Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

γέητς

-Δεν έχεις λουλούδια στο σπίτι σου; τη ρώτησα.
Ήταν μια νεαρή, άτονη Ινδιάνα, λίγο χαμένη μέσα στον λαβύρινθο του ξενοδοχείου. Μου απάντησε σ' ένα ντόπιο ιδίωμα, ζητώντας μου συγνώμη. Μου γύρισε την πλάτη και έφυγε βιαστικά προς το μπάνιο για να κρεμάσει τις πετσέτες. Έπειτα την άκουσα να κλείνει απαλά την πόρτα του δωματίου. Στο μεταξύ εγώ ήμουν χωμένος στο νερό, με το πιγούνι στηριγμένο στο παραπέτο και το βιβλίο με τα ποιήματα να βρέχεται στις άκρες εξαιτίας τις αναπόφευκτης κίνησης του σώματός μου μέσα στη φωτισμένη πισίνα. Ταράχτηκα διαβάζοντας τη συνέχεια του ποιήματος του Γέητς. "Πόσοι αγάπησαν τις στιγμές της εύθυμης σου χάρης, πόσοι αγάπησαν την ομορφιά σου με έρωτα απατηλό ή αληθινό;..." Προτίμησα να κοιτάξω τα νυχτερινά φώτα του Ακαπούλκο, που τόσο επιδέξια κάλυπταν τη διπλή ασχήμια αυτού του τόπου. Η πρόσοψη των ουρανοξυστών στην παραλία κρύβει τη φτώχεια των λαϊκών συνοικιών. Η νύχτα τα κρύβει και τα δυο, επιστρέφοντας τα πάντα στο στερέωμα, στ' αστέρια και στην αρχή του κόσμου. Ποιος είμαι εγώ για να μιλώ, ενώ ονειρεύομαι τις νύχτες πως μου βάζουνε μια μάσκα στο πρόσωπο και μου λένε: Αυτή είναι η ιδανική σου ομορφιά. Ποτέ δεν θα είσαι ωραιότερος απ' όσο απόψε. Ποτέ πια.

Carlos Fuentes, "Η Πορτοκαλιά ή Οι Κύκλοι του Χρόνου", Άγρα 2003 (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου