευμετικής παραγωγής. Εδώ, για πρώτη φορά σε τόσο ευρεία κλίμακα, πραγματοποιήθηκε η "εξολόθρευση μέσω της εργασίας". Ήταν το δεύτερο έγκλημα θεμελίωσης της κοινωνίας της εργασίας. Ο λευκός, στιγματισμένος ήδη από τα καταστροφικά αοτελέσματα της αυτοπειθαρχίας, μπορούσε να αντισταθμίσει το καταπιεσμένο μίσος για τον εαυτό του και το σύμπλεγμα κατωτερότητάς του ξεσπώντας στους "άγριους". Όπως η "γυναίκα", οι αυτόχθονες θεωρούνταν ότι ήταν πρωτόγονα χόμπιτ, κάτι μεταξύ ζώων και ανθρώπων. Ο Ιμάνουελ Καντ διατύπωσε την αιχμηρή εικασία ότι οι μπαμπουίνοι θα μπορούσαν να μιλήσουν αν ήθελαν, και δεν το έκαναν γιατί φοβόντουσαν ότι θα τους βάλουν να δουλέψουν.

Gruppe Krisis, "Κείμενα για την Εργασία και την Κρίση", Εκδόσεις των Ξένων 2010 (μετάφραση Σωκράτης Παπάζογλου, Εύη Παπακωνσταντίνου)

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

δεν είναι παράνομο να επινοείς ανθρώπους

Η φωτογραφία που είχε αιχμαλωτίσει τη φαντασία του άνδρα εκείνου, που αποκρυστάλλωσε (ή διατύπωσε) τον προσωπικό του μυστικισμό σχετικά με τη σεξουαλικότητα ήταν, όπως εξάλλου είναι πάντοτε αυτά τα πράγματα, ένα είδος μνήμης. Ήταν ταυτόχρονα κάτι υπερ-επιθυμητό, και πολύ αντιπροσωπευτικό της ιδανικής εικόνας του εαυτού του. Ήταν, επίσης, μια καταγραφή της πραγματικότητας, υπό την έννοια ότι κωδικοποιούσε κάτι από την προσωπική του ιστορία (μας αιχμαλωτίζει πάντα αυτό που κάποτε ήμασταν, ή που θα θέλαμε να είμαστε). Μια φορά μάλιστα, μου είπε ότι όλα αυτά που έλεγε πρέπει να ακούγονται σα να "μην υπάρχουν πραγματικές γυναίκες στην ιστορία μου". Κι έπειτα πρόσθεσε, χωρίς ίχνος ρεμβασμού, χωρίς την παραμικρή κρυφή ειρωνεία: "Πάντως δεν είναι παράνομο να επινοείς ανθρώπους".

Adam Philips, "Το κουτί του Χουντίνι", Νάρκισσος 2005 (μετάφραση Βασίλης Αθανασιάδης)

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

τα σπασίματα

Καθώς είπα, τα θραύσματα των σπασμένων ποτηριών είναι αρκετά επικίνδυνα. Οι μποτίλιες δεν σπάνε εύκολα. Και, συχνά, τινάζουν σαν τόπι. Για να γίνει θρύψαλα η μποτίλια πρέπει να την κοπανήσεις καταγής καθέτως. Και να μην την πιάσεις απ’ το λαιμό, αλλά να την χουφτώσεις από τον κορμό της. Οι βλακέντιοι αμολάνε τα μπουκάλια σχεδόν παράλληλα με το δάπεδο, μη προβλέποντας τις συνέπειες, γιατί δεν ξέρουν από τη Φυσική πως η γωνία προσπτώσεως ισούται με την γωνία ανακλάσεως. Εδώ, βέβαια, παίζει ρόλο και η σύσταση του δαπέδου. Είναι αδύνατο να σπάσεις ποτήρια σε ξύλινο πάτωμα, ή στο χώμα. Το τσιμέντο διευκόλυνε την κατάσταση.
Όταν κάποιος πελάτης σπάσει πολλά πιάτα, σπεύδουν οι βοηθοί του μαγαζιού και σκουπίζουν τα σπασμένα. Κάνουν αυτή τη δουλειά γοργά και προσεκτικά για να μην σηκωθεί κουρνιαχτός. Κάποτε – κάποτε, τα ξημερώματα, τα σπασμένα πιάτα είναι τόσο πολλά που σχηματίζουν έναν σωρό. Τα χαράματα της μέρας που σκοτώθηκε ο Παπαιωάννου (3-8-1972), καθισμένος πάνω στον σωρό από τα σπασμένα πιάτα, έπαιξε ένα αξέχαστο ταξίμι. [Μου ήταν γραφτό, να ξαναδώ τον Παπαιωάννου, ύστερα από ελάχιστες ώρες, νεκρό και ολόγυμνο στο ανατομείο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας.] Ο ίδιος ο Παπαιωάννου, όταν τα σπασίματα – μαζί με τα χειροκροτήματα – δημιουργούσαν έναν ορυμαγδό, φώναζε απ’ το μικρόφωνο: ησυχία! Θα ξυπνήσει το μωρό…

