Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

γεννηθήτω το φως

Κατέβηκε στη γη μια νύχτα του Απρίλη την ώρα που ένας νέος είδε δυο μάτια. Κάρφωσε τα μάτια του και κοίταζε. Φίλησε ένα στόμα, και τότε ήταν σα να σμίξανε μέσα του δυο φωτιές, ένας ήλιος που συγκρουόταν μ' ένα άστρο. Δυο χέρια τον αγκάλιασαν, και τότε πια ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τίποτα στον κόσμο. Ο έρωτας είναι ο πρώτος λόγος του Θεού, η πρώτη σκέψη που σπίθισε στο νου του. Όταν είπε "Γεννηθήτω το φως", γεννήθηκε ο έρωτας. Και καθετί που πλαστούργησε από κείνη τη στιγμή ήταν ανέκφραστα καλό, και τίποτα δεν ήταν που να 'θελε ν' αλλάξει. Και ο έρωτας έγινε βρύση και πηγή του παντός και κυρίαρχος των πάντων. Όμως όλοι οι δρόμοι του είναι πλημμυρισμένοι σε άνθη και αίμα.
"Αύριο φεύγεις. θέλω να με δαγκώσεις δυνατά στο στήθος, να πονέσω, να μείνει σημάδι να μου θυμίζει τον άντρα του πόθου μου".
Είναι περασμένα μεσάνυχτα και η συγκοινωνία με το τραμ σταμάτησε. Στο γυρισμό όλο σκόνταφτε και πολλές φορές κινδύνεψε να πέσει. Αμήχανος έχωνα τα παπούτσια στην άμμο περπατώντας αργά. Βρήκαμε ένα ταξί και γυρίσαμε στο Κάιρο. Την άλλη μέρα με ξεπροβόδισε στο σταθμό. Την κοιτούσα από το παράθυρο του βαγονιού μου έτσι που στεκόταν λεπτή και ακίνητη, ανέκφραστη. Χαμογέλασα προσπαθώντας κάτι να κάνω. Τη στιγμή που το τρένο ξεδίπλωνε αργά μισή στροφή από τους τροχούς του, με ένα απότομο τίναγμα των χεριών έσπασε τα κουμπιά της μπλούζας της αποκαλύπτοντας ένα μεγάλο σημάδι πάνω στο στήθος. Πρόλαβα στον αέρα τις λαίμαργες αράπικες ματιές για το λευκό αναπάντεχο, καθώς το τρένο μ' έσερνε στην Αλεξάνδρεια.

Γιάννης Πάνου, "..από το στόμα της παλιάς Remington...", Καστανιώτης 1998

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

mal du départ

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρισμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι, και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία, 
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς, 
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα `χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει..."

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί, 
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ,
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα `χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Νίκος Καββαδίας, "Μαραμπού", Άγρα 1990

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

στο φάληρο

Η πλήξη ψες μας είχε ξαναφέρει
στο Φάληρο, σε κάποιαν αμμουδιά,
ερωτικό μας άλλοτε λημέρι.
Πιο πέρα, μέσ’ στην έρημη βραδυά

πιασμένα τρυφερά, χέρι με χέρι,
δυο ερωτεμένα εκάθονταν παιδιά.
Μα εμάς του κάκου ζήταγε η καρδιά
παλιές χαρές στη θύμηση να φέρει.

Κι ως άρχιξε η ψυχρούλα να πληθαίνει
«τι θέμε, μού 'πες, δω, τέτοιον καιρό;»
Κι εφύγαμε κι οι δυο μετανοιωμένοι.

Έκανε, αλήθεια, κρύο τσουχτερό
στ’ ακροθαλάσσι τη βραδυάν εκείνη.
Μα το ζευγάρι τ' άλλο είχε απομείνει...

Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, "Ώρες Αγάπης", Φλάμμα 1934

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

εσέ που τ' όνομά σου δεν το γράφω

Εσέ που τ' όνομά σου δεν το γράφω
θα σ' αγαπούσα, ξέρεις, ως τον τάφο.
Μα βιάστηκα και τ' όχι σου ήταν τόσο
βαρύ, που θέλω να σ' το ξεπληρώσω.

Ώρες για σε, μετρώντας τους διαβάτες,
περίμενα και μου 'τρεμαν οι πλάτες.
Έκανε κρύο ακόμα, τέλη Μάρτη·
αργεί, μα δεν πειράζει, έλεγα, θα 'ρθει.

Θα 'ρχοτανε, θεά στα πεζοδρόμια,
πρόθυμη και καλή, με διάθεση όμοια.
"Τι στέκεσαι λοιπόν, θα μου 'λεγε· Έλα!"
και γύρω θα τις βγάζαν τα καπέλα.

Αυτά συλλογιζόταν ο ιππότης
που αποκοιμιόταν με το πρόσωπό της,
που ξεγελούσε με όνειρα γελοία
τη φτώχεια του και τη μελαγχολία. 

Γιώργος Κοτζιούλας, "Κυριακές μες στο Χειμώνα", Σοκόλη-Κουλεδάκη 2006

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

μεταξύ άλλων δανείων

Η Ελλάς, μεταξύ άλλων δανείων, οφείλει και εξήκοντα εκατομμύρια προς τινας τραπεζίτας. Των εξήκοντα αυτών εκατομμυρίων οι τόκοι είναι εγγυημένοι από τας τρεις προστάτιδας Δυνάμεις, ώστε οι τραπεζίται, αναφορικώς προς αυτό το δάνειον κοιμώνται ήσυχοι. Επί πολλά έτη η Ελλάς δεν επλήρωνε τους τόκους αυτούς, προφασιζομένη ότι δεν είχε με τι, και όμως οι τραπεζίται επληρώνοντο μέχρις οβολού. Από ποίον; Από τους εγγυητάς· από την Ρωσίαν, την Γαλλίαν και την Αγγλίαν. Οι εγγυηταί αυτοί μιαν ημέραν εσκέφθησαν (...) μήπως οι πονηροί αυτοί Ελληνες, έχουν χρήματα διά να πληρώσουν τους τόκους, και λέγουν ότι δεν έχουν διά να τα φάγουν μεταξύ των· ή μήπως σπαταλούν τα χρήματά των όπου δεν πρέπει, και έπειτα, όταν πρόκειται περί της τιμής και του πουγγίου των, δεικνύουν το ταμείον των κενόν (...) Ετσι μίαν άλλην ημέρα επαρουσιάσθηκαν εις τας Αθήνας τρεις απεστελμένοι: Αγγλος, Γάλλος και Ρώσος. Εζήτησαν ακρόασιν παρά τω υπουργώ των Εξωτερικών, τω είπον ότι ήλθον διά να εξετάσωσι τα έσοδα και τα έξοδα της Ελλάδος εν προς εν, και τω έδειξαν τα συστατικά των γράμματα. Μεγάλη κίνησις εις τα Αθήνας αμέσως· συμβούλια υπουργικά επί συμβουλίων.
Ο τύπος μαίνεται, τα Χαυτεία κατακραυγάζουν· η αστυνομία διπλασιάζει τους κλητήρας· το φρουραρχείον διατάττει και την ημέραν περιπολίας! Πώς! έγραφον αι εφημερίδες· τολμούν ακόμη οι Φράγκοι να χωθούν και εις την μύτην μας! Με τι δικαίωμα! αλλά με τι δικαίωμα! έχουν την αξίωσιν να τους δείξωμεν τι κερδίζομεν και τι εξοδεύομεν! Τι θα έλεγον αυτοί, αν εστέλλομεν το Φωστηρόπουλον (τραπεζίτης της εποχής) εις το Λονδίνον να εξετάση εν προς εν τα έσοδα και τα έξοδα του βρετανικού κράτους;
-Ακούς υπουργοί! εκραύγαζε το πλήθος εις τα Χαυτεία· τους δέχονται ακόμη, και τους στέλλουν να κατοικήσουν εις το ξενοδοχείον της Αγγλίας με δημόσια έξοδα! Και δεν τους ρίπτουν εις τον Μεδρεσέ (πρόκειται για ένα πρώην μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο στην περιοχή της Πλάκας στην Αθήνα, που μετά το 1836 είχε μετατραπεί σε φυλακή), διά να τους μάθουν ότι Κίνα δεν είναι η Ελλάς!
Εν τούτοις μετά ένδεκα υπουργικά συμβούλια, απεφασίσθη να ζητήσει η Κυβέρνησις εξηγήσεις από τους εν Αθήναις πρέσβεις των τριών εκείνων Δυνάμεων, περί της αποστολής των ξένων.
Οι πρέσβεις απήντησαν αμέσως και εις ολίγας λέξεις: - Εστάλησαν από τας αυλάς των διά να εξετάσουν με ακριβεστάτην λεπτομέρειαν τον προϋπολογισμόν της Ελλάδος, και να παρατηρήσουν αν περισσεύουν χρήματα, ή αν είναι δυνατόν να περισσεύσουν. - Συνεβούλευον δε την Κυβέρνησιν να παράσχη πάσαν ευκολίαν εις τους απεσταλμένους (...)
Ητο τότε, μοι φαίνεται, πρωθυπουργός ο τζουμπελής (ήταν το παρατσούκλι του πρωθυπουργού Δημητρίου Βούλγαρη, που οφειλόταν στα ρούχα που προτιμούσε να φοράει, δηλαδή ένα μακρύ επενδύτη, τον τζουμπέ).
-Αμή το λοιπόν, ψηφισμένο και παραδεδεγμένο. Αύριο, λέγει προς τον επί των Εξωτερικών συνάδελφόν του, να τους στείλης τον αριθμόν της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, όπου είναι δημοσιευμένος ο προϋπολογισμός.
Τούτο και έγινε την επαύριον. Την ιδίαν όμως ημέραν η Εφημερίς επεστράφη, συνοδευομένη με έγγραφον διά του οποίου οι τρεις ξένοι εζήτουν επιμόνως:
1. Το Υπουργείον των Οικονομικών να εκθέσει λεπτομερέστατα έκαστον κλάδον, έκαστον κεφάλαιον των εσόδων του κράτους.
2. Εκαστον ιδία των επτά υπουργείων να καταστρώσει ακριβείς και ανελλιπείς καταστάσεις των εξόδων του τόσας, όσας και υποδιαιρέσεις έχει, όσα γραφεία, σώματα, καταστήματα, όσας και υπηρεσίας εν τω κράτει, απ' αυτού εξαρτωμένας και παρ' αυτού μισθοδοτουμένας.
3. Ολα αυτά να μεταφρασθώσιν εις την γαλλική και να τοις δοθώσιν εντός τριών μηνών.
Την επιούσαν το υπουργείον παρητήθη σύσσωμον, και άλλοι υπουργοί αναβάντες εις τα πράγματα, ανέλαβον να εκετελέσωσι κατά γράμμα τας παραγγελίας των απεσταλμένων.
Ο αθηναϊκός τύπος εσιώπησεν, αποκαμών να φωνάζη, και τα Χαυτεία εκόπασαν, ξηραθέντος του λάρυγγος των ρητόρων.
Το υπουργείον των Στρατιωτικών ήρχισε και αυτό εκ μέρους του να γράφη τα έξοδά του όπως υπεχρεώθη. Ολίγον κατ' ολίγον, και εντός εξ μηνών αι καταστάσεις του ητοιμάσθησαν· εις την ελληνικήν όμως, ώστε έμενεν να μεταφρασθώσιν εις την γαλλικήν.

Ανωνύμου, "Η Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι", Εστία 2007

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

παράνομος χωρισμός

Ο Ιούλιος απειλήθηκε με το κάψιμο των δασών
Απομάκρυνε τα τζιτζίκια
Πυρπολημένα τα γραφεία των κλιματισμών
σε μια απίστευτη Υπολογιστική αμηχανία
Αποφάσισε να φύγει
Δε-ν θέλει να το δει να "μικραίνει"
Δε-ν γελάει και δεν το πιστεύει πια
Τα ΔΕΝ της μαζεμένα ειπώθηκαν στο πιο γλυκό απογευματινό κρεβάτι
και με το νερό του καλοκαιριού να περισσεύει στα κατάλευκα σεντόνια
Φευγαλέα η μορφή της να δροσίζεται στο μισάνοιχτο παράθυρο
Μύρο κι ο καπνός απ' τα χέρια της

Τελικά το τηλέφωνο που περίμενες δε-ν χτύπησε
ίσως γιατί λειτούργησε
Η διάψευση της μοναδικότητας
Η ματαίωση της αίσθησης
Η απραξία της ηδονής
Η συμπύκνωση της στυφής γεύσης
Το τέλος της σχέσης

Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, "Εδουάρδοι και Αλφρέδοι", Μανδραγόρας 2012