Ηλίας Πετρόπουλος, «Το Άγιο Χασισάκι», Νεφέλη 1991

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

μα όσοι ξαγρυπνούσαν ζήλευαν τον ύπνο τους

Οι κοιμισμένοι στέναζαν, μα όσοι ξαγρυπνούσαν ζήλευαν τον ύπνο τους.
Κοίταξαν ίσια μπροστά, αναζητώντας με το βλέμμα τα κάρα με το ψωμί, πέρα στο δρόμο που έχασκε στείρος, ερημωμένος από τη θύελλα της επανάστασης, σαν νεκρό έντερο που είχε πάψει να σιτίζει την κοιλιά της Γαλλίας. Ένας δρόμος λευκός, που ξετυλιγόταν ατέλειωτος κάτω από τον μουδιασμένο ουρανό, λιάζοντας το χλωμό του μέτωπο στον ορίζοντα, πλαδαρός σαν τα πρόσωπα των παπάδων, αφράτος σαν τα μάγουλα των επισκόπων, αρρυτίδωτος σαν καλοταϊσμένος καλόγερος που απλώνει το χέρι ψωμοζητώντας. Απλωνόταν γαλήνιος σαν τη θεία λειτουργία στα χωριά, στεφανωμένος από τα γκρίζα συννεφάκια του απομεσήμερου, σαν ένας γερο-ηγούμενος, που μετά το γεύμα αποσύρεται στο διακονικό, βυθίζεται ανάλαφρα στην πολυθρόνα και γλυκοκοιμάται, ενώ οι μπούκλες της περούκας του πέφτουν στο μέτωπό του.
Το ρακένδυτο πλήθος σκορπούσε μιαν αφόρητη μπόχα. Οι βρόμικοι λαιμοδέτες τους ανέμιζαν γύρω από τα σταχτιά τους πρόσωπα. Ένα πνιγηρό κλάμα έσκιζε κάθε τόσο τη φριχτή σιωπή. Ως εκεί που έφτανε το μάτι, δεν έβλεπες παρά μια θάλασσα από κουρελιασμένα τρίκοχα, ενίοτε στολισμένα με λερωμένα φτερά στρουθοκαμήλου, να σκιρτούν στον άνεμο. Οι σκόρπιες μαύρες σιλουέτες θύμιζαν τα πετρωμένα βήματα ενός σκοτεινού μενουέτου, ενός μακάβριου χορού με μπροστάρη τον θάνατο, που στο πρόσταγμά του όσοι ακολουθούσαν πίσω του είχαν ευθύς μαρμαρώσει, είχαν μεταμορφωθεί σε έναν θεόρατο σωρό από μαύρες πέτρες, καθηλωμένοι και ξεπαγιασμένοι από τα μαρτύρια, σαν σιωπηλές στήλες άλατος. Μια απολιθωμένη στρατιά από αναρίθμητους Λωτ, βγαλμένους από τα κολασμένα καμίνια των Γομόρρων.

Georg Heym, «Ο Κλέφτης», Νεφέλη 2009 (μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης)